Το Στοίχημα (Μονόπρακτο)

Πιπίνα Δ. Έλλη

Το Στοίχημα

(Μονόπρακτο, Σύδνεϋ 20000

……………………………………………………………………………………

Πρόσωπα:

Μιλτιάδης:                 Μεσήλικος δικηγόρος, χήρος

Δημήτρης:                  Γυμνασιάρχης συνταξιοδοτούμενος πρόσφατα, χήρος

Ερατώ:                          Η υπηρεσία του Μιλτιάδη μέχρι τριανταπέντε χρόνων

…………………………………………………………………………………………………

(Τα ακόλουθα ονόματα, αναφέρονται απλά στο μονόπρακτο:

Αλίκη:               Η θυγατέρα του Μιλτιάδη, στον τηλεφωνικό διάλογο

Αλέξανδρος:   Γιος του Δημήτρη

Πολυξένη:       Η υπηρεσία του Δημήτρη, που έφυγε

Ελένη:              Η μακαρίτισσα σύζυγος του Μιλτιάδη

Ευτέρπη:         Η οικονόμος του Μιλτιάδη και της Ελένης

Κωτσαρής:      Συμβουλάτορας της Ερατώς στην Ελλάδα

Μίλτος:           Ο άνθρωπος που φέρνει τα αναψυκτικά στο σπίτι του Μιλτιάδη)

…………………………………………………………………………………………….

 

Πράξη πρώτη

Εικόνα πρώτη

Ο Μιλτιάδης κάθεται στο σαλονάκι του σπιτιού του και διαβάζει μια δικογραφία.  Ξεκουράζεται.  Κάποια στιγμή, κυττάζει το ωρολόγι του.  Φαίνεται πως περιμένει κάποιον. Όταν όμως ακούει χτυπήματα στην πόρτα,  παραξενεύεται.  Σηκώνεται για να δει ποιος είναι. Κυττάζει από το μάτι της πόρτας και ανοίγει.

Μιλτιάδης: Ο Δημήτρης!  Αυτό, είναι  έκπληξη!

Δημήτρης:  Καλημέρα Μιλτιάδη!

Μιλτιάδης: Καλώς τον, καλώς τον. Αν και… εντελώς συμπτωματικά σε σκεφτόμουν σήμερα το πρωί, ωστόσο δεν   περίμενα να σε δω, για νά ‘μαι ειλικρινής.

Δημήτρης: Ε, είπα να περάσω να σε δω λιγάκι.  Πέρασαν αρκετές μέρες από την τελευταία φορά που τα είπαμε.  Σκέφτηκα λοιπόν να μη σου τηλεφωνήσω για να μάθω νέα σου, αλλά να σε επισκεφτώ.  Είπα στον εαυτό μου: αν είναι εκεί, καλώς.  Δεν είναι, τότε μόνο θα τον πάρω στο τηλέφωνο.  Νόμισα ότι ήταν καλύτερα έτσι.  Ελπίζω να μην επικρίνεις την απόφασή μου.

Μιλτιάδης: Έλα, έλα λοιπόν, πέρνα μέσα.  Να μιλήσουμε τουλάχιστο καθιστοί. Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω αγαπητέ μου Δημήτρη… Όπου νά ‘ναι θα καταφτάσει και… η Ερατώ μας!  Την περιμένω.

Ο Δημήτρης σταματά και πάλι παραξενεμένος.

Δημήτρης: “Η Ερατώ μας;”  Ποια είναι πάλι αυτή;

Μιλτιάδης: Η καινούργια υπηρεσία μου.  Σχεδόν φρέσκια από την Ελλάδα!

Δημήτρης: Μάλιστα!  Έτσι λοιπόν!  Κάνεις δουλειές πίσω από την πλάτη μας ε;  Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν σε είδαμε στο club του St. George τις τελευταίες ημέρες.

Μιλτιάδης: Έλα λοιπόν ησύχασε!  Εδώ είμαι, δεν έφυγα ακόμη από το Σύδνεϋ.  Άλλωστε… αφού, όπως λες, ανησυχούσατε εσύ και η παλιοπαρέα, γιατί δεν μου τηλεφωνούσατε;  Ή μήπως και σας έκοψαν τις τηλεφωνικές σας γραμμές;

Δημήτρης:  Θα μπορούσε να έχει γίνει κι αυτό.  Τα χρήματα της σύνταξης μόλις που φτάνουν!  Αλλά διάβολε… κι εσύ δεν είσαι καλύτερος!  Ούτε που  στενοχωρήθηκες καθόλου για την παρέα μας. Αλλά τι λέω ο ανόητος.  Έπρεπε να κάνεις training την υπηρεσία σου…  Πώς την είπες;  “Την Ερατώ μας”!..

Μιλτιάδης: Ερατώ, τη λένε Δημήτρη και μη με ειρωνεύεσαι. Έλα τώρα, ηρέμησε και μη μου κρατάς θυμό. Έχω βλέπεις και κάποιες μικροϋποθέσεις να ταχτοποιήσω.  Ακόμη δεν την παράτησα τη δουλειά μου ολωσδιόλου. Ασχολούμαι.  Κάποιοι παλιοί πελάτες μου, δυσκολεύονται ν’ αλλάξουν δικηγόρο στην ηλικία μας και έτσι κάνω ό,τι μπορώ.  Συγγνώμη λοιπόν και please, κάνε μου την τιμή να περάσεις μέσα και να καθίσεις επιτέλους.

Δημήτρης:  Εντάξει, συγχωρείσαι.  Για να καθίσω όμως εγώ, όπως ξέρεις, θα πρέπει πρώτα να δροσίσω τον λάρυγγά μου με ένα ουζάκι… και φυσικά, εκ των υστέρων,  έχω την απαίτηση να μου φτιάχνουν οι οικοδεσπότες το καφεδάκι μου Greek style.

Μιλτιάδης: Όλα θα γίνουν Δημήτρη μου.  Όλα θα γίνουν. Επιτέλους βρε αδερφέ, πέρνα μέσα!  Από την πόρτα, δεν πρόλαβα καθόλου να σου ανοίξω κι αρχίσαμε κιόλας να φιλονικούμε.  Πέρνα τουλάχιστον να πούμε και κάτι καθιστοί βρε παιδί μου! Ξέρεις, δεν αντέχω και τις πολλές-πολλές ορθοστασίες, ακίνητος.  Άλλο να περπατώ κι άλλο να στέκομαι όρθιος σ’ ένα μέρος.

Περνούν μέσα στο σαλονάκι. Κάθονται.  Ο Μιλτιάδης έχει ένα σκάκι ανοιχτό επάνω στο τραπέζι του καφέ, μπροστά από τον καναπέ και ανάμεσα από δύο πολυθρόνες.

