Γ’κεφ., 2. Το ποίημα του Κ. Καβάφη, ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ, από τον Τόμο Α’ της τετράτομης σειράς, ΜΕΛΕΤΕΣ, Σύδνεϋ 2014

Γ’. 2. Το ποίημα του Κ. Καβάφη, Άννα Κομνηνή

Εισαγωγή

Ο Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια σε ένα σπίτι της οδού Σερίφ στις 29 («17 με το χρησιμοποιούμενο τότε ημερολόγιο»[1]) Απριλίου 1863. Οι γονείς του Πέτρος και Χαρίκλεια (το γένος Φωτιάδη) Καβάφη,  κατάγονταν από την Πόλη, όπου και ζούσαν μέχρι το 1840.  Σύμφωνα με τον Γιώργη Πικρό, «ορισμένοι βιογράφοι» ισχυρίζονται ότι οι Καβάφηδες ήταν «αρμενοϊρανικής καταγωγής»[2]. Ο Καβάφης ωστόσο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και θεωρεί τον εαυτό του «Βιζαντινό».

Ο Κ. Καβάφης γνώριζε καλά τις ακόλουθες γλώσσες: την ελληνική, την αγγλική και την γαλλική και λίγα ιταλικά. Είχε επίσης μελετήσει την ελληνική και την κλασσική ιστορία και την ευρωπαϊκή  φιλολογία.

Στην Αλεξάνδρεια ο Καβάφης ζει μέχρι το 1870. Το 1876 πεθαίνει ο πατέρας του, Πέτρος Καβάφης και η μητέρα του Χαρίκλεια φέρνει την οικογένειά της στην Αγγλία. Εδώ, περνά ένα μεγάλο μέρος από την παιδική του ηλικία και μέσω της εκπαίδευσής του, μυείται στην ζυγισμένη συμπεριφορά, που διακρίνεται για την διακριτικότητα, την τυπικότητα, την ευγένεια και την ψυχρότητα. Πιθανόν σε ετούτη η παιδεία και στην παραμονή του στην Αλεξάνδρεια και μακριά από την ελληνική μητρόπολη, να οφείλεται και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις στα συντηρητικά ποιήματά του.  Δε θα πρέπει να αποκλειστεί και η πιθανότητα ο ποιητής να υιοθέτησε και την επιδεξιότητα των «στιχοπλόκων» Αλεξανδρινών επιγραμματοποιών[3].  Όπως τονίζει και ο Άλκης Θρύλος[4] ο Καβάφης τόλμησε να γράψει ποιήματα με έναν «λυρισμό τόσο συγκρατημένο κ’ εσωτερικό ώστε να δίνουν την εντύπωση στην πρώτη ανάγνωση ότι είναι συχνά, ανυπόφορα πεζά»  και μάλιστα σε μία εποχή που στην Ελλάδα «οργίαζε ακόμα ο ρομαντισμός, κι ο συμβολισμός κυριαρχούσε στην υπόλοιπη Ευρώπη». Αλλού το έργο του Καβάφη χαρακτηρίζεται για τη «φυγή» από τη σύγχρονη πραγματικότητα, «ένας ατομιστής» που ζει «…στην  ατμόσφαιρα της ηδυπάθειας και του σαρκασμού, απομονωμένος, τραγικά απομονωμένος από τη ζωή.»[5]

Αργότερα επιστρέφει εκ νέου στην Αγγλία για μικρό χρονικό διάστημα μόνο. Επιπλέον  έρχεται σε άμεση επαφή με την ξένη λογοτεχνία, την γνωρίζει και την εκτιμά, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Ο Καβάφης –δεκαέξι χρόνων- επιστρέφει με την οικογένειά του  στην Αλεξάνδρεια. Η Αίγυπτος έχει ήδη περάσει στην περίοδο της παρακμής της.

Στην εφηβική του ηλικία ο Καβάφης έρχεται στην Κωνσταντινούπολη (1882) για δύο χρόνια με την οικογένειά του και γνωρίζει τον παππού του από τη μεριά της μητέρας του, Γεώργιο Φωτιάδη. Με τη βοήθεια αυτού συγκεντρώνει τα περισσότερα στοιχεία για την «Γενεολογία» του. Την περίοδο 1881-1882, φοιτά στην Εμπορική-Πρακτική Σχολή «Ο Ερμής». Υπό την επίδραση του διδασκάλου του Κωνσταντίνου Παπαζή, ο Καβάφης εξελίσσεται σε εθνικιστή και ασπάζεται τον ελληνικό φυλετισμό. Αποκηρύσσει την αγγλική του υπηκοότητα και αποκτά την ελληνική.

