Μια τρύπα στον τοίχο (Θεατρικό-Μονόπρακτο)

Μια τρύπα στον τοίχο

(Θεατρικό-Μονόπρακτο)

Πρόσωπα

Ματίνα:                                          σαράντα πέντε ετών, χήρα

Λαρίσσα:                                δεκατριών χρονών κορίτσι, ανιψιά της Ματίνας  και θυγατέρα του Τάσου

Τάσος:                                             σαράντα χρονών, χωρισμένος, πατέρας της Λαρίσσας και αδερφός της Ματίνας

Ζάντρα:                                           πρώην σύζυγος του Τάσου και μητέρα της Λαρίσσας

Μένιος:                                            ο φίλος της Ζάντρας

Καίτη                                                συμμαθήτρια της Λαρίσσας

Ντίνος                                               συμμαθητής της Λαρίσσας

Αντιγόνη                                          μητέρα της Καίτης

Νοσοκόμος Α’

Αστυνόμος

 

Σκηνή πρώτη

Καίτη:  (συμμαθήτρια της Λαρίσσας την πλησιάζει χαμογελώντας) Γεια σου Λαρίσσα!

Λαρίσσα:  Γεια σου.

Καίτη:  (την κοιτάζει περίεργα)  Τι κάνεις;

Λαρίσσα:  Καλά, καλά… κι εσύ;

Καίτη: Κι εγώ… δηλαδή είμαι καλά…  Όλα καλά λοιπόν.

Λαρίσσα: Ναι… γιατί; (χωρίς να περιμένει για την απάντηση, εξακολουθεί να μιλά κατειλημμένη από άγχος ενώ ταυτόχρονα απομακρύνεται από την Καίτη) Αλλά, πρέπει να πηγαίνω!  Θα τα πούμε άλλη φορά… Γεια σου!

Καίτη: (αμήχανη την κοιτάζει που απομακρύνεται:) O.k., Γεια σου!

Ντίνος:  (φωνάζει από μακριά:)  Καίτη, Καίτη, στάσου!

Η Καίτη περιμένει ένα λεπτό.  Ο Ντίνος βιάζεται κοντά της.

Ντίνος:  Γεια σου!

Καίτη:  Γεια σου…  Ντίνο!

Ντίνος:  Τι έπαθε αυτή;

Καίτη:  Χμ;  Η Λαρίσσα; Δεν ξέρω.

Ντίνος:   Κι εσύ… λες και δεν περίμενες να με δεις!

Καίτη:  Συγγνώμη, αλλά να… αναρωτιέμαι για τη Λαρίσσα!

Ο Ντίνος της προτείνει τσιγάρο.

Καίτη:  Δε νομίζεις ότι το παρακάνεις;

Ντίνος:  Γιατί;  απαγορεύεται;

Καίτη:  Ε ναι!.. Είναι σα να γράφεις στα παλιά σου παπούτσια, τον καθηγητή που περιδιαβάζει στην αυλή του σχολείου.

Ντίνος:  Είμαι δεκατεσσάρων χρονών ξέρεις…

Καίτη:  (γελάει μελαγχολικά) Μιλάς λες κι  είσαι τριαντάρης.  Να ήταν και καλό για την υγεία σου, θα έλεγα: εντάξει.   Θα ταχτοποιήσει τους πνεύμονές σου, πρόσεχε! Το ξέρουν οι δικοί σου ότι καπνίζεις;

Ντίνος:  Έλα τώρα, τι κάνω;   Δε βλέπεις πως είναι της μόδας;

Καίτη:  Βρες άλλες δικαιολογίες Ντίνο.  Είσαι ένας νεαρός μαθητής του Γυμνασίου που προσπαθεί να φανεί ανεξάρτητος και… πιο άντρας, αν μπορεί ποτέ να ισχυριστεί κανείς ότι το τσιγάρο είναι ένδειξη ανδρισμού! Εξάλλου πετάς τα χρήματα των γονιών σου!

Ντίνος:  Να ‘τα μας!  Έλα τώρα παιδί μου!  Άσε τα μαθήματα!  Μα όλες οι γυναίκες ίδιες είσαστε τελικά:  περίεργα όντα!

Καίτη:  Εντάξει. Γεια σου λοιπόν και ελπίζω να ικανοποιήθηκες με τα τελευταία που είπες!

Η Καίτη απομακρύνεται βιαστικά, αφήνοντας τον Ντίνο ν’ αναρωτιέται.

Ντίνος:  Τι σου είναι το θηλυκό γένος!  Από αλλού κινήσαμε κι αλλού καταλήξαμε.

Λαρίσσα:  Γεια σου Ντίνο!

Ντίνος:  Α, η Λαρίσσα!  Από πού ξεφύτρωσες εσύ;   Δεν είχες φύγει βιαστικά από το σχολείο;  Ξαναγύρισες λοιπόν!  Τα νέα σου!

Λαρίσσα:  Βγήκα μια στιγμή και γύρισα.  Αυτό είναι όλο.

Ντίνος:  Ραντεβουδάκι; ραντεβουδάκι;

Λαρίσσα:  (κοκκινίζοντας) Σε παρακαλώ!

Ντίνος:  Εντάξει καταλαβαίνω.

Λαρίσσα:  Δε νομίζω, αλλά άστο.

Ντίνος:  Ναι, ας μη χαλάμε τις καρδιές μας με λεπτομέρειες.

Λαρίσσα:  Μα κάνεις λάθος Ντίνο!  Δεν πρόκειται για ραντεβού, μίλησα για λίγο με μια φίλη της θείας μου.

Ντίνος:  Πολύ κρυφό έτσι;

Λαρίσσα:  Δεν ξέρω τι εννοείς Ντίνο, όμως πρέπει να πηγαίνω.  Πάω να πάρω την τσάντα μου.  Θ’ αργήσω να πάω στο σπίτι μου, αν καθίσω λίγο ακόμα μαζί σου.  Γεια σου λοιπόν!

Ντίνος: (γελώντας πάντα πονηρά)  Γεια, γεια…  (γελάει και συμπληρώνει μιλώντας μόνος του) «Πρέπει να δω ποιον συναντά, επιτέλους!»

Σκηνή δεύτερη

Καίτη:  Ναι μαμά! Είδα σου λέω, τη Λαρίσσα κι άλλες φορές, να συναντά μία κυρία της ηλικίας σου και να μιλάνε προσεκτικά, λες και φοβούνται κάτι… κάποιον… δεν ξέρω.  Άκουσε, θα σου πω κι άλλο ένα περιστατικό, για να καταλάβεις: πρόσφατα στο σχολείο, πριν μια-δυο μέρες, μιλούσα με  τον Ντίνο -το συμμαθητή μου- για την παράξενη συμπεριφορά της Λαρίσσας.  Μου είπε ότι τον παραξενεύει η προσεκτική συμπεριφορά της και τα σύντομα σκασιαρχεία της στο τέλος της τάξης.  Είπε λοιπόν ότι τελικά την παρακολούθησε:  και ότι την είδε να συναντιέται με μια άγνωστη, που ήταν ολοφάνερο ότι την περίμενε. Καταλαβαίνεις; Πρόκειται για κοινό μυστικό.                                                                                          ………………………………………………………..

Ντίνος:  «Απόρησα γιατί περίμενα να δω ένα αγόρι στη θέση της γυναίκας.  Οι δυο τους μίλησαν για λίγη ώρα  και πριν να χωρίσουν φιλήθηκαν.  Και ενώ η Λαρίσσα βιάστηκε πίσω στο σχολείο, η κυρία απομακρύνθηκε γρήγορα από τον τόπο συνάντησης.  Αναρωτιέμαι τι κρύβουν;  Ρώτησα τη Λαρίσσα και είπε ότι είναι φίλη της».

………………………………………………………..

Καίτη: Η αλήθεια μαμά είναι ότι η Λαρίσσα  έχει αλλάξει κάπως, τελευταία.  Φαίνεται φοβισμένη.  Κάποια παιδιά είπαν ότι η άγνωστη γυναίκα που συναντά, ίσως να είναι η μητέρα της.

Αντιγόνη: Μα τι είναι όλα αυτά; και μη χειρότερα…

Καίτη: Άκουσε! Την ημέρα που συζητούσαμε γι’ αυτό, πέσαμε πάνω τους.  Προφανώς είχαν αλλάξει την ώρα της συνάντησής τους ίσως και εξαιτίας μας. «Σωπάστε καλέ!» είπα τρομαγμένη.  Περάσαμε ωστόσο δίπλα τους λέγοντας μια καλησπέρα.  Η Λαρίσσα κατακοκκίνισε, αλλά μας χαιρέτησε, όμοια και η άγνωστη».

