Συγκριτική μελέτη των έργων: 1. Ναυάγια, του Ανδρέα Καρκαβίτσα, 2. Το Μάτι του Θεού, της Λιλίκας Νάκου, 3. Ο Μπιντές, του Μάριου Χάκκα

Συγκριτική μελέτη των έργων: 1. Ναυάγια, του Ανδρέα Καρκαβίτσα, 2. Το Μάτι του Θεού, της Λιλίκας Νάκου, 3. Ο Μπιντές, του Μάριου Χάκκα

Πιπίνα  Δ. Έλλη (Elles)

Μελέτες, Γ’Τόμος

Εισαγωγή

Οι συγγραφείς Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λιλίκα Νάκου, Μάριος Χάκκας  και τα  μικρά τους  αριστουργήματα, αντιστοίχως: Ναυάγια, Το μάτι του Θεού, Ο μπιντές, ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και  γενιές και το θέμα το οποίο πραγματεύονται αντικατοπτρίζει την αμεσότητα του περιβάλλοντός τους. Κέντρο του ενδιαφέροντος και των τριών συγγραφέων είναι ο Έλλην-άνθρωπος, τα συναισθήματά του, οι ανάγκες του, οι αντιδράσεις του και οι απόψεις του, όπως εκφράζονται εντός των διαφορετικών, χρονικά, ιστορικά και κοινωνικά, πλαισίων, όπου ζει και ενεργεί ο συγγραφέας τους. Ενδιαφέρει λοιπόν τον μελετητή, ο τρόπος σύνθεσης των έργων, τουτέστιν η εκλογή του θέματος, η μορφολογική, γλωσσική και καλαισθητική έκφραση στην διατύπωση του κειμένου και πώς όλα ετούτα τα στοιχεία δένονται μεταξύ τους και αναδεικνύουν μέσα από το θέμα το οποίο πραγματεύεται ο συγγραφέας τους, τα μηνύματα που ετούτος ενδιαφέρεται να περάσει.

1.Ανδρέας Καρκαβίτσας[1], θέμα, είδος, περίοδος συγγραφής, στόχοι: Ως ιατρός στην Ελληνική Εταιρεία Ατμόπλοιων ο Α. Καρκαβίτσας έρχεται σε άμεση επαφή με τους ποικίλους προβληματισμούς, τους καημούς και τις χαρές των υπηρετούντων στα εμπορικά πλοία, που τα μέλη του κυριολεκτικά ζούνε και εργάζονται σ’ αυτά. Ο Α. Καρκαβίτσας  άνθρωπος με παρατηρητικότητα και ευαισθησία συμμερίζεται τα συναισθήματα ετούτων των ανθρώπων, αντιλαμβάνεται τις ανάγκες τους και θεωρεί ότι έχει  υποχρέωση να καταγράψει τις εντυπώσεις που αποκομίζει ζώντας δίπλα τους,  χρησιμοποιώντας το ευδόκιμο μέσον επικοινωνίας της εποχής του, τη λογοτεχνία. Όταν εργάζεται ως γιατρός στο στρατό, ταξιδεύει στις γεωργικές περιοχές της Ελλάδας  και έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει και να αξιολογήσει τα ήθη και τα έθιμα των συμπατριωτών του, της υπαίθρου[2]. Ως στρατιωτικός γιατρός στις γραμμές των μαχόμενων στρατιωτών στους Βαλκανικούς πολέμους, είναι αυτόπτης μάρτυρας  του πολέμου και των συνεπειών του[3].  Και όπως συμπαραστάθηκε τον κόσμο του ναυτικού, με τη λογοτεχνική του δημιουργικότητα, παρόμοια ανταποκρίνεται στην υπαρκτή ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας, των πόλεων κυρίως, για  πληροφόρηση, και το κάνει χρησιμοποιώντας τις προσωπικές του εμπειρίες, σε σχέση με την διαβίωση και επιβίωση στην ελληνική ύπαιθρο.  Δραματοποιώντας τη ζωή του κόσμου του ναυτικού, τον οποίο αποκαλεί ναυτόκοσμο,  και εκείνη των κατοίκων της υπαίθρου,  ο Α. Καρκαβίτσας  εξελίσσεται σε ηθογράφο και θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής ηθογραφίας.