Στην Κωνσταντινούπολη ο Καβάφης διαπιστώνει ότι ο εδώ Ελληνισμός του θυμίζει ‘Βυζάντιο’.  Αντιλαμβάνεται ότι η Κωνσταντινούπολη είναι η ψυχή του απανταχού Ελληνισμού, αντίθετα από την Αλεξάνδρεια η οποία φιλοξενεί τμήμα μόνο της ‘Ελληνικής Επικράτειας’. Ο Καβάφης πονά για τις περιπέτειες των  Ελλήνων της ‘Βυζαντινής Πρωτεύουσας’ και υπό την επιρροή ετούτων των συγκυριών, υιοθετεί να περιγράψει μέσω των μύθων του, την Βυζαντινή  περίοδο, όπως ετούτος την φαντάζεται και όπως την αισθάνεται τελικά.

Σχετικά με ετούτο το θέμα  έγραψε και ο  Γ. Π. Σαββίδης έγραψε ένα σχόλιο σε σχέση που φέρει τον τίτλο: G.P. Savidis: Cavafy, Gibbon and Byzantium, όπου μεταξύ σημαντικών απόψεων, καταθέτει και  κάποιες υποθετικές απόψεις του, σε σχέση με την επίδραση του έργου του Gibbon The Decline and Fall στην έκδοση του 1820, στον Καβάφη[6]. Ο Σαββίδης θεωρεί ότι ο Καβάφης δεν μπορεί να μοιράζεται τον θαυμασμό του  Gibbon για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γιατί απλά στα ποιήματα της ωριμότητάς του,  τη χρησιμοποιεί ως σκηνικό για να εκφράσει  τις απόψεις του για την Βρετανική Αυτοκρατορία της εποχής του.  Επιπλέον δεν θεωρεί το έργο του Gibbon, ως πηγή πληροφοριών για τα ποιήματά του για το Βυζάντιο ή και άλλα ιστορικού περιεχομένου ποιήματά του. Είναι γνωστό ότι ο Καβάφης είχε επίσης μελετήσει την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρηγόπουλου και επίσης ότι είχε χρησιμοποιήσει  ελεύθερα ειδικές εργασίες,  όπως  των Bury’s and Bouché-Leclercq’s, μαζί με τις αυθεντικές πηγές. Ο  Σαββίδης αναφέρει, ότι ο Καβάφης  μελέτησε τον Julian (Αυτοκράτορας της Ρώμης, 331-363) μάλλον,  μέσω του δράματος του  Kleon Rangabe (1877)[7] and Ibsen (1873)[8] και ότι ύστερα διάβασε τον Gibbon. Τελικά πιστεύει ότι μέσω της μελέτης του Gibbon, σε μία αποφασιστική περίοδο της ζωής του, ο Καβάφης μετακινήθηκε από τις θέσεις του, του Παρνασσισμού και του παρηκμασμένου Βυζαντίου και επέκτεινε τα ενδιαφέροντά του και τους ορίζοντές των απόψεών του  στον   Ευρωπαϊκό πολιτισμό.  Έτσι εξελίχθηκε  στην πρωτότυπη ποιητική φωνή της εποχής μας.

 

Ποια είναι Άννα Κομνηνή η ηρωίδα του Αλεξανδρινού Έλληνα ποιητή Καβάφη στο συνώνυμο ποίημά του; Γεννημένη την 1η Δεκεμβρίου 1083 στην ‘Πορφύρα’, στο αυτοκρατορικό ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης, η Άννα Κομνηνή, θυγατέρα του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Ειρήνη Δούκαινας, και εγγονή της Άννας Δαλασσηνής[9], έτυχε εξαίρετης παιδείας. Το 1091 μνηστεύθηκε κατ’ εκλογή του πατέρα της, τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα. Μετά από τον θάνατο αυτού, το 1097, παντρεύτηκε τον επίσης, κατ’ εκλογή του πατέρα της, Νικηφόρο Βρυέννιο.

Όταν ο Αλέξιος Α’ αρρώστησε, στην αυλή του σχηματίστηκε ένα «κόμμα» εναντίον της παράταξης του νόμιμου διαδόχου του, Ιωάννη, με ηγήτορες  την πρωτότοκο θυγατέρα του Άννα Κομνηνή και τη μητέρα της Ειρήνη Δούκαινα. Οι προσπάθειές τους, να μεταπείσουν τον αυτοκράτορα Αλέξιο να αλλάξει γνώμη, απέτυχαν, με αποτέλεσμα, μετά τον θάνατο του τελευταίου (1118), να στεφθεί αυτοκράτορας ο Ιωάννης Βʼ Κομνηνός.

