H χρυσοχέρα υφάντρα

Από το βιβλίο μου, Αλκυονίδες, Σύδνεϋ 2000

ΜΕΡΟΣ ΤΈΤΑΡΤΟ

“… ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ!”

ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΑ Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΥ

ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;  

Σ’ ένα μεγαλοχώρι, όπου πολλοί από τους κατοίκους του ήταν κτηνοτρόφοι, σχεδόν κάθε σπίτι είχε και μια γυναίκα, νέα ή μεσήλικη που να υφαίνει ή μια γιαγιά να κλώθει ή να γνέθει από τουλούπες, πλυμένο και ξυσμένο με συρμάτινες χτένες, μαλλί, για να πλέξει στη συνέχεια ζεστές κάλτσες για το χειμώνα, φανέλες ή μπλούζες για όλους στην οικογένεια.

Με τόσα ζώα που είχαν, ήταν επόμενο αλλά κι εύκολο να κουρεύουν το μαλλί τους και να το χρησιμοποιούν, όχι μονάχα για τον εαυτό τους, αλλά και για να το πουλάνε είτε σαν πρώτη ύλη, δηλαδή ακατέργαστο, είτε υφασμένο, είτε σαν πλεκτό.

Αυτή λοιπόν την περίφημη τουλούπα που ανάφερα παραπάνω, τη στήριζαν οι γυναίκες παραμάσχαλα ή την εφάρμοζαν σε διχαλωτό ξύλο: τη ρόκα ή τη γνωστή στην αρχαιότητα “ηλακάτη”. Μετά τραβώντας το μαλλί λίγο-λίγο με τό ‘να χέρι, με τ’ άλλο γύρναγαν το αδράχτι στον αέρα στρίβοντας το μαλλί και φτιάχνοντάς το νήμα.  Άλλοτε πάλι, αντί για τ’ αδράχτι, οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν ένα είδος άξονα, δηλαδή ένα κεντρικό λεπτό, στρογγυλεμένο, μακρουλό ξύλο, που περνούσε ανάμεσα σε δύο μικρότερα πλατιά ξυλαράκια. Αυτά λοιπόν καθώς σταύρωναν έφτιαχναν ένα είδος σβούρας που τη γύριζαν στον αέρα με τη μια παλάμη. Κράταγαν λοιπόν την τουλούπα κάτω από την αμασχάλη τους, και τραβούσαν λίγο-λίγο το μαλλί που στη συνέχεια το έστριβε η σβούρα. Έτσι το μαλλί γίνονταν λεπτό, δυνατό μάλλινο νήμα, έτοιμο για πλέξιμο. Το μάλλινο νήμα το τύλιγαν γύρω από τα σταυρωτά ξυλαράκια της σβούρας, κι έφτιαχναν έτσι ένα άρτιο κουβαράκι μαλλιού. Το ελευθέρωναν τραβώντας τα πλατύτερα ξυλάκια και τον άξονα.  Υπήρχε βέβαια κι ένας άλλος τρόπος για το φτιάξιμο της μάλλινης κλωστής, κι αυτός ήταν ο τροχός που τοποθετημένος σε επίπεδη επιφάνεια, κινούνταν με πετάλι κάτω από το πόδι.

Το γνέσιμο του μαλλιού το ακολουθούσε συνήθως το βάψιμο, εφόσον μαζεύονταν αρκετή ποσότητα  απ’ αυτό. Το φέρνανε πρώτα γύρω στην ανέμη, κάνοντας έτσι μεγάλες κουλούρες. Ύστερα τις έδεναν όμορφα ώστε να μην μπερδεύεται το μάλλινο νήμα κι αφού έβραζαν το νερό σε καζάνια και ρίχνανε μετά τη βαφή, ακολουθούσε το βούτηγμα. Άφηναν τη βαφή και το μαλλί να βράσουν για λίγο. Μετά το έβγαζαν και τ’ άπλωναν σε σκοινιά για να στραγγίξει και να στεγνώσει. Όταν πια ήταν έτοιμα τα έδιναν στους αργαλειούς για να κατασκευάσει η υφάντρα όλα εκείνα τα θαυμαστά πλουμιστά κιλίμια ή  ταπέτα, τις  κρουστές ή τις καραμελωτές κουβέρτες κλπ.

Βέβαια η ύφανση είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά.  Οι παλιοί συνήθιζαν να λένε κάποιους στίχους, που μαρτυρούσαν τη γνώμη τους για κάποιες γυναικείες ασχολίες.