Ο Καρκαβίτσας έζησε σε μία πολύ σημαντική εποχή για τα ελληνικά γράμματα, καθώς ετούτη χαρακτηρίζεται για την στροφή των Ελλήνων λογοτεχνών στον πεζό, ρεαλιστικό λόγο, παρόμοια όπως συνέβη με τον Κώστα Χατζόπουλο[4] (Ο πύργος του Ακροποτάμου, Αθήνα 1987), τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη[5] (Η φόνισσα, 1903), τον Γ. Βιζυηνό (περισσότερο νατουραλιστής, γράφει ποιήματα, διηγήματα για μεγάλους (Το αμάρτημα της μητρός μου 1883, Το μόνο της ζωής του ταξίδιον 1884, Ο Μοσκώβ-Σελήμ 1886), και για παιδιά, άρθρα και Μελέτες) τον Ιωάννη Κονδυλάκη[6] (Ο Πατούχας, 1892) και άλλους.  Η ηθογραφία υιοθετήθηκε επισήμως στην Ελλάδα το 1880, αν και αρχίζει ενωρίτερα με την προσφορά μικρών ιστοριών και διηγημάτων, από συγγραφείς παρόμοια όπως οι αναφερόμενοι παραπάνω. Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας προτίμησε το συγκεκριμένο είδος, διαβάζοντας τα έργα του Εμίλ Ζολά και των Ρώσων συγγραφέων  από μεταφράσεις στην ελληνική, επομένως χωρίς να έλθει σε άμεση επαφή με τους λογοτέχνες της Ευρώπης ή της Ρωσίας, από όπου κατέφθασε η τάση του ρεαλισμού στην Ελλάδα. Εύλογα λοιπόν η  δουλειά του Καρκαβίτσα έχει  διαφορετική υφή από την αντίστοιχη της Λ. Νάκου και του Μ. Χάκκα.

Χρήση αυστηρής δημοτικής γλώσσας και κοινωνικός ρεαλισμός: Ο Καρκαβίτσας χειρίζεται με εξαιρετική επιτυχία, την απλή και ταυτόχρονα αυστηρή δημοτική γλώσσα.  Το ταλέντο του ως προς τον χειρισμό  της είναι  ξεχωριστό, καθώς παρά  τη σοβαρότητα και την αυστηρότητα του ύφους του, αγγίζει τον αναγνώστη του, απορροφά την προσοχή και την συγκέντρωσή του, με τον ρεαλισμό του, τις  διαυγείς εικόνες, ή τις  απλές χαρακτηριστικές φράσεις και τον προωθεί να συμμετέχει στην ιστορία του.  Το διήγημά του Ναυάγια ανήκει στη συλλογή του Λόγια της Πλώρης, συλλογή που αγαπήθηκε από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό για πολλές δεκαετίες. Απώτερος σκοπός του είναι να  γνωστοποιήσει στους αναγνώστες του, στοιχεία της σκληρής, γεμάτης αγωνίας και λαχτάρες, ζωής των ναυτικών και των αγαπημένων προσώπων τους, με καθαρές  και ρεαλιστικές εικόνες.

Στο διήγημα του Α. Καρκαβίτσα, ξεχωρίζει  η περιγραφή της αγωνίας του θαλασσόλυκου Ξυρίχη[7], για τους ανθρώπους του και για την τύχη τους. Ο Καπετάν Ξυρίχης, που έχει προφανώς κάποια  οικονομική άνεση, «φιλεύει ανοιχτόκαρδος πέντε πούρα τον υπάλληλο». Με την περιγραφή του καπετάνιου Ξυρίχη που τρέφει δυνατή αγάπη για τα αδέλφια του, πικραίνεται και πονά στον θάνατό τους, θυμώνει και αγριεύει κατά της θάλασσας, αλλά τα παραμερίζει όλα, μπροστά στο καθήκον του, ο Α. Καρκαβίτσας υπογραμμίζει τον δυνατό και ταυτόχρονα συμπαθητικό χαρακτήρα του καπετάνιου ή όλων των καπεταναίων, τελικά. Ο ευαίσθητος Ξυρίχης, αφού ενταφιάζει τα αδέλφια του, παρά το γεγονός ότι έχει κίνητρα να μισεί τη θάλασσα, επιστρέφει σε αυτή ως να είναι καθαυτή, η μοίρα  του.

Ο Α. Καρκαβίτσας εμπλουτίζει τη διήγησή του με τη χρήση της ορολογίας του ναυτικού, όπως «μπάρκο», «σκαφίδι», πληροφορεί σχετικά με την κατασκευή των εμπορικών πλοίων και τις  περιοχές  όπου ταξιδεύουν, ονοματίζοντάς τες.  Τα δρομολόγια κατά πλειοψηφία αφορούν τον Πόντο, τη Μαύρη θάλασσα και τις ελληνικές θάλασσες (Μεσόγειο).  Αναφέρεται στην τεχνολογία των εμπορικών πλοίων, πληροφορεί για τα μέσα επικοινωνίας του κόσμου των ναυτών με τον κόσμο της στεριάς, κυρίως με τους συγγενείς τους, ή με τα άλλα σκάφη, με τον ασύρματο, που εν συντομία αποκαλείται «σύρμα». Λέει χαρακτηριστικά γι’ αυτόν: «… και κείνο σώριαζε με την ταρναριστή φωνή του ακατάπαυστα θλίψη!..» Ταυτόχρονα τους πληροφορεί την κατασκευή των εμπορικών πλοίων της εποχής του, κυρίως τους ασύρματους που διαθέτουν, και επιπλέον για την συναλλαγματική νομισματική μονάδα της εποχής.  Επιπλέον χρησιμοποιεί παρομοιώσεις, όπως, «Σαν δρόλοπας», «φωνή σα χάδι», «η ακρογιαλιά μοιάζει με νεκροταφείο», «σαν δοντροχτύπημα κρυωμένου» ή με μεταφορές: «φωτιά κυλούσε το δάκρυ» ή «φεύγουν τα σανίδια από τα πόδια του» και ξανά «κάθε βράχος και νεκροκρέβατο», «συγνεφωμένο μέτωπο», οξύνει την τραγικότητα της αφήγησης. Με όρους όπως «μετζίτι» (τουρκικό νόμισμα) πληροφορεί για τη μονάδα νομισματικής συνδιαλλαγής στην εποχή του.  Οι εικόνες του είναι ολοζώντανες και τα επίθετα που χρησιμοποιεί, απαλά, ή απλώς περιγράφουν ή διακοσμούν τη μικρή ιστορία: «ζαφειρένιο ουρανό», «η γη ανθοσπαρμένη», «σαρακωμένη σκάλα», «συγνεφωμένο μέτωπο».  Με τις λέξεις: «σωτρόπια», «καρίνες», «άρμενα», «ποδόσταμα», «σταύρωσες», ονομάζει τα διάφορα μέρη του σκάφους, γνωστοποιώντάς τα στον αναγνώστη του.