 

Ο Νικηφόρος Βρυέννιος: Σύζυγος της Άννας Κομνηνής, καταγόταν από αριστοκρατική βυζαντινή οικογένεια. Ο προπάππους του είχε επαναστατήσει το 1055, κατά  της αυτοκράτειρας Θεοδώρας,  και το 1056 αποκαταστάθηκε από τον Μιχαήλ Στʼ, για να τυφλωθεί τελικά με αυτοκρατορικό διάταγμα το 1057. Από τους  δύο γιους αυτού,  σημαντικότερος ήταν ο Νικηφόρος, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της βασιλείας του Ρωμανού Δʼ και του Μιχαήλ Ζʼ. Ετούτος επαναστάτησε εναντίον του τελευταίου, όμως ο Νικηφόρος Γʼ Βοτανειάτης, κατόρθωσε  να καταλάβει πρώτος τον θρόνο (1078), και έστειλε εναντίον του τον στρατηγό Αλέξιο Κομνηνό (μετέπειτα Αλέξιο Αʼ, 1081-1118), ο οποίος τον νίκησε και τον τύφλωσε.

Ο Νικηφόρος Βρυέννιος[10] ήταν εγγονός του τελευταίου από τους Νικηφόρους. Γεννήθηκε γύρω στο 1080 και 16 – 17 χρόνων, παντρεύτηκε την Άννα Κομνηνή, θυγατέρα του Αλεξίου Αʼ Κομνηνού. Σε ετούτον (Νικηφόρο Βρυέννιο), απενεμήθησαν ποικίλοι αυλικοί τίτλοι, με κορυφαίο εκείνον του καίσαρα, την περίοδο 1109-1110. Ο αυτοκράτορας του εμπιστεύτηκε σημαντικές στρατιωτικές αποστολές στις αυτοκρατορικές εκστρατείες. Διηύθυνε επιπλέον την άμυνα της Κωνσταντινουπόλεως, ερχόμενος εναντίον του στρατού του Γοδεφρείδου της Μπουιγιόν, στην διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας το 1097, ενώ το 1116, ηγήθηκε της εκστρατείας των Βυζαντινών εναντίον του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Παρά τα οδυνηρά γεγονότα στα οποία ενεπλάκη η σύζυγός του Άννα Κομνηνή, ο Νικηφόρος Βρυέννιος, δεν περιέπεσε στη δυσμένεια του Ιωάννη Β’, καθώς τον υποστήριξε ενεργά, συμμετέχοντας στις εκστρατείες του, μέχρις ότου, σε μία από αυτές, αρρώστησε και πέθανε (1137).

Ο θάνατος του Νικηφόρου Βρυέννιου και η αποτυχία της συνωμοσίας, οδήγησαν τη σύζυγό του Άννα Κομνηνή και τη μητέρα της, στην Ιερά μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, κίνηση που αποτελούσε φυσική εξέλιξη της χηρείας τους και αποδεκτή από την Βυζαντινή παράδοση[11].  Στον ειρηνικό χώρο της μονής, η Άννα Κομνηνή, συγκεντρώθηκε στη συγγραφή το έργου της, Αλεξιάς, που την έκανε αθάνατη.  Αν η συνομωσία της πετύχαινε, δε θα είχε ίσως, την ευκαιρία να εξελιχθεί στη συγγραφέα που έγινε.

 

Το έργο του Ν. Βρυέννιου: Ενόσω η Άννα Κομνηνή, υπονόμευε την άνοδο του αδελφού της Ιωάννη στο αυτοκρατορικό αξίωμα, ο Νικηφόρος Βρυέννιος ενασχολείτο με τα γράμματα. Έγραψε ένα ιστορικό έργο για τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό και επιδόθηκε στη διατριβή φιλοσοφικών και ρητορικών πραγματειών. Κυριότερο έργο του είναι το Ύλη Ιστορίας[12], όπου στηρίζεται σε προφορικές κυρίως μαρτυρίες από το οικογενειακό του περιβάλλον και δίνει έμφαση  στην ιστορία των Κομνηνών, των Δουκών και των Βρυεννίων.  Το έγραψε καθ’ υπόδειξη της αυτοκράτειρας, Ειρήνης Δούκαινας, την δεκαετία του 1110 και στόχος του ήταν η καταγραφή της δράσης του Αλεξίου Αʼ. Το έργο δεν ολοκληρώνεται την εποχή του θανάτου του Αλεξίου Αʼ και συνεχίζεται και μετά το 1118, χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθεί[13] ποτέ.

