H Στoιxειωμέvn Λεωφόρos (The Spooky Highway) Νουβέλα (Novel)

H Στoιxειωμέvn Λεωφόρos

(The Spooky Highway)

Νουβέλα (Novel)

©Πιπίνα Έλλη (Elles)

              

Πρόλογος

Πολλά παράξενα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ του Απρίλη. Έτσι τουλάχιστον είχε πει ο ιδιοκτήτης του μικρού mixed Business στην είσοδο του Oxley Hwy, του μοναδικού μαγαζιού μέχρι το Armidale. Εκεί ήταν που οι δύο αστυνομικοί είχαν προμηθευτεί βενζίνη γεμίζοντας το τανκ του αυτοκινήτου  τους, με την ελπίδα ότι δε θα ξεμείνουν στο μακρύ τους δρόμο, καθώς έπαιρνε να νυχτώσει.

Δουλειά κι αυτή να ψάχνουν στα σκοτάδια να βρούνε λέει, ίχνη ενός χαμένου ζευγαριού! Από όλα όμως τα λεγόμενα του καταστηματάρχη, εκείνο που ακούστηκε περισσότερο ανησυχητικό, ήταν η είδηση ότι κάποιος σεσημασμένος, επικίνδυνος ψυχοπαθής, είχε κλέψει και οδηγούσε στην περιοχή ένα φορτηγό.  Η αστυνομία δεν το είχε πάρει ακόμη «χαμπάρι». Κι αν είναι έτσι, τότε ο ασήμαντος αυτός καταστηματάρχης πώς το ήξερε;

Τελικά κάποιοι περαστικοί είχαν βρει το κλεμμένο φορτηγό σφηνωμένο στα δέντρα, που υψώνονται κατά μήκος του Oxley Hwy  και τον ασθενή να κυττάζει με χαμένο βλέμμα κάτω εκεί στην κοιλάδα και να λέει ασυνάρτητες κουβέντες. Μίλαγε για κουκουλοφόρους που έλαμπαν μέσα σ’ ένα πράσινο φως, ή που είχαν πράσινα φώτα στις κόγχες των «ομματιών» τους.  Ο καταστηματάρχης όμως τα ήξερε όλα αυτά. Τα είπε και στους δύο αστυνομικούς που ήταν σα να έψαχναν βελόνι στον αχερώνα… εκείνη τη στιγμή: δεν υπήρχε αυτοκίνητο ιδιωτικό ούτε αντρόγυνο! Λες και τους είχε καταπιεί η γη… αυτή έτσι κι αλλιώς είναι μαθημένη να τρώει τα παιδιά της!

Οι δύο αστυνομικοί είχαν καταφτάσει ως εκεί, περίεργοι από εκείνα που είχαν ακούσει για την περιοχή, δίπλα στα αστυνομικά δεδομένα, όσο κι αν είχαν προσπαθήσει να μάθουν κάτι από τον «χριστιανό», που ν’ ακούγεται τουλάχιστον λογικό, ματαιοπονούσαν.  Είχαν προσπαθήσει έτσι, ώστε να βρουν μία άκρη για τον αφανισμό του αντρόγυνου, που είχε σημειωθεί πριν από μερικές ημέρες. Ήταν βέβαιο ότι αδυνατούσαν να βασιστούν στα λόγια ενός τρελού, γιατί τότε θα ήταν τρελοί… και οι ίδιοι.

Κάποιοι που συνήθιζαν να κατασκηνώνουν και να ψαρεύουν στο ποτάμι είχαν πει πως μακριά στην άλλη άκρη έφεγγε κάποτε ένα παράξενο γαλαζοπράσινο φως και μία μελωδία που χαλάρωνε, πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, και άλλοτε ενδυνάμωνε άλλοτε πάλι αδυνάτιζε ανάλογα με το προς τα που φυσούσε ο άνεμος. Αυτά ανάκατα με τα λόγια του «τρελού» είχαν μπερδέψει τους αστυνομικούς ακόμη περισσότερο. Ήξερε αυτός ο τρελός τι έλεγε;

Μάταια η αστυνομία είχε ψάξει παντού για το χαμένο αντρόγυνο και το αυτοκίνητό τους, όπου και όπως ήταν δυνατόν να εισχωρήσουν μέσα στο αδιαπέραστο κάποτε πλέγμα των ασυνήθιστα για εκείνη την περιοχή, ψηλών βάτων.  Χτένισαν τη μικρή κοιλάδα όπου τα καλοκαίρια κατασκήνωναν αρκετοί ψαράδες και άλλοι που έκαναν canoeing.  Τίποτα δεν μαρτυρούσε το πέρασμά τους από εκεί.  Λες και τους είχε καταπιεί  αυτό το ίδιο το Oxley Hwy.

