Σπίτια σπιτάκια… άνθρωποι… Αφήγηση

Σπίτια σπιτάκια… άνθρωποι…

Αφήγηση

Πάντα μ’ εντυπωσίαζαν τα σπίτια -ως προς την  εξωτερική τους ή την εσωτερική τους εικόνα- κυρίως όμως οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτά: ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές, άσχετου φύλου βέβαια.

Όταν ήμουν μικρή πρόσεχα τον τρόπο που άνοιγε η είσοδος ενός σπιτιού, τον άνθρωπο που έβγαινε, το ύφος του, τη συμπεριφορά του, το βάδισμά του, το ντύσιμό του… όταν άφηνε πλέον  το κατώφλι της κεντρικής θύρας του και απομακρυνόταν από αυτό.

Οι άντρες είχαν ένα τρόπο αλλιώτικο από εκείνον των γυναικών.  Ήταν συνήθως σοβαροί, και από τη συμπεριφορά τους, θά έλεγε κανείς ότι ήταν ψυχολογικά έτοιμοι για την ημέρα που ανοιγόταν μπροστά τους ή μάλλον συντονισμένοι με την καθημερινότητα της ενασχόλησής τους, για την εξασφάλιση οικονομικών  πόρων, των απαραιτήτων για το «ζην». Αναμφίβολα το ντύσιμό τους, το φέρσιμό τους… αποκάλυπταν πολλά για  την εργασία τους, είτε επρόκειτο  για κάματο, για ιδιωτική επιχείρηση ή κάποια δημόσια υπηρεσία.

Εκείνο που δεν μπορούσα όμως να καταλάβω ήταν, πώς ακόμα και ο κατακαϋμένος ο κυρ-Κώστας της κυρά-Μαρίας, που με τα δύο παιδιά τους κατοικούσαν στο σαράβαλο διώροφο της γωνίας πίσω από την Καλάρη, έβγαινε γελαστός και χαρούμενος τα πρωϊνά, έπιανε το χειρονακτικό ξύλινο καρότσι ή κάρο, για να πάει να βγάλει το μεροκάματο.  Το φαντάζεστε; Το φόρτωνε με αγώγι λογής-λογής και το έσπρωχνε με τα χέρια του, με κινητήρια δύναμη το σώμα του, ο ταλαίπωρος. Ρακένδυτος θα έλεγα και πολύ αδύνατος,  μ’ έκανε ν’ αναρρωτιέμαι και να θαυμάζω: πώς μπορούσε;  Σκεφτόμουν πώς θα πρέπει να ήταν ευτυχισμένος με την νταρντάνα –αντρογυναίκα σχεδον- κυρά-Μαρία του, που ήταν πάντα γελαστή και δουλευταρού, μίλαγε δυνατά και δε δίσταζε να δουλεύει από το πρωΐ μέχρι που έδυε ο ήλιος, κάνοντας διαφορετικές δουλειές. Συχνά τα καλοκαίρια, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού τους και πάνω στο στενό πεζοδρόμιο,  άφηναν κόφες με χοντρόφλουδα καρπούζια για την κυρά-Μαρία, κι εκείνη αφαιρούσε τη φλούδα τους με προσοχή για να την κάνουν οι ζαχαροπλάστες, ζαχαρωτό φιντάνι.

Βλέπετε, η ψυχολογία ενός  ανθρώπου, διαμορφώνεται από τις επιδράσεις θετικές ή αρνητικές που δέχεται -ή μάλλον βομβαρδίζεται απ’ αυτές, ιδιαίτερα τις δυσμενείς- από το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον του, εντός του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ανήκει. Και εδώ, σαφώς εννοείται, ότι συμπεριλαμβάνεται  η καθημερινότητά του έξω από το βασίλειό του, από το σπίτι του δηλαδή, αλλά κατά τα μέγιστα και από τη διατριβή του μέσα σ’ αυτό. Το τονίζω αυτό, γιατί η ζωή τους μέσα στο βασίλειό τους,  ρυθμίζει τη διάθεσή τους. Αυτό αφορά τους περισσότερους εργαζόμενους, κυρίως τα όχι και τόσο ένδοξα, πρωϊνά των ημερών τους.

Μπορεί λοιπόν να είναι υπερφορτισμένη από τις σχέσεις τους με τα μέλη της οικογένειάς τους, αρχίζοντας φυσικά μ’ εκείνη την ιδιαίτερα σημαντική: με τη μητέρα τους, αν είναι ελεύθεροι, ή με τη γυναίκα τους, αν είναι παντρεμένοι. Ακολουθεί στη σειρά η σημαντικότατη σχέση με τα παιδιά τους, που συχνά δυνάστες και δήμιοι, δεν  αντιλαμβάνονται τίποτα και ποτέ!..  Στις σχέσεις αυτές η ηλικία των παιδιών υπήρξε ανέκαθεν καθοριστικός παράγων.  Με μικρές εκφρασούλες υπονοούνται τα μεγάλα πράγματα: Μικρά παιδιά… μικρά βάσανα,  μεγάλα παιδιά… μεγάλα βάσανα! Όσοι είναι γονείς καταλαβαίνουν κάλλιστα το νόημα των παραπάνω.

Και βέβαια -κάπου και που- οι άντρες ξεπέφτουν και στα χέρια μιας πεθεράς, που όσο άγια κι είναι, έχει πάντα εκείνο το πρόβλημα που την μανιοποιεί: το δικό της παιδί είναι καλύτερο από το άλλο που το ζευγαρώθηκε, από το ταίρι του δηλαδή. Έχει λοιπόν ιδιαίτερη σημασία η απουσία- παρουσία αυτού του παράγοντα και πολλά κωμικοτραγικά έχουν λεχθεί και λιγότερα έχουν γραφτεί σχετικά.