Το Ύλη Ιστορίας[14]: Χωρίζεται σε ένα προοίμιο (αμφισβητείται η πατρότητά του και δεν έχει σωθεί ολόκληρο), και 4 βιβλία. Εν συντομία εξιστορείται η κατάσταση στην αυτοκρατορία μετά την άνοδο στο θρόνο του Νικηφόρου Γʼ (1078) και οι λόγοι για τους οποίους ήταν αναγκαία η επανάσταση του Αλεξίου Αʼ, το 1081[15]. Την ύλη του έργου, την χρησιμοποίησε η Άννα Κομνηνή ως πρόλογο στο έργο της Αλεξιάς.

Αλεξιάς[16]: Η Άννα Κομνηνή αφιερώνει το έργο, που την κάνει να ξεχωρίζει στο ιστορικό προσκήνιο της εποχής της, στον  πατέρα της  Αλέξιο Α’ Κομνηνό (εξ ου και ο τίτλος). Στο 1.1.1 βιβλίο της γράφει γι΄αυτόν: «…τὸ ξίφος αὐτοῦ μεθύσει ἀφ’ αἵματος· οὕτως ἦν φιλοπόλεμος ὁ νεανίσκος.» Το έργο, είναι γραμμένο στην αττικίζουσα γλώσσα, με πρότυπα τον ‘πατέρα της Ιστορίας’ Θουκυδίδη και τον Πολύβιο.  Χαρακτηριστικά της συγγραφέα του Αλεξιάς είναι η καλή διαχείριση της γλώσσας των λογίων της εποχής και οι πληροφορίες που παρέχει για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία του μεσαίωνα. Η Άννα Κομνηνή, παρουσιάζει με δεξιότητα τις αντιλήψεις της Ανατολής και της Δύσης στις αρχές του 12ου αι., και τη σύγκρουση αυτών. Στον Προοίμιο του έργου η συγγραφέας  καλύπτει τα γεγονότα  της περιόδου 1069-1180, και  εδώ βασίζει ο Καβάφης το ποίημα του: Άννα Κομνηνή.

Άννα Κομνηνή

(Κ. Καβάφη)

Στον πρόλογο της Αλεξιάδας της θρηνεί,

για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή. 

 

Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και

ρείθροις δακρύων», μας λέγει,  «περιτέγγω 

τους οφθαλμούς….. Φευ των κυμάτων» της ζωής της,

«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη

«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».

 

Όμως η αλήθεια μοιάζει  που μια λύπη μόνην

Καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·

Έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε

(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,

Που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,

Την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε

Σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Στον «πρόλογο της Αλεξιάδας», εντοπίζονται οι  ακόλουθες μικρές φράσεις πυρήνας – ουσία,  του ποιήματος του Καβάφη: «Και ρείθροις δακρύων», «περιτέγγω  τους οφθαλμούς….. Φευ των κυμάτων», «φευ των επαναστάσεων», «μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής». Ο γνώστης της Βυζαντινής ιστορίας ετούτης της περιόδου θα συμφωνήσει με τις παρατηρήσεις του ποιητή, για τη θέση της Άννας Κομνηνής. Ετούτη αρνήθηκε να αποδεχθεί, πως μολονότι ήταν το πρωτότοκο τέκνο του Αλεξίου Α’, όφειλε -ως θήλυ-, να παραμεριστεί από τον θρόνο, χάριν  του αδελφού της Ιωάννη.

Οι αρχόντισσες του Βυζαντίου της εποχής, υποχρεώνονταν να ζούνε στο περιθώριο της εξουσίας. Ο ρόλος τους περιοριζόταν σε αγαθοεργά έργα, κυρίως προς τα μοναστήρια. Όμως η Άννα Κομνηνή διέφερε. Με την ανώτατη εκπαίδευσή της, είχαν διευρυνθεί οι ορίζοντες της αντίληψής της και της γνώσης της. Οι πεποιθήσεις της ότι είχε απελευθερωθεί, διαπιστώνεται στο έργο της Αλεξιάς.  Με την αίσθηση  της κοινωνικής ανεξαρτητοποίησής της προωθήθηκε να παλέψει για το δικαίωμά της στο θρόνο, ως το πρωτότοκο παιδί της αυτοκρατορικής οικογένειας. Πεπεισμένη ότι όφειλε να διεκδικήσει τον αυτοκρατορικό θρόνο, επιδόθηκε στην κατάληψή του, έστω και ανίερα. Δεν δίστασε λοιπόν να επαναστατήσει ενάντια στην απόφαση του πατέρα της, για την εκλογή του διαδόχου του, και εναντίον εκείνης  του συζύγου της, Νικηφόρου Βρυέννιου, να υποστηρίξει την απόφαση του αυτοκράτορα για τη διαδοχή του στο θρόνο από τον Ιωάννη.