Μιλτιάδης: Έλα λοιπόν να παίξουμε να παίξουμε μία παρτίδα σκάκι κι ώσπου να τελειώσουμε, σίγουρα θα καταφτάσει και η Ερατώ.  Ξέρεις αυτή έχει τους τρόπους της και θα μας περιποιηθεί.

Δημήτρης: Τι το θέλεις καϋμένε τώρα το σκάκι; Δεν ακούμε λιγάκι τα νέα;  Άνοιξε λίγο την τηλεόραση να δούμε τι στο καλό γίνεται με το bloody GST*.  Μας τσουβάλιασε ο Χάουαρντ**.  Άσε πια τους Ολυμπιακούς Αγώνες που έρχονται ολοταχώς σαν το κακό προμήνυμα!..  Θα βουλιάξει η Αυστραλία.  Όλοι οι μικροί φωνάζουν.  Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται.  Το χρήμα το μαζεύει με καταπληκτική ταχύτητα η μεγαλο-κεφαλαιοκρατία!  Λυπάμαι τους νέους μας.  Πώς θα μπορούν κάνουν σπιτικό όταν σαν αντρόγυνο θα σκοτώνονται για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην;

Μιλτιάδης: Έλα τώρα Δημήτρη.  Μια ζωή, είσαι ένας εκπαιδευτικός.  Ανησυχείς για τη γλώσσα των Ελληνικών, για την προσωπίδα των δυνάμεων: τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το GST, τους ιθαγενείς και τα δικαιώματά τους, και… και… τόσα άλλα που είναι αναρίθμητα.

Δημήτρης: Μα αγαπητέ μου φίλε Μιλτιάδη, δεν έχεις λοιπόν, καθόλου διορατικότητα;  Δεν βλέπεις το μέλλον του κόσμου;  Η Αλίκη σου μεγαλώνει μωρό.  Ο Αλέξανδρός μου ετοιμάζεται να παντρευτεί.  Τι μας περιμένει λοιπόν κι εμάς όλους μαζί;

Μιλτιάδης: Λοιπόν;  Δεν έχω δίκιο που σου λέω να παίξουμε μια παρτίδα σκάκι;

Δημήτρης: Θέλεις λοιπόν να σκουπίζεις όλα όσα σου είναι ενοχλητικά κάτω από το χαλί για να τα ξεχνάς;

Μιλτιάδης: Δημήτρη υπάρχει κι ένας άλλος λόγος.  Όπως βλέπεις η τηλεόρασή μας δεν είναι εδώ.

Δημήτρης: Πού πήγε λοιπόν;  Σε βαρέθηκε και τό ‘βαλε στα πόδια;  Χα, χα, χα!..

Μιλτιάδης: Ε, όχι δα αγαπητέ μου!  Κάηκε καθώς μας είπε ο τεχνικός τηλεοράσεων.

Δημήτρης: Ε, λοιπόν είχα δίκιο.  Σας βαρέθηκε κι αποφάσισε ν’ αυτοκτονήσει. Χα, χα, χα!..

Μιλτιάδης:  Χαίρομαι που βρίσκεις  το χρόνο και τον διαθέτεις για χιούμορ, αγαπητέ μου Δημήτρη.  Αυτό σημαίνει ότι είσαι στο forte σου.

Δημήτρης:  Και τι να κάνω ο κακομοίρης;  Ούζο δεν υπάρχει -όχι ακόμη, τέλος πάντων- και ο  καφές θα αργήσει κατά τα φαινόμενα, αφού θα ακολουθήσει το ούζο… Όσο για το μεράκι μου για τα νέα, κι αυτό οφείλω να το ξεχάσω με μια τηλεόραση που κάηκε η δυστυχής, πιθανόν από την… ασυγχώρητη παραμέλησή της στα χέρια σου!…

Μιλτιάδης: Εκπαιδευτικός δεν είσαι;  Επομένως είσαι λεπτολόγος και σχολαστικός.  Δε σου έτυχε ποτέ σου να μην έχεις τίποτε στο σπιτικό σου βρε αδερφέ;

Δημήτρης:  Ναι, βέβαια… πώς δεν μου έτυχε!  Άκου λέει!  Και μάλιστα για πολλές ημέρες, τόσες όσες χρειαζόμουν για να ξεφορτωθώ την αξιοπρεπέστατη κυρία Πολυξένη, μια για πάντα!..

Μιλτιάδης:  Έλα τώρα καϋμένε Δημήτρη που με θέλεις να πιστέψω κάτι τέτοιο!  Εσύ, ένας πρώην σπουδαίος εκπαιδευτικός, με κάποιο -υποθέτω- σεβαστό εισόδημα… τέλος πάντων…

Δημήτρης: Ομολογουμένως, με υπέρ-κολακεύεις αγαπητέ μου φίλε: “πρώην σπουδαίος εκπαιδευτικός” λέει!  Κόλακας να σου τύχει μια φορά.  Αλλά τι φταις εσύ; Σε διέφθειρε το επάγγελμα, αγαπητέ μου… Βλέπεις όλοι μας όταν εξασκούμε ένα επάγγελμα, μπαίνουμε στο πετσί του, παίρνουμε όλα τα καλά και τ’ άσχημά του, και δεν υπάρχει άλλος δρόμος, αν θέλεις να είσαι professional!

Ο Μιλτιάδης τον κυττάζει κάποια στιγμή προσεχτικά.  Μετά κυττάζει τα ρούχα του.  Δε νοιάζεται να είναι διακριτικός.

Μιλτιάδης: Αλήθεια, αγαπητέ… δεν είχα προσέξει πως είσαι ολομόναχος!   Πίστευα ότι την Πολυξένη θα την είχε αντικαταστήσει κάποια δουλεύτρα, έστω και δυο φορές την εβδομάδα.  Νόμιζα πως έχεις κάποιον τέλος πάντων κοντά σου.

Δημήτρης: Μπα;  Δείχνει λοιπόν τόσο πολύ η μοναξιά μου; Ίσως κιόλας να φαντάζεσαι ότι ζω στη μιζέρια.  Ε, λοιπόν Μιλτιάδη μου είμαι στην πολύ ευχάριστη θέση να σε διαψεύσω.  Ναι παιδί μου, κάνεις μεγάλο λάθος.  Έχω παρέα και μάλιστα την εκλεκτή των εκλεκτών. Δεν είναι παρά ένα μικρό σκυλάκι που γαυγίζει όταν περνούν ή πλησιάζουν οι άγνωστοι.  Ένα καλό σκυλάκι… ένα silky terrier.  Το βάφτισα Ερμή, και είναι το πιο χαριτωμένο πλάσμα του κόσμου.

