Εξομολόγηση ενός ποιητή

Γ’. ΙΙ.5. Εξομολόγηση ενός ποιητή

(Η Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Έλλη (Elles), εξομολογείται για κάποιες από τις εμπειρίες της και τις από ετούτες, παρορμήσεις της…)

Α’ Εισαγωγή στην ποιητική συλλογή, Μοίρα μου Αρμούρισσα

Μοίρα μου Αρμούρισσα

Στον έβενο…

Στον έβενο της κόμης σου,

πλέξε τα νούφαρα γαλάζια,

στο στήθος σταύρωσε

χαρούμενες κορδέλες,

βάψε τα μάτια σου

στο χρώμα της ελπίδας

κι ύστερα φόρεσε

κηλίδα από κινά…

Σημάδια όλα, αντάξια!

Σαν ψάξει

να σε βρει ο άνεμος,

χιμώντας μανιασμένος

στον ξάστερο ουρανό,

τρέχα στο μπλόκο

του λαβύρινθου,

σκεπάσου

τη χλαμύδα της σιωπής

κι ακούρμα!..

Σαν κουραστεί

κι ο ύπνος

τον προδώσει,

βιάσου

στο Άστρο της Ανατολής,

που καρτεράει

ακέραιο

να συλλάβει

αξίας τα σήματα.

 

Στάσου μακριά

απ’ το δάσος

του κακού,

το σταυροδρόμι

οπού τα μίση

διαξιφίζονται,

κι από της τρέλας

την αδηφάγα δίνη,

που αφανίζει.

Ο ποιητικός τομίσκος Μοίρα μου Αρμούρισσα, οφείλει τον τίτλο του στον τόπο καταγωγής της γιαγιάς μου Σουλτάνας Ιωαννίδη-Μπαϊράμογλου από την πλευρά της μητέρας μου και είναι αφιερωμένος στη μνήμη της. Στην αφιέρωση, η «Γλυκιά Αρμούρισσα»,  είναι αυτή, καθαυτή η γιαγιά μου ([1]).

Η γιαγιά μου, λοιπόν ήταν Ελληνίδα Μικρασιάτισσα από το Αμόριο, μία μικρή παραθαλάσσια πόλη απέναντι από την Κύπρο, που πολύ πιθανόν στην περίοδο του Βυζαντίου, να αποκαλείται Αρμόριο[2] και να είναι Βυζαντινό φυλάκιο των ‘άκρων’[3] του για την προστασία των πληθυσμών και την ακεραιότητα των εδαφών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι γνωστόν ότι καθώς τα σύνορα  του εκτεταμένου Βυζαντίου  βάλλονταν  παντού  από  επιδρομές κουρσάρων και πειρατών, αλλά και αλλοεθνείς, στηριζόταν στα ακριτικά φυλάκια που κάποτε εξελίσσονταν σε καλά οργανωμένα στρατιωτικά κέντρα.

Η οικογένεια[4] της γιαγιάς μου, έτυχε να είναι από τις ευκατάστατες οικογένειες, της περιοχής.  Ήταν μόνο δεκατεσσάρων ετών, όταν ο ιερέας του Αμορίου, την πρότεινε σα σύζυγο στον εισαγγελέα του Τουρκικού Δικαίου της περιοχής: Ηλία Μπαϊράμογλου, Έλληνα Κωνσταντινοπολίτη, που μόλις είχε καταφτάσει εκεί, για να υπηρετήσει. Ο μοναδικός αδερφός του παππού Ηλία, ο ‘θείος’ Ιπποκράτης Μπαϊράμογλου, είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, στο Μαρούσι, πολύ πριν το 1922 και ασχολείτο με το εμπόριο ελαιόλαδου[5]. Οι παρακλήσεις του Θείου Ιπποκράτη  προς τον παππού Ηλία, να αφήσει το Αμόριο και να έρθει στην Αθήνα με τη νεαρή οικογένειά του, ενόψει των οξυμμένων σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας, δεν εισακούστηκαν δυστυχώς. Η εμπιστοσύνη του παππού Ηλία στο αξίωμά του και το φαινομενικά δυνατό κοινωνικό του Status, τον είχαν πείσει ότι η οικογένειά του και του πεθερού του, ήταν ασφαλείς υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες.

Με την Μικρασιατική λοιπόν καταστροφή η οικογένεια της γιαγιάς μου, βρέθηκε «απ’ τα ψηλά στα χαμηλά κι από τα πολλά στα λίγα!», και επιπλέον γνώρισε μία άδικη συμπεριφορά από το ελληνικό περιβάλλον της Κύπρου, όπου αρχικά μεταφέρθηκαν και έμειναν κάποια χρόνια (δύο ήτρία), και αργότερα από τους Ελλαδίτες, όπως έλεγε συχνά με μεγάλη πίκρα. Στην Κύπρο η πολύπαθη γιαγιά μου, σχεδόν αμέσως, έχασε πρώτα τον πατέρα της Λοΐζο Ιωαννίδη, που είχε αρρωστήσει στο μεταξύ από τη δυστυχία της εκδίωξης και των κακοπαθειών τους και λίγο αργότερα και ενόσω ήταν έγκυος στο τελευταίο της παιδί, έχασε και τον άντρα της Ηλία Μπαΐράμογλου. Ήταν μόνο τριανταπέντε χρόνων όταν τελικά κατέφθασε στην Ελλάδα, με πέντε μικρά παιδιά, την μητέρα της, δύο νεαρές αδερφές της και δύο αδερφούς, όλοι νεότεροι της γιαγιάς μου.

Οι Έλληνες της Μ. Ασίας αν και δεν έφταιγαν καθόλου για εκείνα που υπέφεραν, ερχόμενοι στην Ελλάδα γνώρισαν την ταπείνωση, την μομφή και τον κατατρεγμό, λες και ήθελαν να εκδιωχθούν από τον τόπο τους λες και από μόνοι τους ήθελαν να χάσουν τα πάντα, να αφήσουν πίσω τους τάφους των πατέρων τους, να ξεκληριστούν και έτσι γυμνοί πια από κάθε αξιοπρέπεια, ταπεινωμένοι και κατατρεγμένοι, να βρεθούν στην Ελλάδα που αν και Μητρόπολη των απανταχού Ελλήνων, δεν ήταν ο τόπος τους ή η γενέτειρά τους. Σα να μην έφταναν όλα αυτά τα χτυπήματα, γνώρισαν επιπλέον μία ασυγχώρητη διάκριση, μία ανεξήγητη μομφή από τους Ελλαδίτες, την οποία, αντιμετώπισα και η ίδια αν και είχα γεννηθεί πολύ αργότερα, στα Γιάννινα και μάλιστα από περιχωρήτες και όχι καθαυτού Γιαννιώτες, στο άκουσμα του επιθέτου μου: Ιωσηφίδου.