Εννιά χρόνια αργότερα  το ζευγάρι των πρώην αγνοουμένων, ως δια μαγείας είχε επανεμφανιστεί και έχοντας επιζήσει του οικογενειακού δράματος αρχικά είχε αποφασίσει να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισής του  επαναλαμβάνοντας το ταξίδι του στο Oxley Hwy, ακριβώς όπως την πρώτη φορά, με κατεύθυνση το Armidale. Όλα είχαν αποφασιστεί εξαιτίας του σοκ της αποκάλυψης της απουσίας τους για τόσα πολλά χρόνια από την οικογένειά τους, και κυρίως για το σοκ της ηλικίας τους, που μαρτυρούσε στασιμότητα, σε σχέση με τη λοιπή οικογένειά τους, μία διαφορά που ήταν τόσο εμφανής κυρίως με τα παιδιά τους. Η ανεξήγητη εξαφάνισή τους, η παντελής έλλειψη μνήμης οποιουδήποτε γεγονότος, η επιστροφή τους, σε μία άλλη διάσταση, όπου έχοντας διατηρήσει  την ηλικία όταν είχαν χαθεί αντίθετα με τα παιδιά τους,  που στην επιστροφή τους έμοιαζαν σχεδόν συνομήλικοί τους, ήταν μία ανήκουστη εμπειρία, που τουλάχιστον όφειλαν ν’ ανακαλύψουν τα αίτιά της. Θα μπορούσαν άραγε τελικά, ή ακόμη η Τύχη σε συνομωσία με τη Μοίρα, που αλλάζουν τις βουλές και τις πράξεις των θνητών αυτού του πλανήτη, επιφυλάσσουν για την οικογένεια μία πορεία ανεξάρτητη εκείνης που οργανώνουν;

 

Απρίλης 1997…

               Αφήσανε το όμορφο παραθαλάσσιο τοπίο του Port-Macquarie.  Το μικρό Suzuki τους ανηφόριζε πρόθυμο τον ανήφορο. Με τη δύση του ήλιου, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, και το Oxley Hwy μόνο με Hwy δεν έμοιαζε. Είχαν αρκετή βενζίνη.

-Έχουμε τρία τέταρτα του τανκ, είπε ο Τζορτζ.

-Θα μας φτάσει ως το Armidale; ρώτησε η Τίνα.

-Θα πρέπει, απάντησε ο Τζορτζ.

-Δε φαίνεσαι βέβαιος καλέ μου! επέμενε η Τίνα.

-Αν πηγαίνουμε με καλή ταχύτητα, θα πρέπει να μας πάει στον προορισμό μας. Αν πάλι συναντήσουμε κάποιο βενζινάδικο, θα το γεμίσουμε, για σιγουριά, είπε ο Τζορτζ.

Η Τίνα δε μίλησε. Πρόσεχε, άκουγε και παρατηρούσε. Πέρασε αρκετή ώρα. Σα να είχε σκεφτεί αρκετά, είπε ξαφνικά σπάζοντας τη σιωπή που είχε πέσει ανάμεσά τους.

-Δε φαίνεται να κυκλοφορούν άλλα αυτοκίνητα σ’ αυτόν το δρόμο, Τζορτζ. Από την ώρα που αφήσαμε το Port-Macquarie! Παράξενο φαινόμενο για Hwy, δε νομίζεις; Από ολόκληρο το NSW, μονάχα εμείς ταξιδεύουμε; Ούτε ένα φορτηγό! Κούνησε το κεφάλι της με απορία.

-Τι τα θέλεις παιδί μου τα άλλα αυτοκίνητα; Δεν τα βαρέθηκες; I feel like a King on this Hwy! Αργότερα, όταν γυρίσουμε στο New England Hwy, που είναι πιο κοντά στο Armidale, θ’ αλλάξουν τα πράγματα.  Θα δεις. Τι αχάριστοι που είμαστε εμείς οι άνθρωποι επιτέλους, είπε πειρακτικά ο Τζορτζ και η Τίνα χαμογέλασε.

-Θέλεις να διασκεδάσεις με τους φόβους μου πειραχτήρι! Το ξέρω ότι σου κάνει εντύπωση αυτό το μάλλον, ασυνήθιστο φαινόμενο. Το βλέπω! Τον πείραξε με τη σειρά της η Τίνα.

-Χμ! Είπες κάτι; ρώτησε ο Τζορτζ θέλοντας να στρέψει την προσοχή της Τίνας κάπου αλλού.