Μιλτιάδης: Έλα τώρα αγαπητέ μου… Δεν εννοώ τέτοια συντροφιά!  Μιλάω για κάποια ανθρώπινη παρουσία.

Ο Δημήτρης χαμογελάει μυστηριωδώς

Δημήτρης: Υποθέτω κάποιον σαν… την Ερατώ “σας”!

Μιλτιάδης: Μην είσαι τόσο βέβαιος, ότι είναι ένα “αναγκαίο κακό”.

Δημήτρης: Να σου πω… Δεν έχω κανέναν κοντά μου, γιατί όλοι με άφησαν!   Και ξέρεις γιατί;  Γιατί δεν έχω να προσφέρω τίποτα πια, σε κανέναν.  Απολύτως τίποτα!

Μιλτιάδης:  Καλά καϋμένε δε χάθηκε ο κόσμος!  Έτσι να κάνεις τα δάχτυλά σου, θα βρεις δέκα καλές νοικοκυρές για να σε περιποιούνται.   Αφού μάλιστα θα πληρώνονται!  Ο κόσμος τα έχει ανάγκη τα χρήματα.  Και είναι πολλές οι γυναίκες στην ηλικία μας, που ψάχνουν για τέτοιες δουλειές όταν δεν έχουν κάποια παραπανίσια μόρφωση.  Άλλωστε είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι.  Τι στο δαίμονα!

Δημήτρης: Δε θέλεις να καταλάβεις αγαπητέ μου.  Δεν ενδιαφέρομαι να έχω κάποια γυναίκα στο πλευρό μου. Αυτά τα πέρασα.  Τώρα ζω μια νέα ανεξαρτησία, και… κυριολεκτικά την απολαμβάνω.  Όχι πίσω στις αλυσίδες!  Άσε με αδερφέ,  μια χαρά είμαι. Είμαι λοιπόν μόνος μου και δεν έχεις ιδέα πόσο αυτό απλοποιεί τη ζωή μου.   Ξέρω ότι όπου βάζω ένα πράγμα, εκεί και θα το βρω.  Τι δηλαδή, νά ‘χω μια γυναίκα στο δίπλα μου, για να βασανίζομαι;  Και όχι μόνο αυτό, αλλά να μου ζητάει κι από πάνω;  Ε, όχι!  Δεν είμαι δα και μαζωχιστής!

Μιλτιάδης: Μα αγαπητέ μου φίλε, πρέπει να δίνεις για να παίρνεις.  Έτσι δεν είναι;   Η αμοιβαιότητα φίλε μου είναι η ισορροπία των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και δη μεταξύ των φύλων.

Δημήτρης: “Να δίνεις για να παίρνεις λέει! Τι δίνεις όμως φίλε μου και τι παίρνεις πίσω!  Αγάπη;  Χρόνο;  Μήπως μόνο χρήματα; Ή τίποτα απολύτως!

Μιλτιάδης:  Τι παράξενο που ακούγεται!  Εσύ ένας βετεράνος εκπαιδευτικός, με μια καλή σύνταξη να βρίσκεσαι οικειοθελώς σε αυτή τη θέση!

Τον ξανακυττάζει με ερευνητικό ύφος, και με τον οίκτο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Σκέφτεται δυνατά.

Μιλτιάδης: “Καυμένε Δημήτρη.  Δες τα απεριποίητα ρούχα του.  Την τσάκιση του παντελονιού του.  Εμένα τουλάχιστο μου σιδερώνει και κανένα παντελόνι η Ερατώ.  Και θαρρώ πως αδυνάτισε… Χμ!  Άραγε  να τρώει καλά ο κακόμοιρος;”

Δημήτρης: Βλέπω φίλε μου πως πάλι τα ρούχα μου κυττάζεις. Σε απασχολεί πολύ η εμφάνισή μου. Και με λυπάσαι σίγουρα… Μα άκου αγαπητέ μου, εσύ, που σαν τους περισσότερους ανθρώπους, δίνεις σημασία σε αυτά τα εξωτερικά σημάδια της καλοπέρασης και της ευημερίας:  τα ρούχα δεν φτιάχνουν τον άνθρωπο.

Μιλτιάδης: Δημήτρη αν δε σε ήξερα, σίγουρα, θα μπορούσαν τα ρούχα σου να επηρεάσουν τη γνώμη μου για το άτομό σου.  Όμως, θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω μαζί σου ως προς το ρόλο της καλής εμφάνισης ενός ατόμου.  Και βέβαια το ρούχο δείχνει τον άνθρωπο.  Πού ζούμε λοιπόν αγαπητέ μου;  Στην εποχή των τρωγλοδυτών;  Το ρούχο και η όλη εμφάνιση που δίνουν μια πρώτη εντύπωση -φυσικά ακολουθούν και πολλά άλλα ευνόητα- ανοίγουν τις θύρες.

Δημήτρης: Σίγουρα, Μιλτιάδη, εσύ σα βετεράνος δικηγόρος που είσαι, προσέχεις από συνήθεια καλή ή κακή, τι φοράει ο συνάνθρωπος.  Γιατί, έτσι έμαθες βέβαια.  Αυτό πρόσεχες κάθε φορά που ένας νέος πελάτης έμπαινε στο γραφείο σου.  Έτσι κανόνιζες και πόσα να του μαδήσεις… Κάποτε ασκώντας αυτό το μέτρο, τα είχες οικονομήσει για τα καλά… Δε βαριέσαι… από αδικήματα και απάτες, μήπως υπάρχει και τίποτε άλλο πιο αξιόλογο στη ζωή μας;  Πάντα νόμιζα, πως αντιπροσώπευες όλους εκείνους, που είχαν γίνει τόσο μα τόσο καλοί σ’ αυτό, που ούτε λαγωνικά να ήταν στο ξέβγαλμα του φουκαρά του λαγού! Εδώ βέβαια ο λαγός αντικαθίσταται από τον άνθρωπο με το παχύ πουγκί ή το παχύ πορτοφόλι…

Ο Μιλτιάδης έχει μείνει άναυδος από τη συμπεριφορά του φίλου του. Δεν προλαβαίνει όμως να αντιδράσει, γιατί ανοίγει ξαφνικά η εξώπορτα και μια νέα γυναίκα, ως τριάντα με τριανταπέντε χρόνων περνάει μέσα από το σαλόνι,  μασουλώντας ανάγωγα, και κρατώντας σακκούλες με ψώνια.  Δε δίνει καμμία σημασία στους καθήμενους, ούτε και που νοιάζεται να σέρνει τα πόδια της στο δάπεδο.  Την κυττούν για μια στιγμή και οι δυο ηλικιωμένοι άναυδοι, ενώ ο Μιλτιάδης σηκώνεται ξαφνικά και τρέχει από πίσω της λέγοντας:

Μιλτιάδης:  Ερατώ, παιδί μου, γύρισες… Είναι ο κύριος Δημήτρης εδώ.  Δεν τον είδες;

Ερατώ:  Ναι;  Και λοιπόν καλέ κύργιε;

Μιλτιάδης: Πρόσεχε παιδί μου τι λες!  Είπα πως είναι ο κύριος Δημήτρης εδώ… Ο φίλος μου… ο Γυμνασιάρχης.  Θα τον έχουμε για λίγο μαζί μας.