Ως εκ θαύματος η γιαγιά μου κατόρθωσε να επιβιώσει και το λέω αυτό, γιατί οι εμπειρίες και οι αντιξοότητες που ορθώθηκαν σε κάθε βήμα της ήταν τραγικές και οι καταστάσεις βιοπορισμού πανάθλιες. Όλοι κατανοούμε τους λόγους αυτής της κατάστασης στην πατρίδα μας την περίοδο της δεκαετίας του 1920.

Τελικά η γιαγιά μου κατόρθωσε να  μεγαλώσει τα παιδιά της και να δημιουργήσει μία θαυμαστή οικογενειακή εστία που διατηρήθηκε έτσι δυνατή και ζεστή, όσο εκείνη έζησε. Και μη φαντασθείτε ότι το επέβαλλαν οι καταστάσεις. Όχι.  Η γιαγιά μου, με την αγάπη της και την τρυφερότητά της, είχε κατορθώσει να κρατήσει ενωμένα τα μέλη της εκτεταμένης, με την πάροδο του χρόνου, οικογένειάς της.

Η γιαγιά Σουλτάνα, ήταν μία δυνατή και παράλληλα ευαίσθητη προσωπικότητα, που έχαιρε σεβασμού και εκτός της οικογένειάς της, στην εμπορική κοινωνία των Ιωαννίνων, καθώς τα παιδιά της και οι προκομμένοι γαμπροί της είχαν εξελιχθεί σε γνωστούς, γενναιόδωρους επιχειρηματίες, που δεν αρνιόνταν τη βοήθειά τους σε εκείνους που τη ζητούσαν και όχι μόνο τους εκπροσώπους του  επαγγελματικό τομέα, αλλά και τους ιδιώτες. Σαν τέτοια προσωπικότητα η γιαγιά μου, σημάδεψε άμεσα τη δική μου και θα πρέπει να ομολογήσω ότι η μνήμη της, εξακολουθεί να επηρεάζει τις σκέψεις μου και πολλές από τις πράξεις μου.

Έχοντας με τα παραπάνω μιλήσει για το πνεύμα που με διακατέχει, θα ήθελα στην συνέχεια να εκθέσω κάποιες λιγοστές σκέψεις, στο αναμφίβολα μεγάλο κεφάλαιο της ποίησης και τους υπηρετούντες αυτήν.

Πολλά έχουν λεχθεί στο παρελθόν και εξακολουθούν να λέγονται, σε σχέση με τους λόγους  ή τις αιτίες που ωθούν  κάποιον να ασχολείται με τον ποιητικό λόγο.  Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο ποιητής γράφει για να καταλαγιάσει τις υπαρξιακές του αγωνίες…

Μύστης

Μύστης

και Μάγος

και Ηγήτορας

νά ‘τος επιτέλους…

Το πλήθος που ακολουθεί…

αλαφροΐσκιωτοι είναι

σαν αυτόν.

 

Οι άλλοι,

του μόχθου συνακόλουθοι,

γλύφουν τις πληγές τους

και βαλσαμώνουν την πίστη τους

για την αιωνιότητα!

Άλλοι θεωρούν ότι ο ποιητής με τις συνθέσεις του επιχειρεί την κατάλυση κάποιων μυστηρίων ή ίσως και να επιχειρεί την δημιουργία τους:

Είχε μαγέψει

Είχε μαγέψει

η σερενάτα του,

στην πανσέληνο.

………………………..

Τότε ήταν

που πίστεψε

ότι Μάγος ο ίδιος

είχε λύσει τα μάγια

της ανθρώπινης μοίρας του.

Ήταν λοιπόν έτοιμος

για το επόμενο:

ν’ ανοίξει

την πόρτα του ουρανού

και να ψάξει

για τον Αμέθυστο Μάγο

της αιώνιας χαράς!

Από τους ειδήμονες, άλλοι, αναφερόμενοι στην ποίηση και στους ποιητές, προχωρούν ακόμη περισσότερο και υποστηρίζουν ότι ο ποιητής, πέρα από το ταλέντο του και την παραγωγή του, είναι εκ φύσεως μία ιδιόρρυθμη παρουσία, που θέλει και επομένως επιδιώκει αυτή την διαφοροποίηση από το σύνολο.  Αναμφίβολα δεν είναι απλή υπόθεση το να ξεχωρίσει κανείς το ταλέντο από την επιτήδευση, τους αυθορμητισμούς, τις επιδιώξεις ή τους στόχους εκείνων που γράφουν στίχους, που γράφουν γενικά. Ωστόσο χαρακτηριστικό των ποιητών, των διανοουμένων εν γένει, είναι η απομόνωση, η συγκέντρωση, το περιπετειώδες ταξίδι ενδόμυχα των ανθρώπων ή η ανίχνευση της ουσίας των γεγονότων, που επιδρούν ενεργητικά επ’ αυτών, επηρεάζουν την προσωπικότητά τους και κατά συνέπεια τις πράξεις τους και το έργο τους.

Σήμερα, που περισσότερο από ποτέ η γραφή στίχων, ενεργεί ως μέσον της ανάγκης για διέξοδο εντός ενός κατεστημένου που οριοθετούν διαφορετικές συγκυρίες, επεξηγείται ή διερμηνεύεται συχνά με μέτρο την μόρφωση, την αντίληψη, τον ψυχισμό του ατόμου, ή άλλως σύμφωνα με τα  προσωπικά κριτήρια εκάστου.  Η ποίηση όμως ως προσωπική υπόθεση διαφέρει, καθώς μπορεί να υποκινήσει μεμονωμένα το ενδιαφέρον του αναγνώστη ή και καθόλου. Από την αρνητική αυτή θέση, δεν καλλιεργεί την διάθεση της διείσδυσης και της αποκωδικοποίησης, για την κατανόησή της. Αναμφίβολα αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του μελετητή, που εκ των πραγμάτων κάθε τι που αφορά το δημιουργό-αντικείμενο της μελέτης του,  αποβαίνει επιτακτικό μέλημα, μέρος δηλαδή αυτής της έρευνας, της μελέτης, της ανάλυσης και των συμπερασμάτων του.

Αν η ποίηση κριθεί παράγωγο αντίδρασης έναντι καταστάσεων που επιδρούν ανασταλτικά επί κοινωνικών συνόλων, πέρα από το γεγονός ότι μπορεί να θεωρηθεί επαναστατική ή ότι φέρει πολιτική χροιά οξύνει το ενδιαφέρον και τις αντιδράσεις των αναγνωστών που έτσι μπορεί να πάρουν πολλές και ποικίλες μορφές. Το ενδιαφέρον προς ένα τέτοιο προϊόν αναπτύσσεται με σχετική ταχύτητα και υιοθετεί ποικίλους τρόπους, κυρίως όμως γιατί συλλαμβάνει το γενικό παλμό και σαν τέτοιο γίνεται ταυτόσημο με τον ψυχισμό του αντιδρώντος. Σε καιρούς πολιτικής όξυνσης οι παρόμοιοι δημιουργοί καθώς κρίνονται υπαίτιοι «αθέμιτων» ενεργειών, αντιδραστικών συνόλων, είναι πιθανόν να υφίστανται  κυρώσεις, μεταξύ των οποίων την αποκήρυξη των ποιητικών έργων-πράξεών τους, την  καταδίωξή τους και ό,τι άλλο συνεπάγεται με αυτά.