 

Το κέντημα είναι γλέντισμα

το ράψιμο σεργιάνι

ο αργαλειός σκλαβιά!

 

Ο αργαλειός δεν υπήρχε μόνο, σ’ ένα μέγεθος ή  σ’ ένα σχέδιο. Ήταν μια πολύπλοκη χειρονακτική μηχανή, φτιαγμένη από δυνατό ξύλο και είχε σιδερένιους αρμούς και άλλα σιδερένια εξαρτήματα δίπλα στα ξύλινα.

 

Η μητέρα μου όταν ήταν νέα είχε μάθει να υφαίνει. Όταν όμως παντρεύτηκε και ήρθε στην πολιτεία μας, από την παραθαλάσσια πολίχνη, δεν έστησε τον αργαλειό της. Αυτό το έκανε πολύ αργότερα, παντρεμένη πια, με τη βοήθεια του πατέρα μου και με μας γύρω της. Είχα την τύχη να παίξω κάπου-κάπου με τον αργαλειό της που δεν ήταν όρθιος και μικρός όπως συνηθίζεται σε πολλά μέρη, αλλά μεγάλος επαγγελματικός και είχε το στημόνι του οριζόντια.

Ο αργαλειός λοιπόν αυτός, είχε δυο στενόμακρα μεγάλα εξαρτήματα, παράλληλα τοποθετημένα, με βαμβακερές κλωστές πυκνά περασμένες, ανάμεσα από όπου ξεχώριζαν κάθετες πλέον οι κλωστές του στημονιού.  Κάθε φορά που πέρναγε η σαΐτα[1] κουβαλώντας το όποιο νήμα, η μητέρα μου πάταγε το μεγάλο πέταλο κάτω από τα πόδια της, και τα δύο αυτά εξαρτήματα με τις κλωστές ανέβαιναν ή κατέβαιναν διασταυρώνοντας τις κλωστές του στημονιού  και στερεώνοντας έτσι το υφάδι. Η σαΐτα που κρατούσε το μάλλινο ή άλλο νήμα μέσα της, πέταγε ανάμεσα από το άνοιγμα του στημονιού γρήγορη, ανάλογα με τη δύναμη που την έριχνε η μητέρα μου -ή μάλλον την πέταγε με το ένα, το δεξί της χέρι, και την έπιανε με τ’ άλλο, το αριστερό της, στο άλλο άκρο του στημονιού. Όταν γίνονταν αυτό, η μητέρα μου χτυπούσε με το χτένι, τις οριζόντιες κλωστές της σαΐτας που διασταυρώνονταν με  τα νήματα του στημονιού, μια και δυο και τρεις φορές, πολύ γρήγορα και δυνατά, ώστε το χαλαρό νήμα να στρώσει καλά και να κλειδωθεί ανάμεσα στις κλωστές του στημονιού. Κάθε φορά λοιπόν που πέρναγε τη σαΐτα από τα δεξιά στ’ αριστερά ή αντίθετα, πρόσθετε μία καινούργια σειρά απάνω στο υφαντό. Η σαΐτα γλιστρούσε γρήγορα από τη μια άκρη στην άλλη και το υφάδι μάκραινε.  Τα βαρίδια το τράβαγαν στην αρχή,  ενώ αργότερα όταν μάκραινε αρκετά η μητέρα  μου το τύλιγε σε ένα στρογγυλό άξονα του αργαλειού που δεν την εμπόδιζε στη δημιουργική της εργασία.

 

Δύσκολη δουλειά η υφαντουργική. Οι υφάντρες αλλά και οι υφαντουργοί, κάποτε μπορεί να είναι σωστοί καλλιτέχνες.  Σχεδιάζουν ωραίες παραστάσεις επάνω στα υφαντά, κάμπους, πουλιά, άνθη, δέντρα και όντα από το ζωικό βασίλειο.  Κάποτε κεντούν επάνω στα υφαντά, μετρώντας πάντα τις κλωστές και περνώντας τες μόνο με τα χέρια τους, για να κεντήσουν μια λεπτομέρεια, λεπτά γεωμετρικά σχήματα ή και παραστάσεις ανθρώπων σε διάφορες ασχολίες. Τα υφαντά μπορεί να είναι τόσο καλοφτιαγμένα και καλλιτεχνικά,  ώστε να αποκτούν, με το δίκιο τους, μεγάλη φήμη. Στην περίπτωση αυτή μπορεί και να στολίζουν τα τοιχώματα δημοσίων χώρων, όπως είναι τα μουσεία, τα ξενοδοχεία ή άλλοι δημόσιοι χώροι κι άλλοι πιο κοινοί, όπως οι συνηθισμένες κατοικίες, ζεσταίνοντας την ατμόσφαιρα με τα χρώματά τους.