Αντιγόνη:  Κακό αυτό.  Ποια είναι άραγε η κυρία που συναντάει;  Μήπως είναι αλήθεια η μάνα της; Έχει γούστο! Κι αν είναι, τότε γιατί όλη αυτή η μυστικότητα; Το κοριτσάκι έχει πατέρα, έχει οικογένεια. Να μην μπλεχτεί σε κάποια βρωμο – δουλειά, αυτό μόνο.  Ποιον μπορείς να εμπιστευτείς αυτές τις μέρες;

Καίτη: (ανατριχιάζοντας) It’s scary!

Αντιγόνη:  Πρέπει να τηλεφωνήσω στη Ματίνα.  Έχω μια – κάποια σχέση μαζί της, ώστε να δικαιολογήσω την επέμβασή μου σε μια τόσο προσωπική υπόθεση. (Σκέφτεται μια στιγμή κι ύστερα λέει αποφασιστικά) Θα το κάνω για το καλό της Λαρίσσας. Πρέπει, πρέπει να της μιλήσω.  Οι κρυφές δουλειές είναι πάντα ύποπτες.  Αν ήταν κάτι σωστό –αν αυτή η γυναίκα ήταν η μάνα της- θα πήγαινε στο σπίτι τους.   Μπορείς να μου περιγράψεις αυτή την κυρία;

Καίτη:  Ναι.  Ή μάλλον, νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω κάπως γενικά για την εμφάνισή της (Η Αντιγόνη περιμένει): είναι ξανθιά, μετρίου αναστήματος, μάλλον αδύνατη, και…  έχει ανοιχτόχρωμα μάτια.

Αντιγόνη:  Χμ!.. Εντάξει.  Θα μιλήσω με τη Ματίνα, ν’ ακούσω τι έχει να πει, σχετικά με αυτό.

Σκηνή τρίτη

Ματίνα: (μιλά στο τηλέφωνο)  Ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σου, Αντιγόνη μου.  Ναι, ναι, αναμφίβολα… Ευχαριστώ πολύ.

Χαιρετιούνται.  Η Ματίνα γνωρίζει, προβληματίζεται από όλα όσα ακούει.

Ματίνα: Πρέπει να κάνω πολλά περισσότερα αυτή τη φορά.  Δεν με ακούει η μικρή.  Οι προειδοποιήσεις μου δεν έπιασαν τόπο.  Δοκιμάζει, έχει περιέργεια, κυρίως όμως πόνο, κι εκείνη που λέει ότι είναι μάνα της και την αγαπάει, μόνο την αλήθεια δεν της λέει.  Πρέπει να φανώ αποφασιστική για το καλό της.

Φωνάζει τη Λαρίσσα και σε ελάχιστο χρόνο, Ματίνα και Λαρίσσα κάθονται στην μικρή κουζινο-τραπεζαρία και μιλάνε με σχετική ένταση.

Ματίνα:  Δεν έχεις εκλογές κορίτσι μου.  Να μάθεις λοιπόν να την αποφεύγεις.

Λαρίσσα:  Μα…

Ματίνα:  Όχι «μα»!  Να μάθεις, είπα.  Ξέρω τι συμβαίνει.  Τα γνωρίζω όλα τα καμώματά σας, της…  -άσε… δε χρειάζεται όνομα εδώ- και τα δικά σου!  Οι μαθητές του σχολείου σας βλέπουν, οι γονείς τους σας βλέπουν και η γλώσσα πάει ροδάνι. Είναι από ανησυχία, είναι από περιέργεια δεν το ξέρω.  Τα λόγια τους έφτασαν στ’ αυτιά μου και…

Λαρίσσα:  Από πού τα έμαθες θείτσα μου;

Ματίνα:  Παιδάκι μου δεν έχει σημασία αυτό.  Αυτοί που μου μήνυσαν είναι καλοί οικογενειάρχες που ενδιαφέρονται για το καλό σου και της οικογενείας σου και τους ευχαριστώ για το ενδιαφέρον τους. Κατάλαβέ το αυτό!

Λαρίσσα: Τα ξέρει και ο μπαμπάς μου αυτά;

Ματίνα:   Εσύ τι λες;

Η Λαρίσσα την κοιτάζει στεναχωρημένη.

Λαρίσσα:  Και τι θα πρέπει να κάνω θείτσα μου;   Ούτε και να την χαιρετάω, όταν με χαιρετάει;

Ματίνα:  Τι να κάνουμε; Η καλημέρα είναι του Θεού, δε λέω. Αλλά όχι πολλά μαζί της.   Αν πρέπει, ν’ αλλάζεις ακόμα και το δρόμο.  Γιατί πίσω από τα φανερά υπάρχουν και τα δύσκολα, που είναι κρυφά μέχρι να βγούνε στη φόρα και τότε αλοίμονό μας.

Λαρίσσα:  (αναστατωμένη, με φωνή που τρέμει και έτοιμη να κλάψει) Μα θεία μου, γιατί μου μιλάς έτσι;  «ν’ αλλάζω δρόμο!»  Ξέχασες πως είναι η μητέρα μου;  Ξέρεις πως μου έλειψε.  Είναι κακό να θέλω να την γνωρίσω;

Ματίνα:  Εσένα σου έλειψε, εκείνης όμως  δεν της έλειψες!  Γιατί αν ήθελε πραγματικά  να σε γνωρίσει από την αρχή, θα ερχόταν σε επαφή μαζί μας και δε θα έκανε κρυφο-δουλειές.  Το θεωρείς έντιμο αυτό που κάνει(Φανερά συγχυσμένη η Ματίνα, σταματάει, κοιτάζει το ταβάνι, κάνει το σταυρό της  και αναστενάζει) Αχ Θεέ μου!  πώς μιλάω έτσι σ’ ένα παιδί δεκατριών χρονών;

Η Λαρίσσα με μάτια που γυαλίζουν από τα δάκρυα και φανερά απόμακρη κοιτάζει τα ακροδάχτυλά της που τα πλέκει-ξεπλέκει και επιμένει να τα κοιτάζει.

Ματίνα:  Λοιπόν;

Λαρίσσα:   Λοιπόν; (σκέφτεται λίγο) Ε… εντάξει!

Ματίνα:  Τι εντάξει;

Λαρίσσα: (έντονα) Ε, εντάξει!  Θα κάνω αυτό που θέλεις!

Ματίνα:  Καταλαβαίνεις και συμφωνείς ή απλά κοιτάς να ξεμπερδέψεις μαζί μου;

Λαρίσσα:  (μαλακά) Όχι θεία μου, συμφωνώ, αν και δεν καταλαβαίνω πολλά πράγματα.

Ματίνα:  Φτάνει να θυμάσαι πάντα ότι σ’ αγαπούμε πολύ ο πατέρας σου κι εγώ, για να θέλουμε να σε στεναχωρούμε.  Όλα αυτά είναι μόνο για το καλό σου! Άλλωστε ο χρόνος θα το αποδείξει.

Λαρίσσα:  Μπορώ να φύγω τώρα;

Ματίνα:  Ναι, και να θυμάσαι αυτά που είπαμε. Έτσι;

Λαρίσσα:  Ναι θεία!

Η Λαρίσσα:  φεύγει, η Ματίνα πιάνει το τηλέφωνο, πληκτρολογεί και μιλάει.

Ματίνα:  Τάσο, μιλήσαμε.  Της είπα.  Θέλει όμως λίγο μελέτη το πράγμα.  Το παιδί μας είναι καλό, αλλά εκείνη… είναι μια χαμένη.  Δεν ξέρουμε λοιπόν  τι θα κάνει, για να συνεχίσει να βλέπει το παιδί.

Τάσος:  Δεν πρέπει να τη συναντά καθόλου.  Σ’ αυτό επιμένω.

Ματίνα:  Με το μαλακό Τάσο μου.  Το παιδί πρέπει να καταλάβει ότι είναι για το καλό του.  Αλλιώς θα έχουμε προβλήματα.

Τάσος:  Πρέπει και να φοβάται, σου λέω.  Καλύτερα να φοβάται αυτή, παρά εμείς.  Φύλαγε τα ρούχα σου, να έχεις τα μισά.

Ματίνα:  Άκουσέ με λίγο, αδερφέ μου. Οφείλουμε να μιλήσουμε στη Λαρίσσα ανοιχτά, χωρίς προσχήματα.  Να καταλάβει, γιατί αλλιώς μπορεί και να μας θεωρήσει εχθρούς της  και να καταφύγει στην Ζάντρα, που θα την καταστρέψει αναμφίβολα.  Απορώ που παρουσιάστηκε ύστερα από τόσα χρόνια. Γιατί άραγε;

Τάσος:  Στοιχηματίζω πως κάτι έχει στο  μυαλό της.  Ανησυχώ λοιπόν πολύ για την ακεραιότητα του παιδιού.

Ματίνα:  Έλα μην κάνεις έτσι. Κάτι θα σκεφτούμε  και θα ενεργήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε.