Ερατώ: “Τώρα μάλιστα!”  Καλησπέρα κυρ-Γυμνασιάρχη μου!

Η Ερατώ που εξακολουθεί να μασουλάει συνεχώς, φέρνεται εντελώς ανάγωγα. Ο Δημήτρης μιλάει σοβαρά και δε δείχνει την παραμικρή έκπληξη για τη συμπεριφορά της νέας γυναίκας.  Αντίθετα τη χαιρετά κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση. 

Δημήτρης: Καλησπέρα κυρία μου!

Η Ερατώ στέκεται μια στιγμή σαστισμένη αλλά γρήγορα επανακτά το ανάγωγο ύφος της.  Ο Μιλτιάδης επεμβαίνει καθώς τη βλέπει να ετοιμάζεται να φύγει προς την πόρτα της κουζίνας.

Μιλτιάδης:  Άκου παιδί μου, Ερατώ, φέρε μας από ένα ουζάκι και φτιάξε και κανένα μεζεδάκι… Άντε  μπράβο!

Εκείνη χωρίς να απαντήσει, προχωρεί προς την κουζίνα για να ξαναγυρίσει γρήγορα, κρατώντας δυο μικρά ποτηράκια με ούζο νερωμένο.

Μιλτιάδης:  Μπράβο Ερατώ!… Τι σου έλεγα Δημήτρη;  Μην ξεχάσεις όμως και το μεζέ… παιδί μου.

Ερατώ: Ποιο μεζέ καλέ κύργιε;  Όλο μου ζητάτε πράματα που δεν υπάρχουν. Άσε που δεν κάνει να φάτε κιόλας… Ανθρώποι σαν την αφεντιά σας… Ξέχασες καλέ κύργιε τη χοληστερίνη σου.  Αυτό βλέπω εγώ…

Μιλτιάδης:  Ερατώ παιδί μου, μήν είσαι κακότροπη.  Φέρε μας, έστω, κάποιους ξηρούς καρπούς.  Ξέρω νομίζω, πώς να προσέχω τον εαυτό μου.  Μην ανησυχείς γι αυτό.

Ερατώ: Μα κύργιε Μιλτιάδη μου, με εκατό δολλάρια που μου δίνεις να ψωνίσω, σαν τι περιμένεις;  Το ούζο κάνει εικοσιπέντε δολλάρια, το ψάρι που είναι καλό για τη χολιστερίνη σου, κόστισε είκοσι δολλάρια.  Πόσα μας κάνουν;  Σαρανταπέντε δολλάρια. Το γάλα πέντε δολλάρια, το ψωμί άλλα τόσα… τα τσιγάρα… ο καφές… Ωχ, καλέ κύργιε, τι θέλεις και τα ξεψειρίζεις τώρα;   Η απόδειξη είναι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.  Λοιπόν;

Μιλτιάδης:  Τι εννοείς με όλα αυτά;  Δε σου έφτασαν λοιπόν τα εκατό δολλάρια που σου έδωσα;

Ερατώ:  Μάγος είσαι;  Σίγουρα καλέ κύργιε!   Ξέχασες και το GST;*

Ο Δημήτρης που άθελά του παρακολουθεί αυτή τη συζήτηση, δεν αντέχει άλλο και ξεσπά στα γέλια.  Και οι δυο τον κυττάζουν προσβεβλημένοι.

Δημήτρης: Χα, χα, χα!  Καλά σου λέει η χριστιανή  Μιλτιάδη μου!   Ξέχασες το GST;

Κουνάει το χέρι του και το κεφάλι του, δείχνοντας έτσι ότι δεν πιστεύει την υπηρεσία.  Η Ερατώ τον μιμείται κοροϊδεύοντάς τον αλλά χωρίς να ακούγεται. Ο Μιλτιάδης που ξέρει βέβαια τους λόγους αυτού του ξεσπάσματος του Δημήτρη, μιλάει ήσυχα και σοβαρά στην Ερατώ, σα να μη συμβαίνει τίποτα.

 Μιλτιάδης:  Φέρε μας λοιπόν παιδί μου Ερατώ… λίγο αγγουράκι, καμιά τοματούλα, λίγο τυράκι φέτα… και καμιά ελίτσα.  Μην ξεχάσεις και το ψωμάκι.

Η Ερατώ κουνάει το κεφάλι της και το χέρι της εννοώντας την βραδύτητα του Μιλτιάδη να καταλάβει τι του λέει.

Ερατώ:  Άκου… κύργιε Μιλτιάδη μου.  Ψωμάκι θα σας φέρω, μπορεί και λίγες ελίτσες, αν έχουμε από τα περασμένα ψώνια, κι αυτό είναι όλο.  Δώσε μου κι άλλα δολλάρια και ευχαρίστως να πάγω δίπλα στο σουπερμάρκετ να σου φέρω και του πουλιού το γάλα.

Μιλτιάδης: Καλά, καλά  παιδί μου.  Φέρε τέλος πάντων ό,τι υπάρχει.  Ο κύριος Δημήτρης κι εγώ θα περιμένουμε να μας ετοιμάσεις κάτι για το ούζο μας.

Η Ερατώ φεύγει βαριεστημένη και κατσούφα, σέρνοντας τα πόδια της και κρατώντας τα χέρια της στις τσέπες της, εξακολουθώντας πάντα να μασουλάει.  Ο Δημήτρης παρακολουθεί τις αντιδράσεις του Μιλτιάδη.