 

Γνώρισα και μιαν άλλη υφάντρα, τη Μυρτώ. Θα σας αφηγηθώ την ιστορία της γιατί πιστεύω ότι είναι πολύ ενδιαφέρουσα, και πολύ περισσότερο γιατί έζησε στο μεγαλοχώρι που ανάφερα στην αρχή αυτής της ιστοριούλας.

Η Μυρτώ ήταν μια νέα γυναίκα που από μικρή είχε μάθει την τέχνη του αργαλειού κι από αυτή σκόπευε να κερδίζει τη ζωή της. Αρχικά περιορίζονταν στο να εξυπηρετεί τις ανάγκες του σπιτιού της και της οικογενείας της.  Είχε τέσσερεις αδερφούς και μια αδερφή, μικρότερη, τον πατέρα, τη μητέρα, τη γιαγιά και τον παππού. Έφτιαχνε τότε πολλά “σκουτιά”, “κάπες” και μάλλινες κάλτσες,  μια και οι άντρες της οικογένειας ήταν κτηνοτρόφοι, δίπλα σε άλλα ταλέντα που είχαν στην ώρα της ξεκούρασής τους. Έφτιαχνε μαλλινοσέντονα για το χειμώνα και βελέντζες ή κρουστές, αλλά κι ελαφρύτερα υφαντά για το ζεστό καιρό, στρωσίδια για τους καναπέδες ή κουρτίνες για τα παράθυρα που είχαν το “κλειδί του Μαιάνδρου”, που είναι ένα αγαπητό σχέδιο από την αρχαιότητα.

Αλλά την τέχνη της η Μυρτώ και το ταλέντο της το έδειχνε όταν ύφαινε εκείνες τις ζηλευτές καραμελωτές ή τα παραστατικά χαλιά και τα παρόμοια ταπητάκια. Πολλά από τα σχέδια ήταν δικά της.  Σχεδίαζε πρώτα ένα σχέδιο επάνω σε ένα χαρτί με κουτάκια και από εκεί μετρώντας, μέτραγε ανάλογα και τις κλωστές στο στημόνι. Αν λοιπόν τα κουτάκια του σχεδίου ήταν για παράδειγμα δέκα, μέτραγε δέκα κλωστές -ή και είκοσι ανάλογα με το νήμα και το πάχος του- στο στημόνι. Ύστερα πέρναγε την κλωστή με τις παλάμες της κι αφού χτύπαγε με τη χτένα της την κλωστή που δεν ήταν ποτέ τεντωμένη, αλλά πάντα χαλαρή,  με το πετάλι στα πόδια της διασταύρωνε τις κλωστές στο στημόνι κι άλλαζε το χρώμα αν έπρεπε, για τον επόμενο γύρο.  Αν έπρεπε να συνεχίζει με κλωστή από το ίδιο χρώμα κι ανάμεσα να προσθέσει, σύμφωνα πάντα με το σχέδιο, άλλο χρώμα, μέτραγε κι άφηνε το χώρο αυτό, πέρναγε την άλλη κλωστή κι από την ανάποδη του υφαντού έβλεπες την αχρησιμοποίητη κλωστή να σχηματίζει σε διαστήματα παύλες. Τάκα-τούκου, τάκα-τούκου, πήγαινε λοιπόν ο αργαλειός. όταν το ύφασμα ήταν απλό. Ακούγονταν όμως ακανόνιστος και με διακοπές όταν είχε πολλά σχέδια.

Η Μυρτώ που ήταν μόλις δεκατριών χρόνων, όταν άρχισε να μαθαίνει τον αργαλειό, είχε αποκτήσει μέχρι τα δεκαεννιά της πολύ καλή πείρα. Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό της εργασίας της ήταν, ότι η ποιότητα της δουλειάς της συμβάδιζε με την ταχύτητα με την οποία δούλευε.  Δεν έβλεπες πια τη σαΐτα να διασχίζει το σταυρωμένο στημόνι, παρά μια σκούρα σκιά να πηγαινοέρχεται στο στημόνι, που συνεχώς διασταυρώνονταν αυξάνοντας έτσι το ύφασμα.