Τάσος:  Η Ζάντρα δεν έχει πολύ μυαλό.  Είναι επιπόλαια και αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει δυστυχώς. Εντάξει κλείνω τώρα.  Θα τα πούμε από κοντά.

Η Ματίνα σηκώνεται, ανοίγει μία ντουλάπα τραβά βάζα του καφέ και της ζάχαρης.  Ενεργοποιεί τον βραστήρα νερού και ενώ τα κάνει αυτά μουρμουρίζει κουνώντας το κεφάλι της.

Ματίνα:  Δες που μπλέξαμε πάλι με τη Ζάντρα!  Κάτι μού ‘λεγε πάντα μέσα μου πως θα ξαναφανεί και θα επιχειρήσει κάτι με το παιδί.  Καημένε Τάσο!  Δεν το είχες ψάξει καλά.  Την πήρες γιατί ήταν χαριτωμένη, την επιπολαιότητα που της χρεώνεις σήμερα, ούτε καν την είχες πιάσει.  Τι να κάνω τώρα εγώ η κακομοίρα;  Στην ηλικία μου μία χαρά έχω μόνο: αυτό το παιδί!  Εγώ έγινα μάνα του κι όμως… (κλαίει σιγανά και σκουπίζει τα μάτια της ) Έτσι είναι, έτσι είναι!

Σκηνή τέταρτη

Λαρίσσα:  Ζάντρα, δε μου αρέσει να συναντιόμαστε σαν ένοχες, λες κι αυτό που κάνουμε είναι κακό, ή ότι συναντιόμαστε για να κάνουμε κάτι κακό. Αν το μάθει η θεία Ματίνα θα στεναχωρηθεί πολύ γι’ αυτή την συμπεριφορά μου.

Ζάντρα:  Ποτέ δεν της άρεσα!

Η Ζάντρα γελάει σαν τρελή, ενώ η Λαρίσσα την παρακολουθεί παραξενεμένη.

Λαρίσσα:  Δεν ξέρω γιατί μιλάς έτσι, αλλά θα πρέπει να ξέρεις ότι ο πατέρας μου και η θεία Ματίνα είναι καλοί άνθρωποι, με μεγάλη καρδιά.  Δεν είναι σωστό να βλεπόμαστε έτσι. Αφού είσαι η μητέρα μου, τότε μπορείς να έρθεις στο σπίτι μας και να μιλήσεις με την οικογένειά μου.

Ζάντρα:  Κάνε λίγη υπομονή.  Όλα θα γίνουν.  Σιγά-σιγά όλα θα μπούνε στη θέση τους.  Γνωρίζω καλά και τον πατέρα σου και τη Ματίνα.

Λαρίσσα: (την κοιτάζει καχύποπτα) Τι εννοείς;

Δεν την ακούει. Σα να μιλάει μόνη της

Ζάντρα:  Τον αγάπησα τον Τάσο.   Ξέρω τι άνθρωπος είναι.  Αυστηρός! Δε θα με συγχωρήσει ποτέ για το κακό που σας έκανα.

Λαρίσσα: Είμαι βέβαια ότι κάνεις λάθος. Ο πατέρας μου είναι καλός άνθρωπος και δίκαιος. Ίσως και να μη θέλεις  να καταλάβεις.  Τον αγαπάω κι αγαπώ και τη θεία Ματίνα γιατί μ’ αγαπάει.  Είναι η μητέρα που δεν είχα για δέκα χρόνια.  Με μεγάλωσε,  καταλαβαίνεις;  Έδωσε τη ζωή της για μένα.

Η Ζάντρα δε θέλει ν’ ακούσει άλλα. Μιλάει απότομα.

Ζάντρα:  Καλά-καλά φύγε τώρα… και πρόσεχε.

Η Λαρίσσα παραξενεύεται.  Η Ζάντρα την αγκαλιάζει και τη φιλάει. 

Σκηνή πέμπτη

Μένιος:  Τι έγινε με τη μικρή; Πως πάει η σχέση;

Ζάντρα:  Είναι πολύ δύσκολη.  Κολλημένη στον πατέρα της και στη θεία της.

Μένιος:  Διάβολε! Μάνα της είσαι.  Δεν μπορείς να την πείσεις για τα αισθήματά σου;  Πώς θα γίνει το πράγμα;  (ειρωνικά, απειλητικά) Αν θέλεις τις δόσεις σου… πρέπει να κάνεις τα αδύνατα δυνατά  να την καταφέρεις να σε ακολουθήσει.

Ζάντρα:  (ανήσυχη) Ναι Μένιο, το ξέρω και προσπαθώ.  Μη νομίζεις ότι ενεργώ διαφορετικά από τη συμφωνία μας!

Ο Μένιος την πλησιάζει χαμογελώντας, την πιάνει και τη σηκώνει.  Την αφήνει ύστερα να πατήσει το πάτωμα και την αγκαλιάζει.  Εκείνη τρέμει από φόβο και οργή που άδικα πασχίζει να κρύψει.  Εκείνος προσπαθεί να την καλοπιάσει.

Μένιος:  Έλα τώρα, ξέρεις πόσο σ’ αγαπάω! Είσαι πάντα το κορίτσι που θυσίασε ακόμα και την κόρη της για μένα (ειρωνικά).  Δεν το ξεχνώ.  (σοβαρεύεται) Όμως τη χρειαζόμαστε τη μικρή.  Πώς θα αποσπάσουμε τα χρήματα που χρειαζόμαστε χωρίς αυτή.  Θα την έχεις μαζί σου, θα τη βλέπεις καθημερινά, θα την χαίρεσαι και κανένας δε θα υποψιάζεται ότι κρύβεστε, και περισσότερο από όλους η κόρη σου.

Ζάντρα:  (φοβισμένη) Ναι αλλά αυτό καλείται απαγωγή, και είναι έγκλημα.

Μένιος:  (ειρωνικά) Σιγά το έγκλημα… μάνα της είσαι!  Μόλις την καταφέρεις να σε ακολουθήσει, θα φύγετε μακριά από εδώ.   Ποιος άλλωστε μπορεί να παρεξηγήσει μια μητέρα που έχει απαγάγει το παιδί της; Άλλωστε… το παιδί είναι και αρκετά μεγάλο, έτσι; Φέρει κι αυτό κάποιες ευθύνες έ; Εκούσια σε ακολούθησε! Έτσι;   Αυτό λοιπόν είναι  το δύσκολο:  να την πείσεις να σε ακολουθήσει εθελοντικά και επίσης να την κάνεις να το χωνέψει πως ότι κάνεις είναι για το καλό της, μόνο.

Ζάντρα: (με αρρωστημένο ύφος) Ναι Μένιο, θα προσπαθήσω… Νομίζω ότι δε θ’ αργήσω να τα καταφέρω.

Σκηνή έκτη

Ματίνα:  Άργησες Λαρίσσα!

Λαρίσσα:  Το ξέρω.  Αργήσαμε λιγάκι να βγούμε από την αίθουσα.

Ματίνα:  Να σε πιστέψω;

Λαρίσσα:  (κοκκινίζοντας) Τι να πω θεία μου;

Η Λαρίσσα βγαίνει κάποια στιγμή από την κουζινοτραπεζαρία και η  Ματίνα μιλά στον εαυτό της:

Ματίνα:  «Έμαθες να κρύβεσαι κοριτσάκι και τι να κάνω;  Όλοι έχουν τα δικαιώματά τους: εσύ, ο πατέρας σου, η μάνα σου.  Μόνο εγώ δεν έχω… η θεία σου. Καρφώθηκα στο ρόλο ετούτο, και όχι τυχαία.  Ούτε να σε μαλώνω μπορώ, κακόμοιρο! Δε μου πάει το στόμα.  Και ποιος ξέρει πού θα καταλήξει ετούτη η ιστορία των συναντήσεών σου με τη Ζάντρα».

Μπαίνει ο Τάσος  στην κουζινο-τραπεζαρία και η  Λαρίσσα, ακολουθεί.

Τάσος:  Μόνη σου μιλάς Ματίνα;

Ματίνα:  Ε, κάτι δικά μου…  σκέφτομαι! απευθύνεται στη Μελίσσα)  Έλα κορίτσι μου, πήγαινε να αλλάξεις και να ετοιμάσουμε για το δείπνο.

Λαρίσσα:  Ναι θεία, αμέσως.

Η Λαρίσσα φεύγει.

Ματίνα:  Εσύ πότε ήρθες;  Ούτε που άκουσα την πόρτα ν’ ανοίγει.

Τάσος:  Πώς να μ’ ακούσεις;  Ήρθα από την πίσω πόρτα.  (πηγαίνει κοντά της και της μιλά εμπιστευτικά) Άκουσε: παρακολούθησα τη μικρή και δεν ήθελα να γίνω αντιληπτός.