Αλλά πού; Παντού είχαν πέσει οι σκιές της νύχτας όπου η απουσία του ήλιου το επέτρεπε. Από μακριά είδαν πρώτα κάποια μεγάλη ταμπέλα, ύστερα κάποια φώτα. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Σκόρπιοι εδώ κι εκεί σκούραιναν οι όγκοι των απόμερων σπιτιών, των χωμένων μέσα σε αγρούς η περιβόλια, στις δύο πλευρές του δρόμου. Έτρεχαν με ενενήντα χιλιόμετρα  την ώρα. Ξάφνου σε εκείνη την ερημιά ξεχώρισε από μακριά φωτισμένο και μοναχό «κάτι», που όταν το πλησίασαν ανήκε σε ένα μικρό μαγαζί. Mixed business, το περιέγραφε η ταμπέλα. Ένας άντρας μέχρι σαρανταπέντε χρονών, ετοιμαζόταν να κλειδώσει τη μοναδική αντλία βενζίνης που είχε το μαγαζάκι δίπλα στο πεζοδρόμιο.

-My! We are lucky! Απευθύνθηκε στον άντρα φωναχτά ο Τζορτζ, και σταμάτησε μπροστά στο μαγαζί.

Ο άντρας σταμάτησε αυτό που έκανε και τον κύτταξε χαμογελώντας. Ο Τζορτζ βγήκε έξω και ξαναμίλησε στον άντρα που τον περίμενε.

-Ελπίζω να μην είναι πολύ αργά να μας γεμίσεις το τανκ καλέ μου άνθρωπε! Είπε ο Τζορτζ φιλικά. Ο άντρας αποκρίθηκε με την προφορά που χαρακτηρίζει την αυστραλιανή ύπαιθρο.

-Καλησπέρα!  Ήμουν έτοιμος να κλειδώσω.  Όμως, ευχαρίστως να γεμίσω το τανκ του αυτοκινήτου σας… Πού ταξιδεύετε;

-Στο Armidale.

-A! Ξέρετε, δε θα συναντήσετε άλλο μαγαζί ως εκεί. Είναι φρόνιμο λοιπόν να το γεμίσετε. Νομίζω ότι θα το κάψετε μέχρι να φτάσετε στο μεγάλο χωριό!  Είπε.

Ο Τζορτζ  είχε ήδη ανοίξει το πώμα από το τανκ του αυτοκινήτου και ο άντρας άρχισε να το γεμίζει.  Δεν πρόλαβαν ν’ ανταλλάξουν κάποιες κουβέντες και το τανκ είχε κιόλας γεμίσει.

-Κιόλας; Το ήξερα ότι είχε μέσα, ίσως λίγο πιο κάτω από τρία τέταρτα, είπε ο Τζορτζ.

Ο μαγαζάτορας χαμογέλασε.

-That’s O.K. mate!

-Μπορώ ν’ αγοράσω ένα-δυο ψιλοπράγματα αν δε βιάζεστε να κλείσετε; Ρώτησε η Τίνα που έχοντας αφήσει το κάθισμά της την ίδια στιγμή με τον Τζορτζ, στεκόταν πίσω του και στο πλάι του, παρακολουθώντας τη σύντομη συζήτησή τους.

-Βεβαιότατα, κυρία! Είπε εκείνος και κλειδώνοντας πλέον την αντλία του γκάζι, προχώρησε στο μαγαζί του. Ο Τζορτζ και η Τίνα τον ακολούθησαν.

-Δύο μπουκάλια νερό, δύο potato chips, δύο σοκολάτες αμυγδάλου και ένα σακουλάκι eucalyptus drops, παρακαλώ, είπε η Τίνα.

-Αμέσως κυρία!  Προθυμοποιήθηκε ο μαγαζάτορας.

Ο Τζορτζ με τη συνηθισμένη του περιέργεια, άρχισε να ρωτάει για την περιοχή.

Ένα κοριτσάκι ως δέκα χρονών στάθηκε στο κατώφλι της πόρτας κυττάζοντάς τους χαμογελώντας. Ήταν η θυγατέρα του μαγαζάτορα, ολοφάνερα. Αν και μικρούλα, ήταν πιστό αντίγραφο του άντρα.

-I won’t be long Kelly! είπε ο άντρας χαμογελώντας κι ύστερα εξήγησε ότι ήταν μία από τις θυγατέρες του.

-Έχετε κι αγόρια; ρώτησε η Τίνα, για να πει κάτι.

-Έχω έξι παιδιά: δύο κόρες και τέσσερις γιους, είπε ο άντρας και χαμογέλασε ευχαριστημένος.

-Good on you mate! είπε ο Τζορτζ γεμάτος θαυμασμό.