Το πρωί σηκώνονταν πριν να λαλήσει ο κόκορας.  Πλένονταν γρήγορα-γρήγορα και κάθονταν στον αργαλειό, για να τον ετοιμάσει όπως έπρεπε.  Όταν ξύπναγαν οι άντρες από κοντά,  είχε έτοιμο τον τραχανά, τον καφέ, το γάλα και τις ξανθές φρυγανιές από τα καρβέλια το ζυμωτό ψωμί.  Ζύμωναν με τη μάνα της δυο φορές την εβδομάδα και κράταγαν το ψωμί τυλιγμένο σε καθαρό τραπεζομάντηλο στο πιο στεγνό μέρος του σπιτιού, που ήταν η μικρή κάμαρα που περίσσευε και την είχαν για ξενώνα.  Σε λίγο το σπίτι άδειαζε από τους άντρες, μια κι όλοι είχαν τις δουλειές τους.  Τότε η Μυρτώ γύριζε βιαστική στον πάγκο της, που ήταν μέρος του αργαλειού της κι άρχιζε το τάκα-τούκου!.. Συχνά τραγούδαγε γλεντώντας τη δουλειά της, παρά τη γενική γνώμη ότι ο αργαλειός ήταν σκλαβιά.

 

Η Μαρίνα με χαρά

τις κλωστές από το βιος της

τις περνάει βιαστικά

μέσα από τον αργαλειό της.

 

Τάκα-τούκου ο αργαλειός της

ώσπου νά ‘ρθει ο καλός της

τάκα-τούκου στην αυλή της

ώσπου νά ‘ρθει το πουλί της.

 

Οι θειάδες του χωριού, εκτιμούσαν την τέχνη της υφάντρας Μυρτώς.   Για τα προσόψια, τα μαλλινοσέντονα και τους τσεβρέδες, έτρεχαν στη Μυρτώ, γιατί η γελαστή και πρόθυμη υφάντρα δεν ήξερε να λέει όχι.  Δεν της άρεσε να χαλάει χατίρια. Έλεγε τη γνώμη της όταν της τη ζήταγαν βέβαια, αλλά ποτέ δεν επέμενε, γιατί ήξερε πως τα γούστα των ανθρώπων διέφεραν.  Ήξερε ακόμη τι να συσταίνει στην κάθε μια από τις πελάτισσές της και τι άρμοζε στην κάθε περίπτωση.   Σίγουρα ήξερε τι έκανε, αφού είχε κατορθώσει να μάσσει γύρω της τις πιο πολλές και τις πιο εκλεκτές πελάτισσες. Η σκλαβιά του αργαλειού δε τη φόβιζε τη Μυρτώ. Δούλευε με πάθος και τραγούδαγε τα τραγούδια του λαού της, που γέμιζαν το στήθος της με υπερηφάνεια.  Αυτή η νεαρή γυναίκα ένιωθε περισσότερο κι από τις γερόντισσες την αξία της παράδοσης στο χωριό της και τη διατήρησή της.  Ήταν γεννημένη για να την προωθήσει, με μόνο όπλο την αγάπη της για τον αργαλειό της.

 

Σιγά-σιγά η φήμη της σπουδαίας χειροτεχνίας της έφτασε και ξεπέρασε τα σύνορα της περιοχής τους.  Από άλλα μέρη τριγύρω άρχισαν να έρχονται για να θαυμάσουν και να παραγγείλουν τα μάλλινά τους οι κυρές και οι νιες. Η Μυρτώ δούλευε πολύ σκληρά τώρα.  Οι δικοί της άρχισαν να τη βοηθούν περισσότερο και η μοναδική της αδερφή, που ήταν μικρότερή της, έπρεπε τώρα να τη βοηθά.   Δεν ήταν καθόλου άσχημα.  Η Μυρτώ μαζί με τη φήμη της, άρχισε ν’ αποκτά και περισσότερα χρήματα. Κάποια στιγμή μάλιστα η διευθύντρια του δημοτικού σχολείου τους, η κυρία Ηλέκτρα, που την ήξερε από παιδούλα, της σύστησε να λάβει μέρος με τα χειροτεχνήματά της σε κάποια έκθεση, που γίνονταν ετήσια.  Τη βοήθησε με τις συμβουλές της και η Μυρτώ συμμετείχε τελικά μ’ ένα ζευγάρι υφαντές κουρτίνες που ήταν απαράμιλλες για το ύφασμά τους, αλλά και τ’ όμορφο κέντημά τους.