Δημήτρης: Δε μου λες Μιλτιάδη -με το θάρρος βέβαια της μακροχρόνιας φιλίας μας- είσαι ευχαριστημένος από την Ερατώ;

Μιλτιάδης:  Σσσς!.. Μη μας ακούσει Δημήτρη μου… Τι εκλογή έχω;  Από τότε που έμεινα ολομόναχος… από τότε δηλαδή που έφυγε η αγαπημένη μου Ελένη, τι να  έκανα;  Είχα την κυρία Ευτέρπη για λίγο, μετά από το θάνατο της Ελένης, όπως ξέρεις, αλλά κι αυτή δούλεψε πολλά χρόνια υπηρεσία στο σπίτι μας.    Ήρθε λοιπόν μια στιγμή που κουράστηκε… Εξάλλου ο άντρας της έλαχε μιας μικρής κληρονομιάς, του άκληρου αδερφού του, κι έτσι τη χάσαμε την Ευτέρπη.  Εγώ ποτέ δεν ήμουν εξοικειωμένος με τα οικοκυρικά.  Έτσι λοιπόν έψαξα κι έψαξα και τέλος βρήκα στις ελληνικές εφημερίδες μια αγγελία, εκείνη της Ερατώς.  Είχε καλές συστάσεις βέβαια.

Ο Δημήτρης ειρωνικά.

Δημήτρης:  Το βλέπω, το βλέπω!  Έψαξες και πολύ μάλιστα φίλε μου… Και τι πέτυχες, ε;  Το κελεπούρι!

Μιλτιάδης:  Ε… δεν είναι τέλεια… αλλά καλή είναι.

Δημήτρης:  Εντάξει αγαπητέ μου.  Δε χρειάζεται να με πείσεις.  Έχω και μάτια και αυτιά.

Τον πλησιάζει και του λέει εμπιστευτικά:

Δημήτρης: Ευτυχώς που υπάρχουν τα καθαριστήρια Μιλτιάδη μου και βολευόμαστε κι εσύ που έχεις την Ερατώ κι εγώ που δεν έχω κανέναν.  Κατάλαβες;  Από φαγητό όμως, δεν ξέρω πώς τα πας με την νέα υπηρεσία σου.  Πάντως δε μου φαίνεσαι καλοταϊσμένος.

Μιλτιάδης: Σιγά καϋμένε και θα μας ακούσει!

Δημήτρης:  Τώρα μάλιστα!  Δηλαδή κι εδώ είμαι σωστός;

Μιλτιάδης:  Τι εννοείς;

Δημήτρης: Ότι δε σου μαγειρεύει αγαπητέ μου!

Μιλτιάδης:  Ε… Πώς… Μου μαγειρεύει η κοπέλα… ό,τι ξέρει τέλος πάντων.

Δημήτρης:  Βρε συ άτιμε!  Μήπως σου αρέσει αυτό το θήλυ, γι’ αυτό και το ανέχεσαι;

Ο Δημήτρης χαμογελάει πονηρά, ενώ ο Μιλτιάδης δαγκώνεται.

Μιλτιάδης:  Αυτό πια δεν το περίμενα από έναν μορφωμένο άνθρωπο σαν κι εσένα!

Δημήτρης: Γιατί αδερφέ;  Έπαψες μήπως να είσαι άντρας;  Εγώ, αν μπορούσα… να τις ανεχτώ τις γυναίκες, λόγω τιμής, θα έπαιρνα μια να με κυττάζει… Και να με κυττάζει με όλη τη σημασία της λέξης.  Γιατί τα θηλυκά θέλουν μαζί με όλα τα άλλα και το ψιλό να είναι παρόν και δυνατό.  Οι ρομαντισμοί δεν ωφελούν χωρίς τη ζεστασιά που δίνει η ικανοποίηση της οικονομικής άνεσης.  Αλλά από τα χρήματα που εγώ παίρνω για παράδειγμα τι θα μπορούσε να πρωτοκυττάξει κανείς!  Εγώ… μόλις που εξασφαλίζω το φαγητό και τα έξοδα του Ερμή, της συντήρησης του σπιτιού μου και του αυτοκινήτου μου.   Όπως το λέει όλος ο κόσμος, και η… Ερατώ “σας”, το GST μπήκε πριν από την ώρα του.

Έρχεται επιτέλους η Ερατώ με ένα δίσκο όπου κρατά ένα μπουκάλι ούζο, ένα μικρό πιατάκι με λίγες ελιές  και ένα άλλο με μπισκοτάκια νερού.  Το ακουμπά πάνω στο τραπέζι του καφέ και ενώ δε σταμάταγε να μασουλά είπε:

Ερατώ:  Θα είμαι στην κουζίνα κύργιε, αν με θέτε για κάτι.

Μιλτιάδης: Ναι, Ερατώ παιδί μου, σ’ ευχαριστούμε.

Ο Δημήτρης χαμογελά πονηρά καθώς υψώνει το ποτήρι του σε πρόποση.

Δημήτρης: Ερατώ, λοιπόν!… Ας πιούμε στην υγειά σου παλιέ μου φίλε και στην υγειά της Ερατώς “μας”!

Μιλτιάδης: Να ‘σαι καλά με το δούλεμά σου και με το πείσμα σου να μη θέλεις να με καταλάβεις.  Δεν ξέρεις πόση ανάγκη έχω από μια παρουσία μέσα σε τούτο το σπίτι. Πόσο θα ζήσουμε άραγε;  Τουλάχιστο να ζήσουμε με μια ζεστασιά!

Δημήτρης: Δεν αντιλέγω αγαπητέ μου… Να έχεις όμως κάποιον ανάλογό σου.  Κάποιον που να σε υπολογίζει εσένα και τις ανάγκες σου τις αισθηματικές. Όχι μια τυχοδιώκτρια, κάποια… που όχι μόνο έχει μεγάλη γλώσσα, αλλά σίγουρα κι ελαφρύ χέρι!

Μιλτιάδης:  Πώς το ξέρεις αυτό;

Δημήτρης:  Δεν είναι και τόσο καλή στα μαθηματικά της.  Βγήκε με εκατό δολάρια και έφερε πράγμα πενήντα δολαρίων… Τα υπόλοιπα πού πήγαν;

Απάνω που πήρε να σκέφτεται  ο Μιλτιάδης τα λόγια του Δημήτρη, χτύπησε το τηλέφωνο.  Αμέσως το σήκωσε:

Μιλτιάδης: Εμπρός! Αλίκη μου!  Καλησπέρα κόρη μου!   Καλά είστε λοιπόν όλοι σας; Μπράβο κοριτσάκι μου!   Είναι αρκετές ημέρες, το ξέρω. Ο Πέτρος και το μωρό μας τι κάνουν;  Μπράβο, μπράβο… πόση χαρά μου δίνεις κορίτσι μου!  Να σ’ έχει ο Μεγαλοδύναμος καλά.

Ξαφνικά ακούγονται τραγούδια από την κουζίνα αλλά και θόρυβοι σκευών και ντουλαπιών που ανοιγοκλείνουν, ενώ ο Μιλτιάδης συνεχίζει να μιλεί στο τηλέφωνο.  Η Ερατώ τραγουδά ξαφνικά το “Είμαι αετός χωρίς φτερά” και το εναλλάσσει με το “Ο αετός πεθαίνει στον αέρα”. Ο Δημήτρης που ακούει προσεκτικά, κουνά το κεφάλι του χαμογελώντας.