Η καθημερινότητα λοιπόν ενός εργαζόμενου άντρα, «ευδαίμων ή δυσδαίμων» και παρομοίως η καθημερινότητα της επαγγελματικής ενασχόλησής του, αντικατοπτρίζονται στις κινήσεις του σώματός του, αυτό που λέμε στην αγγλική body language. Καϋμένοι άντρες! Μόλο που ο Θεός τους έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του, επηρεάζονται ανάλογα από την επέκταση του σακατεμένου πλευρού τους, θα έλεγα.   ΄Ετσι άλλοτε είναι βραδείς, κατσούφηδες, αγέλαστοι, μισοθυμωμένοι, κακομοίρηδες, δυστυχείς… και βάλε! Όλες αυτές οι καταστάσεις ερμηνεύονται αδιαμφισβήτητα.  Οφείλονται εκατό τα εκατό και στους δύο βασικούς παράγοντες: τους εντός του σπιτιού τους και τους εκτός αυτού… σε μία άλλη διεύθυνση, όποια διεύθυνση τέλος πάντων χαμερπή ή γαληνότατη…  Υπάρχουν βέβαια και οι ευδαίμονες… χαριτωμένοι, ανάλαφροι τόσο πολύ μάλιστα που η ελάχιστη πνοή της δύναμης τους παρασέρνει προς τη δική της φορά, όποια κι αν είναι αυτή.   Αυτοί, οι τύποι είναι  οι μάλλον επικίνδυνοι καθώς είναι έτοιμοι να συμβιβαστούν με όλους και με όλα… να ξεχάσουν παρελθόν και αξίες, να ποδοπατήσουν, να καταπατήσουν  για να μην υποφέρουν οι ίδιοι τελικά!

Τελικά δε θέλω να πω ότι οι άνθρωποι παύουν να είναι άνθρωποι όμως κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες δεν είναι και αδύνατον.  Όλα έχουν το τίμημά τους και η τιμή που άλλοτε παζαρευόταν σε πολύ υψηλά επίπεδα στο ταμιευτήριο της ζωής τώρα πια -κακά τα ψέματα- έχει εξευτελιστεί κι έτσι είναι εξίσου απλή η διαδικασία του ξεπουλήματός της.

 

Για να επανέλθω στα του πρωϊού…, η καλημέρα των αντρών ήταν συνήθως βιαστική και ο τρόπος με τον οποίο απομακρύνονταν από το σπίτι τους μάλλον αποφασιστικός για να μην πω και με μία υπολήψιμη δόση όρεξης.  Αν συναντούσαν κάποιο γνωστό, γείτονα ή μη, μασούσαν την «καλημέρα» τους, αφού τέτοιες ώρες δεν υπήρχε ούτε χρόνος,  ούτε διάθεση για κάτι παραπάνω. Εξάλλου η σοβαροφάνεια είναι το πιο δοκιμασμένο κόλπο, με υψηλό ποσοστό επιτυχίας.

Τον χειμώνα τον συνόδευαν ως επί το πλείστον, τα σκούρα ρούχα.  Κάποιοι είχαν και φορούσαν ένα παλτό, το  επιπλέον κασκόλ ή ένα «καβουράκι», ενώ οι δήθεν εκκεντρικοί ένα μπερέ. Τα γάντια -όλων των ειδών- ήταν απαραίτητα. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε πάντα,η απασχόληση.

Περπατούσαν λοιπόν βιαστικοί,  σκυφτοί από τον όγκο των σκέψεών τους, μαζεμένοι από το κρύο της φύσης και το άλλο… της ανάγκης. Κάποιοι είχαν ρόδα: ποδήλατο, μηχανάκι και ελάχιστοι, οι τυχερότεροι των τυχερών, αυτοκίνητο.

 

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων.  Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το  χαμό.

Οι γυναίκες όμως;  Αυτές… και τότε  όπως σήμερα, ήταν διαφορετικές.  Έβγαιναν συνήθως αργότερα έξω, εκτός βέβαια αν εργάζονταν, οπότε  όπως οι άντρες, ακολουθούσαν τα ωράρια που επιβάλλονταν.  Πάντως ακόμη και στην δεύτερη περίπτωση –της εργασίας-, έβγαιναν περιποιημένες, συνήθως ευδιάθετες και απ’ όπου περνούσαν, σοκκάκι ή δρόμο αρωμάτιζαν τον περιπλανώμενο αιθέρα…  Άσε πια την καλημέρα, τη χρωματισμένη με φρέσκο χαμόγελο, ή… τα «πώς είστε; πώς την έχετε την οικογένεια και τα παιδιά;» κτλ. Σπάνια άκουγες: «έφτιαξε ο καιρός, δε νομίζετε;» ή και το αντίθετο: «παλιόκαιρος μα την αλήθεια!» Άκουγες αρκετά συχνά ένα «μπράβο!» που σ’ έκανε να σκέφτεσαι πως η κριτική των γυναικών δε χρειάζεται καθόλου χρόνο συλλογισμού, για να εκφραστεί! Αυτό το τελευταίο με κάκιζε λιγάκι γιατί πάντα πίστευα πως η γυναίκα, οφείλει επιτέλους να έχει και κάποιο ελάχιστο «ύφος», αν όχι ένα κάποιο… «ύψος»!