2.Λιλίκα Νάκου[8], είδος,  εποχή,  τόπος, στόχοι,  γλώσσα, ρεαλισμός: Μεταγενέστερη του Α. Καρκαβίτσα, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904, στο χάραμα του εικοστού αιώνα. Στην εποχή της έχουν αλλάξει οι συνθήκες της ζωής και οι νοοτροπίες των ανθρώπων.  Αν και έχουν περάσει πάνω από ογδόντα χρόνια από την επανάσταση του 1821, ακόμη υπάρχουν ελληνικές  περιοχές υπό την τουρκική κατοχή (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη ).  Και ενώ η Ελλάδα αγωνίζεται να απελευθερώσει από τον τουρκικό ζυγό  ετούτες τις ελληνικές περιοχές, ξεσπούν οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1913-1914), λαβαίνει χώρα η καταστροφή του Πόντου (1914-1917) και ακολουθεί η Μικρασιατική καταστροφή (1922).  Η Ελλάδα προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της ύστερα από τα αλλεπάλληλα απανωτά χτυπήματα, όταν κηρύσσεται ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος,  1940-1941.  Ακολουθεί ο εμφύλιος για να αποτελειώσει ότι μετά ακραιφνούς κόπου, είχε κρατηθεί όρθιο!

Η Λ. Νάκου ζει στην κοσμοπολίτικη Αθήνα η οποία καλώς εχόντων των πραγμάτων ή μη, δέχεται τις επιδράσεις και τις νοοτροπίες της Ευρώπης στο λογοτεχνικό, επιστημονικό και εν γένει κοινωνικό της πλαίσιο. Αν και απομακρύνεται από την Ελλάδα και ζει στην Ευρώπη για μεγάλο διάστημα, την δύστυχη περίοδο της Γερμανικής κατοχής  της,  βρίσκεται στην πόλη του φωτός, την Αθήνα. Το δημιούργημά της, Το Μάτι του Θεού,  προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Η Κόλαση των Παιδιών, που δημοσιεύτηκε στην Αίγυπτο το 1944.

Η Λ. Νάκου χειρίζεται το θέμα του έργου της με επιδεξιότητα. Πρόκειται για ουσιαστικά και ανθρώπινα, λεπτό ζήτημα: αφορά τη ζωή των παιδιών στην Αθήνα κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος).  Η αφήγησή της σε πρώτο πρόσωπο, έχει ως επίκεντρο την πληροφόρηση για τον τρόπο επιβίωσης των παιδιών, ένα θέμα διαχρονικό εφόσον και επί των ημερών μας εξακολουθεί να συμβαίνει σε πολλές γωνιές του πλανήτη.  Απευθύνεται λοιπόν στους ενηλίκους του κόσμου, της εποχής της και η ειλικρινής έγνοια της επεκτείνεται και πέρα από ετούτη, την  συγκεκριμένη περίοδο στην Ευρώπη. Εκφράζει τον θαυμασμό της για τα παιδιά, για τον αγώνα τους να κρατηθούν στη ζωή, χωρίς να έχουν τα βασικά, ένα κρεβάτι, ένα κομμάτι ψωμί. Στις καταθλιπτικές ετούτες περιόδους, τα παιδιά εκπλήσσουν, δίνουν μαθήματα αγωνιστικότητας και θάρρους στους ενηλίκους, αψηφώντας τους φόβους τους και κρύβοντας την ευαισθησία τους, πίσω από μία υποκριτική χυδαιότητα.