Μιλτιάδης:  Τι είπες;  Δεν σε άκουσα, συγγνώμη.  Α!  Ναι, τραγουδάει η Ερατώ… Ξεχάστηκε μόνη στην κουζίνα.  Αν είμαι μόνος με την Ερατώ; Δε θέλω να σχολιάσω το ερώτημά σου, παιδί μου, αλλά αφού πρέπει να ξέρεις… όχι, δεν είμαι… είναι ο Δημήτρης εδώ, ο φίλος μου, ο πρώην εκπαιδευτικός.  Όχι δε συγχύζομαι! (χαμογελά βιασμένα) Εντάξει… εντάξει… Ναι, παιδί μου, ελάτε όποτε θέλετε.  Όχι… όχι!  Πίστεψέ με δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα!  Γεια σου παιδί μου. Φιλιά στο μωρό μας… χαιρετισμούς στον Πέτρο.

Αφήνει το τηλέφωνο σκεφτικός  και ενώ η Ερατώ εξακολουθεί να θορυβεί, στρέφεται προς το Δημήτρη και λέει ψύχραιμα σα να μη συνέβαινε τίποτα το ασυνήθιστο:

Μιλτιάδης: Ήταν η Αλίκη, η κόρη μου.  Θα έρθουν αργότερα με τον Πέτρο και το εγγονάκι μου.

Δημήτρης: Αλήθεια; Καλώς να τους δεχτείς.  Δε σε βλέπω όμως και πολύ χαρούμενο.

Μιλτιάδης:  Πρέπει να ετοιμάσουμε κάτι για τα παιδιά μου…

Θά ‘λεγε κανείς ότι μιλούσε στον εαυτό του. Έρχεται πίσω στο κάθισμά του σκεφτικός και ανήσυχος.  Ο Δημήτρης τον κυττάζει με κάποιον φανερό οίκτο.

Δημήτρης: Ανησυχείς για την Ερατώ και τα παιδιά σου. Δεν ανησυχείς όμως για τον ίδιο τον εαυτό σου και υποφέρεις κάθε μέρα στα χέρια αυτής της ξένης και αδιάφορης, προς το άτομό σου, γυναίκας.

Τον πλησιάζει και τον χτυπά φιλικά στον ώμο. 

Δημήτρης: Έλα τώρα Μιλτιάδη.  Μην τα παίρνεις όλα κατάκαρδα.  Δεν είναι δα τόσο άσχημα τα πράγματα. Σίγουρα έκανες κακή αρχή παίρνοντας την Ερατώ, αλλά όπως λένε ποτέ δεν είν’ αργά.  Δηλαδή… θα πρέπει -αυτή βέβαια είναι η γνώμη μου, από όσα βλέπω- να γίνεις αυστηρότερος μαζί της.  Γιατί αν άκουσε το τραγούδι της Ερατώς θα πρέπει να κατάλαβες ότι η Ερατώ μας δεν μπορεί να ανασάνει δεμένη…

Μιλτιάδης: Τι εννοείς αγαπητέ μου;

Δημήτρης: Μα δεν άκουσες τα τραγούδια της περί αετών;  Εκείνο… το… “Είμαι αετός χωρίς φτερά…” Τι της έκανες της δύστυχης βρε Μιλτιάδη; Της κουτσούρεψες τα φτερά να μην πετάξει;  Άκου την αναιδέστατη.  Γιατί τι άλλο εννοούσε, αν όχι ότι επιθυμεί την ελευθερία της από οποιοδήποτε ζέψιμο. Γιατί εδώ που τα λέμε και από ότι βλέπω, αυτή εδώ είναι το αφεντικό. (Ο Μιλτιάδης κοκκινίζει και σηκώνεται όρθιος).  Με συγχωρείς φίλε μου αν σε στενοχωρώ με τα λόγια μου.  Αλλά το θεωρώ  καθήκον μου.  Επιτέλους της προσφέρεις τη στέγη σου και ένα μισθό απ’ ότι κατάλαβα. Και αν δεν της αρέσει, να της επιβάλλεις ορισμένους κανόνες, τότε… την ξέρεις δα την παροιμία:   “υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές…”

Ο Μιλτιάδης ακούει σιωπηλός το φίλο του, ενώ η Ερατώ εξακολουθεί να κάνει φασαρία.  Κάποτε σηκώνεται αποφασιστικά και τρέχει θυμωμένος προς την κουζίνα. Φωνάζει:

Μιλτιάδης: Ερατώ παιδί μου…

Αμέσως εμφανίζεται η Ερατώ, σχεδόν φωνάζοντας.

Ερατώ:  Ναι καλέ κύργιε!  Τι με θέλετε πάλι;  Δε βλέπεις που είμαι busy;

Ο Μιλτιάδης ξαφνικά χάνει την ορμή που είχε και ακούγεται ήσυχος κάτω από τη θριαμβευτική ματιά της Ερατώς και τα έκπληκτα μάτια του Δημήτρη.

Μιλτιάδης: Ναι, Ερατώ παιδί μου… το καταλαβαίνω αυτό, και με συγχωρείς… Αλλά, μήπως θα μπορούσες να κάνεις λιγότερη φασαρία;

Ερατώ: Έλα, Χριστέ και Παναγιά!  Εγώ φασαρία;  Γιατί με προσβάλνεις έτσι καλέ κύργιε;  Και μπροστά στον κύργιο Γυμνασιάρχη! Τι θα πει ο άνθρωπος;  Την κουζίνα καθαρίζω!

Η Ερατώ είναι εξαγριωμένη, ενώ ο Μιλτιάδης μιλάει σιγανά για να μην τον ακούει ο Δημήτρης.

Μιλτιάδης: Σε παρακαλώ παιδί μου, μην εξάπτεσαι… Μια παράκληση, μια υπόδειξη, σου έκανα.

Ερατώ:  Άκου κύργιε Μιλτιάδη μου, αν δε σου κάνω, τα μαζεύω τώρα αμέσως και του δίνω!  Άκου λέει, κάνω φασαρία επειδή καθαρίζω την κουζίνα και τραγουδάω.  Να μην μπορώ ούτε να τραγουδήξω την ώρα της δουλειάς μου;  Εγώ είμαι υπηρεσία σας κύργιε Μιλτιάδη μου… όχι όμως και η σκλάβα σας.  Στην Ελλάδα, εμένα που με βλέπεις… δούλευα για εφοπλιστάς.  Τι νομίζεις;  Τα είδες και μόνος σου στα χαρτιά μου, δεν τα είδες;

Μιλτιάδης:  Ναι βέβαια παιδί μου, ούτε που αντιλέγω… Όμως έχουμε επισκέπτη.  Λίγο πιο ήσυχα, να μπορούμε κι εμείς ν’ ακούμε τι λέμε.