Η Ματίνα δαγκώνεται.  Δεν μιλά.

Τάσος: Πες κάτι!  Ξέρω ότι διαφωνείς.  Άκουσε: Η Ζάντρα είναι μπλεγμένη με κακοποιό. Δεν θα την αφήσω να καταστρέψει το παιδί μου.  Καταλαβαίνεις;  Ζω μόνο γι’ αυτό το παιδί.  Δεν θα επιτρέψω να το καταστρέψουν… και θα δώσω ότι μπορώ στον αγώνα μου εναντίον τους!

Ματίνα: Αχ, πόσο σε καταλαβαίνω. Όμως μην ξεχνάς Τάσο μου, ότι είναι η μάνα της.  Πώς θα μπορέσει να κάνει κακό στο ίδιο το παιδί της;  Ίσως κιόλας να μετάνιωσε και να θέλει να επανασυνδεθεί με το παιδί… και με σένα.  Δεν είναι απίθανο.  Είναι;  Άλλωστε έχει νομικά δικαιώματα, αν το επιδιώξει αυτό, και πιστεύω ότι ίσως και να της επιτραπεί να βλέπει τη μικρή ή και να την παίρνει και μαζί της όπως συμβαίνει με τα χωρισμένα αντρόγυνα όταν έχουν παιδιά.

Τάσος:  Ναι, ναι… Αλλά εμείς δεν είμαστε απλά χωρισμένοι.  Η κυρία αυτή εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη εγκαταλείποντας το παιδί της, για να φύγει μ’ άλλον άντρα.  Και τι άντρα!

Ματίνα: (κουνά το κεφάλι της) Ναι, σωστά, έχεις δίκιο! όμως…

Τάσος: (θυμωμένος τώρα πια) Δεν υπάρχει «όμως»!  Έναν αλητήριο, έναν σεσημασμένο ναρκομανή, κι ας το ήξερε.  Είχε δοκιμάσει το φρούτο από πριν… κι έτσι τη βόλευε να φύγει.  Πού παιδί, πού άντρα, πού σπίτι; Τίποτα δεν υπολόγισε. Κι εγώ ο… -άσε…-, εγώ ο μαλ..ας, την είχα αγαπήσει τόσο πολύ που πίστεψα πως μπορούσα να συνετίσω το «τρελό μυαλουδάκι της». Έτσι πίστευα! Τώρα… κύττα που φτάσαμε!

Ματίνα: (ανήσυχη) Συγκρατήσου αδερφέ μου!

Τάσος:  Όλα θα μπορούσαν να της συγχωρεθούν Ματίνα, όλα, εκτός από ένα: την εγκατάλειψη του νηπίου κοριτσιού της (η φωνή του σπάει).  Είναι πολύ άρρωστη η γυναίκα.  Και τώρα, βάζω στοίχημα ότι υπάρχει άλλος λόγος πίσω από την προσπάθειά της να τραβήξει το παιδί κοντά της.  Αυτό είναι που με σφάζει.  Δεν το λυπάται, που ήδη κατέστρεψε την ηρεμία του, αλλά επιχειρεί να σπρώξει την οικογένειά μας στα άκρα.  Πόλεμο θέλει; Πόλεμο θα κάνουμε! Παλιοθήλυκο! Αν την είχα εδώ μπροστά μου θα την έπνιγα, μα τω Θεώ.

Ματίνα:  (αναστατωμένη) Σιώπα Τάσο μου, να χαρείς!  Θα σ’ ακούσει το παιδί!

Τάσος:  Γιατί; Διαφωνείς με αυτά που λέω;

Ματίνα:  Όχι!  Κάθε άλλο!  έχεις κάθε δίκιο να είσαι εξοργισμένος.  Όμως,  μάνα της είναι, και ίσως τώρα πια να έχει και νομικά δικαιώματα στο παιδί. Και το παιδί μεγάλωσε και ίσως να μπορεί να ζητήσει μόνο του να βλέπει τη μάνα του.  Τι να πω;

Τάσος:  Κάνεις λάθος.  Τι νομικά δικαιώματα κάθεσαι και λες; Το εγκατέλειψε το παιδί.  Το δικαστήριο δε θα της επιτρέψει ποτέ την κηδεμονία του.  Και ξέρεις γιατί; Γιατί ζει με αυτόν τον παράνομο, τον ναρκομανή και δεν αμφιβάλλω ότι εξακολουθεί να είναι ναρκομανής και η ίδια.   Έπρεπε να τη δεις,  τα χάλια της έχει.

Ματίνα:  Καταλαβαίνω την οργή σου και τους φόβους σου, γιατί παρόμοια αισθάνομαι κι εγώ.

Τάσος:  Τότε τι κάθεσαι και μου λες; Αν τολμήσει να κάνει κάτι «νομικά» θα με βρει μπροστά της.   Αλλά δε θα τολμήσει, το ξέρω αυτό. Έχει έναν χάλια φίλο… τα είπαμε… Φτάνει…

Ματίνα:  Αδερφέ μου, το ξέρεις πως είμαι πάντα μαζί σου.

Τάσος:  Τι θα πει στον εισαγγελέα, ε; «κύριε Εισαγγελέα μου το αγαπάω το παιδί μου και το θέλω κοντά μου»;  Έτσι νομίζεις γίνονται αυτά;  «Πώς  κυρία Ζάντρα μου;  Έτσι το παίρνεις το παιδάκι από έναν νοικοκύρη, έναν έντιμο πατέρα, που κάνει τα πάντα για το παιδί του, και το βάζεις σε οίκο ανοχής;

Ματίνα: (πανικόβλητη τώρα) Σιώπα για τ’ όνομα του θεού Τάσο μου!  Θα μας μισήσει το κοριτσάκι μας αν ακούσει πώς μιλάμε… και τότε, ίσως αποφασίσει να το σκάσει με τη Ζάντρα κι ας είναι όποια κι αν είναι!   Δεν ξέρει τίποτα απ’ όλα αυτά, ούτε και μπορεί να τα καταλάβει στην ηλικία της!

Τάσος:  Ναι καλά! Δεν της αρέσαμε της κυρίας Ζάντρας γιατί είχαμε ηθικούς κανόνες -όπως οι περισσότεροι έντιμοι οικογενειάρχες- και με το που τους πήρε χαμπάρι, επαναστάτησε και το έσκασε με τον παλιάνθρωπο, τον Μένιο!

Ο Τάσος τρέμει από τον θυμό του. Η Ματίνα προσπαθεί να τον ηρεμήσει.

Ματίνα:  Έλα Τάσο μου… Δε σου κάνει καλό να το σκέφτεσαι έτσι το πράγμα!

Τάσος:  Και πώς πρέπει να το σκέφτομαι;  Τι πρέπει να κάνω;  Διαζύγιο πήρα!  Τι άλλο μπορούσα να κάνω για να προστατέψω όλους εμάς, την οικογένειά μας;

Ματίνα: Έχει δίκιο Τάσο μου! Τι μπορώ να πω; Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου! Όμως πρέπει να βρεις τη Ζάντρα, να της μιλήσεις ήρεμα και έξυπνα, να την ψαρέψεις και να βολιδοσκοπήσεις τους σκοπούς της. Ταυτόχρονα να μιλήσεις και στο παιδί με μειλίχιο τρόπο.  Έτσι ώστε να μην οξυνθούν οι σχέσεις μας και συγκριθούν κάποια στιγμή με την συμπεριφορά της ασθενικής Ζάντρας.  Να μη δημιουργηθεί πρόβλημα και το παιδί στραφεί εναντίον μας. Είναι πολύ λεπτά αυτά τα θέματα.

Τάσος:  Είναι, και όπως λες κι εσύ δε στοχεύω να ανακατέψω το κράτος αυτή τη φορά.  Έτσι,  ναι,  συμφωνώ με όλα όσα λες. Σίγουρα αυτή τη φορά θα την κάνω τη δουλειά, μόνος μου. Δε θα διακινδυνέψω την ηρεμία μας ή την ευτυχία μας. Το παιδί μου δεν μπορούσε να βρει ικανότερη μάνα από εσένα, αδερφή μου. Σου χρωστώ ευγνωμοσύνη για όλα όσα κάνεις για μας, εμένα και το παιδί μου!  Είσαι η καλύτερη μάνα για το παιδί μου και είσαι γιατί το κοριτσάκι μας εξελίχθηκε σε καλό, υπάκουο, ευγενικό και εργατικό παιδί.