Η αφήγηση της Λ. Νάκου, στο έργο, Το Μάτι του Θεού,   είναι απλή, προσιτή και διακρίνεται για τη  διαύγεια των σκέψεών της. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί, διακρίνεται για τα  λυρικά στοιχεία της. Στις απλές περιγραφές της, χρησιμοποιεί ρήματα υφής: «μ’ αγαπάς»,  πειστικά κοσμητικά επίθετα της καθημερινότητας: «χαζός», «αλητόπαιδα», «σκελετωμένο», «βρώμικα», «μελανιασμένο», «μαβί», «κουρελήδες», παρομοιώσεις: «σαν μικρά ζούδια», «σαν μικρά αγρίμια»,  μεταφορές: «πάμε κοπάδι μαζί» ή τραγικές εικόνες όπως: «… κοιμόνταν συχνά μαζί με τα σκελετωμένα σκυλιά, που ψάχναν κι αυτά την τροφή τους μέσα στα σκουπίδια…»[9]  Με εικόνες και χαρακτηρισμούς, περιγράφει  την επαναστατική συμπεριφορά των παιδιών, την οποία κατανοεί, και από τη θέση της ευαίσθητης διανοούμενης, εξελίσσεται σε ψυχολόγο ερευνώντας και κατανοώντας το δράμα των παιδιών της Αθήνας, της συγκεκριμένης εποχής. Καταγράφει τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίζονται στην καθημερινότητα των παιδιών και από τη σκοπιά της εν εξελίξει, εκ των πραγμάτων, ψυχολόγου, δικαιολογεί τη δυστυχισμένη κοινωνία της πόλης που αδυνατεί να βοηθήσει  τα παιδιά της ή που τα αγνοεί.  Επιχειρεί να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη προς ετούτα τα αβοήθητα νεαρά πλάσματα, που οι αντιξοότητες, της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, τα καταδικάζουν να ζούνε μία υποτυπώδη μορφή ζωής. Λέει χαρακτηριστικά:  «…  ω, τι φοβερό πούναι το κρύο για τα πουλιά. Για τα παιδιά και όλα τα εγκαταλελειμμένα πλάσματα του θεού!»[10] Αναφέρει τα μεταξύ των παιδιών, ‘παρατσούκλια’: Χαζομάτης, Παρδαλός, Μαύρος, ως ένα παιγνίδι ανάμεσά τους, λες και δεν έχουν άλλα ονόματα αληθινά ή που τα έχουν διαγράψει ως περιττά.  Περιγράφει την αθλιότητά τους καταθέτοντας την έλλειψη  στέγης, ζέστης, ενδυμάτων, τροφής: «… είδα μαζεμένα τα παιδιά πάνω στη γρίλλια του Ηλεκτρικού που έβγαζε ζεστασιά…»[11] γράφει, περιγράφοντας τον τρόπο αντιμετώπισης της αδυσώπητης παγωνιάς του ελληνικού χειμώνα. Στο ζωτικό θέμα  του φαγητού, δίνει ένα χαρακτηριστικό διάλογο ανάμεσα στα παιδιά, για να υπογραμμίσει την πείνα τους, που θυμίζει την αθλιότητα και τη φτώχεια του John St. John, στο αριστούργημα του Victor Hugo, Les Miserambles: «… Ρε μάπα γιατί δεν παραμόνεψες χθες τον φούρναρη την ώρα, που ανοίγει την πόρτα να χωθείς ανάμεσα από τα σκέλια του ν’ αρπάξεις λίγο ψωμί;»[12]    Τονίζει την υπερβολικά αυστηρή συμπεριφορά των δασκάλων απέναντι στον  ‘Δεσπότη’, το πρόσωπο που ξεχωρίζει στην ομάδα των παιδιών, προφανώς εξαιτίας  ολικής  έλλειψης κατανόησης εκ μέρους των.  Ο μικρός (‘Δεσπότης’) διώχνεται από το σχολείο, γιατί παίρνει ένα τούβλο  για να ζεστάνει τα πόδια  της άρρωστης μητέρας του.  Η χειρονομία  του παιδιού που δηλώνει αγάπη και φροντίδα προς τη μητέρα του, συγκινεί τη συγγραφέα.  Από τη φράση του ‘Δεσπότη’ όταν αναφέρεται στο θάνατο της μητέρας  του και ‘στους βομβαρδισμούς’, διαπιστώνεται η χρονολογική τοποθέτηση του γεγονότος στην ιστορία.  Επαναλαμβάνει τη φαινομενική περιφρόνηση των παιδιών προς το σχολείο: « …  Δεν μας είπες πώς πήγαινες και του λόγου σου στο σχολείο… Άκου στο σχολείο!..»[13], που αποτελεί ένα από τα ζωτικά εφόδια για τα παιδιά.  Μόνο που ετούτα μπορεί μεν να το επιθυμούν, αλλά το συμπεριλαμβάνουν στις ζωτικές ελλείψεις της καθημερινότητάς τους, που εφόσον δεν μπορούν να τις έχουν, προσποιούνται ότι τους είναι περιττές, δηλώνοντας φραστικά την περιφρόνησή τους, κυρίως  ενώπιον αδαών.  Με τη χειρονομία του «Δεσπότη» τελικά για «το μάτι του Θεού», η Λ. Νάκου τονίζει την ευαισθησία του μικρού που σκέφτεται με συμπόνια τον παντοδύναμο Θεό και ξεχνώντας  τα δικά του βάσανα, προσπαθεί να τον βοηθήσει  να απαλλαγεί από  τα δικά του, ώστε να πάψει να κλαίει. Σκέψη, που συγκινεί βαθύτατα τον αναγνώστη, και που ενεργεί ως βάλσαμο στην τυραννία του παιδιού, που τελικά κοιμάται γαλήνιο μέσα στις λάσπες, πίσω από τις πόρτες, έστω κι αν κρυώνει, γεγονός ασύλληπτο, τελικά!