 

Για την αφεντιά μου, πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις μου για τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδιαίτερη σημασία είχε και το εσωτερικό του όποιου σπιτιού.  Αυτό, από μόνο του, κι όταν ακόμη δεν είχα τρόπους να γνωρίζω τους ανθρώπους που το μεταμόρφωναν σε «ζεστή οικογενειακή γωνιά» ή και κάτι άλλο λιγότερο εύφημο, τουλάχιστον τους ζωγράφιζε και υπογράμμιζε τον  τρόπο με τον οποίο το έκαναν «κουμάντο».  Η λέξη αυτή δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται.  Πιστέψτε με. Κουμάντο σημαίνει ικανότητα, που ενώ υποτίθεται ότι αιτείται η παρουσία της παντού και πάντα, η απουσία της σημειώνεται περισσότερο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς, κι  έχει σα συνέπεια επικίνδυνες επιπτώσεις. Παρατηρώντας και σημειώνοντάς το έξω και λιγότερο το μέσα διαισθανόμουν αρχικά και συχνά, το διαπίστωνα τελικά, αν ήταν άνθρωποι καλοβαλμένοι, ήσυχοι νοικοκυραίοι, σχολαστικοί ή αργοί και τσαπατσούληδες… Αν ήταν φανατισμένοι με την καθαριότητα, αναμφίβολα δεν ήταν απλά τελιομανείς αλλά μανιακοί… με μία άρρωστη επιμονή και προσκόλληση σ’ αυτό που καλούμε ανθρώπινα νοικοκυρεμένο περιβάλλον. Αυτό αποκάλυπτε ότι δεν υπήρχαν άλλα πιο ουσιώδη πράγματα ν’ απασχολούν το μυαλό τους,  κι αυτό ήταν αλήθεια λυπηρό.

Μία γυναίκα που εργαζόταν καθημερινά, αναμφίβολα δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της, και αναγκαστικά περιοριζόταν στα βασικότερα,  αφήνοντας τον όγκο του πλυσίματος, του μαγειρέματος και της ξεκούρασης για το Σαββατοκύριακο.  Τα πράγματα δυσκολεύονταν με τα παιδιά, τις ιδιάζουσες ανάγκες τους και την επίβλεψή τους. Το Σαββατοκύριακο και οι αργίες  έδιναν  την ευκαιρία σε όλα τα μέλη της οικογένειας  να κάνουν κάτι διαφορετικό και ν’ απολαύσουν  από κοινού, κάποιες ευχάριστες στιγμές.  Για το τελευταίο αυτό μάλλον δεν είμαι και τόσο βέβαια.  Γι αυτό και τους λυπόμουν τους ανθρώπους. Παντρεμένος σημαίνει δεμένος, σκλαβωμένος, με μειωμένη την προσωπικότητά σου, καθώς με το να συμβιβάζεσαι αρχίζεις και παίρνεις κάποια χαρακτηριστικά του συντρόφου σου…  κι εκείνος από τα δικά σου και τα παιδιά σας είναι μείγμα αυτού του συμβιβασμού καλού ή κακού…

Αλλά οι παρατηρήσεις μου με είχαν πείσει πως οι εργαζόμενες γυναίκες ακόμη και όταν  κουράζονταν και υπέφεραν, ήταν ίσως περισσότερο προσγειωμένες στην πραγματικότητα του περιβάλλοντός τους: το οικογενειακό.

Οι γυναίκες «νοικοκυρές» ή ανεπάγγελτες, ήταν συχνά δύσκολες, παράξενες, ασχολούνταν με πολλά και με τίποτα, και ταλαιπωρούσαν το χρόνο τους, ξοδεύοντάς τον στο καλώπισμα του σπιτιού, στη σχολαστική καθαριότητά του, που και τα δύο είχαν σαν επακόλουθο τα πολλά «μη», προς τα λοιπά μέλη της οικογένειας. Είχαν άφθονο χρόνο για σχόλια και κουβέντα, που ατυχώς περιστρέφονταν αέναα σε πράγματα κοινά και τετριμμένα. Κάποτε  η συζήτηση αφορούσε το μαγείρεμα και τις μαγειρικές συνταγές, που συνήθως πλούσιες στα λιπαρά ανέβαζαν την υπέρταση ή τη χοληστερίνη. Άσε πια την έλλειψη προσοχής στο άτομό τους! Το «τσεμπέρι» πάνω από τ’ ατημέλητα μαλλιά και η ποδιά δεμένη στη μέση τους, ήταν ο κανόνας. Παρά το χρόνο που διέθεταν ταλαιπωρούνταν με χίλια δυο εξωφρενικά πράγματα. Το τίναγμα σεντονιών και άλλων  καθώς και το σκούπισμα ήταν σε ημερίσια διάταξη. Το άδειασμα της ντουλάπας των ρούχων δεν πήγαινε πίσω και μάλιστα αφού τελείωναν με τη μία, φτου κι απ’ την αρχή με το άδειασμα άλλης. Τα ράφια στα ντουλάπια της κουζίνας, ακόμη και όταν είχαν λεία επιφάνεια, επέμεναν να τα ντύνουν με ειδικό χαρτί.  Όσο   για το φούρνο -αν είχαν-  τον ρεζίλευαν με τα τριψίματα. Την επομένη… δόστου και πάλι από την αρχή: δωμάτια, κρεββάτια, τινάγματα σεντονιών… και πλυσίματα. Άσε πια το σιδέρωμα…  Ουφ, τι απελπισία!.. Αναρωτιόμουν λοιπόν πώς ήταν δυνατόν μία μυαλωμένη γυναίκα να περιορίζεται σ’ αυτού του είδους τη ρουτίνα; Φρίκη, φρίκη, φρίκη! Άσε πια το μαρτύριο της αγοράς και τα ψώνια… Α, δε νομίζω ότι θα αναφερθώ σ’ αυτό το βάσανο.  Προχωράω λοιπόν…

 

Μ’ όλα αυτά και πολλά άλλα για τα σπίτια και τους ανθρώπους –ενδιαφερόμουν κυρίως για τα πεπραγμένα των εκπροσώπων του  φύλου μου: τα «ακαταλαβίστικα»- που σαν παιδί δεν μπορούσα να συλλάβω, όφειλα να κάνω κάτι θετικό. Για να γλυτώνω λοιπόν από την παιδική μου τρέλα, έκανα κάποια ανορθόδοξα πράγματα.  Ένα απ’ αυτά ήταν οι σχέσεις μου με την κυρά-Χρυσούλα, μια γριούλα απέναντι από το σπίτι μας, στην οδό Χρίστου Ευθυμίου.  Είχα τη μανία να την επισκέπτομαι την «γηραιά» κυρά-Χρυσούλα.  Ήμουν τόσο μικρή τότε, που ούτε στο σχολείο δεν πήγαινα ακόμα.