Ματίνα: Όλα οφείλονται στην αγάπη, Τάσο μου! Προχώρα λοιπόν στην κατεύθυνση  που διάλεξες.  Να θυμάσαι όμως πως η μάνα όποια κι αν είναι, ότι κι αν είναι, αγαπάει το παιδί της.  Έτσι νομίζω και για τη Ζάντρα. Μπορεί απλά να θέλει να τη βλέπει.  Θα το ψάξεις… Βέβαια καλά θα ήταν να μην είχαν συμβεί όλα αυτά τα τραγικά. Την είχες κάνει γυναίκα σου. Λάθος εκλογή Τάσο μου.  Δεν ταιριάζατε καθόλου, μα την αλήθεια.  Η γυναίκα δεν ήταν φτιαγμένη για τέτοιο ζέψιμο, για συζυγική συμβίωση.  Τέλος πάντων, τώρα να δούμε πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα.

Τάσος:  Ματίνα σε παρακαλώ! Δε μου χρειάζονται όλα αυτά, τώρα!

Ματίνα: Συγχώρεσέ με, όμως πολύ με πικραίνει αυτή η ιστορία.  Μπήκαμε σε έναν άλλο κύκλο διαφθοράς: της Ζάντρας και του φίλου της!

Η Λαρίσσα ακούει τη συζήτησή τους άθελά της και μουρμουρίζει.

Λαρίσσα:  «Πάλι για τη Ζάντρα μιλάνε, τη μάνα μου.  Δεν ξέρουν την πραγματικότητα, ούτε και τη σχέση μας  Κάποια στιγμή πρέπει όλα να δουν το φως.  Δεν έχουν ιδέα για την πραγματικότητα.  Είμαι ίσως μικρή αλλά όχι τόσο μικρή ώστε να μην καταλαβαίνω.  Πώς ο πατέρας μου δεν μπορεί να δει;»

…………………………………………………

«Ζάντρα: Τον αγάπησα τον πατέρα σου.  Έκανα ένα λάθος.  Αν και το μετάνιωσα,  δεν μπορώ να πλησιάσω τον Τάσο ούτε και να  του μιλήσω.  Φοβάμαι. Ανέκαθεν ήταν αυστηρός! Δεν τον μισώ… τον αγαπάω… γι αυτό  μου φτάνει που βλεπόμαστε έστω και κλεφτά…

Λαρίσσα:  Γιατί το έκανες αυτό Ζάντρα;

Ζάντρα:  Ποιο απ’ όλα;

Λαρίσσα:  Να… άφησες τον μπαμπά! Και…

Η Ζάντρα με την ακατανόητη συμπεριφορά της εκπλήσσει τη μικρή.

Ζάντρα:  Ήμουν κούφια και ανόητη.  Μετάνιωσα, αλλά ήταν πλέον αργά!

Λαρίσσα:   Και τι θα γίνει τώρα; Πρέπει να δεις τον μπαμπά μου. Να του εξηγήσεις, να του πεις ότι μου είπες κι εμένα: ότι λυπάσαι για όλα, ότι μετάνιωσες και ότι τον αγαπάς, του ζητάς συγγνώμη, και ότι θέλεις να είμαστε όλοι μαζί!

Ζάντρα:  Τα σκέφτηκα όλα αυτά, αλλά να… δεν μπορώ και να ταπεινωθώ!  Τον φοβάμαι τον Τάσο!

Λαρίσσα:  Μα γιατί;  Τι σου έκανε;  Ο μπαμπάς μου είναι καλός άνθρωπος!

Ζάντρα:  Ναι… ίσως! Τι μου έκανε;  Τίποτα, αλλά να, τώρα… φοβάμαι τα χειρότερα!

Η Λαρίσσα αγχώνεται. 

Λαρίσσα:  Ο μπαμπάς μου δεν είναι αγροίκος, αλλά δίκαιος και καλός!  Κάντο λοιπόν για χάρη μου.

Ζάντρα:  Εντάξει.  Άσε να το σκεφτώ λιγάκι.

Αγκαλιάζει τη Λαρίσσα που είναι κάπως επιφυλακτική απέναντί της και τη φιλά στα μαλλιά.

Ζάντρα:  Αχ, τι έκανα! Να μεγαλώνεις μακριά μου, να κουβαλάω την απέχθεια του Τάσου και επιπλέον να σε κάνω να υποφέρεις με το άρρωστο πια παιχνίδι των μυστικών μας συναντήσεων (κλείνει τα μάτια και ψιθυρίζει). Αχ, παιδί μου!

Λαρίσσα: Έλα Ζάντρα, μην κάνεις έτσι, θ’ αρρωστήσεις και θα ‘ναι χειρότερα, ξέρεις.  Πρέπει να φύγω για να μην αργήσω πάλι και η Ματίνα αρχίσει να με ρωτάει για τα ‘γιατί’ και ‘τα πώς’.  Η αλήθεια είναι ότι η Ματίνα δε με μαλώνει, θέλει μονάχα να μην αργώ, για να μη στεναχωριέται ο μπαμπάς μου.  Θέλω να ξέρεις ότι τον αγαπώ πολύ τον πατέρα μου.  Ξέρει ότι συναντιόμαστε, και φοβάται, σε φοβάται!  Έλα, γεια σου!

Ζάντρα:  Εντάξει θα σε δω μεθαύριο.

Λαρίσσα:  Γιατί όχι αύριο;

Ζάντρα:  Έχω κάποια δουλειά.

Λαρίσσα:  Εντάξει, μεθαύριο μετά από το σχολείο, εδώ πάλι.

Απομακρύνονται από το σημείο συνάντησής τους και προς διαφορετική κατεύθυνση.

…………………………………………………………

Τάσος:  (μαλακάΓια έλα εδώ Λαρίσσα! Ακούω ότι έρχεσαι κάπως αργά από το σχολείο.  Συμβαίνει κάτι που πρέπει να το ξέρω;

Λαρίσσα: (στεναχωρημένα) Ναι μπαμπά.  Βλέπω τη Ζάντρα στα γρήγορα.  Θα σου το έλεγα κάποια στιγμή.   Δε θα σου το κρατούσα μυστικό, να το ξέρεις.

Ο Τάσος κοκκινίζει.

Τάσος:  Δεν είσαι ευτυχισμένη μαζί μου, θέλεις τον απαγορευμένο καρπό!

Λαρίσσα: (ρωτάει με έκπληξη) Τον απαγορευμένο καρπό; Μπαμπά! Ξέχασες ότι η Ζάντρα είναι η μαμά μου;  Και να ξέρεις μπαμπά, ότι είναι τόσο μεγάλο το κακό που είστε χωρισμένοι, που περισσεύει να μου λες ότι δεν πρέπει να τη συναντώ.  Είμαστε τόσες ώρες μαζί, ενώ με τη Ζάντρα το πολύ-πολύ δεκαπέντε λεπτά κι αυτό όχι κάθε μέρα.  Και δεν είναι κρίμα καλέ μπαμπά η μαμά μου;  Εσύ που είσαι τόσο γενναιόδωρος, γιατί δεν μπορείς να τη συγχωρήσεις;

Τάσος:  (πολύ στεναχωρημένος, αναστενάζει) Δε θα ήθελα να σε στεναχωρήσω παιδί μου, αλλά όπως γνωρίζεις, η Ζάντρα ήταν εκείνη που μας εγκατέλειψε κι όχι εμείς τη Ζάντρα. Μας εγκατέλειψε: εμένα που την αγαπούσα κι εσένα το μωρό της, μόλις τριών χρόνων. Ξέρεις πολλές μάνες να εγκαταλείπουν τα αγγελουδάκια τους για έναν άντρα; Το έκανε για έναν ξένο, έναν αλήτη.  Συγγνώμη παιδί μου, αλλ’ αυτό δεν μπορώ να της το συγχωρέσω. Πήραμε διαζύγιο βέβαια, ο νόμος υποστήριξε εμένα – εξάλλου τι τα θες, αυτή δεν ενδιαφερόταν για εμάς!

Λαρίσσα: Όμως σου υπόσχομαι μπαμπά πως η Ζάντρα άλλαξε.  Λέει πως σ’ αγαπάει και ότι θα ήθελε να τρέξει για να σου ζητήσει συγγνώμη, αλλά να… σε φοβάται, λέει.

Τάσος:  Τι ειρωνεία! Φοβάται ο λύκος το πρόβατο;  Δε θέλω να συζητάω με το παιδί μου που είναι μόνο δεκατριών, για τέτοια πράγματα.  Ξέρεις πόσα χρόνια έκανε να σε δει; δέκα ολόκληρα χρόνια! Τι έγινε στο μεσοδιάστημα; έπαθε αμνησία; (γελάει ειρωνικά) Ε, όχι… φαίνεται της έδωσε τα παπούτσια στο χέρι ο… Τι θα πρέπει να κάνουμε εμείς τώρα;  Να συγχωρέσουμε την επανάστασή της ενηλίκου που ωρίμασε τελικά –αν ωρίμασε και δεν συμβαίνει κάτι το ύπουλο!…

Η Λαρίσσα τον κοιτάζει λυπημένη.  Ο Τάσος σηκώνεται και την παίρνει από το χέρι και πάνε στον καναπέ. Δεν αφήνει το χέρι της ενώ της μιλάει.