Είναι γεγονός ότι σήμερα πολλοί αναγνώστες,  θεωρούν ότι η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος δεν ενδιαφέρει, ότι είναι παρερχόμενης εποχής και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητη. Στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να ειπωθεί ότι η ποίηση, ως λογοτεχνικό είδος, είναι βαρετή ή ανούσια.  Ίσως και να είναι έτσι για μερικούς. Ίσως ο έντεχνος λυρικός λόγος δεν συναρπάζει τα πλήθη όπως παλαιότερα. Όμως οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουν επίσης ότι ο ρομαντισμός που ευτυχώς εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τα νιάτα ή περιόδους της ζωής των νέων ανθρώπων και χωρίς αμφιβολία τους νέους στην καρδιά, ωθεί στην ανάγνωση της ποίησης ή και στην απόπειρα γραφής της.

Αξιοσημείωτο παραμένει το γεγονός ότι γύρω από το θέμα ποίηση-ποιητές, διατυπώνεται ένα ευρύ φάσμα  από γνώμες, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και εκείνες αυτών καθ’ εαυτών των ποιητών.  Δεν απολείπεται άλλωστε ο μεταξύ των ποιητών ανταγωνισμός, που όχι σπάνια παύει να είναι ευγενής άμυλα, και στην χειρότερη περίπτωση η ποίησή τους αποβαίνει εγχειρίδιο που στιλετίζει (π.χ. Παλαμάς – Καβάφης, Σικελιανός-Καζαντζάκης).

Ασφαλώς δε θα πρέπει να παραληφθεί εδώ και η ευχή: ο Θεός να φιλάει τους δημιουργούς από το μέγα αμάρτημα της μίμησης.

Απαράλλακτος σου

Ήθελα να καταλάβω.

Είπα λοιπόν,

πως φοράς ασπίδα

από μάλαμα,

κι εκείνος γέλασε.

 

Η δική του,

-από διαμάντι αληθινό-

δεν είχε ταίρι…

είπε.

 

Τον κύτταξα:

ήταν απαράλλακτός σου:

ένας ακόμη εγωιστής.

Πέρα λοιπόν από την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, η φωνή ενός γνήσιου ποιητή υψώνεται ως διαμαρτυρία εναντίον της όποιας καταδυναστεύσασας δύναμης και επομένως  εναντίον του πολέμου, που είναι παράγωγο του προηγούμενου κακού.

Θα μηνύσω

“Δεν είσαι μαζί μου…

Άρα είσαι εχθρός μου!

Θα μηνύσω λοιπόν

τα καθέκαστα,

όπως εγώ τα είδα,

όπως εγώ τα συνέλαβα

ή ακόμη

όπως εγώ τα έπλασα…

κι εσύ περίμενε.

Θα δεις,

τι σε περιμένει!”

 

Έτσι είπε.

Από αυτήν λοιπόν την οπτική γωνία,  ο ποιητής είναι μία μαχητική παρουσία που προασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και από εδώ απορρέουν οι λοιπές αποχρώσεις της καταδυνάστευσης του πλήθους: η υποστήριξη των εργαζομένων ή ο αγώνας για την καταστολή  της ένδειας, που κατά κοινή αντίληψη, ταλανίζει μεγίστη μερίδα  του πληθυσμού στον πλανήτη μας, και τώρα τον 21ο αι. όπως και πριν και επομένως πάντα.

Ζηλωτής είμαι

Καλή μου φιλενάδα,

μη μου θυμώνεις

που σου λέω δύο πράγματα.

Από αγάπη,

από έγνοια το κάνω!

Δεν είμαι πορθητής εγώ

γι αυτό και δε νικάω!

Δεν είμαι λαίμαργος

γι αυτό δεν αποκτάω…

 

Ζηλωτής είμαι

κι αγωνίζομαι

για την “υπό τον ήλιο…

περίφημη θέση,

αυτό που οι άλλοι

οι μπασμένοι στα πράγματα

ονομάζουν:

απαγορευμένο καρπό!

 

Καταλαβαίνεις λοιπόν

την έγνοια μου.

Πολλά και διάφορα μπορεί να ειπωθούν για το σκιτσάρισμα ενός γενικού πορτραίτου του ποιητή, γιατί ο κάθε ποιητής ξεχωριστά καταθέτει  την μεθ’ υπογραφής  προσωπική του σφραγίδα στα ποιήματά του, που ως σήμα κατατεθέν, τον συνοδεύει και τον διαφοροποιεί ανάμεσα στο πλήθος των συναδέλφων του. Οπωσδήποτε πέρα από τα κοινά ερωτήματα και τους προβληματισμούς που αίρει το παγκόσμιο κοινωνικό σκηνικό και τα οποία ο στρατευμένος ποιητής τα αντιμετωπίζει με όπλα τον νου του και την πένα του, έχει να ασχοληθεί και με τον προσωπικό αισθηματικό του κόσμο που επηρεάζει άμεσα το νου του και την πένα του και συμπράττει με αυτά.

Τελικά ως στιχουργός και ερευνήτρια η ίδια, παρόλο που δέχομαι ότι υπάρχουν πολλά και κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των ποιητών, θα ήθελα να τονίσω εδώ, ότι η δική μου αγωνία πηγάζει από την έγνοια μου για τα φαινόμενα που είδα, έζησα και ξεχώρισα  στο παρελθόν αφότου κατάλαβα την ζωή γύρω μου και μέχρι στιγμής. Εκείνα που σημάδεψαν την ψυχή μου και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο νου μου, εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα αν και δεν αφορούν απόλυτα την προσωπική μου ζωή αλλά κυρίως εκείνη των συνανθρώπων γύρω μου.

Ποιητή μου!

Αχ ποιητή μου!

Τραγουδιστή του Μερακιού

του Άγνωστου

του Νοητού

του Μύθου του Αιώνιου

που πλέκεις

και ξεπλέκεις

Υπόνοιες

και Μνήμες…

 

Πόσο κοντά σου

νιώθω!