Η κυρά-Χρυσούλα κι εγώ είχαμε μία σχέση ιδιαίτερη, κάτι  σαν γιαγιάς κι εγγονής, χωρίς ωστόσο να την αγαπάω με τον ίδιο τρόπο που αγαπούσα την αληθινή γιαγιά μου.  Η επικοινωνία μου με την γριούλα γειτόνισσα ήταν κάτι ιδιαίτερο, δημιουργούσε μία άλλη αίσθηση, εκπληρούσε μία ανάγκη, ν’ ακούω κάποια άλλα, διαφορετικά πράγματα, από εκείνα που άκουγα στο σπίτι μου. Από εκείνα που συνήθιζαν να κουβεντιάζουν οι δικοί μου. Να νιώθω ότι ταξιδεύω, πέρα από τον οικείο χώρο, των δικών μου, ένα αίσθημα που αργότερα, σα μαθήτρια πλέον, το ικανοποίησα διαβάζοντας δεκάδες βιβλία με ιστορίες και μυθιστορίες. Η κυρά-Χρυσούλα δεν ήξερε να πει ιστορίες, σαν εκείνες που αφηγείτο η γιαγιά μου, που τις έλεγε σα να ήταν προσευχές, όταν αναθυμιόταν γεγονότα, περιστατικά που σχετίζονταν με τους ανθρώπους της, με την οικογένειά της, με τον άντρα της. Έλυνε τη μαύρη μαντήλα της λες και κάτι την ενοχλούσε, και την ξαναέδενε με τάξη, κάθε φορά που  τις κουβέντιαζε με τα παιδιά της, έτσι για να τους φυτέψει μέσα τους εκείνα, όσα καλά-καλά δεν είχαν μαρτυρήσει και δεν είχαν κατανοήσει, καθώς είχαν φύγει από την παλιά πατρίδα σε τρυφερή ηλικία -κάποια μόλις είχαν ξεπεράσει τη βρεφική ηλικία, κι ένα ήταν αγέννητο ακόμη κι όταν είχαν αποβιβαστεί στην Κύπρο. Στη Κύπρο είχε γεννηθεί ένας, είχαν χαθεί δύο: ο προπάππος μου Λοΐζος Ιωαννίδης και ο παππούς μου Ηλίας Μπαϊράμογλου.

Σε κάποιες από τις ιστορίες της γιαγιάς μου ανάβλυζαν η νοσταλγία και ο πόνος σα Μεγαλο-Παρασκευιάτικα μύρα, για να μεθύσουν, να ερεθίσουν και να γεννήσουν αμέτρητα ερωτήματα για την Ανατόλια, για τις μνήμες της γιαγιάς μου και για τις άλλες, των δικών της… Κι εγώ καθόμουν εκεί στα πόδια της γιαγιάς μου, κουρνιασμένη σα γατούλα, κι αλήθεια περίσσευα στην ομήγυρι, έτσι άσχετη –φαινομενικά όμως- που ήμουν εκ των πραγμάτων.  Και όμως, όλα εκείνα χαράχτηκαν ανεξίτηλα μέσα μου και έφτιαξαν έναν όγκο που είναι αδύνατον να μ’ εγκαταλείψει, που τον κουβαλάω μέσα μου με την περίσσια πίκρα που μου κληροδότησε η γιαγιά μου, η Σουλτάνα.  Τα μικρά παιδιά δε μιλάνε, δεν εκφράζουν γνώμη, απορροφούν μόνο την πληροφορία που τους παρέχεται, σαν τα σφουγγάρια, τα διψασμένα για την υγρασία που στερήθηκαν.  Κάποια στιγμή όμως τα χτυπάει κατακούτελα εκείνο το παρελθόν που άθελά τους, στη φούρια της ζωής το είχαν παραμερίσει, λες και πρόχειρα, αφού σε ανίδεο χρόνο στο μέλλον, ορθώνεται για να επιβληθεί με το «έτσι θέλω» του.

Η διαφορετικότητα της φύσης της κυρά-Χρυσούλας ήταν σαν το βότανο που ανακουφίζει. Ήταν η άλλη όψη της ζωής… η ήρεμη, που είχε διανύσει την πορεία της χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα ή τουλάχιστον όχι μαρτυρικά σαν εκείνα της αληθινής γιαγιάς μου. Η κυρά-Χρυσούλα δεν είχε δοκιμαστεί όπως η γιαγιά Σουλτάνα.  Ο λόγος της  κυρά-Χρυσούλας ήταν σαν βότανο σε μία αόριστη, αισθηματική, νοητική πληγή, που είχε δημιουργήσει από τη γέννησή της, πολλά αναπάντητα ερωτηματικά.  Δόξα τω Θεώ που όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν την ίδια μοίρα!  Γιατί αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν κι εμείς να είμαστε εξίσου τυχεροί, όπως τυχεροί υπήρξαν και «εκείνοι οι κάποιοι άλλοι».

 

Το ένιωθα πως η κυρά Χρυσούλα με συμπαθούσε σα δικό της παιδί.  Ίσως γιατί καθόμουν φρόνιμα στις χαμηλές καρέκλες της και της τραγουδούσα με το μπρίο των πέντε χρόνων μου κάποια τραγουδάκια, όπως το τόσο προσφιλές για εκείνη την εποχή…

 

 

 

 

«Κίνησε η γερακίνα για νερό…

κρύο να φέρει,

ντρουμ ντρουμ ντρουμ,

ντρουμ ντρουμ ντρουμ,

τα βραχιόλια της βροντούν…»

 

Εκείνη ευχαριστημένη για τη συντροφιά που της κρατούσα, με κερνούσε πότε μελιτζανάκι γλυκό και πότε μελιτζάνες γεμιστές με ρύζι και κιμά. Η κυρά-Χρυσούλα είχε κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια στις μελιτζάνες. Ίσως γιατί κάποιοι, της  έφερναν για πεσκέσι μελιτζάνες παντός μεγέθους! Ποιος ξέρει; όμως δεν ξεχνώ την πεντανόστιμη γεύση τους.

