Ο Γελαστός (μύθος σε στίχους, από το τετράτομο βιβλίο μου, για όλη την οικογένεια, “Αλκυονίδες”)

Ο Γελαστός

Κάποτε, σ’ αλλοτινούς καιρούς, σε χώρα μακρινή

ένα τρανό παλάτι, πιότερο   απ’ όλα ξακουστό

μέσα σε τάφρο απύθμενο, κροκόδειλοι φυλούσαν.

Άνοιγαν τις σιαγόνες τους, κι ότι τυχαία έπεφτε

ταξίδευε ταχύτατα σ’ αχόρταγο στομάχι!

Η τάφρος ήταν φοβερή και οι κροκόδειλοι πολλοί

στ’ ακίνητα, τα σκοτεινά, τα πράσινα νερά της.

 

Κάπου αλλού……………………..

στη χώρα την πανέμορφη της Ξεγνοιασιάς και της Χαράς,

ο πρίγκιπας, ο μορφονιός, ο τυχερός, ο Γελαστός

-για το μυαλό, τη βλογημένη τύχη, πολλά ξακουστός-

ευτυχισμένος ήτανε και καλοκαρδισμένος.

 

Για το παλάτι του Σκληρού, του κακοκαρδισμένου,

που πεινασμένοι, πάντοτε, κροκόδειλοι φυλούσαν,

κίνησε  ο Γελαστός, για της αγάπης τάμα,

αφού το καλοσκέφτηκε, τι τού ‘μελλε να κάνει!

 

Βλέπετε…

σα μαζεύτηκαν στου Γελαστού τα γεννητούρια οι Μοίρες,

την ώρα που αντίκριζε το φώς, μωράκι νιο στον κόσμο,

εκείνη η Κλωθώ…  του έταξε την όμορφη του Κάστρου…

που έμελλε να γεννηθεί, μετά την αφεντιά του.

Θα την ονοματίζανε Ηλιολουστή, ως είπε…

Γιατί σαν ήλιος θά ‘λαμπε και τη χαρά θα σκόρπιζε,

στο Κάστρο του Σκληρού, σε γαλανό μεταξωτό

κι ασήμι τυλιγμένη, χρυσό θα φέρνει στα μαλλιά,

μάτια θα γαληνεύει στο αέρινο το διάβα της…

 

Ο αδερφός της Άγρυπνος, ο άντρας ο χαλκέντερος

την όμορφη Ηλιολουστή, φύλαγε σαν τα μάτια του.

 

Ο Γελαστός ο τυχερός, είχε γονιούς περίφημους:

ο κύρης του ο Αστείος κι η μάνα του η Χαρά,

του δίδαξαν, μ’ εμπιστοσύνη στο καλό να ζει

με φροντισμένη δύναμη και με νοημοσύνη

τον κίνδυνο τον  άγνωστο πάντοτε να  λογιάζει.

Μεγάλωνε ο Γελαστός σ’ αγάπης ζεστασιά

κι είχε το γέλιο εύκολο, παιδί ευλογημένο.

Αν και δεν ήταν άτρωτος, το γέλιο του το λαγαρό

νίκαγε πάντα το κακό, και σκόρπαγε στο διάβα του

τις λύπες όλων, μαζί τις στενοχώριες.

 

Σαν ήρθ’ η ώρα η θετή, ασπάστηκε τη μάνα του

του κύρη του το χέρι, το άλογό του πέζεψε

το Φυλαχτό τον άσπρο.

Καβάλησε μερόνυχτα να φτάσει στο παλάτι

του φημισμένου του Σκληρού και του Άγρυπνου

του αδερφού, της λατρευτής της Ηλιολουστής.

Όταν κατάφτασε λοιπόν

ξεπέζεψε το Φυλαχτό και στάθηκε πανύψηλος

αντίκρυ στο παλάτι, που σείστηκε από φωνή

ξέχειλη απ’ αγάπη, το τραγουδάκι τ’ όμορφο:

 

“Ηλιολουστή… Ηλιολουστή… καμάρι τούτης της γωνιάς

είμαι το ριζικό σου… που η αγαπητή μας η Κλωθώ

-νουνά σου και νουνά μου- έταξε να ταιριάσουμε…

Ήρθα καλή μου κι άνοιξε, σύμμασε τα μαλλιά σου

ψηλά-ψηλά και σίγουρα, και για ταξίδι βιάσου!..

Ηλιολουστή…  Ηλιολουστή… Είμαι καλή μου ο Γελαστός…

το ταίρι σου το διαλεχτό.  Βγες το λοιπόν και άκουσε:

Ξεκίνησα από μακριά, της Ξεγνοιασιάς το Κάστρο

κι αν πέρασα κακοτοπιές τώρα είμαι κοντά σου.”

 

“Αχ Γελαστέ μου, Γελαστέ όμορφο όνειρό μου…

Θαρρώ πάντα πως σ’ ήξερα, πάντα σε καρτερούσα

τη λεβεντιά σου θαύμαζα τη χιλιοφημισμένη

και την καρδιά σου τη ζεστή, την τόσο ανθρωπινή.

Φυλάξου μόνο να χαρείς απ’ το Σκληρό πατέρα μου

τον Άγρυπνο αδερφό μου… Γιατί δε με χωρίζουνε

παρηγοριά τους μόνη, να φύγω για τα ξένα!