Τάσος: Άκουσε Λαρίσσα μου. Το Δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεσή μας, μας παραχώρησε όλα τα δικαιώματα που έχουμε.  Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Δεν είναι τουλάχιστον περίεργο το ότι εμφανίζεται ξαφνικά, ενώ ζει στην ίδια πόλη μ’ εμάς όλα αυτά τα χρόνια,  και επιδιώκει μία όλο και περισσότερο στενότερη σχέση;

Λαρίσσα: Είπε ότι συνέβησαν πολλά στη ζωή της. Ότι ήταν πολύ άτυχη.

Τάσος:  Τι να πει;  Από λόγια είναι η πρώτη!

Λαρίσσα:  Είπε ότι κάποτε βρέθηκε σε μια φωτιά.

Τάσος:  Μάλιστα!

Μελίσσα:  Είδα ένα μεγάλο σημάδι στο μπράτσο της.   Τη ρώτησα να μάθω.

Τάσος:  Και;

Λαρίσσα:  Να… Έτσι μου είπε ότι βρέθηκε σε μια φωτιά, ύστερα, όταν είχατε  χωρίσει.

Τάσος:  Και λοιπόν;  Κάνει ότι μπορεί για να συγκινήσει, η …

Λαρίσσα:  Δεν ξέρω τίποτα άλλο μπαμπά.

Τάσος:  Θα σου πω εγώ:  Ο φίλος της μεθούσε και έπαιρνε ναρκωτικά.  Αυτός έβαλε φωτιά στο μαγαζί μπροστά από το σπίτι, για να πάρει την αποζημίωση από την ασφάλεια.

Λαρίσσα:  Εσύ πώς τα ξέρεις όλ’ αυτά μπαμπά; Αφού λες ότι δεν ήξερες ούτε πού βρισκόταν!

Τάσος:  Από τις εφημερίδες.  Είναι κακός ο άνθρωπός της, ‘μούτρο’ -έτσι λένε- αλλά είδες; δεν τον άφησε, τον άφησε;

Λαρίσσα:  Λέει ότι αυτός ο άντρας την απειλεί πως αν τολμήσει κάτι τέτοιο θα της κάνει μεγάλο κακό.

Τάσος:  (οργισμένος) Μάλιστα!  Σου τα είπε κι αυτά.  Σκέτο φίδι! Και τελικά, τα κατάφερε και έτσι τώρα ζητάει να επανέλθουν όλα στη θέση τους  όπως πριν 10 χρόνια! Ε, όχι! αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Ο Τάσος πιάνει το κεφάλι του.  Η Λαρίσσα τον παρακολουθεί ανήσυχη.

Τάσος:  Ματίνα, για έλα λίγο εδώ σε παρακαλώ!

Ματίνα: (τρέχοντας) Ναι Τάσο μου!

Τάσος:  Η Λαρίσσα θα πάει για ύπνο…

Το κοριτσάκι σηκώνεται ανόρεχτα, αμίλητο. Η Ματίνα τον παρακολουθεί με την αυστηρότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Δεν κάθεται μαζί  του, παρά ακολουθεί τη μικρή στο δωμάτιό της.  Κλείνει πίσω της την πόρτα.

Ματίνα:  Έλα Λαρίσσα μου… Αχ, δεν αντέχω άλλο!

Πλησιάζει τη Λαρίσσα που έχει καθίσει στο κρεβάτι της και αφού κάθεται δίπλα της, περνάει το μπράτσο της στους ώμους της με τρυφερότητα. Η Λαρίσσα είναι σιωπηλή, δεν αντιδρά.

Ματίνα:  Μάτια μου, ξέρεις πόσο σε αγαπάμε. Έτσι;  Νομίζω λοιπόν πως εσύ κι εγώ πρέπει να μιλήσουμε σα γυναίκες.  Θέλω να ξέρεις πως δε θέλω να σε στεναχωρώ μήτε στιγμή, αλλά το κάνω εξαιτίας αυτών που συμβαίνουν.  Ούτε και θέλω να κατηγορώ τη μητέρα σου, που καταλαβαίνω ότι καίγεσαι να τη γνωρίσεις καλύτερα.

Λαρίσσα: Αυτό είναι αλήθεια, θεία Ματίνα.

Ματίνα: Δεν την έζησες, δεν την γνωρίζεις κι όμως τώρα ύστερα από δέκα συναπτά χρόνια, που μας κόστισαν, μας πόνεσαν και περισσότερο εσένα, έρχεται -αφού πρώτα έχει ψάξει- σε βρίσκει και κατορθώνει να σε πείσει, ότι πέρα από το γεγονός ότι είναι η φυσική σου μητέρα  -δυστυχώς αυτό μόνο είναι-  σε αγαπάει, κι εσύ, όπως είναι φυσικό, την πιστεύεις.  Την πίστεψες πολύ εύκολα παιδί μου, γιατί το ήθελες, κι είναι το μόνο φυσικό.  Όμως…

Λαρίσσα: (την διακόπτει αγχωμένη) Μα είναι η μητέρα μου Ματίνα! Μου έδειξε την ταυτότητά της, την άδεια οδήγησης, το Medicare card, φωτογραφία μου στο αμαξάκι μου με τον μπαμπά και μαζί της –την έχουμε κι εμείς, είμαι βέβαια ότι κάπου την είδα αυτή τη φωτογραφία.

Ματίνα: Στοιχηματίζω ότι σου ζήτησε να μην αποκαλύψεις σε κανένα για τις συναντήσεις σας. Αυτό, όπως καταλαβαίνεις, είναι κακό από μόνο του.

Λαρίσσα:  Μα θείτσα μου…

Ματίνα:  Άκουσέ με μάτια μου, σου το είπα ήδη ότι σε καταλαβαίνω!  Όμως για να είμαστε δίκαιοι, σωστοί άνθρωποι πρέπει να πούμε ότι ο πατέρας σου, σου είπε όλη την αλήθεια.  Μπορεί η Ζάντρα να μην είναι κακός άνθρωπος, αποδείχτηκε όμως αδύνατη, άβουλη, σε σημείο να εγκαταλείψει το σπλάχνο της, τον άντρα της, το σπιτικό της.  Όλα για έναν ξένο, που όπως αποδείχτηκε υπήρξε και η καταστροφή της τελικά.   Ο Τάσος όμως, δεν κοίταξε άλλο θηλυκό παιδί μου.  Εσύ είσαι η γυναίκα της ζωής του κι εσένα θέλει να σε δει να εξελίσσεσαι σε αξιόλογη νέα γυναίκα.   Όσο για μένα, προτίμησα να σε μεγαλώσω, να γίνω η μάνα που δεν είχες και να σου αφιερώσω τη ζωή μου…  Είσαι το αστέρι μου και η ευτυχία σου είναι και δική μου.  Είσαι το μονάκριβό μου, το παιδί μου κι ας μην σε γέννησα.

Τα μάτια της Ματίνας υγραίνονται.  Είναι πολύ συγκινημένη. Η Λαρίσσα την αγκαλιάζει και τη φιλάει.

Λαρίσσα:  Αχ, θείτσα μου σ’ αγαπάω καλύτερα κι από μάνα μου, να το ξέρεις…

Ματίνα: (συγκινημένη)  Το ξέρω, το ξέρω. Όμως δεν ήμουν εγώ και ο πατέρας σου μόνοι, που θεωρήσαμε τη Ζάντρα ακατάλληλη για το καλό σου.  Το δικαστήριο τα ζύγισε από δω, τα ζύγισε από εκεί κι αποφάσισε ομόφωνα ότι χάνει κάθε δικαίωμα να σε έχει.   Έπαιρνε επιβλαβείς ουσίες (κομπιάζει) και συζούσε μ’ ένα ξένο, έχοντας εγκαταλείψει τα πάντα πίσω της.  Αυτή ήταν που δήλωσε στο δικαστήριο ότι αν ξαναζούσε την ίδια περίοδο, θα έπραττε ακριβώς ότι είχε ήδη πράξει. Καημένε Τάσο!

Λαρίσσα:  Μα θείτσα μου λέει ότι άλλαξε…

Ματίνα: Άλλαξε! Όχι δα! Τώρα έρχεται πίσω και κάνει κρυφο-δουλειές, γιατί είναι βέβαιο ότι τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή της. Θα δεις. Θα φανεί το πράγμα.  Αλήθεια λυπάμαι πολύ που η Ζάντρα δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι.   Δε θέλω να την στερηθείς, όμως -είναι σχεδόν βέβαιο- το δικαστήριο θα της απαγορέψει κάθε επαφή μαζί σου, αν πληροφορηθεί για τις ενέργειές της.  Δε νομίζω ότι άλλαξε κάτι στη ζωή της.   Δε μιλώ πολύ, δε λέω τι αλήθεια σκέφτομαι, κάνω πως δεν καταλαβαίνω, ακόμη και τη Ζάντρα υπερασπίζομαι στον αδερφό μου –άδικα βέβαια-  για να μην κάνω τα πράγματα χειρότερα.  Όμως θα φανεί η αλήθεια παιδί μου. Χρειαζόμαστε λίγο χρόνο, λίγη υπομονή και περισσότερο από όλους, εσύ παιδί μου!