Ανθρωπίνως λοιπόν, εκείνα  τα παρελθοντικά φαινόμενα, εξακολουθούν να συμπίπτουν με αυτά της τρέχουσας χρονικής περιόδου. Ίσως η κλίμακα των τωρινών να επιταχύνεται πάνω σε μία έντονη ανιούσα, καθώς πολλά έχουν αλλάξει στην εποχή μας και κυρίως οι τρόποι επικοινωνίας, ένα ανεκτίμητο αγαθό που σήμερα κέκτηνται οι απανταχού πολίτες του πλανήτη και μάλλον χωρίς βαρύ οικονομικό κόστος.  Τα άλλα αγαθά -και δη τα οικονομικά-, εξακολουθούν να μοιράζονται με χαώδη ανισότητα όχι μόνο μεταξύ των ανθρώπων ως ατόμων –που θα ήταν ίσως το λιγότερο- αλλά και μεταξύ των συνόλων λαών –και αυτό είναι το μάλιστα επικίνδυνο. Η ιστορία του παρελθόντος αποδεικνύει ακόμη μία φορά πως τα τωρινά φαινόμενα δεν είναι πρωτοποριακά, αλλά επαναλήψεις σε μία άλλη διάσταση, την τρέχουσα και οι επιπτώσεις τους, είναι οδυνηρότερες εκείνων του παρελθόντος. Η επιστήμη, που παρουσιάζεται ως θετικός παράγοντας σε πολλές πτυχές του βίου και της πολιτείας των ανθρώπων, έχει δυστυχώς εξελιχθεί σε άλλους τομείς, σε ανθρωποφάγο-λαοφάγο δεινόσαυρο.

Ευεργέτες

Σπάθα ζώστηκα αιώνια

και μπαρούτι σε αποθήκες

τίναξα.

Σκότωσα και σκοτώθηκα

κι έφτασα ως εδώ

για να ζωστώ βόμβες

και νάρκες,

τρελός, στης τρέλας

το επικίνδυνο παιχνίδι.

 

Μικρές πληγές

αν καταφέρνω εγώ ν’ ανοίγω,

βαρύγδουπα

πολεμικά παιχνίδια

χειρίζεσαι εσύ.

Και ξέρεις τόσα!

Ξεπέρασες τον Πέρση

τον Ρωμαίο

κι άλλους πολλούς

που περιττεύει

ν’ αναφέρω,

στη λίστα των ευεργετών

της οικουμένης!…

Είναι γεγονός, πως όπου δε χωρούν διακρίσεις υπεροχής στον υπέρτατο βαθμό, περνάμε στον ψυχρό πόλεμο… Επομένως καλά κρατάει η δύναμη και ας το πάρουμε επιτέλους απόφαση, ότι το δίκαιο είναι ένα μυθικό φρούτο, που μόνο στις ελπίδες μας ευδοκιμεί και πουθενά αλλού.

Δεν γνωρίζεις

Είσαι άπειρος… δε γνωρίζεις…

……………………………………………

Ζούμε στο άσυλο των τρελών,

στο τάσι των φαντασμάτων ζούμε

και η ανακύκλωση της ζωής

είναι νόμος της φύσης

και όχι παράγωγο πολιτισμού.

…………………………………………….

Τα υπαρκτά οριοθετούνται:

δεν υπάρχει τρόπος

ν’ αλλάξουν πορεία

ή να την επιμηκύνουν.

Γέννηση-Θάνατος,

Θάνατος-Γέννηση…

Φθορά-Ανανέωση,

Ανανέωση-Φθορά.

Η ύπαρξη

δεν είναι παράγωγο πολιτισμού…

………………………………………

Δεν αλλάζει η φορά των πραγμάτων:

η αριστοκρατία του πλούτου

κατηύθυνε…

κατευθύνει…

θα κατευθύνει…

Άρα… δεν είναι εφικτή

η απομάκρυνση ή η απομόνωση

της δημοκρατίας

από την κεφαλαιοκρατία.

Αν δεν την ενδυναμώνει…

Σίγουρα την  κατευθύνει.

……………………….

Οι πληροφοριοδότες,

οι νομικοί… οι πολιτικοί

-εκ των πραγμάτων-

επιδιώκουν την παντοδυναμία.

Δεν ξέρω γιατί οι τρελοί έποικοι

της δημοκρατίας

πιστεύουν στη δικαιοσύνη

-ούτως γαρ είθισται!-

Γιατί –ανοιχτομάτισσα-

έχει διαγράψει τη Θέμιδα

κι αδιάντροπα δικαιώνει

το δίκαιο του δυνατού.

Η δικαιοσύνη δεν είναι

ο ήλιος  της δημοκρατίας…

παρά ο προβολέας της δύναμης

και μάθε επιτέλους

να μην μπερδεύεσαι!

Το χρυσάφι

έκανε πάντα σωστά τη δουλειά του…

Ε! κάποτε γίνονται και λάθη

και τότε απονέμεται:

η «δίκαια… δικαιοσύνη».

………………………………

Δημοκρατία μας

κατάντησες Καρνάβαλος!

Οι αγγελιαφόροι των δεινών

-ταλέντα πουλημένα-

Πασχίζουν, ανασύρουνε

τ’ άδυτα εκ των αδύτων και

-Ω, δημοκρατική  ισχύς!-

μέλπουν και μέλπουν

«τ’ άσματα των ασμάτων!»

………………………………..

Πώς να ξεφύγεις τη φύση σου

άνθρωπε;

Αν δεν ήταν εκείνοι,

θά ‘σουν εσύ…

απαράλλαχτός τους…

έτσι λειτουργεί το τρελοκομείο…

Να ξεφύγεις βουλεύεσαι;

Ποιο δρόμο;

γιατί έτσι κι αλλιώς…

όλοι τους οδηγούν

με μαθηματική ακρίβεια εκεί…

…………………………………

Στην πολιτεία

κι αν ρημάζουν τα κτίρια,

καινούργια ζωντανεύουν,

αλαζονείας πύργοι αλαλιασμένοι

καινούργιες γέφυρες

ύπαρξης-απουσίας

κι εμείς περπατούμε

κυττώντας τα σύννεφα

ν’ αρμενίζουν απάνω μας

και ξέρουμε

για το χτες, για το σήμερα,

και μαντεύουμε για το αύριο…

Όλα προσπερνούν

σκιές μιας άλλης, παρουσίας,

της αληθινής,

της αντικειμενικής ανυπαρξίας…

Όλα αρχίζουν εδώ

όλα τελειώνουν εδώ!..

Θα πρέπει να εκμυστηρευτώ εδώ πως οι δικοί μου μύθοι έχουν ριζώσει στον τόπο, όπου γεννήθηκαν: στην Ελλάδα και στην γενέτειρά μου τα Γιάννινα:

Η Ταυτότητα

Στην πόλη που γεννήθηκα

οι πελαργοί χτίζουν

τη φωλιά τους

στις σβηστές καμινάδες.

Δεν οφείλεται στη φαντασία τους

ή στην ιδιοφυΐα τους!

Κάθονται στα ψηλά

γιατί… ο φόβος

τα φιλάει τα έρμα!

 

Η φωτιά που σβήνει

το καλοκαίρι,

το χειμώνα πυρώνει

το σώμα μας

και ζεσταίνει

την ψυχή μας!