3.Ο Μάριος Χάκκας[14], τόπος χρόνος, πολιτικές πεποιθήσεις, απόψεις, γλώσσα, κοινωνικός ρεαλισμός: Ο Μ. Χάκκας ο οποίος αποδοκιμάζει τη σκληρή πάλη του ανθρώπου για τα περίσσια υλικά αγαθά και προτρέπει τον αναγνώστη του να φιλοσοφήσει την άποψή του, γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, και είναι γιος του Γεωργίου Χάκκα και της Σταυρούλας Καρατσαλή. Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννησή του εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην προσφυγική συνοικία της Καισαριανής των Αθηνών.  Προερχόμενος από εργατική τάξη, δίνει έμφαση στο ποσοστό της ελευθερίας και της ισότητας δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών, ανάλογα με τα πολιτικά τους φρονήματα. Ο ίδιος έχει ήδη απομακρυνθεί από την αγωνία του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, του εμφύλιου και μέρους της δικτατορίας του 1967-1974 (πέθανε λίγο πριν καταλυθεί ετούτη). Δηλώνει το κατηγορώ του για την κοινωνική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα και η οποία εξελίσσεται σε ασφυκτική, κατά την περίοδο της δικτατορίας του 1967-1974. Μελετά την μορφή πίεσης που ασκείται στον Έλληνα-άνθρωπο της εποχής του υπό τις επικρατούσες συνθήκες. Καταθέτει την άποψή του για τον συναγωνισμό των συμπατριωτών του ως προς τον εκμοντερνισμό και την ανάγκη της υλικής βελτίωσής του,  με κάθε θυσία.

Ο Μ. Χάκκας, με απλή δημοτική γράφει και θαρρείς και  αφηγείται στον απέναντί του. Πρόκειται τελικά για έναν αφηγητή, που αναφερόμενος στο παρελθόν και στη νεανική του ηλικία, νοσταλγεί την χωρίς ευθύνες, υποχρεώσεις ή σκληρή εργασία, εργένικη ζωή του.  Εμπαίζει τον αγώνα του, όλα τα χρόνια της συζυγικής του ζωής, που είχε ως αμοιβή, ένα σπίτι και προπάντων μία τουαλέτα, με ένα ‘μπιντέ’. Στην πρώτη ήδη παράγραφο δίνει μία απλή εικόνα για να προχωρήσει βαθύτερα στο θέμα του: «… μπιντές, παραμπιντέα, όλα απαστράπτοντα… σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι…»[15]

Ο Μπιντές, από την συνώνυμη  συλλογή του, ιστοριών, είναι ειρωνική-σατιρική αφήγηση που πραγματεύεται τη νοοτροπία του νεοέλληνα όπως τη συλλαμβάνει ο συγγραφέας του. Ο νεοέλληνας της εποχής του Χάκκα αποβλέπει στην πρόοδο και στην καλή ζωή. Ωστόσο ένας άπορος Έλληνας πολίτης,  που δεν βρήκε ‘μαγιά’, μία κληρονομιά, αναγκάζεται να παλέψει  σκληρά, να κάνει οικονομία, να θέλει, να έχει πείσμα και φιλοδοξίες ώστε να προοδεύσει και να φτάσει σε κάποιο επίπεδο άνεσης. Για να παραστήσει ακόμη πιο εντυπωσιακή την επίμονη τάση του Νεοέλληνα για μοντερνισμό, καταπιάνεται με το θέμα του πολύ λειτουργικού μέρους του σπιτιού ύστερα από την κουζίνα, την τουαλέτα. «… είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρομε είδηση…»[16] γράφει ο συγγραφέας αναφερόμενος στην πρόοδο του αφηγητή και της συζύγου του, που περιγράφεται ως αργή και σταδιακή, σε σχέση με την τακτοποίηση του σπιτιού τους. Όταν τελικά το όνειρο της συζύγου του αφηγητή, πραγματοποιείται και η πολυτελής τουαλέτα συμπληρώνει το σπιτικό τους, εκείνος αισθάνεται ότι γίνεται ο περίγελως του μπιντέ, κάθε φορά που την επισκέπτεται.  Το αίσθημα της αμοιβής του για τους κόπους του, η απόκτηση ενός μπιντέ, γελοιοποιεί τον αγώνα του για την πρόοδό τους.