Η έλλειψη κανονικού βάρους της κυρά-Χρυσούλας έκανε το πηγούνι της  να τσιτώνεται προς τα έξω.  Ο προγναθισμός την έκανε χαριτωμένη. Έμοιαζε παραμυθένια έτσι κοντούλα που ήταν και με γερμένη πλάτη. Κι ενώ εγώ τη διασκέδαζα  τραγουδώντας της, εκείνη μου έλεγε ιστοριούλες. Μια μέρα μου μίλησε για τον περίφημο «Μελτζαναράπη» με το ύφος του ανθρώπου που πιστεύει ότι δημιουργεί φοβερές εντυπώσεις. Περισσότερο εντυπωσιακή όμως ήταν η προσπάθειά της να με πείσει. Το επεδίωκε με πολύ γούστο: έκανε ένα σωρό γκριμάτσες και άλλαζε τον τόνο της φωνής της.  Όμως  το δικό μου αυτί δεν ίδρωνε με την περιγραφή  δράκων ή τα παρόμοια, γιατί είχα μια ανεξάντλητη φαντασία και έπλεκα την όποια στιγμή τα δικά μου παραμύθια, που τα λάτρευε και η νιόπαντρη συγκάτοικός μας: η Νίνα του Ναούμ.

Κάποια στιγμή λοιπόν που η κυρά-Χρυσούλα είχε τελειώσει το παραμύθι της για τον φοβερό Μελτζαναράπη, βάλθηκα με τη σειρά μου να πω κι εγώ ένα. Το φοβερό παραμύθι μου, έκανε την κυρά- Χρυσούλα να εκπλαγεί: «Με κοροϊδεύεις μικρούτσικο! Δεν είναι δικό σου αυτό το παραμύθι!» είπε χαριτωμένα. «Όχι κυρά-Χρυσούλα, μα την αλήθεια είναι δικό μου παραμύθι! Να!» είπα με παράπονο και σταυρώνοντας τους δείκτες των χεριών μου  σε σχήμα σταυρού το φίλησα. Αμέσως ύστερα δήλωσα με την ίδια ορμή: «Αν δεν με πιστεύεις μπορώ να σου πω κι άλλα!» Η υπερηφάνεια μου μ’ έκανε ξαφνικά ν’ αγωνιώ. Η συμπαθέστατη γριούλα δυσπιστούσε την ειλικρίνειά μου. Ήθελα τόσο πολύ ν’ αναγνωρίσει την ικανότητά μου! Το ένιωσε… «Αν είναι έτσι παιδάκι μου, τότε έχουμε μία καινούργια παραμυθού στη γειτονιά!» είπε ήσυχα και χάϊδεψε τα μαλλιά στην κορφή του κεφαλιού μου, σα να μ’ ευλογούσε.  Αυτό με είχε κάνει να ηρεμήσω και να καθίσω λιγάκι ακόμη κοντά της. Το αχνό χαμόγελό της επεβεβαίωνε τα λόγια της.  Ήταν μοιραίο:  η σχέση μας τραβούσε μπροστά στηριγμένη τώρα στην αμοιβαία εκτίμηση και στο σεβασμό… παραμυθούς προς παραμυθού!..

 

Το σκοτεινούτσικο και χαμηλοτάβανο δωματιάκι της κυρά-Χρυσούλας με το ένα μικροσκοπικό παραθυράκι του προς το δρομο, δεν είχε άλλη  πολυτέλεια από  το ντιβάνι που  το βράδυ το  έστρωνε για ύπνο και την ημέρα το ξανάστρωνε για να γίνει καναπές  για την ίδια και τους επισκέπτες της.  Στη μία σκοτεινή γωνιά  του υπήρχε ένα τραπεζάκι με ένα καμινέτο απάνω για το μαγείρεμα. Η γριούλα κάλυπτε τα πόδια του με ένα λουλουδάτο κίτρινο ύφασμα καθώς κάτω από αυτό είχε το λάδι κι άλλα πράγματα, σχετικά με τη μαγειρική της. Πάνω από το συγκεκριμένο τραπεζάκι, βρισκόταν ένα μακρύ ξύλινο ράφι όπου ακουμπούσε μια-δυο κατσαρόλες, πιάτα, ποτήρια και φλυτζάνια. Σε μία άλλη γωνιά του δωματίου-σπιτιού είχε τοποθετήσει ένα τρίγωνο ραφάκι για το πάντα αναμμένο καντηλάκι, την εικόνα της Παναγιάς-μητέρας, την εικόνα του Αη-Νικόλα και τις εικόνες του Αη-Σπυρίδωνα και του προφήτη Ηλία. Ήταν πιστή στην ορθοδοξία η γριούλα μας.  Κάτι παρόμοιο -ένα μικρό εικονοστάσι- ζέσταινε και μία γωνιά του τοίχου στο δικό μας καθιστικό.  Ήταν οι καιροί που η ελληνική κοινωνία ήταν προσκολλημένη στην ορθοδοξία και υπήρχαν σοβαροί λόγοι γι αυτή την αφοσίωσή τους.  Ήταν περίοδοι μεταπολεμικοί, και οι Έλληνες προσπαθούσαν να ανασυγκροτηθούν, να μετρήσουν τις αδυναμίες τους και να προσπαθήσουν να επουλώσουν τις πληγές τους, που παρέμειναν ανοιχτές  από την μακροχρόνια εμπόλεμη κατάσταση και τη φθορά. Η θρησκεία ήταν η μάννα που ζέσταινε στην κρυαμάρα της ανημπόριας και της φτώχειας. Δεν γεννιούνταν λοιπόν ερωτηματικά για την καταγωγή του Χριστού, για την Μαρία τη Μαγδαληνή ή για  το ρόλο του Ιούδα στην ρωμαϊκή κατοχή του Ισραήλ, όπως στις μέρες μας.  Δεν υπήρχαν δισταγμοί για τη θέση της ορθοδοξίας και την αντιπαράθεσή της με τον Καθολικισμό.  Δεν ανασκάλευαν την πίστη τους.  Ήταν μέγα αμάρτημα. «Πίστευε και μη ερεύνα!» ήταν το σύνθημα. Η έλλειψη εκπαίδευσης είχε και τα καλά της.  Οι άνθρωποι δεν εξελίσσονταν σε πνεύματα κατειλημμένα από τις διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες που γεννούσαν όλα εκείνα τα αμέτρητα, τα απίστευτα κάποτε ερωτηματικά: από πού, πώς και γιατί… και τι είναι εκείνο το χάος επιτέλους που ακολουθεί τη ζωή, κι αν αξίζει να ζει κανείς ή να μη ζει!.. Κι αν ακόμη υπήρχαν όλα αυτά τα ερωτηματικά -γιατί απασχόλησαν τον άνθρωπο ανέκαθεν- οι απλοί άνθρωποι είχαν το δικό τους τρόπο να πορεύονται στη ζωή: μεροδούλι-μεροφάϊ και δόξα τω θεώ!..