 

Φουντώνει

την αγάπη μας

και πλουτίζει

τη φαντασία μας,

που γεννοβολά

ιστορίες… παραμύθια

που ανταμώνουν

το όνειρο,

πάνω από την ομίχλη

της λίμνης των μυστηρίων,

ή στα λευκοντυμένα πεύκα

που σιγοντάρουν

την κυρά μας

των Στεναγμών,

τις δριμύτατες μέρες

του χιονιού.

 

Τ’ ασημένια

τα επάργυρα

τα μπρούτζινα

τα χαλκώματα…

κι από κοντά

η τέχνη της επίδειξης…

 

Κάστανα γλυκά

στις παγωμένες γωνιές

της χειμωνιάτικης νύχτας,

καλαμπόκια

βασανισμένα στα κάρβουνα…

στις φουφούδες…

στα στέκια…

στις πλατείες!

 

Τα καφενεδάκια

της γητεύτρας τηλεόρασης,

όπου οι σύντροφοι

κουράζουν το μπεγλεράκι,

όταν το ούζο

κάνει τα μάτια

γυαλινόρες

και ξασπρίζει το νου…

 

Οι καφετερίες

των εύγευστων πειρασμών,

-ενόχων φορέων

μυρίων δεινών-

γεμίζουν από αστικισμό

και εκκεντρικότητα…

και τα εστιατόρια των νοστιμιών

επιμένουν

να βασανίζουν την πρασινομάτα

με την αδιακρισία τους.

Τα Γιάννινα τα άφησα στα εικοσιτεσσερά μου, κατέχοντας μία καλή μόρφωση και ακολουθώντας τον άνθρωπό μου, που τον γνώρισα τυχαία στις φοιτητικές διακοπές μου –στην διάρκεια των διακοπών μου της φοιτητικής εβδομάδας, στην Ηγουμενίτσα- και στις δικές του στην Ελλάδα.   Η μοίρα μου φύλαγε χαρές και λύπες και η ζωή εκεί που θαρρούσα πως δυνάμωνα, με αδυνάτιζε, με έριχνε στην απόγνωση και στην δυστυχία. Ο άνθρωπός μου παρών πάντα, ήταν ένας ακλόνητος βράχος, παρά τα χτυπήματα που του είχαν καταφέρει η ζωή και ο συνάνθρωπος.

Μη ρωτάς

Μη ρωτάς άλλα…

επειδή ενδιαφέρεσαι

-όπως λες!

 

Με υποβάλλεις

-αθώα δήθεν-

στη διαδικασία της εξομολόγησης,

με ξεγυμνώνεις μεθοδικά,

αγνοώντας το κόστος.

Ως εδώ, λοιπόν!

Τέρμα!

Είπα όσα έπρεπε να πω.

Δεν ξεπουλάω τα κρυφά μου,

δε γίνομαι υποχείριό σου!

Οι αντιλήψεις μου για την άνιση πορεία των ανθρώπων στην ζωή, πιστεύω ότι είναι  κοινές με εκείνες των συνανθρώπων μας. Όμως η πίστη μου στην δύναμη της αλήθειας, η ανάγκη μου να την υποθάλπω σα φυλαχτό, με βοήθησε να δω τα πράγματα όπως ήταν: ωμά, τραγικά, χωρίς πέπλα μεταμφίεσης, που και αυτά -όταν υπάρχουν- τρέφουν μάλλον την ψευδαίσθηση και τελικά υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη στον ίδιο μας τον εαυτό.

Στην άλλη όχθη λοιπόν

Πέρασα,

κι επιτέλους ακούμπησα

στην άλλη όχθη!

Και σ’ αντίκρισα

αδερφέ μου

να κρατάς το λαγούτο

στην αγκαλιά

και να ψέλνεις

τους καημένους

τους καημούς σου!

 

Αχ! Τι τα θες!

Είναι η πομπή του κάματου

μεγάλη…

Είναι η ζωή αγώνας,

παλικάρι,

κι εμείς,

οι τροβαδούροι του λαγούτου

τραβάμε ως την όχθη της,

για την τελεία ανάπαυση,

την τέλεια αργία!

Αχ, κι είναι κρίμα!

Οι μύθοι μου -που ωστόσο δεν είναι καθόλου μύθοι παρά σύνολο εντυπώσεων με βιογραφική υφή- αποτελούν την εξομολόγησή μου εκ των βαθέων.

Ψάχναμε!

Τραβάμε… λέω

και θυμάμαι

πώς περνώντας

τη λευκή κορδέλα

στα μαλλιά,

πιστεύαμε

στην αιωνιότητα.

 

Και της χαράς

το δαχτυλίδι

ή το βραχιόλι

της ανεμελιάς,

το ρίχναμε στην τύχη

το ψάχναμε στα άχυρα

και μεσ’ το κοκκινόχωμα,

γιατί μας τύφλωνε

η λάμψη της ζωής

και τό ‘φτιαχνε χρυσάφι!

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου -γύρω στα τέσσερά μου χρόνια- μέχρι τώρα, η λίμνη Παμβώτις, παραμένει η αγαπημένη μου νεράιδα.  Ταυτίστηκα μαζί της, με το κύμα της επέπλευσα στη ζωή και η τρικυμία της ταυτίστηκε με τη δική μου. Όπως τότε που όλα τα άτομα της οικογένειάς μου, ταξιδεύαμε είτε στην Ντραμπάτοβα, είτε στο νησάκι, με την θορυβώδη βενζινάκατο, έτσι και αυτή τη στιγμή που συντάσσω ετούτο το κείμενο, εκ του μακρόθεν –νοερά λοιπόν- ταξιδεύω στα γαλαζοπράσινα νερά της. Δεν υπάρχει όνειρο που να μη με τρέχει πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια.  Η σύγχυση επέρχεται ομαλά στον ύπνο μου: βρίσκομαι στα Γιάννινα, περπατώ στο καλντερίμι του Κάστρου, ύστερα κατεβαίνω από την μεγάλη πόρτα δίπλα στην ραχούλα, που βρίσκεται κοντά στους Αγίους Αναργύρους και νά ‘μαι στο Μώλο, για να πιάσω μία άφωνη κουβέντα  με τους φίλους μου, τα αιώνια πλατάνια, που τις ρίζες τους σε αλλοτινούς καλούς καιρούς, μούσκευε  η γλυκιά Παμβώτις. Εκεί, όπου άλλοτε υπόβοσκε ο καφενές της κυρά-Φροσύνης, ονειρεύομαι το «νησιώτικο» με τα διάφορα χρώματα και τους κατιφέδες τριγύρω να στολίζουν την τσιμεντένια πίστα της. Ναι, ο ποιητικός λόγος μου τρέφεται με την αλήθεια αλλοτινών μαρτυριών.