Η Μυρτώ σα σε θαύμα κέρδισε επαίνους και βραβείο, και κλήθηκε σε άλλη έκθεση αυτή τη φορά από τους κριτές της πρώτης.  Είχε αρχίσει να συγκεντρώνει την προσοχή εκείνων που αγαπούσαν την υφαντική αλλά και γενικά την παραδοσιακή χειροτεχνία.

Ένα πρωί λοιπόν εντελώς απροσδόκητα την επισκέφτηκε η διευθύντρια του σχολείου τους, η κυρία Ηλέκτρα, συνοδευόμενη από έναν κύριο και μία κυρία που ήταν άγνωστοι στη Μυρτώ. Ήταν ξένοι.

-Μυρτώ να σου συστήσω την κυρία Κλάρα Σπύρου και τον κύριο Μίμη Αριστειάδη. Ήρθαν για να σε γνωρίσουν από κοντά και να δούνε περισσότερα δείγματα από την εργασία σου.

-Μετά χαράς κυρία Ηλέκτρα μου, μετά χαράς, είπε η Μυρτώ και  τους οδήγησε στη σάλα όπου είχε στημένο το όργανο της καλλιτεχνίας της, τον αργαλειό της.

Οι ξένοι κύτταξαν με πολύ θαυμασμό αυτόν τον μικροφτιαγμένο αργαλειό, που μόλις χωρούσε μέσα την κόρη και που στα χέρια της λες και αποκτούσε μαγική δύναμη και γίνονταν η ίδια η Μυρτώ, αφού αυτή τον κατηύθυνε και τον έκανε όργανό της.  Η Μυρτώ τους έδειξε ένα γύρω στη σάλα τις διάφορες παραγγελίες, άλλες διπλωμένες κι άλλες κρεμασμένες.  Είχε κι άλλα υφαντά που διπλωμένα περίμεναν κάποιους πελάτες να τ’ αγαπήσουν και να τ’ αγοράσουν.

-Αυτές τις κουρτίνες τις έφτιαξες μόνη σου Μυρτώ; ρώτησε η κυρία Κλάρα, κυττώντας τες και χαϊδεύοντάς τες με την παλάμη της για να νιώσει το ύφασμά τους.

-Ναι κυρία Κλάρα, σας αρέσουν; ρώτησε η Μυρτώ με την χαρακτηριστική απλότητά της.

-Μου αρέσουν πάρα πολύ Μυρτώ. Έχουμε δει παλαιότερα δείγματα της χειροτεχνίας σου  σε κάποιες εκθέσεις. Ο λόγος λοιπόν που είμαστε εδώ είναι, γιατί αποφασίσαμε να σε γνωρίσουμε και προσωπικά, αλλά επίσης για να σου προτείνουμε, να μας επιτρέψεις να επιδείξουμε την δεξιοτεχνία σου, πιο πέρα από τα σύνορα της χώρας μας. Δηλαδή σε κάποιες διεθνείς λαογραφικές  εκθέσεις.  Είμαστε βέβαιοι ότι η τέχνη σου θα τιμήσει την πατρίδα μας.  Δουλειά μας  είναι να κυνηγούμε ταλέντα σαν το δικό σου για την προώθηση της κουλτούρας μας και την αναγνώριση της χειροτεχνίας σαν τη δική σου, σε υψηλή καλλιτεχνική έκφραση.  Τι λες για όλα αυτά; ρώτησε η κυρία Κλάρα.

Η Μυρτώ χαμογέλασε με ευχαρίστηση και είπε:

-Σας ευχαριστώ για την τιμή αυτή.  Θέλω να πω ότι μου αρέσει πολύ η πρότασή σας, γιατί αυτό ήταν πάντα το όνειρό μου:  δηλαδή η προώθηση της εγχώριας τέχνης και η αναγνώρισή της από  ανθρώπους σαν κι εσάς, που να γνωρίζουν πώς να αξιολογούν τα γνήσια παραδοσιακά, τα λαϊκά προϊόντα του τόπου μας. Εγώ, γι’ αυτό προσκολλήθηκα στον αργαλειό μου, για να γίνω δηλαδή όσο μπορούσα καλύτερη, με την ελπίδα πως μια μέρα, κάποιος θ’ αγαπήσει και θα τιμήσει τα υφαντά μου, που είναι φτιαγμένα με πολύ αγάπη και πολύ μεράκι.  Κι όταν πια περάσει κι εμένα ο καιρός μου, να διδάξω την τέχνη μου και να φυτέψω την ίδια αγάπη και το ίδιο μεράκι και ίσως σε  μεγαλύτερο βαθμό,  σε κάποιες νέες του χωριού μου κι ακόμη παραπέρα. Μεγάλη είναι η φιλοδοξία μου, θα σκεφτείτε.  Εγώ όμως το ελπίζω.

-Χαίρομαι  κι εγώ ιδιαίτερα Μυρτώ που σκέφτεσαι με τον τρόπο αυτό. Είμαι βέβαιος ότι όπως εκτιμούμε εμείς την εργασία σου και οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο. Και όταν εσύ πετύχεις να αναγνωριστεί η χειροτεχνία σου, σίγουρα το όνειρό σου να διδάξεις την τέχνη της ύφανσης σε άλλους,  δε θα είναι καθόλου δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Μακάρι να είχαμε κι άλλους καλλιτέχνες σαν κι εσένα, που να τιμούν τη λαϊκή μας κληρονομιά και να την προωθούν σε υψηλότερα επίπεδα, αντί να στεναχωριούνται ότι μπορεί να σβήσει.  Μπράβο σου λοιπόν που έχεις αυτή την ιδεολογία και μπράβο στην οικογένειά σου, που κατανοώντας το έργο σου σε βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση, είπε ο κύριος Αριστειάδης, εννοώντας κάθε λέξη του, όπως φανέρωνε το σοβαρό του ύφος.

 

Τα μέλη της οικογενείας έμαθαν τα καλά νέα το απόγευμα, όταν όλοι πια είχαν μαζευτεί γύρω από το τραπέζι του δείπνου.  Η Μυρτώ που ήταν σεβαστή προσωπικότητα και μεταξύ των μελών της οικογενείας, είπε με σοβαρότητα:

-Σεβαστοί μου παππού, πατέρα και αδερφοί μου, έχω να σα γνωστοποιήσω κάτι πολύ σπουδαίο.

Η Μυρτώ εξιστόρησε τα καθέκαστα με τον κύριο Αριστειάδη και την κυρία Σπύρου.  Ο παππούς χτύπησε με χαρά παλαμάκια και ο πατέρας της πολύ ήσυχα είπε:

-Κόρη μου, τόσα χρόνια απόδειξες την αξία σου μέσα στο σπίτι μας και σ’ όλη την μικρή μας κοινωνία κι ακόμη πιο πέρα.  Πάντα το λέμε ότι έχεις ικανότητες και θάρρος  κι αυτά θα σε πάνε μακριά.  Η Υφαντουργική είναι ένα αξιοπρεπέστατο, παραδοσιακό, γυναικείο επάγγελμα, αλλά εσύ κόρη μου τό ‘καμες αληθινή τέχνη.   Φέρε Κούλα μου  το κρασί το καλό να πιούμε στην επιτυχία της Μυρτώς μας.

Όλοι ήπιαν στην υγειά της και της ευχήθηκαν και σ’ ανώτερα και ο παππούς ο Γάκης είπε:

-Ναι, Μυρτώ μου… Κι εγώ συμφωνώ με τον κύρη σου και θαρρώ πως αυτοί οι κύργιοι που επισκέφτηκαν το φτωχικό μας, ξέρουν τι κάνουν.  Δε θά ‘ρχονταν ‘δω ‘πάνου για τα μαύρα τα μάτγια!  Με τα ταλέντα πού ‘χεις κόρη μου, ποιος μπορεί πια να σε ορίσει! Θέλεις να δουλέψεις εδώ και να σου μεγαλώσουμε το εργαστήρι σου, θέλεις άλλα θηλυκά να σε βοηθούν και να φκιάχνεις και το χωριό μας περίφημο, θέλεις να πας στην πολιτεία; Ότι θέλει η ψυχούλα σου.  Να μ’ αξιώσει ο Κύργιος να σε καμαρώσω και στη γκαζέτα!

Η Μυρτώ χαμογέλασε κι ευχαρίστησε το σοφό παππούλη της.