Η θρησκεία λοιπόν ήταν παρηγοριά και ελπίδα και η δύναμή της άγγιζε και εμψύχωνε. Άλλοι προσεύχονταν στο Θεό για το καλό και έκαναν ευχές και άλλοι καταριόταν μέσα στα αδιέξοδά τους, λες και ο Θεός μπορούσε να γίνει «χθαμαλός» σαν τον χαμαιρπή άνθρωπο, που για να ικανοποιήσει την επιθυμία του ο Θεός, του  πρόσφερε λίγο λαδάκι, κρασάκι ή άρτο…

 

Η κυρά-Χρυσούλα  κρατούσε κι άλλα πράγματα σ΄ εκείνο το μέρος του δωματίου, αλλά εγώ σαν μικρή που ήμουν δεν πήγαινα εκειδά απρόσκλητη.  Προς το κέντρο του φτωχού χώρου υπήρχαν επίσης ένα μικρό μαγκάλι για το χειμώνα κι ένα ακόμη τετράγωνο τραπέζι στρωμένο νοικοκυρεμένα, και με τέσσερις καρέκλες γύρω του.

Όμως, έτσι ολομόναχη που ζούσε σ΄εκείνο το σκοτεινό, γυμνό δωμάτιο, φοβόμουν πως κάποιο βράδυ θα την έτρωγε κανένας «Μελτζαναράπης» την καϋμένη την κυρά-Χρυσούλα.  Αν είχε τουλάχιστον τον γέρο της! Αυτός όμως φαίνεται ότι την είχε αφήσει πολλούς χρόνους πριν.

Ντυμένη πάντα στα μαύρα η κυρά-Χρυσούλα, φορούσε ανελλιπώς  μία επίσης μαύρη μαντήλα στο κεφάλι και μία ποδιά μπροστά της, όπως η γιαγιά μου. Η κυρά-Χρυσούλα ήταν μία ανεξάρτητη γυναίκα που ατυχώς είχε πια γεράσει… έτσι τουλάχιστον την έβλεπα εγώ. Ίσως όμως και να μην ήταν έτσι, γιατί  είχε και άλλους, δικούς της  ανθρώπους, που έρχονταν και την έβλεπαν μια-δυο φορές την εβδομάδα. Είχε μια κόρη συμπαθητική που της έμοιαζε και  τρεις όμορφες εγγονές. Ίσως να είχε και άλλα παιδιά και εγγόνια, όμως αυτοί ήταν οι μόνοι που την επισκέπτονταν μέχρι που αποδήμησε στον κόσμο των ονείρων.

Το δωματιάκι της κυρά-Χρυσούλας ήταν για την αφεντιά μου μία συμπαθητική γωνιά, χάριν στο αξιαγάπητο του χαρακτήρα της.  Αναμφίβολα σημαίνον ήταν και το γεγονός   ότι οι δικοί μου, μου επέτρεπαν να την επισκέπτομαι, κάποτε μάλιστα η μάννα μου με πήγαινε η ίδια και με άφηνε στα χέρια της γριούλας γειτόνισσας.

 

Ήταν κι άλλα σπίτια στη γειτονιά μου που τα επισκεπτόμουν στην προσχολική μου ηλικία, καθώς έπαιζα με τα παιδιά που ζούσαν σ’ αυτά.  Ένα από αυτά ανήκε σ’ έναν υπαξιωματικό του στρατού. Θυμάμαι την ταλαιπωρημένη γυναίκα του με την μαντήλα και τα ξένα δόντια της, όταν μιλούσε φωναχτά. «Έχει γεράσει πριν την ώρα της η χριστιανή. Τόσα κουτσούβελα που έχει!» είχε πει η μάνα μου, στη θεία μου σχολιάζοντας τα «τρεχάματα της γειτόνισσας».

Το καθιστικό τους -ένα τεράστιο δωμάτιο όπου μαζεύονταν ολημερίς η οικογένεια- ήταν κατά κανόνα άνω-κάτω. Υπήρχαν πολλά παιδιά, όλα κορίτσια, άκρως τραγικό φαινόμενο για την ελληνική οικογένεια της εποχής, εξαιτίας του θεσμού της προίκας. Από αυτά, κάποια ήταν μεγάλα και πήγαιναν στο σχολείο, ενώ τα άλλα τα μικρότερα, ανακάτευαν τον κόσμο, μέσα κι έξω από το σπίτι. Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα που μπορούσαν να κάνουν, από το να παίζουν όλα τα γνωστά είδη παιχνιδιού, με φωνές, φιλονικίες και κλάματα, όταν ενός από αυτά, δε περνούσε «το δικό του».