Ερατώ: Κύργιε Μιλτιάδη μου,  κρίμα που σε συμπαθώ κιόλας!  Αλλά τι να πω;  Εδώ στην ξενιτιά τι μου απομένει της κακομοίρας;  Ένα τραγουδάκι, να θυμάμαι την πατρίδα… Ευτυχώς, που παρόλο πού ‘μαστε στην Αυστραλία, κάποιοι σταθμοί με παρηγοράν.  Ε!.. Ούτε και που το καταλαβαίνω που λες.  Παρασύρομαι και τραγουδάω.  Αχ! Πεθύμησα την πατρίδα κυρ-Μιλτιάδη μου!

Σηκώνει την ποδιά της και φυσάει τη μύτη της. Ο Μιλτιάδης που έχει ξεχάσει εντελώς τώρα το Δημήτρη, την πλησιάζει και την αγκαλιάζει από τους ώμους με στοργή.

Μιλτιάδης: Ναι, κόρη μου σε καταλαβαίνω… Έλα τώρα, σε παρακαλώ να μη στενοχωριέσαι.  Κάνε μόνο λίγο πιο σιγανά, αν μπορείς, τουλάχιστο για λίγη ώρα, όσο χρόνο έχουμε εδώ τον επισκέπτη μας.  Κρίμα που δεν είναι η κουζίνα σε κάποιο άλλο μέρος του σπιτιού, αντί να είναι δίπλα στο σαλόνι!

Ερατώ:  Τώρα μάλιστα κύργιε Μιλτιάδη μου μιλάς σωστά. Είσαι εντάξει. Για σένα και μόνο, για σένα κύργιε, θα βάνω τα δυνατά μου να κάνω ό,τι θες.

Ο Δημήτρης τα έχει πια χαμένα.  Βλέπει, ακούει και σαστίζει.  Σκέφτεται φωναχτά.

Δημήτρης:  “Πω, πω, πω!.. Τι ταλέντο υποκριτικής είναι ετούτη!  Μήπως ξέφυγε από κανέναν θεατρικό όμιλο στην πατρίδα;  Προσποιείται καλά κάποιους ιδιωματισμούς!  Για φαντάσου! Αυτή παιδί μου τον παίζει γιο-γιο!  Και αν δεν είναι ετούτη, καπάτσα Ελληνίδα!..  Αν μου τό ‘λεγαν δε θα το πίστευα.   Μα είναι δυνατόν;  Απ’ όλους που γνωρίζω, ο Δικηγόρος μας ο Μιλτιάδης, που έπιανε πουλιά στον αέρα!  Βάζω στοίχημα, πως αν δεν αλλάξει απέναντί της τη συμπεριφορά του… ουαί κι αλίμονο… αυτή θα του φάει το σπίτι που μένει… για να μην πω και τα υπόλοιπα!”

 

Εικόνα δεύτερη

Η Ερατώ επιστρέφει στην κουζίνα. Ξεκαρδίζεται στα γέλια και ενώ αρχικά προσποιείται τον Μιλτιάδη, ύστερα μιλάει με αλαζονεία:

Ερατώ: Ου! Να μου χαθείς παλιοχούφταλο: “Ναι κόρη μου σε καταλαβαίνω! ΄Ελα τώρα, σε παρακαλώ, να μη στενοχωριέσαι!” Τι νομίζεις ότι είμαι μωρέ “κύργιε Μιλτιάδη”, η χωριάτα πού ‘χες αφήσει πίσω στο χωριό;  Αλλάξαμε κυρ-Μιλτιάδη μου!… Αλλάξαμε!… Πού να τα ξέρεις εσύ αυτά;  Πας κι έρχεσαι στον τόπο σου τουρίστας, με τον παρά που έχεις και δεν χαμπαρίζεις τα ψιλοβάσανα του λαοτζίκου!  Αλλάξαμε κυρ-Μιλτιάδη μου!  Ξυπνήσαμε!  Δεν αφήνουμε πια τ’ αφεντικά να μας εκμεταλλεύονται. Ούτε ζεσταίνουμε το κρεβάτι του κάθε βρωμόγερου, έτσι τζάμπα και για ένα κομμάτι ψωμί!  Έχουμε δικαιώματα εμείς!  Έχουμε και παραέχουμε!  Δεν είμαι ακόμη πολύ καλή στα Αγγλικά, αλλά κι αυτά θα τα πιάσω σύντομα!  Και τότε θα απαιτήσω full wage, που λένε, κι όλα τα υπόλοιπα όσα πάνε μαζί με αυτό. Και αν σε κάνω του “χεριού μου”, όπως με συμβούλεψε και ο Κωτσαρής, σαν έφευγα στο αεροδρόμιο, για τους γεροπαραλήδες της Αυστραλίας, ε, τότε, μπορεί και να μου γράψεις και το σπίτι και ποιος ξέρει και τι άλλο!

Τρίβει τα χέρια της μ’ ένα διαβολικό χαμόγελο και ετοιμάζεται να βάλει το ραδιόφωνο.  Ξάφνου νιώθει κάτι να περνά ανάμεσα από τα πόδια της αστραπιαία και τινάζεται. Προλαβαίνει να δει ένα μαύρο ποντικό, να βιάζεται κάτω από το ψυγείο και μπήγει τις φωνές:

Ερατώ: Βοήθεια, βοήθεια, βοήθεια!…

Ανοίγει η πόρτα της κουζίνας, και ορμά πρώτος ο Μιλτιάδης ακολουθούμενος από τον Δημήτρη. Βλέπουν την Ερατώ επάνω σε μια καρέκλα να κυττάζει με τρόμο προς τη βάση του ψυγείου.

Μιλτιάδης: Τι τρέχει παιδί μου Ερατώ;  Μας τρόμαξες!

Η Ερατώ που έχει πανιάσει, τρέμοντας δείχνει τη βάση του ψυγείου.  Οι δύο άντρες ξαφνικά φαίνονται πολύ ήρεμοι και φυσικά χαμογελούν με την αδυναμία της φοβερής Ερατώς.

Ερατώ:  Ο ποντικός… είναι εκεί… κάτω από το ψυγείο.

Δημήτρης: Ωραία λοιπόν!  Αυτό βέβαια αποδεικνύει, ότι ο ποντικός ξέρει καλά, πως σε τούτη την κουζίνα, υπάρχουν άφθονες λιχουδιές.