Η Άννα Κομνηνή μπορούσε να είχε υποχωρήσει, παρόμοια και η μητέρα της, αυτοκράτειρα Ειρήνη Δούκαινα, που πιθανόν έτρεφε αρνητικά συναισθήματα  κατά του συζύγου της Αλέξιου Α’, για τη στάση του έναντι των γυναικών της οικογενείας τους.  Καθώς αυτή ήταν η θέση της αρχόντισσας γυναίκας στο Βυζάντιο, προσπάθειες  που υπερέβαιναν τα όρια του κοινωνικού κατεστημένου, ήταν φυσικό να θεωρηθούν τεχνικά ή και πραγματιστικά, ως επανάσταση ή συνομωσία.

Στο προοίμιο λοιπόν του Αλεξιάς, η Άννα θρηνεί τον σύζυγό της, Νικηφόρο Βρυέννιο και στο τελευταίο κεφάλαιό του[17] τον πατέρα της Αλέξιο Α’, παρά το γεγονός ότι πολλά και δεινά είχαν μεσολαβήσει ανάμεσά τους. Είναι άγνωστο αν οι οδυρμοί της οφείλονται στην απόρριψή της ή στην τέχνη της συγγραφής του Αλεξιάς. Αν είχε το σθένος να σταθεί στο ύψος των γεγονότων και να τα καταγράψει αντικειμενικά ή  αν πρόκειται για συστηματική συγκάλυψη  της πραγματικότητας.  Έχοντας υπόψη τα γεγονότα, κατανοούνται  τα συναισθήματα της διπλής απογοήτευσης, του  θυμού  και του πόνου της συγγραφέα. Ο Ν. Βρυέννιος, απέρριψε την προσπάθειά της  να τον κερδίσει με το μέρος της, εναντίον του αδερφού της Ιωάννη. Αντίθετα σεβάστηκε την απόφαση του Αλέξιου Α’, για την εκλογή του Ιωάννη, συμμετείχε στις εκστρατείες του, ώσπου αρρώστησε και χάθηκε. Αναμφίβολα δεν θα ήθελε να έχει την τύχη των παππούδων του, σε περίπτωση που η συνομωσία της Άννας Κομνηνής αποτύγχανε, όπως και συνέβη!

Αυτή η ‘γνήσια Γραικιά’, όπως τελικά αποκαλεί ο Καβάφης, την Άννα Κομνηνή, ήταν πρωτοπόρος φεμινίστρια που αποτόλμησε να αντιδράσει εναντίον της απόφασης του αυτοκράτορα – πατρός της.   Η πραγματική στάση της, έρχεται σε αντίθεση με  τις συμπαθητικές και μάλλον εγκωμιαστικές καταθέσεις της στο Αλεξιάς, για αμφότερους τους άντρες της ζωής της, τον πατέρα της Αλέξιο Α’ και τον σύζυγό της Νικηφόρο Βρυέννιο.

Ο Καβάφης στο τέλος του ποιήματός αφήνει αιχμές για τον Ιωάννη, αποκαλώντάς τον ‘προπετή’.  Δεν είναι βέβαιο αν η διάθεση του ποιητή ερμηνεύεται  ως αντιπαράθεση, καθώς η λόγια αδελφή του Ιωάννη, ήταν εκείνη που είχε την τόλμη, αν όχι το θράσος, να διεκδικήσει  το δικαίωμά της στο θρόνο.  Η αρχόντισσα στη Δύση και στην Ανατολή[18] πάλεψε για να   αναρριχηθεί σε ετούτου του είδους τα δικαιώματα (συγκριτικά ο αγώνας της ανεξαρτητοποίησης της απλής γυναίκας ήταν πολύ σκληρότερος).  Η αλλαγή ήρθε αργότερα και οι θηλυκού γένους ηγεμόνες, σπάζοντας το φράγμα των ανδρικών κεκτημένων αναρριχήθηκαν  στα ανώτατα αξιώματα.