Αυτό που ενοχλεί τον αφηγητή – σύζυγο, είναι η ματαιότητα της σκληρής εργασίας του νεοέλληνα, εφόσον ετούτη αποβλέπει μόνο στην μάταιη πολυτέλεια που επιβάλλεται από τον υποκριτικό μοντερνισμό της κοινωνίας τους. Τελικά ενισχύει την άποψή του με τη φαντασία του, κατά την οποία, ολάκερη η λεκάνη της Αττικής είναι  ένας μπιντές, όπου όλοι οι κάτοικοί της πλένονται. Κάποια στιγμή προσωποποιείται και ο μπιντές για να ενισχύσει απανωτά την άποψη της ματαιότητας, της άσχετης προς τα ελληνικά δεδομένα, χλιδής: «… είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό  τι λεβέντης που ήσουνα;  Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου έτσι μια ζωή – ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά; Είδες πού σε έφερα;»[17] το άψυχο αντικείμενο μεμψιμοιρεί τον αφηγητή της ιστορίας.  Επιπλέον ο συγγραφέας χρησιμοποιεί παρομοιώσεις δια στόματος αφηγητή, για να ενισχύσει την τραγικότητα του θέματος, «… όπως το σαράκι το ξύλο… Σαν το μερμήγκι… στιμμένο  λεμόνι… σταφιδιασμένο πρόσωπο…» Με τη χρήση της μεταφοράς δραματοποιεί τη θέση του αφηγητή «… με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου[18]…» Καταγράφεται η πικρή ειρωνεία του αφηγητή, με την μεταφορά για τα καζανάκια  της τουαλέτας  : «… χιλιάδες καζάνια και χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας…» [19]

Συμπεράσματα

Ο αναγνώστης αυτών των μικρών αριστουργημάτων, εύλογα συμπεραίνει τα αίτια για τα οποία ο κάθε ένας από ετούτους τους τρεις συγγραφείς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το προτιμητέο από εκείνον, θέμα, και που είναι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα. Ο κάθε άνθρωπος,  είναι σε μεγάλο μάλλον ποσοστό, προϊόν του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος και ακολούθως του έμμεσου κοινωνικού, πολιτικού, και οικονομικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου ζει.  Κατανοείται επομένως  ότι η έντονη επίδραση του περιβάλλοντος στους όποιους διανοούμενους-συγγραφείς, και η ανάγκη ετούτων να επικοινωνήσουν τις εμπειρίες τους στο αναγνωστικό κοινό, με στόχο την ενημέρωση και την αποδοχή των μηνυμάτων τους μέσω των θεμάτων που πραγματεύονται, προωθεί την συγγραφική δημιουργικότητα.  Η χρονική λοιπόν περίοδος με ό,τι ετούτη συνεπάγεται ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά, οριοθετεί πολλούς παράγοντες που δημιουργούν την ατμόσφαιρα για την εκλογή των θεμάτων από τους διανοούμενους συγγραφείς, και αποκαλύπτει στους μεταγενέστερους -σε πολλές περιπτώσεις- την εικόνα της κοινωνίας (ελληνικής πάντα), της εποχής τους και αναπλάθουν την πραγματικότητα του παρελθόντος σε ρεαλιστικό μάλλον ποσοστ

Βοηθήματα

Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Τρίτη Έκδοση, ΙΚΑΡΟΣ 1964 (σσ. 425-426).

Γιώργος Ν. Καλαματιανός, Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εν Αθήναις, Βιβλιοπ. της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρου και Σια, Α.Ε. 1980 (σσ. 66, 98, 99).

Ε.Γ. Μπαλούμης, Εθνικο-Κοινωνικά στον Ανδρέα Καρκαβίτσα,  Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 306, έτος 1993 (σσ. 46-54).

Δημήτρης Τζιόβας, Μετά την Αισθητική, Εκδόσεις ‘Γνώση’, Αθήνα 1987 (Μετά την Αισθητική, Η Επάνοδος της Ρητορικής, σσ. 129-148).

  1. Anthology of Short Stories , UNE University, School of Modern Languages, Modern Greek 100-2, UNE.
  2. Notes on Anthology of Short Stories, UNE University, School of Modern Languages, Modern Greek 100-2, UNE.

 ******

 Υποσημειώσεις

[1] Ο Α. Καρκαβίτσας χρονολογικά είναι ο παλαιότερος από τη Λιλίκα Νάκου και τον Μάριο Χάκκα. Γεννημένος στα Λεχαινά της Ηλείας το 1866, έρχεται στην Αθήνα όπου σπουδάζει ιατρική και ταυτόχρονα εργάζεται στην εφημερίδα Κορομηλά. Μετά την στρατιωτική του θητεία,  διορίζεται γιατρός στην ‘Ελληνική Εταιρεία Ατμοπλοίων’. Εργάζεται σε εμπορικό πλοίο και από το 1896 κατατάσσεται στο στρατό, ως μόνιμος ανθυπίατρος. Πεθαίνει στο Μαρούσι στην Αθήνα από καρκίνο του λάρυγγα, το 1922.