-Κι εσείς; ρώτησε ο άντρας.

-Μόνο δύο παιδιά, ένα γιο και μία θυγατέρα! είπε μετριόφρονα ο Τζορτζ.

-Δε θα τολμούσαμε να έχουμε περισσότερα, είπε η Τίνα χαμογελώντας.

-Τα παιδιά είναι πολύ μεγάλη ευθύνη, ακόμη κι όταν θεωρούνται ότι είναι η ευλογία του θεού, είπε ο άντρας και κούνησε το κεφάλι του.

-Να ζήσουμε και θα τα καταφέρουμε, κι εσύ κι εμείς mate! είπε ο Τζορτζ.

-Αυτό είναι αλήθεια, είπε ο άντρας.

Είχαν ξαφνικά ξεχαστεί. Τώρα μιλούσαν ελεύθερα σα να γνωρίζονταν από χρόνια.  Με έκπληξή της η Τίνα άκουσε τον μαγαζάτορα να λέει ότι ήξερε καλά το Dundas, τη δική τους περιοχή  και ότι είχε ζήσει στο Lidcombe, όχι μακριά από εκεί.

-Πώς τα κατάφερες και ήρθες τόσο μακριά σ’ ετούτη την ερημιά φίλε μου; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Μάρτιν είναι το όνομά μου…

-Είμαι ο Τζορτζ και η γυναίκα μου η Τίνα… από το Dundas, είπε ο Τζορτζ χαμογελώντας.

-Χαίρω πολύ για τη γνωριμία σας Τζορτζ και Τίνα… και για να πάω πίσω σε εκείνα που έλεγα… Α!.. Με τράβηξε το ψάρεμα στην περιοχή.  Άλλωστε δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο την πίεση στο Σύδνεϋ. Αυτό που αποκάλεσες ερημιά είναι για μένα η παράδεισος, είπε ο μαγαζάτορας θερμά.

-Καταλαβαίνω! Για το άλλο… να ρωτήσω λίγο; Εννοώ το ψάρεμα. Πού ψαρεύεις; ρώτησε με  ενδιαφέρον ο Τζορτζ.

-Εκεί κάτω! Υπάρχει ένα ποτάμι εκεί κάτω… δεν ξέρω αν μπορείτε να δείτε κάτι… είπε ο Μάρτιν κι έδειξε την απέναντι από αυτούς πλευρά του δρόμου.

Ο Τζορτζ κύτταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε ο μαγαζάτορας και χαμογέλασε.

-Σίγουρα αυτή τη στιγμή φαίνεται πολύ σκοτεινή η περιοχή. Ιt is the Great Dividing Range!.. It stretches on both sides… έτσι; είπε ο Τζορτζ.

Ο Μάρτιν κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας.

-Έχεις δίκιο.  Αφότου όμως ήρθα εδώ, δεν ξανακύτταξα πίσω μου ξέρετε.  Τ’ αγαπάω αυτό το μέρος, είπε.

-Έτσι ε; Τίνα πάρε και μία σακκουλίτσα jelly babies, έχουμε μπροστά μας βραδυνό ταξίδι. Χρειαζόμαστε τη ζάχαρη για να μη μας πάρει ο ύπνος! είπε ο Τζορτζ σκεφτικός.

Τα λόγια του Μάρτιν τον είχαν εντυπωσιάσει.  Ο ίδιος εύρισκε την  περιοχή εκείνη ερημική. Ίσως και να ήταν η ώρα καθώς οι «ντόπιοι» -ως επί το πλείστον φαρμαδόροι- μαζεύονταν και κλείνονταν ενωρίς στα σπίτια τους.  Δεν είχαν όμως πολύ χρόνο μπροστά τους, για περαιτέρω συζήτηση.

Η Τίνα έψαχνε για τις καραμέλες όταν ο Τζορτζ  έχοντας χαλαρώσει κάπως από τις σκέψεις του, εντόπισε  το stand, με τις καραμέλες ζελατίνας -ήταν εκεί μπροστά του όση  ώρα μιλούσε- και παίρνοντας ένα σακκουλάκι τις πρόσφερε στην Τίνα.

-Ορίστε Τίνα, είπε και αμέσως  ύστερα στράφηκε και πάλι στον Μάρτιν.

-Ευχαριστώ Τζορτζ, είπε η Τίνα στο μεταξύ, χωρίς να πάρει ανταπόκριση.  Ο Τζορτζ και ο Μάρτιν μιλούσαν.