Ο Καβάφης μελετώντας το περιεχόμενο του έργου Αλεξιάς, αποκάλυψε μία ουσιαστική πτυχή  της διακεκριμένης προσωπικότητας,  που ήταν η  Άννα Κομνηνή: τη σοβαρότητα του αγώνα της για την ισότητα των φύλων.

………………………..

[1] Γιώργης Πικρός,  Κ. Π. Καβάφης, 1863-1933, Σύντομο βιογραφικό σημείωμα, από το βιβλίο: Κ. Π. Καβάφης, ποιήματα, Παρουσίαση Γιώργη Πικρού, Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου, σσ. 7-8 (Δεν υπάρχει χρόνος έκδοσης, στο περί ου ο λόγος, βιβλίο. Από τον πρόλογο του Γ. Πικρού μαθαίνουμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο, γράφτηκε πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Κ. Καβάφη).

[2]Αυτόθι, σ. 7.

[3] Άλκης Θρύλος, Μερικές εντυπώσεις από το έργο του Καβάφη, από το βιβλίο: Κ .Π. Καβάφης, ποιήματα, Παρουσίαση Γιώργη Πικρού, Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου, σ. 38.

[4]  Άλκης Θρύλος, αυτόθι, σ. 37.

[5] Καβάφης, Νέοι Πρωτοπόροι  (Το πιο προοδευτικό περιοδικό της Ελληνικής Νεολαίας (Σ.ε.ε.), Κ. Π. Καβάφης, ποιήματα, Παρουσίαση Γιώργη Πικρού, Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου, σ.41.

[6] Οι δώδεκα τόμοι του έργου του Edward Gibbon The Decline and Fall στην έκδοση του 1820, φέρουν σημειώσεις του Κ. Καβάφη όχι μόνο στα περιθώρια των βιβλίων  αλλά και σε χωριστές σημειώσεις που επίσης φέρουν τα αρχικά του δικού του ονοματεπώνυμου. Αυτές οι σημειώσεις φέρουν επάνω τους χρονολογίες που συμπεριλαμβάνονται στο διάστημα μεταξύ  του 1896 και 1899 και αποκαλύπτουν επιπλέον τα ερεθίσματα που ένιωσε ο Καβάφης μελετώντας το έργο του Gibbon. Και αιτία αυτών των ερεθισμών του Kαβάφη είναι (“-as one may well imagine-” γράφει ο Σαββίδης ), η στάση του Gibbon έναντι της Ρώμης και του Χριστιανισμού, G.P. Savidis: Cavafy, Gibbon and Byzantium, 1966, In Μικρά καβαφικά, Α’ Ερμής, 1985.

Ο Hans-Georg Beck αναφερόμενος  στην χρήση της έννοιας «παρακμή» «…ως η λέξη κλειδί για την κατανόηση του Βυζαντίου» για ολόκληρες γενιές,  λέει ότι   ο Edward Gibbon, «θεωρείται  συνήθως  υπεύθυνος για την αντοχή αυτής τη έννοιας  σε σχέση με το Βυζάντιο», και προσθέτει ότι δεν είναι ο μόνος υπεύθυνος.  Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Μετάφραση Δημοσθένης Κουρτοβικ, Γ’ Έκδοση , Αθήνα 2000, σσ. 15-16.

[7] A new Anthology of Modern Greek Language (19th-20th century (www.greek-languge.gr, Portal for the Greek language- Modern Greek Literature) Ραγκαβής Κλέων, Ιουλιανός ο Παραβάτης (αποσπάσματα), Ιουλιανός ο Παραβάτης, Προλεγόμενα, «Ιουλιανός ο Παραβάτης. Ποίημα δραματικόν εις μέρη πέντε υπό Κλέωνος Ρ. Ραγκαβή, Γενικού Προξένου της Ελλάδος εν Ρωμανία, Αθήνησιν, εκ του τυπογραφείου Πέτρου Περρή, 1877 (σσ. θ΄-ι΄, ιζ΄-κζ΄ [από τα «Προλεγόμενα»] και 1-15 [απόσπασμα από την Α΄ Σκηνή του Α΄ Μέρους])».