Κύματα

Κύματα…

αγριεύετε την απόσταση

κι αγκυλώνετε

επάνω μου

το άγχος της!

 

Με δέσατε

στο βράχο της υπομονής,

όπου ποδοπατούμαι

ανελέητα!

Με ταξιδέψατε

στα άδυτα

του κάτω κόσμου

και στην έρημο νησίδα,

κυρίαρχοι οι λωτοφάγοι

μακελεύουν

τους παρείσακτους,

εμένα, εμάς!

 

Στείλτε επιτέλους τον αϊτό!

Καθόλου δεν πειράζει

αν κατασπαράξει

τα μέσα μου!

Έτσι τουλάχιστον

θα δικαιώσει

την υπεροψία της φήμης

του αδικημένου!

Το φαινόμενο υφίσταται καθ’ υπερβολή!  Το γεγονός ότι ζω μόνιμα στην Αυστραλία, μου έχει δώσει άπειρα θέματα για σκέψη-σύσκεψη με τον εσωτερικό μου εαυτό και διατριβή. Πέρα όμως από αυτή την αποδοχή και την χρήση των εμπειριών μου για την δημιουργία θεατρικών ή άλλων πεζών κειμένων, οι μύθοι των στίχων μου, εξακολουθούν να αναβλύζουν από τη γενέτειρά μου και από τη λατρεμένη, γλινιάρα Παμβώτιδα.

Το τραγούδι σου

Η καντσονέτα σου

ευφρόσυνη στο έξαρμα

αντήχησε στη λεκάνη

της γαλαζοπράσινης

συντρόφισσας της Κυράς,

καταπραΰνοντας τα νερά

που είχε

ανταρτέψει

η οργή του βοριά.

 

Ξαφνικά η συμφωνία

των μετόχων

άλλαξε,

συνεχίστηκε σε αντάτζιο.

 

Το τραγούδι σου

ακούστηκε αγνό,

απαλλαγμένο

από την όποια υπόκρουση,

ασυνόδευτο

από τα συγχορδία

που πιστεύουν

στην παντοδυναμία

της παρουσίας τους

και εγγυούνται

με μαθηματική

ακρίβεια

την αρμονία…

 

Ο δικός σου άμβωνας

και το αμεθόδευτο

κήρυγμά σου

ήταν η αμβροσία!..

Η  χαρά ή ο πόνος ενσωματώνονται τις δικές της δίνες. Οι ελπίδες και τα απραγματοποίητα όνειρα,  μεταμορφώνονται σε συντρίμμια που τα παρασέρνει το χάος της σημερινής κοινωνίας, παρόμοια με εκείνα -τα έμψυχα ή άψυχα, τα άμοιρα στοιχειά- που καταποντίστηκαν στα βύθια της.

Άλογη τρικυμία

Πίσω μου… Κυττάζω…

Γύρω μου…

Άλογη τρικυμία

κυριαρχεί.

Συντρίμμια βυθισμένα

σε άμετρη πίκρα.

Έτσι… απύθμενη,

παραμένει

και η δική μου έγνοια…

………………………..

Ταιριάζω μ’ εσένα!..

Σε κυττάζω από κοντά

και πρασινίζεις!

Μου θυμώνεις

που ερευνώ

και που καλοκυττάζω.

Με πείσμα φυλάγεις

τα μύρια τα δεινά:

συντρίμμια

και κουφάρια στοιχειωμένα,

ωδίνες και απελπισιές,

καρδιάς,  τις άπειρες ρωγμές.

 

Ψυχές καταραμένες,

τα σπλάχνα σου μολύνουν

σαν αποζήτησαν

στο έλεός σου, καταφύγιο.

Να συγχωνέψουν

τη δική τους τη φουρτούνα

με τη δική σου…

ικέτεψαν!

Τις αγκάλιασες!

……………………………..

Η καρδιά μου

-τρικυμισμένη μια ζωή-

τη δική σου μοιάζει.

Συντρίμμια φορτωμένη

και ρωγμές που

αιμορραγούν.

Πονάω…

ανελέητα πονάω

σαν δεν υπάρχει γιατρειά,

και υπομένω…

γιατί επιβάλλεται!

………………………….

Άλλοτε όμως… με ξεγελάς

Νεράιδα μου!

Εκ του μακρόθεν

είσαι η χαρά Θεού:

γαλάζια, λαμπερή,

ξάστερη σαν τον ουρανό

που καθρεφτίζει το γυαλί σου.

 

Έχω μάθει κι εγώ να μεταμφιέζομαι…

Και μάλιστα πειστικά…

………………………………………………………..

Τελικά, δεν ξέρω ποιος μιμείται, ποιον!

Έτσι λοιπόν οι αγωνίες του παρελθόντος χέρι-χέρι με τις τρέχουσες, με ωθούν να ακροβατώ σε στίχους που αν και δονούνται από την ωμή ρευστή πραγματικότητα, εστιάζουν πάντα στα αγαπημένα παλιά λημέρια μιας πολιτείας που βρίσκεται, κοντά μου τόσο, όσο ποτέ, έστω και εκ του μακρόθεν.

Οι αγγελιαφόροι τα είπαν!

Από αυτούς φτερούγισε η τροφή

για τους πεινασμένους,

που απουσίαζαν

από το χώρο του μακελειού.

Η αλήθεια

πήρε πολλές μορφές…

και μόνο αλήθεια

δεν ήταν πια!

 

Βέβαια

κι αν είναι ένας ο Θεός

πολλοί ήταν οι προφήτες

που μακέλεψαν

την υπόστασή του!

Και οι άλλοι,

-οι αέναα επίκαιροι-

που μέσ’ στη δύναμή τους

πιστεύουν

πως γίνονται Θεοί,

αποφασίζουν

για τη μοίρα των πλασμάτων σου,

Θεέ.

Να! Έτσι παίζεται αιώνια

το βρώμικο παιχνίδι

και το κόστος αλόγιστο,

καθόλου δεν πονάει,

γιατί η μάζα περισσεύει.

 

Μα τι πειράζει

Κι αν χαθούν

χιλιάδες πεταλούδες;

 

“Αφού

ο Θεός μπορεί…

είναι αλήθεια πως Αυτός,

ο πάλαι  μεγαλοδύναμος,

ούτε που βλέπει πια

ούτε και που ακούει

γιατί όχι κι ο άνθρωπος!”