Στο μεγάλο χαμηλοτάβανο δωμάτιο δεν έβλεπες τίποτα άλλο από τα μέλη της πολυπληθούς οικογενείας.  Δε θυμάμαι  τα πρόσωπά τους -πλήν της συνομήλικής μου Τούλας-, πόσοι ήταν, πού κάθονταν ή πού έτρωγαν.  Το μόνο που θυμάμαι καλά είναι, ότι κάποια από τα μεγαλύτερα κορίτσια τους, κάθονταν στο μοναδικό παράθυρο προς το δρόμο –πίσω από την Καλλάρη- και χάζευαν άγνωστο με τι, αφού δεν υπήρχε απολύτως τίποτα για χάζεμα, μα την αλήθεια.

Από τα σπίτια που επισκεπτόμουν με τη μαμά μου και τη θείτσα μου Ελιζαμπέτα ξεχώριζα δύο που μου άρεσαν: της Νίνας του Ναούμ και της Ερασμίας του Αβραάμ, που είχαμε κουμπαριό.  Η μία, η Νίνα, ζούσε στο ίδιο σπίτι μ’ εμάς, όπως είπα παραπάνω και η Ερασμία κάπου στο δρόμο προς την Καλούτσιανη.  Και τα δύο σπίτια ήταν πάντα περιποιημένα. Η μέν Νίνα ήταν πάντα ομορφοντυμένη, βαμμένη και μοσχοβολούσε, ενώ η Ερασμία -σα μαμά που ήταν, γλυκύτατη και νέα- είχε τις πιο ωραίες ανθοστήλες που έχω δει μέχρι στιγμής.  Πάντα τις είχε φορτωμένες με λουλούδια από τον κήπο τους, και θα θυμάμαι για πάντα τα ωραιότατα πασχαλινά κουλουράκια, τα ζαχαρωμένα με ζάχαρη άχνη, που μοσκοβολούσαν ανθόνερο.  Ο άντρας της ο Αβραάμ,  ήταν μάγειρος στο δικό τους εστιατόριο απέναντι από το Ταχυδρομείο της Πόλης μας, λίγο πιο πάνω από το ζαχαροπλαστείο του πεθερού του: Σταύρου Σταύρου. Έφτιαχνε τον πιο ωραίο γύρο στα Γιάννινα, τις πιο γεύσιμες μπριζόλες και τις πιο εύγευστες, τραγανές, τηγανιτές πατάτες.  Τα παιδιά τους ο Θόδωρος –συνομήλικός μου-, ο Νικολάκης και ο Ανέστης ήταν πανέμορφα παιδιά, αλλά παχουλούλια…

 

Το δικό μας σπίτι ήταν απλό.  Μέσα στο ατέλειωτο καθιστικό θυμάμαι σαν τώρα, τους δύο καναπέδες με τα λουλουδάτα καλύμματα και τις μεγάλες μαξιλάρες ν’ ακουμπούν στους τοίχους ολόγυρα.  Ένα μεγάλο τραπέζι στεκόταν στη μία πλευρά, παράλληλα με το ένα από τα δύο παράθυρα, και παραδίπλα κολλημένος στον τοίχο ένας μπουφές με δύο ορόφους.  Στον απάνω όροφο, τοποθετούσαν  οι νοικοκυρές του σπιτιού ποτήρια και άλλα. Ο κάτω  όροφος απαρτιζόταν από ένα τμήμα με συρτάρια για  τα κεντήματα και τα μαχαιροπήρουνα και από ένα δεύτερο για τα πιατικά και τα συναφή.  Ανάμεσα από τα δύο κύρια μέρη του μπουφέ, υπήρχε αρκετός χώρος για το  μεγάλο  κάρινο ραδιόφωνο.  Το ραδιόφωνο άνοιγε στις ώρες των ειδήσεων, και κυρίως όταν κατέφθαναν οι άντρες της εκτεταμένης οικογένειάς μας στο σπίτι. Όλες τις άλλες ώρες οι γυναίκες του σπιτιού είχαν τις δουλειές τους κι εμείς τα μικρά παίζαμε.

Οι κουρτίνες στα δύο παράθυρα που κύτταζαν στην τοιχόκλειστη αυλή, ήταν από ασπροκέντι -όπως συνηθιζόταν-  και πάνω στα εσωτερικά περβάζια τους σκαρφάλωνα και έπαιζα ή ζωγράφιζα μουτζουρώνοντας, μια κι ακόμα δεν είχα τα κατάλληλα μέσα για να επιδεικνύω την ικανότητά μου στο γράψιμο ή στη ζωγραφική στα πέντε-έξι χρόνια μου. Στις αρχές του καλοκαιριού, πάνω στη βάση της κορνίζας τους μεγάλωναν η Μαντζουράνα, μαζί και ο Βασιλικός που ήταν έτοιμος για τρύγο στη γιορτή του Σταυρού, το Σεπτέμβρη.

Το πάτωμα ήταν ξύλινο, στρωμένο με χοντρά κιλίμια και κουρελούδες όπως συνηθίζονταν από ανθρώπους με μέτριο βαλάντιο και η θέρμανση ήταν προϊόν  κάρβουνου που έκαιγε στο μαγκάλι αρχικά και αργότερα ξύλων μέσα στη θερμάστρα. Μόνιμα, υπήρχε ένας γιούκος στα δεξιά, όπως έμπαινε κανείς από τη μεγάλη σάλα, στο καθιστικό.  Ανάλογα με την εποχή ψήλωνε ή χαμήλωνε. Εκεί βρίσκονταν στιβαγμένα πλήθος από κουβέρτες, παπλώματα και μαξιλάρια για τη γιαγιά μου και τους ανύπαντρους θείους μου, αλλά και για τους επισκέπτες μας  εκτός Ιωαννίνων.