-Μάρτιν, χάρηκα που σε γνώρισα.  Πρέπει όμως να ξεκινήσουμε. Ν’ αφήσουμε κι  εσένα να πας στην οικογένειά σου, ύστερα από την ημερήσια εργασία σου, κι εμείς να προλάβουμε ν’ αρπάξουμε λίγες ώρες ύπνου στο Holiday Inn στο Armidale όπου έχουμε  κλείσει δωμάτιο γι’ απόψε το βράδυ και πιστεύω ότι μας περιμένουν. Τι σου χρωστάμε λοιπόν;  ρώτησε ο Τζορτζ.

-Είκοσι δολάρια, Τζορτζ!

Ο Τζορτζ πλήρωσε τον Μάρτιν λέγοντας.

-Ευχαριστώ Μάρτιν, κι ελπίζω να σε ξαναδούμε κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον.  Καληνύχτα λοιπόν.

Ο Μάρτιν ένευσε καταφατικά και χαμογέλασε αινιγματικά, γεγονός που πέρασε απαρατήρητα από τον Τζορτζ και την Τίνα. Γιατί άλλωστε; Οι Αγγλοαυστραλοί διακρίνονται για αντιδράσεις, παρόμοιες  με εκείνες του Μάρτιν.

Τον καληνύχτισε και η Τίνα, και ο άνθρωπος του μαγαζιού τους καληνύχτισε ξανά, για δεύτερη φορά, και τους ευχήθηκε να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους.  Καθώς απομακρύνονταν για το αυτοκίνητό τους, ο Μάρτιν φώναξε και η φωνή του αντήχησε παράξενα ξένη μέσα στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε:

-Τζορτζ, ξέχασα να σας πω, να πηγαίνετε με μέτρια ταχύτητα, γιατί πετάγονται κάποτε στον δρόμο και τον διασχίζουν kangaroos και wallabies. Έχει και μεγάλες σαύρες που και που. Ο Μάρτιν κύτταξε τον ουρανό κάποια στιγμή και συνέχισε:

-Να ήταν μόνο τα kangaroos και τα συναφή… θα ήταν Ο.Κ. Ελπίζω να μη σας πιάσει και καμμιά μπόρα στα Dividing Rangers. Ο ουρανός δε φαίνεται και πολύ φιλικός απόψε.

Ο Τζορτζ και η Τίνα έστρεψαν το βλέμμα τους στον ουρανό.  Ήταν  αλήθεια συννεφιασμένος.  Δεν έδωσαν όμως και μεγάλη σημασία, καθώς το οδήγημα το βράδυ, και με βροχή, δεν ήταν κάτι το ξένο ούτως ή άλλως.

-Ελπίζω όχι Μάρτιν, είπε ο Τζορτζ απαντώντας και πρόσθεσε:

-Ευχαριστούμε  για όλα mate. Υou’re  O.K.  Καληνύχτα!

-Καληνύχτα σας, καληνύχτα σας!

 

Δεν πρόλαβε ν’ αποχωρήσει το ζευγάρι από το μαγαζί του Μάρτιν και η Μαριόν η γυναίκα του, ακούστηκε να τον καλεί.

-Martin you’ re wanted dear… It’s your friend, what’s his name?.. Josly? Yes… it’s him.

-O.K.  Coming!..

Ο Μάρτιν βιάστηκε μέσα και της ζήτησε να κλείσει ό,τι δεν είχε προλάβει ο ίδιος.

-Hello!

Από την άλλη άκρη του τηλεφώνου ακούστηκε μία φωνή από μακριά, γνώριμη στον άντρα.

-Μάρτιν…. Είμαι ο Τζόσλυ! Ξέρω ότι προειδοποίησες τους φίλους μας για κάποια πράγματα. Δε σε πρόλαβα δυστυχώς. Δεν έπρεπε να περάσουν από το Oxley Hwy.  Σε μία ώρα περίπου ξεκινάει στα Dividing Rangers, ένας πρωτοφανής τυφώνας, που τον αποκαλέσαμε Φοίβη. Ατυχώς δεν έχει προβλεφθεί από το δικό σας weather bureau. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Κακοκαιρία, ξερίζωμα δέντρων, κατολισθήσεις λάσπης, βράχων κτλ.

-Μάλιστα! Να έχουμε λοιπόν το νου μας… για τον τυφώνα αυτόν… Αλλά οι δύο ταξιδιώτες μας; Ρώτησε τώρα ο Μάρτιν.

-Σκέφτομαι τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να γυρίσουν πίσω! Να στείλουμε κάποια σημάδια, να τους κάνουμε να γυρίσουν και να φύγουν. Αν περάσουν κάποιοι από εσένα, ξέρεις ότι θα πρέπει να τους αποτρέψεις.

-Will do Josly. Don’t worry at all.

-Right! Will talk again… hopefully, soon.