Η ίδια αναρωτήθηκα «γιατί μου συμβαίνει αυτό;» Δε μπορεί να είναι μόνο η νοσταλγία μιας ζωής, που νεανική και προστατευμένη καθώς ήταν, διέτριψε χρόνους, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα. Κατά βάθος πιστεύω ότι είναι ο μυστηριώδης, γεμάτος ιστορικά και λυρικά φαντάσματα, τόπος και η τολμηρή φαντασία μου.  Είναι τα βουνά που κρατάνε την πόλη και την λίμνη της καλά περιφραγμένα, λες και θέλουν να την προστατεύσουν από τα σύγχρονα οικουμενικά αναθεματίσματα.  Μόνη, εγώ και οι αιώνιοι στεναγμοί μιας υγρής θηλυκιάς, ξέρουμε το γιατί. Το DNA μου λες και ταυτίζεται με το δικό της. Είναι ότι η ίδια νιώθω   ότι μεταμορφώνομαι σε μία ρευστότητα μέσα στο χρόνο… καθώς η φύση μου, αποβαίνει ένα αέναο πλεύσιμο, μία αέναη προσπάθεια διάσωσης από την τρέλα που προκαλούν τα βαρυσήμαντα κύματα της άγριας ζωής του παρόντος. Και αυτή η ροή μου, αυτή η αέναη η αδελφοποιτός ροή,  προσφεύγει τελικά στην εξομολόγηση, στον εαυτό μου, στον συνάνθρωπό μου. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η ποίησή μου: μία ατέλειωτη ροή εξομολογήσεων των αγωνιών μου, εκείνων του παρελθόντος που  επουλώθηκαν ή μη, και των τρεχόντων, που φέρουν ατυχώς παρόμοια τύχη.

Δε θέλω να σε πικράνω

Δε θέλω να σε πικράνω…

με τη στιχομυθία όμως

δεν θα αποβείς

Μύστης,

Ηγήτωρ ή Μάντης!

 

Τα γεράκια πλήθυναν

και ο ουρανός χάθηκε

από τα μάτια μας.

Ένα γκρίζο σύννεφο

κρέμεται απάνωθέ μας

δυσοίωνο, απειλητικό

δυσανάγνωστο

όπως το χρώμα του.

 

Γράψε όμως

στους στίχους σου

αν θες,

πως ο ανθρώπινος πόνος

παραμένει αιώνιος,

πως ο θάνατος είναι

το τελευταίο καταφύγι,

και πως η λύτρωση είναι

το πιο όμορφο παραμύθι!

Η ζωή μας έχει γυμνάσει ως προς τις προσφορές της που είναι: άπειρες λύπες και ελάχιστες χαρές, στην τροχιά της από το σκοτάδι -στο φως -στο σκοτάδι, από τον ανήφορο -στη διέλευση- στον κατήφορο, αν θέλετε

Μίλα μου

Μίλα μου!

Στην απορία μου

γίνομαι αερικό

αυλός και δένω μουσική

και όχθη φιλόξενη

οπού καταλαγιάζει

ο μόχθος!

 

Μίλα μου λοιπόν!

Πες μου

πως είν’ αλήθεια η ζωή

και παραμύθι ο θάνατος.

Πως ομορφιά

δεν είναι το στολίδι,

παρά το άπιαστο πουλί,

κάποιας ψυχής τραγούδι

μια πεταλούδα

που επίμονα πετάει

κι όλο τη λάμψη

να φτάσει

προσπαθεί…

κι ας κινδυνεύει!

 

Φως!

Κι αν υπάρχει,

εμένα την ψυχή μου

την πληγώνει

την πονάει…

Πώς ν’ αγκαλιάσω

ένα θαύμα σαν κι αυτό,

πώς να πλατύνω

την καρδιά

να το χωρέσει άπλετο,

να γίνει ολοδική του!

Αν και η κορωνίδα της αλήθειας -από την πρώτη κιόλας στιγμή- έχει μαυρίσει από την λάσπη που οι περιστάσεις-καταστάσεις στον αιώνα, αέναα της ρίχνουν, παραμένει η «λατρευτή, η αγαπημένη, η έμπιστή μου…», το βραχιόλι μου, η υποστήριξή μου, το σωσίβιό μου, στην τρικυμία της αλλοπρόσαλλης ζωής. Και όμως έχω ακούσει τόσες φορές: η ζωή είναι απλή.  Μακάριοι εκείνοι που την εναγκαλίζονται με ετούτο το σκεπτικό, με ετούτη την αμαγάριστη από τη σπουδή και τις αγωνίες του καλλιεργημένου -κατά τα άλλα-νου… φιλοσοφία.  Την φιλοσοφία της ζωής που αμερόληπτα η πανάγαθη πλάση φύτεψε στον ανθρώπινο νου…

Σου γράφω

Καλή μου φιλενάδα,

σου γράφω

μία νέα μου απόφαση:

θα χωρίσω τη Μοίρα μου,

που -ανάποδη-

με κακομεταχειρίστηκε.

 

Ορκίστηκα

ν’ ακολουθήσω το αστέρι μου

που μου υπόσχεται

καλύτερες μέρες …

 

Και πάλι όμως αναρωτιέμαι

μήπως και κάνω λάθος!

Γιατί η φίλη μου η Νεράιδα

μου μήνυσε

ότι τα φύκια στο συνέδριό τους

κήρυξαν

μάταιες τις προσπάθειές μου…

Να ψάξω πρέπει αλλού,

τον αίτιο της συμφοράς μου

-είπαν!

Τελικά, επειδή πιστεύω ότι το συνονθύλευμα της εξομολόγησης – αλήθειας, εγκλείει μέσα της ατόφιο το στοιχείο της κάθαρσης, προσωπικά θεωρώ, ότι κάθε άλλο, παρά πεσιμισμό εμπεριέχει το ποιητικό έργο μου.  Το στοιχείο της ροής που σχετίζεται με τον υγρό κόσμο της λίμνης, απαλλάσσει από μόνο του, κάθε τι μη συμβιβάσιμο, με την κάθαρση καθαυτή.

Μια οργιά η λαχτάρα μας…

Η βάρκα μας πήρε.

Εμείς

ο βαρκάρης μας

ο αφρός στεφάνι του γαλανού

και ο ήλιος

ν’ αγναντεύει τυφλωμένος…

 

Μια οργιά η λαχτάρα μας

μια αγκαλιά η ελπίδα μας

και τα καλάμια δίπλα μας

να προστατεύουν

τα νούφαρα…

……………………

Άνοιξε κυρά μου!

Τόσον καιρό σου χτυπώ!

Την υδάτινη φλέβα πρόσεχε

που πάλλει στο σώμα σου!

Δε σκοπεύω

να βιάσω την είσοδο.

Έρχομαι μ’ ένα λαγήνι λάδι

αγιασμό να κάνω

και τρισάγιο να ρίξω

για σένα

και για τους άλλους

που απαρνήθηκαν την ξηραΐλα

κι αγκαλιαστήκαν μαζί σου

μήπως και ξεδιψάσουν!

Αν μη τι άλλο, θεωρώ ότι η ανακούφιση που γεννιέται από την αληθινή εξομολόγηση, με περιβάλλει παρόμοια όπως η φρεσκάδα του νερού, που έχει την μαγική ικανότητα να ξεπλένει το μιαρό κονιορτό της αδιαφορίας, της μισαλλοδοξίας και του κυνισμού.