[2] Η Λυγερή, 1896, Ο Ζητιάνος, 1897,

[3] Διηγήματα για τα παλληκάρια μας, 1922.

[4] Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920), είναι από το Αγρίνιο, και είναι πρωτοπόρος του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού, Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, 1990, σ. 946.

[5] Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (851-1911) είναι πεζογράφος από τη Σκιάθο, από τους σημαντικότερους,  Τεγόπουλος – Φυτράκης, αυτόθι, σ. 923 (Η φόνισσα, δημοσιεύθηκε πρώτη φορά, σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903, στο περιοδικό «Παναθήναια», με υπότιτλο: «κοινωνικόν μυθιστόρημα»). Ο Ιωάννης Κονδυλάκης (1862-1920), είναι πεζογράφος, χρονογράφος και δημοσιογράφος από την Κρήτη, Αυτόθι, σ. 897. Ο Πατούχας (1892), είναι κρητική ηθογραφία (της κρητικής επανάστασης) με αξιόλογη συμβολή στην ελληνική λογοτεχνία.

[7] «Μόλις αράξαμε στη Στένη, ο καπετάν Ξυρίχης, πήρε τη βάρκα κ΄ έτρεξε στο τηλεγραφείο… Όταν έφθασε, ξέχασε μια στιγμή τον πόνο του εμπρός στον πόνο των αλλονών. Κάτω στην αυλή, απάνω στις σαρακωμένες σκάλες και παραπάνω στ΄ασάρωτα πατώματα κόσμος σαν αυτόν ανήσυχος· γυναίκες, άντρες παιδιά πρόσμεναν να μάθουν από το σύρμα την τύχη των δικών τους. Και εκείνο σώριαζε μεν την ταρναστή φωνή του ακατάπαυτα θλίψη. Ωνόμαζε πνιγμούς, μετρούσε θανάτους, έλεγε ναυάγια περιουσίας, χαμούς, συνέπαιρνε χαρές κ΄ελπίδες σαν δρόλαπας. Και κάθε λίγο απάνω στα πατώματα, στις σκάλες κάτω και παρακάτω στην αυλή θρήνοι ακούονταν, κορμιά έπεφταν λιπόθυμα, φωτιά κυλούσε το δάκρυ…» Και επίσης, από το ίδιο διήγημα: «- Για τον «Αρχάγγελο»… το μπάρκο… μην ακούσατε τίποτα;/- Τίποτα· του απαντά ξερά ο τηλεγραφητής./- Τίποτα! πώς είναι δυνατόν; ξαναρωτάει. «Αρχάγγελο» το λεν έχει φιγούρα δέλφινα… έχει στο μεσανό κατάρτι κόφα. Σπετσιώτικο χτίσιμο. Πρόφθασε να ορθοπλωρίσει και κείνος ή έπεσε απάνω στους βράχους; Κι΄αν τσακίστηκε το μπάρκο, σώθηκαν τουλάχιστον τ΄αδέλφια του; Όλο τέτοια συλλογίζεται κ΄έχει συγνεφωμένο το μέτωπο, τρέμουλο έχει στην καρδιά». Ναυάγια, από τα Λόγια της Πλώρης, Θαλασσινά Διηγήματα, 1899».

 