Λαρίσσα:  Άλλαξε θείτσα μου, άλλαξε σου λέω!  Το είπε πολύ σοβαρά, αλήθεια σου λέω!

Η Ματίνα κουνάει το κεφάλι της, με λύπη. Δε μιλάει.

Λαρίσσα: Το είπε πολλές φορές, είπε και για το μπαμπά, και για σένα, τα καλύτερα λόγια.

Ματίνα:  Άκουσε Λαρίσσα μου, έχω μια σκέψη.

Λαρίσσα:  (αγωνιά)    Ναι, θείτσα μου;

Ματίνα:  Άκουσέ με μάτια μου:  όταν ξαναδείς τη Ζάντρα, πες της ότι θέλω να τη συναντήσω μαζί σου.  Θέλω να τη δω, να της μιλήσω, να δω ποια  είναι αλήθεια σήμερα και ύστερα από τόσα χρόνια.

Λαρίσσα:  Εντάξει Θείτσα μου, ελπίζω να δεχτεί.  Και γιατί όχι; Αν μ’ αγαπάει όπως λέει, θα μου κάνει το χατίρι, δε νομίζεις;

Ματίνα: Ναι, βέβαια, συμφωνώ μαζί σου.  Είναι για καλό, αυτό ξέρω εγώ.

Σκηνή έβδομη

Λαρίσσα:   Γεια σου Ζάντρα!

Ζάντρα: (την αγκαλιάζει) Λαρίσσα μου, σε βλέπω σκεφτική. Συμβαίνει κάτι;

Λαρίσσα:  Ναι, η θεία Ματίνα θέλει να σε δει και να μιλήσετε.

Ζάντρα: (αναστατωμένη, προσπαθεί) Αν πρέπει, γιατί όχι;

Λαρίσσα: (ευχαριστημένη, μιλά βιαστικά) Σ’ ευχαριστώ Ζάντρα!  Είναι πολύ σπουδαίο να μιλήσετε με τη θεία μου, ξέρεις.  Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε μαζί της… σήμερα;  Τώρα;

Ζάντρα:  (πανικόβλητη) Τώρα; Αυτή τη στιγμή; Έτσι απρόοπτα;

Λαρίσσα: (με άγχος) Ναι, τώρα, τι πειράζει;  Η θεία μυ είναι απέναντι στο πάρκο, μονάχα δύο λεπτά μακριά μας και μας περιμένει (χαμογελά αδέξια).

Ζάντρα: (μιλά σιγανά, είναι κατακόκκινη) Καλά, αφού πρέπει!

Διασχίζουν το δρόμο, περνούν απέναντι στο πάρκο, χαρούμενη η Λαρίσσα μπροστά, αγχωμένη η Ζάντρα, πίσω. Η Ματίνα περιμένει σε παγκάκι του πάρκου, μπροστά και σε πολύ μικρή απόσταση από το δρόμο.  Σηκώνεται μόλις πλησιάζουν.  Χαιρετιούνται.  Η Ματίνα με αγωνία καρφώνει τα μάτια της στη Ζάντρα και  εκείνη χαμηλώνει το βλέμμα της φοβισμένη.

Ματίνα: (απλά) Κάθισε Ζάντρα. Πώς είσαι λοιπόν;

Ζάντρα:  Καλά κι εσύ;

Ματίνα:  Καλά είμαι. Εργάζεσαι κάπου εδώ κοντά;

Ζάντρα:  Όχι αυτή τη στιγμή.  Εργαζόμουν σε μία καφετερία αλλά έκλεισε το μαγαζί και…

Ματίνα:  Εδώ κοντά;

Ζάντρα: Όχι, στην πόλη.

Ματίνα:  Έχεις άντρα, παιδιά;

Ζάντρα:  Όχι βέβαια! (απάντησε ζωηρά)

Ματίνα:  Πού ήσουν όλον αυτόν τον καιρό;

Ζάντρα:  Εδώ, στο Σύδνεϋ, πού αλλού;  Ζω στα Δυτικά προάστια.

Ματίνα:  Νοικιάζεις;

Ζάντρα:  Ναι.

Η Λαρίσσα που παρακολουθεί με αγωνία αυτή τη συζήτηση, προαισθάνεται ότι η συμπεριφορά της Ζάντρας συνεπάγεται εξελίξεις.

Ματίνα:  Πώς βολεύεσαι χωρίς εργασία αυτή την περίοδο;

Ζάντρα:  Ε… παίρνω το επίδομα ανεργίας για λίγο, ώσπου να βρω κάτι.

Τα χέρια της Ζάντρας τρέμουν και φαίνεται.  Ιδρώνει.  Η Λαρίσσα την κοιτάζει ερωτηματικά και η Ματίνα ανησυχεί.

Ματίνα:  Σου συμβαίνει κάτι;  Μήπως είσαι άρρωστη;

Ζάντρα:  (σκέφτεται δυνατά)  Πρέπει να φύγω! Ξέρετε… πρέπει να πηγαίνω τώρα!

Ματίνα:  Δε φαίνεσαι καλά παιδί μου!  Εδώ λίγο πιο κάτω, υπάρχει ένα καλό Coffee Shop.  Πάμε να πιούμε έναν καφέ και ένα νερό για να συνέλθεις, κι ύστερα φεύγεις.

Ζάντρα:  Δεν μπορώ, πρέπει να πηγαίνω, έχω ραντεβού με την κομμώτριά μου.

Λαρίσσα:  Έλα Ζάντρα μου, μην κάνεις έτσι!  (Παίρνει με θάρρος το τηλέφωνο της Ματίνας  και της το προσφέρει) Να, πάρε το τηλέφωνο της Θείας Ματίνας και τηλεφώνησέ της!

Ζάντρα:  Όχι, δεν μπορώ! Μη με πιέζετε παρακαλώ, αλήθεια, πρέπει να φύγω!

Λαρίσσα:  Μα… έχουμε δεν έχουμε δέκα λεπτά, αφότου ήρθαμε εδώ, Ζάντρα!

Ζάντρα:  (αγριεύει) Δε γίνεται είπα!

Τρέμει, τα μάτια της λάμπουν παράξενα, καθώς οι κόρες τους έχουν διασταλεί, και το στόμα της χάσκει ανοιχτό.

Ματίνα: (επίμονα πλέον) Έχει δίκιο το κοριτσάκι σου Ζάντρα!  Φαίνεσαι άρρωστη!  Να καλέσουμε  βοήθεια!

Ζάντρα:  Όχι, όχι, εκνευρισμένη μόνο είμαι!

Ματίνα: Γιατί;  Σε ενοχλούμε μήπως;

Ζάντρα:  (ενώ επιχειρεί να σηκωθεί μουρμουρίζει) Αφήστε με… αφήστε με!

Σωριάζεται στο παγκάκι.  Έχει σχεδόν χάσει τις αισθήσεις της.   Η Λαρίσσα βγάζει μία κραυγή φόβου και η Ματίνα τηλεφωνεί στο Α’ Βοηθειών.  Και ενώ της κάνουν αέρα και της δίνουν μικρά μπατσάκια στο πρόσωπο, καταφτάνει το ασθενοφόρο.

Νοσοκόμος Α’:  (ρωτάει τη Ματίνα και τη Λαρίσσα) Γνωστή σας η… κυρία;

Ματίνα:  (απαντά γρήγορα) Όχι ακριβώς, τη γνωρίσαμε εδώ στο πάρκο. Τι νομίζετε ότι της συμβαίνει;

Ο Νοσοκόμος κουνάει το κεφάλι του περίεργα.  Εκείνη τη στιγμή έρχεται και η αστυνομία.

Αστυνόμος:  Γεια σας παιδιά.

Οι δύο νοσοκόμοι τον χαιρετούν. 

Αστυνόμος:  Τι έχουμε εδώ;

Νοσοκόμος Α’: Υπόθεση ναρκωτικών, φοβάμαι.

Αστυνόμος:  Γνωστή, γνωστή;

Νοσοκόμος Α’:  Ε..  Ναι…, έτυχε! Δεν ξέρω όμως πώς βρέθηκε εδώ. Δύο-τρείς φορές –πρόσφατα-, τη βρήκαμε μέσα ή έξω από νυκτερινά κέντρα, σε άλλη όμως περιοχή.