 

Τα μεγάλα σπίτια–μονοκατοικίες για κάποιο λόγο δε μ’ εντυπωσίαζαν. Άλλωστε ήταν ελάχιστα εκείνη την εποχή στα Γιάννινα.  Το περιεχόμενό τους μπορούσα να το φανταστώ καθώς οι σχέσεις της οικογένειάς μας που ήταν ποικίλες, περιελάμβαναν κι ανθρώπους αυτής της κατηγορίας.

Οι κινηματογράφοι έπαιζαν σπουδαίο ρόλο σ’αυτό το ζήτημα. Προέβαλαν τα σπίτια, τη διακόσμηση και την επίπλωση των καλοβαλμένων, βολεμένων ανθρώπων. Η ενημέρωση, προκαλούσε θαυμασμό μάλλον, παρά ζήλεια.  Απλά γιατί στην πόλη μας στην  ηλικία μου των πέντε ή έξι χρόνων, δεν υπήρχαν ετούτα τα καλούδια, κι αν υπήρχαν ήταν μικρής κλίμακας. Υπήρχαν τρεις τέσσερις γιατροί και ισάριθμοι έμποροι, που μπορούσαν και εισήγαγαν  έπιπλα και άλλα, ήταν όμως άσχετοι με τη συνείδηση της πλειοψηφίας.   Και οι δικηγόροι; Καθώς σπάνια ήταν χρειαζούμενοι -ήταν πιο τυχεροί οι άνθρωποι τότε- ήταν ελάχιστοι ως ανύπαρκτοι. Ίσως και να λιμοκτονούσαν στην κυριολεξία.

Τα θλιβερά σπίτια του χειμώνα, μεταμορφώνονταν με την άφιξη της Άνοιξης καθώς ντύνονταν και στολίζονταν χάριν στους κήπους που τα περιέβαλαν.  Τρέλα ήταν τότε οι γειτονιές μας.  Το αγιόκλιμα, το γιασεμί ή το αναρριχώμενο τριανταφυλλάκι -σε ροζ, κόκκινο ή λευκό- μοσχομύριζαν ομορφαίνοντας τη ζωή. Τότε ήταν που χαιρόσουν τα πρόσωπα των ανθρώπων, καθώς ξανάνιωναν σ΄ εκείνη τη γιορτινή ατμόσφαιρα της πλανεύτρας φύσης.

Την φωτεινή και χαριτωμένη αυτή περίοδο του έτους τα σπίτια ανανεώνονταν εσωτερικά ανάλογα με τα οικονομικά του καθενός.  Φρεσκάριζαν τα καλοκαιρινά τους.  Μαζεύονταν τα χειμερινά, και τα παπλώματα. Οι φλοκάτες και οι στείρες βελέντζες χτυπιόνταν στη νεροτριβή ή και στη λίμνη με τον κόπανο κι άφθονο σαπούνι. Ακολουθούσε το στέγνωμά τους πάνω στα τείχη των περιφραγμένων αυλών και το στίβαγμά τους στα μπαούλα ή στους γιούκους με «μπόλικη» ναφθαλίνη.

Τα δωμάτια γέμιζαν καλοκαιριάτικο ήλιο. Μεγάλη η χάρη του! Δίκαιος και δικαιούχος μοίραζε αδιάκριτα το χρυσάφι του σε όλα τα σπίτια: φτωχά και πλούσια, ελεώντάς τα ευεργετικά  και απολυμαίνοντας τις γωνιές τους από την ανεπιθύμητη υγρασία, τη μούχλα και τις τοξίνες της. Όλα αναβαπτίζονταν γενναιόδωρα στη ζωή, παραχωρείτο η άνεση του ουσιαστικού πλούτου «εντελώς δωρεάν»…

 

Πολύ αργότερα, στα έντεκά μου, όταν ήμουν μαθήτρια στην Πέμπτη-Έκτη  τάξη στο Τετρατάξιο Δημοτικό Σχολείο της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας, είχαμε έναν δάσκαλο, που κάποια πρωϊνά ερχόταν σκουντουφλός ή έτσι νομίζαμε τέλος πάντων.  Ήταν νέος άνθρωπος, εμείς όμως, αληθινά ζιζάνια, θέλαμε, «σώνει και καλά», να βρούμε κάτι στραβό για να το συσχετίσουμε με το ύφος του.  Ένα πρωϊνό κάποια μαθήτρια της Έκτης ψιθύρισε στην ομήγυρι: «κακοκοιμήθηκε με τη γυναίκα του, απόψε!» Ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια οι υπόλοιπες.  «Νομίζω ότι έπιασε λειχήνες από τα φιλιά της, γι’ αυτό είναι σκουντουφλός!» είπε μία άλλη για τις κοκκινίλες που είχαν φουντώσει στο προσωπό του, το συγκεκριμένο πρωΐ.  Δεν μας έμεινε έντερο στη θέση του από το γέλιο. Συνδυάζαμε την έκφραση του προσώπου του με την οικογενειακή του κατάσταση και δη με τη γυναίκα του.  «Πού μένει άραγε;» ρώτησα.  «Τι σημασία έχει αυτό;» ρώτησε κάποια. «Δεν ξέρω!»  απάντησα. «Πιστεύω ότι τα σπίτια «κολλάνε» από το χαρακτήρα των ανθρώπων τους, κι εκείνοι από αυτά» είπα. Τα κορίτσια με κύτταξαν παραξενεμένα.  Δεν με καταλάβαιναν.

 

Όμως και σήμερα πιστεύω τα παρόμοια.  Τα σπίτια μοιάζουν με τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Γιατί σπίτια και άνθρωποι, άψυχα και έμψυχα, συμμετέχουν στις χαρές και στις λύπες. Χαρούμενοι άνθρωποι, χαρούμενα σπίτια… ή οτιδήποτε άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί! «Τρελή σκέψη, τρελή πίστη» θα πείτε, εγώ όμως χαρακτηρίζω ετούτη την πίστη μου: υποπροϊόν   του ψυχισμού μου!

 

 

 

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...