[8] Η Λιλίκα (Ιουλία) Νάκου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904, όπου και πέθανε, το 1989. Ήταν κόρη του δικηγόρου και σοσιαλιστή υπουργού επί κυβερνήσεων Βενιζέλου, Λουκά Νάκου και της Ελένης Παπαδοπούλου (αδελφής της λογοτέχνιδας Αρσινόης Παπαδοπούλου).  Μετά από τον  χωρισμό των γονιών της η Λ. Νάκου, εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της στη Γενεύη, όπου τελείωσε το γυμνάσιο, σπούδασε πιάνο και φοίτησε στη Φιλοσοφική σχολή του  Πανεπιστημίου της Γενεύης. Σπούδασε γαλλική λογοτεχνία στη Σορβόννη (Παρίσι), και εργάστηκε σε γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Στη Γαλλία ήρθε σε επαφή με σοσιαλιστικούς κύκλους και γνωρίστηκε με τους Romain Rolland και Miguel de Unamuno. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1930.  Από το 1934 εργάστηκε ως δασκάλα Ωδικής αρχικά στο Ρέθυμνο, και στη συνέχεια στα Πατήσια. Δύο χρόνια αργότερα συγκεντρώθηκε στη δημοσιογραφία. Έγραψε στις εφημερίδες Ακρόπολις, Έθνος, στα περιοδικά Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Φιλολογική Πρωτοχρονιά, Ο κύκλος κτλ. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πέρασε δύσκολα χρόνια και έχασε τη μητέρα της από την πείνα. Η ίδια σώθηκε (από λιμοκτονία) από τον Ερυθρό Σταυρό. Σ’ αυτό το διάστημα βοήθησε τους διωκόμενους κομμουνιστές και εργάστηκε εθελοντικά στο Νοσοκομείο Παίδων, της Ριζαρείου. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ταξίδεψε στο εξωτερικό και έμεινε εκεί αρκετά χρόνια. Την δεκαετία του ’60 της παρουσιάστηκαν προβλήματα υγείας, που την συνόδευσαν ως το τέλος της ζωής της. Την προσωπική της βιβλιοθήκη τη δώρισε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Στα γράμματα εμφανίστηκε με δημοσιεύσεις διηγημάτων και νουβέλας σε στα περιοδικά Monde, Clarte, Nouvelles Litteraires (στο Παρίσι). Το 1932 εξέδωσε στην Ελλάδα την συλλογή διηγημάτων Η Ξεπάρθενη, γνωρίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη και με τους λογοτέχνες της Δεξαμενής (Βάρναλη, Θεοτόκη, Καμπύση, κ.ά.).  Τα έργα της βασίστηκαν στα προσωπικά της βιώματα και δέχτηκε έντονες επιρροές από το φεμινιστικό κίνημα γραφής. Τα μυθιστορήματά της η Κυρία Ντορεμί (Δίφρος, Αθήνα 1955) και Για μια καινούργια ζωή (Μαυρογιώργης, Αθήνα 1960), τα διασκεύασε τηλεοπτικά ο συγγραφέας Γιάννης Κανδήλας και προβλήθηκαν στη δεκαετία του ’80 από τη κρατική τηλεόραση.

 

[9] Λ. Νάκου, ο. π., σ. 20.

[10] Λ. Νάκου, ο. π., σ. 20.

[11] Αυτόθι, ο. π., σ. 20.

[12] Αυτόθι, ο. π., σ. 20.

[13] Αυτόθι, ο. π., σ. 22.

[14] Το 1951 παρά την επιτυχία του στις εξετάσεις στον ΟΤΕ, ο Μ. Χάκκας, δε διορίζεται εξαιτίας  των κοινωνικών φρονημάτων του. Το ίδιο έτος, έχει επαφές  με αριστερές οργανώσεις της Καισαριανής και του Βύρωνα, γνωρίζεται με τη Μαρίκα Κουζηνοπούλου και την παντρεύεται (1961). Το 1952, ως μέλος της ΕΔΑ, είναι ιδρυτικό μέλος  του πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής (Φ.Ε.Ν.) και γράφεται στο τμήμα πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Φοιτά μόνο δύο χρόνια. Το 1954 συλλαμβάνεται (νόμος 509), ως μέλος αριστερής οργάνωσης και καταδικάζεται σε τετράχρονη κάθειρξη (αρχικά στην Καλαμάτα και ύστερα στην Αίγινα. Στη φυλακή μελετά ξένες γλώσσες και στρέφεται στην ποίηση και στην διηγηματογραφία. Αποφυλακίζεται το 1958 και υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία, ως ‘μουλαράς’. Το 1966 η διένεξή του με την Αριστερά,  κορυφώνεται. Επί της  Απριλιανής Δικτατορίας κρατείται στο Παγκράτι, για ένα μήνα. Το 1969 αρρωσταίνει με καρκίνο στα νεφρά, που κάνει μετάσταση στον πνεύμονα. Πεθαίνει στο Διαγνωστικό Νοσοκομείο Πειραιώς, σε ηλικία σαράντα ενός χρόνων. Με τη συλλογή ιστοριών Ο μπιντές, συντελείται μία στροφή του λογοτέχνη σε μία ωριμότερη γραφή ( που οφείλεται   στην αρρώστια του και στη ρήξη του με το κομμουνιστικό κόμμα), που χαρακτηρίζεται για τις επιρροές του τραγικού υπερρεαλισμού και αποκαλύπτει την αγωνία του συγγραφέα ενώπιον του θανάτου, την απογοήτευσή του για την ματαιότητα της ζωής και της ιδεολογίας, στη σύγχρονη κοινωνία. Ο Χάκκας ασχολήθηκε και με την ρεαλιστική αφαιρετική ποίηση (εμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή: Όμορφο καλοκαίρι),  και με το θέατρο. Το 1970 ο Θίασος Βήματα του Θανάση Παπαγεωργίου, ανέβασε το μονόπρακτο έργο του Ενοχή, στο θέατρο Φλόριντα. Έγραψε επίσης Το Κοινόβιο (τελευταίο θεατρικό του) και άλλα τρία μονόπρακτα που δεν πρόλαβε να τα δει τυπωμένα (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ).

[15] Μ. Χάκκας, Ο Μπιντές, σ. 27.

[16] Αυτόθι, ο.π., σ. 27.

[17] Αυτόθι, σ. 29.

[18] Αυτόθι, σ. 29.

[19] Μ. Χάκκας, Ο Μπιντές, ο. π., σ. 30

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...