[8]Στην Encyclopaedia Britannica, αναφέρεται: “Henrik Ibsen (Norwegian dramatist and poet)…drama on the Roman emperor Julian the Apostate had long been on his mind; he finished it in 1873 under the title Kejser og Galilaeer (Emperor and Galilean), but in a ten-act form too diffuse and discursive for the stage”. Emperor and Galilean (in Norwegian: Kejser og Galilæer) είναι ένα δράμα γραμμένο από τον Henrik Ibsen. Παρά το γεγονός ότι είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Ibsen  ο ίδιος σε αρκετές περιπτώσεις δήλωσε για το δράμα του   Emperor and Galilean ως το σημαντικότερο έργο του. Το Emperor and Galilean γραμμένο σε δύο μέρη (το ένα συμπληρώνει το άλλο) με πέντε πράξεις το κάθε μέρος, είναι το μακρότερο έργο του  Ibsen. Και θέμα του είναι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Αποστάτης.  Το δράμα καλύπτει την περίοδο 351–363. Ο Ιουλιανός 331-363, ήταν ο τελευταίος μη Χριστιανός αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η επιθυμία του ήταν να φέρει την αυτοκρατορία πίσω στις αξίες της αρχαίας Ρώμης.» Μετάφραση από το αγγλικό κείμενο (από τη συγγραφέα του κειμένου Π.Έλλη {Elles}).

[9] Το 1081, ο Αλέξιος Ι Κομνηνός (1081-1118), προτού πάει στον πόλεμο, με διάταγμα που έφερε τη σφραγίδα του, πέρασε στην μητέρα του Άννα Δαλασσηνή, όλες  τις αυτοκρατορικές εξουσίες. Για την Άννα Δαλασσηνή δες στο Αλεξιάς, βιβλίο 2, παράγραφοι: 2.5.1 – 2.5.9.

[10] Καρλ Κρουμπάχερ, Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας (Geschichte der byzantinischen Literatur von Justinian bis zum Ende des Ostroemischen Reiches (1897), ελληνική μετάφραση Γεώργιος Σωτηριάδης, Αθήνα 1900 / Σαρλ Ντιλ, Βυζαντινές μορφές, Δελφοί, Αθήνα ά. χ. /  Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάννικα, τ. 15, Αθήνα 1996 / Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, έκδοση Γ΄, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996.

Στον πρόλογο του έργου Αλεξιάς η Α. Κομνηνή,   πλέκει το εγκώμιο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου.  Αναφέρεται στην εμφάνισή του, στις συγγραφικές του ικανότητες και στις αναφορές του στον Αλέξιο Α’, στη συμμετοχή του στις εκστρατείες για τον Ιωάννη, και στους λόγους για τους οποίους αρρώστησε και πέθανε: (ΙΙΙ (1-4), Annae Comnenae ALEXIAS, Pars  Prior, Prolegomena Et Textus, Copyright 2001 by Walter de Gruyter GmbH & Co. KG. D. 10785 Berlin, Printed in Germany, ΙΙΙ,  σσ. 7-8.

[11] Στο Βυζάντιο, ανάμεσα στις γυναίκες που κατέφευγαν στις μονές, υπήρξαν και  αρχόντισσες που είτε είχαν χηρέψει, είτε κατέφευγαν εκεί για κάποιον άλλο λόγο.  Τα μοναστήρια του Βυζαντίου είχαν εξελιχθεί σε κέντρα φιλανθρωπίας και πολλές αρχόντισσες χάριζαν τις περιουσίες τους σε αυτά. Πέπη Δαράκη, Το όραμα της ισοτιμίας της γυναίκας,  Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1995, σ. 49.

[12] Η Ύλη Ιστορίας χωρίζεται σε τέσσερα βιβλία. Πρόκειται για σύγγραμμα με  απομνημονευματικό χαρακτήρα (πρωτότυπο κείμενο και μετάφραση: Δέσπ.Τσουκλίδου) εκδόθηκε από τις εκδόσεις “Κανάκη”).

[13] Ολοκληρώνεται όμως από την Άννα την Κομνηνή, στο έργο της  Αλεξιάς.

[14] Νικηφόρου του Βρυεννίου Ιστοριών Βιβλία Δ’.