Δε γνωρίζω

Δε γνωρίζω

γιατί επικρατεί το χάος!

 

Το πλατανόφυλλο μ’ έφερε

ως την όχθη

και η πεταλούδα με οδήγησε

στον άρχοντα των ψυχών.

 

Όμως, κι εκεί ακόμη υπήρχε

η πάλαι ακατανόμαστη

και χρονοβόρα διαδικασία

η έλλειψη σειράς και τάξης!

Όχι, δεν ήταν απλά

τα πράγματα.

 

Α! αιώνια θα μας ταλανίζει

η γραφειοκρατία!

Έτσι –λένε- δε γίνονται λάθη

στην κατάταξη των  κοινών ψυχών…

που αλήθεια είναι αμέτρητες!

 

Οι άλλες…

χαίρουν προνομίων

-όπως παντού και πάντοτε

άλλωστε!

Έχουν ιδιαίτερα διαμερίσματα,

γιατί ενόσω ζούσαν,

είχαν ήδη εξαγοράσει

θέσεις υψηλής διάκρισης…

Οι άγνωστες στο κοινό, ποιητικές μου συλλογές: Φύκια και Όστρακα, οι Ρωγμές και η πρόσφατη: Μοίρα μου Αρμούρισσα, εκπροσωπούν περισσότερο από ποτέ, το δέσιμό μου με τη γενέτειρά μου, το υγρό αεικίνητο στοιχείο -θάλασσα, λίμνη, ποτάμι- και την «ακριβή μου»: την αλήθεια.

Πλατανόφυλλο

Το πλατανόφυλλο

στο ρυάκι,

σανίδα σωτηρίας

ύπαρξης ανύπαρκτης,

αποβαίνει!

 

Αυτήν ψάχνω.

Βιάζομαι

να την αγκαλιάσω

να την κρατήσω

απάνω μου σφικτά!

“Μη φεύγεις!” ικετεύω.

“Θα μείνω…” λέει

“αν μου υποσχεθείς

πως όλα μου τα μυστικά

για πάντα θα φυλάξεις”.

 

Αχ, καλομοίρα μου,

το φως της αυγής

δεν πρέπει να τη δει,

να μην την κάψει,

να μην την ξεθωριάσει,

και μου την ρυτιδώσει!

 

Είναι παιδί δικό μου

θησαυρός ανεκτίμητος,

και όπως εγώ

παρόμοια κι εσύ

σα δικό σου γέννημα

σταύρωσέ το

και φύλαξέ το

βαθιά στην ψυχή σου,

όπως σου την ‘μπιστεύτηκα…

και να την κρατάς ζεστή

δίπλα στη δική σου…

είναι καλύτερα να έχει δύο,

αντί για έναν… φύλακα!

Έτσι καθαρή, παραμένει η σκέψη μου, που αγκαλιασμένη καθώς είναι με τα πατροπαράδοτα στοιχεία, με τις ολοζώντανες ευτυχισμένες μνήμες που κουβαλάει μέσα της, αυτά που σώζουν από την τρέλα και γιατρεύουν την νοσταλγία  με την παρουσία τους… Ηπειρώτισσα λοιπόν και δη Γιαννιώτισσα, μέρος Καστρινή και λίγο Κουρμανιώτισσα και με την γεύση της Ναπολέοντος Ζέρβα, που την κατάντησαν αξιοθρήνητη και που… ακόμη κι έτσι αγαπιέται…

Φιλησέ μου την…

Φίλησέ μου την την κακίστρω,

τη λατρεμένη τη νεράιδα

την Καστρινώτισσα

την Κουρμανιώτισσα

τη Γιαννιώτισσα…

για χάρη μου

τώρα που πας κοντά της

και μήνυσέ της

πως δε θ’ αργήσουμε

στ’ αντάμωμα

και στ’ αγκάλιασμα

το δροσερό, το καυτό

το μόνο αληθινό!                

Τέλος

[1] Τη γιαγιά  Δέσποινα -από την πλευρά του πατέρα μου- δεν τη γνώρισα, καθώς χάθηκε πολύ ενωρίς, όταν ο πατέρας μου ήταν μόνο δεκαεφτά χρονών.

[2] Πολύ πιθανόν από εδώ να προέρχεται το γνωστό ακριτικό τραγούδι του Αρμούρη, καθώς την περίοδο του Βυζαντίου, περιβάλλεται από τείχη και οχυρά για την ασφάλειά της. Το τοπωνύμιο Αμόριον, Αναμούρ (Anamur) είναι επίσης πιθανόν, να προήλθε από τον αρχαίο ελληνικό όρο Ἀνεμούριον (στα Λατινικά “Anemourion”) που σημαίνει, Ανεμόμυλος  (“windmill“).

[3] =συνόρων του.

[4]οικογένεια Αναστασίου Ιωαννίδη.

[5] Ακόμη και σήμερα ο μοναδικός γιος του θείου Ιπποκράτη, ο Γιώργος. Μπαϊράμογλου, πρώτος εξάδελφος της μητέρας μου, ζει στο ίδιο προάστιο.

2 thoughts on “Εξομολόγηση ενός ποιητή

  1. Συγκλονιστική η εξομολόγηση ενός ποιητή,και η αφιερωμένη συλλογή στην αγαπημένη σας γιαγιά
    “Μοίρα μου Αρμούρισσα”. Εκτός από το πλούσιο λεξιλόγιο σας,και τις ιστορικές γνώσεις σας μας προσφέρεται προς ανάγνωση την όμορφη ψυχή σας!

    Άννα Μονογυιού

    Ἄρεσε στοὺς 1 πρόσωπο

    1. Άννα μου, τι μπορώ να πω, πέρα από το ευχαριστώ για την υποστήριξή σου! Είμαι ευγνώμων σε σένα, τον Στέλιο και σε μερικούς ελάχιστους συνεργάτες μου στη Αυστραλία τους κυρίους: Νίκο Μωραίτη και Ιάκωβο Γαριβάλδη (Μελβούρνη) που πιστεύουν στην δουλειά μου και κομμάτια της τα παρουσιάζουν αντίστοιχα στα, Anagnostis- e magazine και Diasporic Literature Spot… Οπωσδήποτε έχω και την υποστήριξη δύο λογοτεχνικών γκρουπ (επίσης στην Μελβούρνη) που ειμαι μέλος τους και εκδίδουν τα περίφημα πλέον περιοδικά, Αντίποδες και Λόγος… Σε σχέση με την Διδακτορική μου Διατριβή έχω την υποστήριξη των καθηγητών μου και επίσης του Προέδρου, της Εταιρείας των Φίλων Του Ν. Καζαντζάκη… Δεν αναφέρω ονόματα…. Στα Γιάννινα πέρα από τα βιβλία μου στην Εταιρεία. Ία Ηπειρωτικών Μελετών

      Μοῦ ἀρέσει

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...