-Την υγειά σου νά ‘χεις παππού μου!  Είσαι σοφός και σ’ αγαπάω γιατί πάντα με υπολόγιζες και με τιμούσες. Αλλά με τέτοιους γονιούς, με έναν σπουδαίο παππού, με τίμια παλληκάρια σαν τ’ αδέρφια μου και μια αδερφή που δε μου κακιώνει ποτές, πώς να φύγω;  Υπάρχει καλύτερο μέρος από τούτο για να εμπνέουμαι και να δημιουργώ;  Ίσως θα πρέπει κάπου-κάπου να παραβρίσκουμαι σε κάποια έκθεση -αν με καλούνε βέβαια- αλλιώς καλά είμαι εδώ.  Και θέλω να σας πω και κάτι ακόμη, που αποφάσισα να κάνω.  Θέλω να πάρω μαθήματα στο γυμνάσιο, κι ας είμαι μεγάλη.  Θα με βοηθήσει η κυρία Ηλέκτρα.  Μου το είπε.  Θέλω να μάθω λίγα περισσότερα για την τέχνη μου και κάτι παραπάνω για τον κόσμο εκεί έξω.   Ξέρω ότι μπορώ.  Και ξέρω ακόμη πως αυτή η μόρφωση θα με βοηθήσει να μάθω ακόμη περισσότερα για τον εαυτό μου, σε σχέση πάντα  με την τέχνη μου.

Όλοι χάρηκαν με τις αποφάσεις της Μυρτώς.  Σίγουρα ετούτη η κόρη είχε μυαλό. Η Μυρτώ ακολούθησε το δρόμο που είχε χαράξει με την προκοπή της.  Τ’ αδέρφια της μεγάλωσαν την κάμαρα όπου εργάζονταν τον αργαλειό της.  Στήσανε κι άλλους δυο αργαλειούς, και πήραν κορίτσια για να τα μαθαίνει η Μυρτώ αλλά και για να δουλεύουν στα απλά υφαντά που παράγγελναν οι εντόπιοι για προίκες ή για τα στρωσίδια τους.  Τα έργα της Μυρτώς στόλισαν έναν άλλον καινούργιο χώρο, που χρησίμευσε σαν χώρος εκθεμάτων από τα χέρια της.  Στα παράθυρα κρεμάστηκαν τα περίφημα ντελικάτα υφαντά της και στα πατώματα οι παχιές βελέντζες της.   Κάποια παραστατικά κομμάτια με σκηνές από την πανίδα και το φυτόκοσμο, στόλισαν τα τοιχώματα.  Σ’ έναν από τους τοίχους κρεμάστηκαν κάποια βραβεία της Μυρτώς ενώ άλλα ήταν αραδιασμένα πάνω σ’ εταζέρες και τραπεζάκια.  Τα χειράμια της καλύπτανε τους παραδοσιακούς σοφάδες, ενώ οι τσεβρέδες της στόλιζαν τα τραπέζια και τον αγκώνα του τζακιού.

 

Η “Υφάντρα η Μυρτώ” εξελίχτηκε τελικά σε μια “διδασκάλισσα της υφαντουργίας”, που συχνά την καλούσαν να επιδείξει την υψηλή τέχνη της και έξω από την πατρίδα της.  Οι μαθήτριές της μετέφεραν τη φήμη της, εκείνης της  καλής δασκάλας τους, όπου κι αν δούλευαν.  Τελικά το σπιτικό της απέχτησε και μερικούς ξενώνες για τις μαθήτριές της.  Τα εκθέματα τώρα προέρχονταν από την ίδια, αλλά κυρίως από τις άξιες, σαν κι αυτή, μαθήτριές της.  Το σπίτι της κατέληξε να εξελιχτεί σε ένα είδος χώρου έκθεσης της υφαντουργικής και μπήκε και στους χάρτες τουρισμού σαν  αξιόλογος τόπος επίσκεψης.

……………………………………………………………………………..

[1]Η σαΐτα ήταν ένα ξύλινο περίγραμμα περίπου σε σχήμα ψαριού -χωρίς την ουρά- που τις δύο πλευρές  του, στη μέση εκεί όπου εξογκώνονταν, τις ένωνε ένα σύρμα. Αυτό έφερε απάνω του τυλιγμένο το νήμα που ξετυλίγονταν καθώς περνούσε ανάμεσα στο στημόνι, μεταφέροντάς το από τη μια μεριά στην άλλη.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...