Ο Μάρτιν έμεινε για μία στιγμούλα σκεφτικός. Πλησίασε το παράθυρο της κουζίνας και κύτταξε προς τον ουρανό.  Είχε σκοτεινιάσει και η μαυρίλα των νεφών ήταν αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από συνήθως. Σούφρωσε το πρόσωπό του. «Αν το ήξερα, σίγουρα θα τους απέτρεπα από τη συνέχιση του ταξιδίου τους.  Τώρα; Δεν έχω και το κινητό τους!» σκέφτηκε και μασώντας κάποια λόγια του στεναχωρημένος, φώναξε στη Μαριόν .

-Μαριόν!… κλείσε γρήγορα και αρχίνα να προσεύχεσαι να μη μας πιάσει εδώ το άγριο μάτι του τυφώνα…

-Τι λες dear!  Slow down… Θα ξυπνήσεις τα παιδιά, τον συμβούλεψε  εκείνη.

-Έρχεται ο τυφώνας –πώς τον ονόμασε; Φοίβη;- ναι Φοίβη, στα  Dividing Rangers.  Ο Τζόσλυ είπε ότι θα καλύψει μία συγκεκριμένη περιοχή -όχι τη δική μας- αλλά η φύση καμμιά φορά τρελαίνεται! είπε ο Μάρτιν σκεφτικός.

-Τυφώνας Φοίβη; Τι είναι πάλι αυτός; Και τ’ όνομα? Καλά, καλά, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Εδώ είμαστε πάντα ασφαλείς.  Μην το ξεχνάς, τον καθησύχασε η γυναίκα του.

-Ήμαστε μέχρι στιγμής, δεν ξέρεις από εδώ κι εμπρός! επέμενε ο Μάρτιν ανήσυχος από τα λόγια του φίλου Τζόσλυ.

Η Μαριόν κούνησε το κεφάλι της.  «Ο Τζόσλυ χρόνια τώρα κάνει πάντα το ίδιο» σκέφτηκε. Αν και αισθανόταν ότι ίσως και να έκανε θαυμάσια πράγματα, ήξερε ελάχιστα πράγματα γι αυτόν.  Δεν τον είχε συναντήσει ποτέ. Αφότου γνώρισε τον Μάρτιν ήξερε ότι ο Τζόσλυ ήταν ένας φίλος από μακριά… από παλιά και… για πάντα; Αυτό από μόνο του ήταν αξιοσέβαστο.  Άλλωστε δεν είχε δει κάτι κακό από τον άνθρωπο.  Απλά κάποτε έπαιρνε ξαφνικά και κατά κανόνα χωρίς προειδοποίηση, για να μιλήσει με τον Μάρτιν.  Ήξερε ότι μιλούσαν για τον καιρό, για τους κατασκηνωτές στο ποτάμι για την κίνηση στην περιοχή και κυρίως στα Dividing Rangers. Όταν ρωτούσε για τον Τζόσλυ άκουγε πάντα ότι είναι σπουδαίος άνθρωπος, ότι ζει στον Καναδά, ότι εργάζεται για το Weather bureau και ότι κάποια μέρα θα τον γνωρίσει. Ο Τζόσλυ λοιπόν είχε πει στον Μάρτιν για την αλλαγή καιρού στην περιοχή κοντά τους.

Τα πράγματα θα ήταν άσχημα εκείνη τη νύχτα.  «Οι αρχές δεν ανησυχούν για τις λεπτομέρειες.  Δεν αφήνουν τον κοσμάκη να τις  γνωρίζει» είχε πει ο Μάρτιν και η Μαριόν τον είχε ακούσει σοβαρή. Ο Μάρτιν είχε περάσει κάποιες καταστάσεις άλλοτε.  Η Μαριόν είχε ακούσει ελάχιστα για κάποιο ατύχημά του στο ποτάμι και τη διάσωσή του από τους κατασκηνωτές.   Αλλά ο Μάρτιν απέφευγε να μιλάει γι αυτό.  Ήταν κάποιο κομμάτι της ζωής του που το κρατούσε ζηλευτά μόνο για τον εαυτό του. Η Μαριόν έτσι τον είχε γνωρίσει και τον είχε δεχτεί τον άντρα της και δεν ήθελε να προδώσει την υπόσχεσή της «for better, for worse».