Η Ερατώ δεν καταλαβαίνει ακόμη.  Είναι πραγματικά αναστατωμένη και ακόμη στέκεται απάνω στην καρέκλα. Ο Δημήτρης που την βλέπει να τρέμει με δυσκολία συγκρατεί τα γέλια.  Σκέφτεται δυνατά στραμμένος προς το μέρος του κοινού.

Δημήτρης: “Κρίμα που δεν μπορούσε να πετάξει σαν τον αετό του τραγουδιού…  Ξέχασα!  Ο ένας από τους δυο είχε κομμένα τα φτερά του!”

Ξαφνικά πλησιάζει το τραπέζι όπου βρίσκονται τα ψώνια της Ερατώς, έξω από τις σακούλες πλέον. Ο Μιλτιάδης τον μιμείται, και πλησιάζοντας κυττάζει γεμάτος περιέργεια.  Υπήρχαν πολλά πράγματα εκεί απάνω, που η Ερατώ, μπροστά στον Δημήτρη πριν από λίγο, του είχε αρνηθεί την αγορά τους. Η Ερατώ πανικοβάλλεται, ενώ ο Μιλτιάδης, αν και έχει χλομιάσει, μιλά ήρεμα, αποφασιστικά και σε πολύ αυστηρό τόνο.

Μιλτιάδης: Κατέβα επιτέλους Ερατώ, παιδί μου, από την καρέκλα.  Μην είσαι γελοία!  Ο ποντικός φοβήθηκε περισσότερο από εσένα και δε θα ξαναβγεί.  Θα στήσω τη φάκα αργότερα. Άκου όμως τώρα πολύ προσεκτικά: Να ετοιμάσεις μία ομελέτα με ζαμπόν και μια ωραία χωριάτικη σαλάτα, με τυρί φέτα και ελιές.  Μην ξεχάσεις να ψιλοκόψεις και ένα κρεμμύδι μέσα και να την περιχύσεις με λαδόξυδο. Μην βάλεις αλάτι και να φέρεις το λαμπρούσκο που αγόρασες, με δύο ποτήρια flute.  Άντε μπράβο παιδί μου.  Και  άκου, δε θέλω να περιμένω και πολύ.  Ο Κύριος Δημήτρης και εγώ, έχουμε μια πολύ σπουδαία συζήτηση.

Η Ερατώ που είχε κατεβεί από την καρέκλα στο διάστημα που μίλαγε ο Μιλτιάδης, ήταν ακόμη σοκαρισμένη από το διπλό πρόβλημά της.

Ερατώ: Μάλιστα κύργιε Μιλτιάδη… Ό,τι ορίζεις!

Μιλτιάδης: Και Ερατώ παιδί μου  -μην το ξεχάσεις σε παρακαλώ αυτό- όταν έρθει ο Μίλτος με τα soft drinks, να του πεις ότι εγώ ο κύριός σου, του απαγορεύω να μπαίνει στην κουζίνα μου, και από εδώ και στο εξής, όταν πεινάει, να πηγαίνει στο σπίτι του να τρώει.  Εγώ, Ερατώ παιδί μου, να το θυμάσαι αυτό, έχω μόνο μια υπηρεσία, εσένα.  Και φυσικά, αν διαφωνείς παιδί μου με τις υποδείξεις μου, να σου πληρώσω ό,τι σου οφείλω και να πας στο καλό της Παναγιάς.   Και πού ‘σαι Ερατώ, να μην το ξεχάσω.  Αν αποφασίσεις να φύγεις από την υπηρεσία μου, να μου το πεις γρήγορα για να σε αντικαταστήσω.

Ερατώ: Κύργιε Μιλτιάδη μου, τι είναι αυτά που λέτε!  Εγώ να θέλω να φύγω;  Όχι. όχι… είμαι μια χαρούλα εδώ.  Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη κύργιε Μιλτιάδη μου.  Και πού να βρεθεί πιο ευγενικός άνθρωπος από την αφεντιά σας!  Και φυσικά θα του τα πω αυτά του Μίλτου κύργιε Μιλτιάδη, και… τρέχω να φτιάξω την ομελέτα σας και τη σαλάτα σας κατά που ορίσατε!  Και θά ‘θελα κύργιε Μιλτιάδη μου να σας ευχαριστήσω και τον κύργιο Δημήτρη που με σώσατε από τον φοβερό αρουραίο.

Μιλτιάδης:  Δεν ήταν αρουραίος παιδί μου, ήταν ένας ακίνδυνος και  πεινασμένος, ποντικός.  Ένας ευλογημένος ποντικός!  Πήγαινε τώρα, και ετοίμασε όσα σου είπα, γιατί η πολλή κουβέντα δεν χορταίνει. Τα ουζάκια μας έφτιαξαν την όρεξη!  Δεν είναι έτσι παλιόφιλε Δημήτρη;

Κυττάζει το Δημήτρη, που τον κυττάζει τώρα με λαμπερά μάτια από την ευχαρίστηση, κλείνοντάς του το μάτι.  Προχωρούν πίσω στο σαλόνι.

Δημήτρης:  Άκου λέει!  Μα φυσικά τι άλλο κάνει το ούζο από το να θερμαίνει τα αίματα!

Μιλτιάδης:  Λοιπόν αγαπητέ μου Δημήτρη, τι θά ‘λεγες για μια παρτίδα σκάκι, τώρα που επιτέλους η Ερατώ “μας”  ετοιμάζει το ελαφρύ δείπνο;

Δημήτρης:  Ευχαρίστως αγαπητέ μου φίλε… Ίσως μάλιστα και νά ‘ρχομαι πιο συχνά στο μέλλον τώρα που ανακάλυψες επιτέλους την Ερατώ “μας.   Άτιμε δικηγόρε!.. (γελάει δυνατά).   Είπα κι εγώ σαν είδα τα κατ’ οίκον: “Μα είναι δυνατόν η αλεπού ν’ αλλάξει τα χούγια της;”

Γελούν και οι δυο δυνατά και τσουγκρίζουν τα ποτηράκια τους.

Μιλτιάδης: Μα Δημήτρη μου, “ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη… αγαπάει και τον νοικοκύρη…”

Ξαναγεμίζουν τα ποτηράκια τους και τα τσουγκρίζουν ικανοποιημένοι.

ΤΕΛΟΣ

………………………………………………………………………………………………

*GST: Φόρος κατανάλωσης, που θα εφαρμοστεί στην Αυστραλία με την είσοδο του νέου οικονομικού έτους, δηλαδή τον Ιούλιο του 2000.

**John Howard (Χάουαρντ), διετέλεσε Πρωθυπουργός της Αυστραλίας, την περίοδο, 1996–2007.

 

   

 

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...