Φοβούμαι μη σε ρίξουνε τροφή στους κροκοδείλους

σαν πού ‘καμαν πολλές φορές με τ’ άλλα παλληκάρια”.

Την κοπελιά ο Γελαστός άκουσε από ψηλά

κι έξυπνος καθώς ήτανε κι άφοβο παλληκάρι

στην άκρια οπού στεκόντανε, σαν πού ‘χε μελετήσει,

στα γρήγορα το σχέδιο του βάζει σ’ εφαρμογή.

Φωνάζει με τρανή φωνή, που ακούστηκε στα μάκρη…

-μα πιότερο ακούστηκε στου χαντακιού τα βάθη

οπού προσμέναν νηστικοί κροκόδειλοι να φάνε.

 

“Κροκοδειλάκια μου όμορφα, και καλοαναθρεμμένα…

που η φύση γενναιόδωρα σας προίκισε καϋμένα,

με δόντια φημισμένα… για τη μεγαλοσύνη τους…

Τη δύναμή σας σίγουρα πολλοί τηνε ζηλεύουν…

Και λένε άσχημα πολλά… και… σας κακολογούνε,

χαριτωμένα πλάσματα… Μα άδικα, πολεμούνε!…

Εγώ ο Γελαστός καλέ… πολλά ο φημισμένος

το λέω και το διαλαλώ, στο σύμπαν πέρα ως πέρα…

πως στο παλάτι του Σκληρού, θα βρείτε τους σωστότερους,

τους πάλαι ρωμαλέους, τους κροκοδείλους τους αβρούς.

Αξίζει,  αξίζει λέω, άνθρωποι… κι ακούστε με:

καθείς να ξεκινήσει για να τους δει, να τους χαρεί,

γιατί στ’ αλήθεια δε θα βρει περιωπής… κροκόδειλους

τόσο ιπποτικούς, σε όοοολο το βασίλειο!..”

 

Αυτά είπε λοιπόν.  Και ω του θαύματος!

Ξεφύτρωσαν από παντού, ο κόσμος κι ο κοσμάκης…

παιδιά πού ‘τρεχαν ξέγνοιαστα, στο δίπλα από τις όχθες

της τάφρου της απύθμενης, σπαρμένης με κροκόδειλους…

Μαζεύτηκαν οι μουσικές, πιερότοι κι ακροβάτες

παιγνίδια τα λογής-λογιών και όλοι καμαρώνανε

μέσα στο πανδαιμόνιο, με θάρρος και συμπάθεια

τους όμορφους κροκόδειλους… και τα κροκοδειλάκια!

 

Κι εκείνοι;

Εκείνοι… όλο ποζάρανε με ύφος και σπουδή

κρύβοντας τώρα αδέξια τα φοβερά τους δόντια.

Τα μάτια τους λαμπίριζαν… τα αιώνια νυσταγμένα,

μ’ εγκράτεια, πεισματική… κόκκινα πεινασμένα!

Είδατε που λένε; “καλύτερα το μάτι… παρά το όνομα!”

Κι άλλοτε…

“ο καλός λόγος βγάζει το φίδι από την τρύπα!”…

Πώς θα μπορούσαν το λοιπόν ύστερ’ απ’ όλ’ αυτά

να δείξουν τις διαθέσεις τους με τρόπους αγενείς…

τραβώντας απ’ το πόδι φιλοκροκόδειλο θεατή,

ή από το χεράκι του, κάποιον μικρό ζωόφιλο

καθώς τους δαχτυλόδειχνε στη φοβερή την τάφρο…

τσιρίζοντας, και κλαίγοντας… μονάχα από τον τρόμο!

Σίγουρα απαράδεκτο, ύστερα απ’ του Γελαστού

του φοβερού χωρατατζή, τα όμορφα τα λόγια:

“Αχ!  Μα τι έξυπνος… αχ! Μα τι στόμα!”

 

Ο Γελαστός ο φοβερός έριξε την τριχιά του

και την κυρά Ηλιολουστή, κατέβασε με βιάση.

Ιππότες οι κροκόδειλοι οι τρισχαριτωμένοι

με ζήλο, για να δείξουνε μεγάλη ιπποσύνη

στήσαν μεγάλη γέφυρα, τις ράχες αραδιάζοντας

για να περάσουν αντικρύ ο Γελαστός και η Ηλιολουστή σπουδαία δεσποσύνη!

 

Κι αν ο Σκληρός εσκλήριζε… κι ο Άγρυπνος βρυχούσε

κι αν διαταγές απανωτές, δίναν στη ‘χλαγοή

κανείς τους δεν τους άκουγε… κι άααδικα απειλούσαν!

 

Φοβέρες κι αν σκορπούσαν

οι φοβεροί κροκόδειλοι, είχαν στ’ αλήθεια μαγευτεί!

 

Ο Γελαστός κι η Ηλιολουστή στο Φυλαχτό καβάλα

περάσανε στης Ξεγνοιασιάς και της Χαράς τη χώρα

κατευχαριστημένοι -οι ταλαιπωρημένοι-

και μιαν ευχή ακούγανε, όπου και αν περνούσαν:

 

“Ω! Γελαστέ κι Ηλιολουστή

Να είστε πάντοτε μαζί, να είστε ευτυχισμένοι!”

Τέλος

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...