Υπήρχε λοιπόν και η γνώση πολλών για το δρόμο ετούτο και την απομόνωση του ταξιδιώτη, στο πέρασμά του. Έτσι εκείνοι που τον ξέρουν αποφεύγουν να ταξιδεύουν τη νύχτα.  Είναι θεοσκότεινος, και οι οδηγοί διατρέχουν τον κίνδυνο να σκοτωθούν από τα ζωάκια που διασταυρώνουν το δρόμο. Τα κινητά δυσκολεύονται και ιδίως σ’ ένα μέρος του Hwy που κατηφορίζει και χαμηλώνει τόσο που θαρρείς και γίνεται λακκούβα.  Εκεί λοιπόν τα δέντρα είναι παρά φύσιν θεόρατα και δημιουργούν ένα αδιαπέραστο θόλο. Εκεί δυσκολεύεται ακόμη και το φεγγάρι να δείξει το χαμόγελό του… πόσο μάλλον όταν είναι συννεφιά… «Βαθύ σκότος λοιπόν».  Όσο για το συνήθη φωτισμό, ξεχάστε το.  Είναι μία πολυτέλεια που δεν αντέχει σε μία περιοχή σαν τα Dividing Rangers.  Ίσως είναι πολύ πιο φυσικό να περιμένει κανείς, να περάσει από εκεί στη διάρκεια της ημέρας.  Αναμφίβολα το φως της ημέρας όσο κι αν το Hwy σκιάζεται από τα θεόρατα δέντρα, χαρίζει την άνεση και την εμπιστοσύνη στον οδηγό και τους συνεπιβάτες του, ότι   θα φτάσει ασφαλής στον προορισμό του.

 

Είχε κιόλας αρχίσει να πηγνύεται το Απριλιάτικο σκοτάδι κι ας ήταν μόνο 6.30 μ.μ. Τα φώτα του αυτοκινήτου τους έδειχναν πως επρόκειτο για δρόμο, που όλο και περισσότερο στένευε, καθώς τώρα αναρριχούταν στην οροσειρά των Dividing Rangers. Είχε μόνο δύο γραμμές, ενώ τα θεόρατα δέντρα που υψώνονταν στις δύο πλευρές του δρόμου τον έπνιγαν συντελώντας στο να φαίνεται ακόμη στενότερος.  Έτσι μάλιστα που ορθώνονταν περήφανα, θα νόμιζε κανείς ότι μόλις που καταδέχονταν να ασχοληθούν με τα μικροσκοπικά σε σύγκριση με το μέγεθός τους, αυτοκίνητα, που κυκλοφορούσαν, εκειδά στις πατούσες τους.

Μέσα στον φαινομενικά αφιλόξενο χώρο όπως θα πίστευε κανείς, δεν έλειπαν και τα φωσφορίζοντα μάτια κάποιων ανήμερων ζώων που κρυφοκυττούσαν ίσως με την ακόρεστη επιθυμία τους, πίσω από τους ατέλειωτους κορμούς των δέντρων, τα περαστικά αυτοκίνητα, μηχανές που διατάρασσαν την ησυχία εκείνης της άγριας φύσης, ανελέητα.

Δεν είχαν μιλήσει για αρκετή ώρα. Οι ρόδες του αυτοκινήτου κυλούσαν με τον χαρακτηριστικό θόρυβο που κάνουν όταν κινούνται πάνω σε φαγωμένη άσφαλτο. Ταξίδευαν με σαράντα χιλιόμετρα την ώρα, αλλά κι αυτή ακόμη η ταχύτητα, αποδεικνυόταν κάποτε επικίνδυνη σε μία απρόβλεπτη στροφή του δρόμου. Κρατούσαν τα παράθυρα κλειστά από το φόβο των εντόμων. Σίγουρα δεν έφταναν ως τ’ αυτιά τους όλοι οι ποικιλότροποι θόρυβοι του δάσους, που κυριαρχούσε στην διαδρομή τους. Κάποια στιγμή η Τίνα ζήτησε τη συγκατάθεση του Τζορτζ για το κασετόφωνο.  Τα τραγούδια του Nat King Cole  γέμισαν το αυτοκίνητο ασκώντας μαλακτική επίδραση απάνω τους.

Η Τίνα παραδέχτηκε μέσα της ότι τελικά κάτι την ανησυχούσε. Τίναξε το κεφάλι της σα να ήθελε να αποδιώξει τι άσχημες σκέψεις της ή ακόμη και τους φόβους της. Σκέφτηκε πως άδικα στεναχωριόταν και ότι όταν πια θα έβγαιναν από εκείνη την περιοχή, θα γελούσαν με τους φόβους της.

Ο Τζορτζ οδηγούσε  μιλώντας και αντιδρώντας όπως συνήθως. Αν και δεν έδειχνε την ελάχιστη ανησυχία, κάποια στιγμή ζήτησε από την Τίνα να χαμηλώσει τον τόνο του κασετόφωνου. Πήρε με το αριστερό του χέρι το κινητό του το έδωσε στην Τίνα και της ζήτησε να πληκτρολογήσει έναν αριθμό.