Η Λαρίσσα σφιγμένη στο πλευρό της Ματίνας τρομοκρατημένη, παρακολουθεί μαζί της τη διαδικασία της ετοιμασίας, για την αποχώρηση του ασθενοφόρου στο Νοσοκομείο.  Ο Αστυνομικός  γράφει κάποια πράγματα και αποχωρεί χαιρετώντας τους δύο Νοσοκόμους.

Αστυνόμος: Ευχαριστώ παιδιά για την πληροφόρηση.

Οι δύο νοσοκόμοι πηδούν στο ασθενοφόρο  ο ένας στο τιμόνι και ο άλλος στην καρότσα με την ασθενή, και αποχωρούν με κατεύθυνση το πλησιέστερο νοσοκομείο. Η Ματίνα έχει αγκαλιάσει τη Λαρίσσα που κλαίει βουβά τρέμοντας και της μιλάει τρυφερά.

Ματίνα: Πόσο λυπάμαι μάτια μου, που έπρεπε να πιεις το πικρό ποτήρι της πραγματικότητας του κόσμου της Ζάντρας.  Θέλω να ξέρεις ότι ήλπιζα για κάτι διαφορετικό από αυτό που μαρτυρήσαμε σήμερα.  Είναι ευλογία αυτή η αποκάλυψη τελικά, σε σχέση με τη σωτηρία σου, παιδί μου.  Είσαι μικρή και αθώα και είναι δύσκολο να αντιληφθείς  τι κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, ακόμη και όταν πρόκειται για την ίδια τη μητέρα σου.  Τελικά, μπορεί να πει κανείς ότι αιτία της συμπεριφοράς της Ζάντρας ανέκαθεν, υπήρξε η χρήση ναρκωτικών.  Άνθρωποι σαν τη Ζάντρα δε ζουν πολύ και τραβούν στο γκρεμό τους ανθρώπους που τους αγαπούν.  Ποιος ξέρει τι ήθελε από σένα! Δοξάζω το Θεό που δεν πρόλαβε να σε μπλέξει!

Σκηνή όγδοη

Μένιος:  Όχι μόνο δεν ακολούθησες τις συμβουλές μου αλλά έκανες και την τρελή για να αποφύγεις τις υποχρεώσεις σου απέναντί μου.  Από σήμερα αλλάζει ο συνεταιρισμός μας.  Τη θέση σου δίπλα μου θα την πάρει η Λίζα κι εσύ τη δική της.   Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα περισσότερο…

Ζάντρα:  Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό.

Μένιος:  (ειρωνικά) Γιατί;

Ζάντρα:  Κατέστρεψα το σπίτι μου για σένα, έγινα ρεμάλι με τα ναρκωτικά και τώρα θέλεις να με καταστρέψεις ολοσχερώς γιατί δεν έλαβα μέρος στο βρώμικο παιχνίδι εναντίον των ανθρώπων που κοίταξαν μέχρι σήμερα το παιδί μου;

Μένιος: Βούλωσέ το επιτέλους! Σε ανέχτηκα τόσα χρόνια…  Μου χρωστάς, ακούς; Μου χρωστάς!

Ο Μένιος χτυπάει τη γροθιά του θυμωμένος στον τοίχο που αδύνατος καθώς είναι, τρυπάει.

Ζάντρα: (τον κοιτάζει φοβισμένη) Α! Μια τρύπα στον τοίχο! Άνοιξες μια τρύπα στον τοίχο! Αχ, Μη!.. Μη!..

Ο Μένιος που βλέπει τον φόβο της γελάει σαρκαστικά. Ξαφνικά την κοιτάζει με μίσος. Μουγκρίζει.

Μένιος: Παλιοθήλυκο, δεν είδες τίποτα ακόμη! Όπως πας… κάποια στιγμή σίγουρα  θ’ ανοίξω και μια τρύπα στο… κεφάλι σου!

Ξεσπάει σε τρελό γέλιο.. Η Ζάντρα τον κοιτάζει με την αηδία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και ξαφνικά ηρεμεί. Ανοίγει ψύχραιμα την τσάντα της και σε ανύποπτο χρόνο τεντώνει το μπράτσο της με το οπλισμένο χέρι.  Σημαδεύει τον Μένιο που παρακολουθεί τις κινήσεις της άλαλος. Ακούγονται απανωτοί πυροβολισμοί.  Ο Μένιος πέφτει στο πάτωμα.  Η Ζάντρα προχωρεί αργά στο τηλέφωνο, σχηματίζει ένα νούμερο στο καντράν το σηκώνει και τηλεφωνεί.

Ζάντρα:  Εμπρός! Αστυνομία; Μόλις εκτέλεσα τον εκβιαστή μου! Λέγομαι Ζάντρα…

Σκηνή ένατη

Τάσος:  Γεια σου Ματίνα.   Η Λαρίσσα είναι εδώ;

Ματίνα:  Ναι αμέ! Από εκείνη την ημέρα στο πάρκο,  όχι μόνο έρχεται ενωρίς, αλλά είναι και πολύ ήρεμη.  Εντάξει, δε λέει πολλά. Είναι ακόμα σοκαρισμένη από το τραγικό επεισόδιο με τη Ζάντρα. Αυτό είναι βέβαιο!

Τάσος: Είναι ευτύχημα που προλάβαμε ή μάλλον η τύχη υπήρξε ευνοϊκή απέναντί μας!  Ματίνα, άκουσέ με: διάβασα κάτι αποτρόπαιο στην σημερινή εφημερίδα και βούλιαξε η καρδιά μου.  Η Ζάντρα δεν πρόλαβε να βγει από το Νοσοκομείο απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, και πάνω σε ένα βίαιο καβγά με τον φίλο της, τον πυροβόλησε και τον σκότωσε σε αυτοάμυνα, προς τις απειλές του.  Άκου και το χειρότερο: Αυτός έκανε εκβιασμούς για να βγάζει χρήματα και ήταν επίσης ανακατεμένος με την παιδεραστία. Ακούς;  Τι να σου πω, τι να σου πω;  Πω, πω! με πιάνει πανικός, κρυάδα στους σπόνδυλους και που το σκέφτομαι μόνο: το παιδί μας μόλις που γλύτωσε από τα χέρια τους, καταλαβαίνεις;

Ματίνα:  Τι εγκληματικά μυαλά! Αχ, Θεέ μου, πώς να προστατέψουμε το παιδί μας απ’ αυτό το νέο κακό;  Πώς να της εξηγήσουμε;  Πρόκειται για τη μητέρα της, άσχετα με το ποιόν της!

Αργά, σέρνοντας σχεδόν τα βήματά της, μπαίνει στην κουζινο – τραπεζαρία η Λαρίσσα, χλωμή, με μάτια κλαμμένα. Μιλά με αλλοιωμένη φωνή.

Λαρίσσα: Τα άκουσα όλα μπαμπά και θεία Ματίνα.  Αλλά μη φοβάστε, είμαι αρκετά μεγάλη για να ξεχωρίζω το καλό από το κακό.

Ο Τάσσος και η Ματίνα με μάτια υγρά και με ανοιχτές αγκαλιές τρέχουν προς το μέρος της.

Τάσος:  Έλα Λαρίσσα μου. Ο Θεός σε φύλαξε, μας φύλαξε όλους από την καταστροφή. Πίστεψέ μας παιδί μου, μας πονάει για τη Ζάντρα, αλλά η γυναίκα ήταν  χαμένη από την αρχή.

Ματίνα: Ναι, παιδί μου, τα είχαμε πει και άλλοτε.

Τάσος: Είχε διαλέξει την παρανομία από ανάγκη.  Είπε ότι είχε αγαπήσει παράφορα και δεν μπορούσε να ζήσει μαζί μας.  Είχε επιλέξει άλλο δρόμο.  Μακριά από εμάς παιδί μου!  Λυπάμαι που δεν έχεις τη μητέρα που άξιζες, όπως όλα τα παιδιά του κόσμου, αλλά είσαι ευλογημένη που έχεις τη θεία Ματίνα και έναν πατέρα  που σε λατρεύει κυριολεκτικά.  Μπορεί να είμαι ακόμα νέος, αλλά ύστερα από το ζεμάτισμα που πήρα, δεν έχω σκοπό ν’ αλλάξω ζωή.

Η Λαρίσσα αγκαλιάζει τον πατέρα της και ύστερα τη Ματίνα.

Λαρίσσα: Μπαμπά, θεία μου, το ξέρω, το νιώθω βαθιά μέσα μου, πως είμαι το πιο τυχερό κορίτσι του κόσμου! Δεν ξέρω πώς αλλιώς να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου! Σας ευχαριστώ… σας ευχαριστώ για την αγάπη σας.

Τα δάκρυα έχουν την τιμητική τους!

Τέλος

 

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...