[15] Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός, αναλαμβάνει πραξικοπηματικά την εξουσία (1081) «…στέλνοντας τον γηραιό προκάτοχό του Νικηφόρο Βοτανειάτη (1078-1081) ντυμένο καλόγηρο στη Μονή της Περιβλέπτου, είχε να αντιμετωπίσει ανοιχτά το στοίχημα της επιβίωσης του κράτους.  Αυτό το στοίχημα σήμαινε δύο πράγματα: α. το ιστορικό μάθημα του 11ου αι. έπρεπε να εμπεδωθεί τάχιστα και σε βάθος, γεγονός που συνεπαγόταν έναν εκ των πραγμάτων  άνευ προηγούμενου μετασχηματισμό της ιστορικής συνειδήσεως…. Το κόστος των επιλογών του θα σήμαινε την επιβίωση του Κράτους. β. ο τρόπος διακυβερνήσεως έπρεπε κατ’ αρχήν  να επιστρέψει σε μία δομική εσωστρέφεια…», Βαγγέλης Σταυρόπουλος, [Αντί-γραφή ια] Βυζαντινά ιδεολογικά αδιέξοδα ή η Ιστορία ως εκκρεμότητα (α΄), Πηγή: Αντίφωνο, δημοσιεύτηκε την 29 Μαΐου 2014.

[16] Αλεξιάς / Στο Βιβλίο 2: (2.1.1.)  η Άννα Κομνηνή ενημερώνει τους αναγνώστες για την καταγωγή του πατέρα της και τις δραστηριότητές του. Αναφέρει επίσης ότι βασίζεται στο έργο του συζύγου της, καίσαρα Νικηφόρου Βρυέννιου Ύλη Ιστορίας, για πολλές από τις πληροφορίες της. Βιβλίο, 2.1.1 , 2.1.2, κτλ.

[17] Ωστόσο στο 15.11.1 βιβλίο του Αλεξιάς και ως το τέλος, 15.11.24, περιγράφονται τα τελευταία στάδια της ασθένειας του Αλέξιου Α’, ο θάνατός του και οι αντιδράσεις  της  οικογενείας του, συμπεριλαμβανόμενης αυτής και της μητέρας της. Η Άννα Κομνηνή κλείνει το Αλεξιάς, με το ακόλουθο χωρίο: «15.11.22 Ἐπέσβη καὶ ὁ μέγιστος λύχνος, μᾶλλον δὲ ἡ πάμφωτος ἐκείνη σελήνη, τὸ μέγα τῆς ἀνατολῆς καὶ δύσεως πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἡ βασιλὶς Εἰρήνη. Καὶ μὴν ζῶμεν καὶ τὸν ἀέρα ἐμπνέομεν. Εἶτα ἄλλων ἐπ’ ἄλλοις κακῶν γεγονότων καὶ πρηστήρων μεγάλων καταιγισάντων ἡμᾶς, ἐπ’ αὐτὸ τὸ κορυφαιότατον τῶν κακῶν ἰδεῖν τοῦ καίσαρος θάνατον ἐπηλάθημεν καὶ τετηρήμεθα τοσαύταις κακῶν περιστάσεσι διὰ πένθος ….. συγκατακλύζουσαν …. τὴν ἐμὴν οἰκίαν. Τέλος γοῦν ὁ λόγος ἐχέτω, μὴ καὶ ἀναγράφοντες τὰ λυπηρὰ πλέον ἐμπικραινοίμεθα.»

[18] Μερικά παραδείγματα: από την Αγγλία, Ρωσία και Κίνα:

Αγγλία:

Ιωάννα Γκρέι η Βασίλισσα των Εννέα Ημερών, από τη 10 Ιουλίου -19 Ιουλίου 1553.

Μαρία Τυδώρ (Bloody Mary), 1553-1558.

Ελισάβετ Α’ (Η Παρθένος Βασίλισσα),1558-1603.

Μαίρη Β’ 1689-1694.

Άννα ( 16651714Βασίλισσα της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας στις 8 Μαρτίου 1702- Αύγουστο 1714. Υπήρξε η τελευταία Βασίλισσα της Αγγλίας και η τελευταία Βασίλισσα των Σκώτων.

 

Ρωσία:

Ελισάβετ της Ρωσίας  γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη (1709), πέθανε το 1761.

Αικατερίνη η Α’, ανέλαβε την εξουσία ως αυτοκράτειρα το 1725.

Αικατερίνη Β’(1729-1996), η Μεγάλη, γερμανικής καταγωγής, εστέφθη το 1762.

 

Κίνα:

Η Cixi, αυτοκράτειρα της Κίνας, μετά το πραξικόπημα του 1861 (Jung Chang, Empress Dowager Cixi, The Concubine who launched Modern Chine, Published by Jonathan Cape, London 2013, pp. 41-49)

Κίνα: Η Cixi, αυτοκράτειρα της Κίνας μετά το πραξικόπημα του 1861 (Jung Chang, Empress Dowager Cixi, The Concubine who launched Modern China, Published  by Jonathan Cape,   London, 2013, pp. 41-49).

 

 

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...