-Δεν πιάνουμε! Είπε η Τίνα και το έδωσε πίσω στον Τζορζ που αφού άκουσε προσεκτικά, το έκλεισε.

Μία αδιόρατη ανησυχία άρχισε να περιπλανιέται στην ατμόσφαιρα του μικρού τους αυτοκινήτου. Αναμφίβολα ήταν οι ίδιοι που τη δημιουργούσαν.  Μήπως όμως δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα;

-Τι θα κάνουμε αν χρειαστούμε κάτι; ρώτησε  ανήσυχη η Τίνα.

-Έλα τώρα! Δεν υπάρχει πρόβλημα. Βενζίνη έχουμε, το αυτοκίνητό μας είναι υγιές, επομένως… είπε ο Τζορτζ μ’ ένα γενναίο χαμόγελο.

-Θα τα καταφέρουμε να φτάσουμε όπως προγραμματίσαμε;   επέμενε η Τίνα ερεθισμένη.

-Ναι βέβαια. Νομίζεις ότι ρισκάρουμε την ακεραιότητά μας με αυτό το ταξίδι; Για καλό το κάνουμε, κι όχι για να έχουμε προβλήματα. Επέμενε με τη σειρά του ο Τζορτζ.

 

Ταξίδευαν με μία ποικιλία μετρίων ταχυτήτων.  Πότε με σαράντα χιλιόμετρα την ώρα, άλλοτε πάλι με τριάντα και σπανιότερα με εικοσιπέντε ή με πενήντα.  Βασίζονταν  πάντα στη δύναμη των φώτων του αυτοκινήτου τους, καθώς το πνιγηρό σκοτάδι ταίριαζε μόνο στις νυχτερίδες.  Ξαφνικά μακριά, μπροστά τους και στα δεξιά  έλαμψε κάτι σα φως.

-Τι είναι; ρώτησε με κάποια αγωνία η Τίνα.

-Ίσως να βρίσκεται κάποιο αυτοκίνητο μπροστά μας σε στροφή και μάλλον αρκετά μακριά. Ναι, υπάρχει ένα φως. Το βλέπεις; Από εκεί έρχεται. Από τα δεξιά μας, τόνισε ο Τζορτζ.

Ελαττώνοντας αισθητά την ταχύτητα ο άντρας, έδειξε προς μία κατεύθυνση μακριά, με το δεξί του χέρι.  Εκείνη τη στιγμή όμως το φως είχε αφανιστεί και δεν φαινόταν παρά ένας σκοτεινός όγκος.

Η Τίνα προσποιήθηκε την αδιάφορη. Προτιμούσε ο Τζορτζ να συνεχίσει να οδηγεί πιο γρήγορα, ώστε να βγουν επιτέλους από εκείνο τον απαίσιο δρόμο. Όμως το φωτεινό σημείο έγινε καθαρά ορατό και πάλι, έτσι ξαφνικά μέσα στη νύχτα, όπως και πριν.

-Ναι έχεις δίκιο Τζορτζ! Κάτι φέγγει εκεί πέρα, είπε η Τίνα με περισσότερο κουράγιο τώρα.

-Τι εννοείς φέγγει! Είναι πολύ δυνατό αυτό το φως έστω και ανάμεσα από αυτή την πυκνή βλάστηση. Τι να είναι άραγε; επέμενε ο Τζορτζ.

-Κάποιο φορτηγό υποθέτω, που έβαλε τους προβολείς του για να σπάσει το σκοτάδι, είπε και πάλι η Τίνα προσποιούμενη την αδιάφορη.

-Θες να πεις είκοσι φορτηγά μαζί ίσως! Είπε ερεθισμένος ο Τζορτζ, κάνοντας την Τίνα ν’ ανησυχήσει πάλι και μάλιστα ακόμη περισσότερο.

-Α! Το βρήκα… Θα είναι κάποια κατασκήνωση εκεί κάτω.  Εκεί δεν είπε ο Μάρτιν ότι περνάει το ποτάμι; Λες να έχουν κανένα πάρτι και να χρησιμοποιούν προβολείς; Ρώτησε τελικά η Τίνα.

-Τι λες τώρα; Πώς σού ‘ρθε;  Πάρτι καταμεσής σ’ αυτή τη ζούγκλα; νευρίασε εντελώς περίεργα ο Τζορτζ.

-Πού ξέρεις; Ο κόσμος έχει ξεπεράσει την ανθρώπινη υπόστασή του… δήλωσε στεναχωρημένη η Τίνα.

-Να γελάσω τώρα;  ρώτησε πάντα εκνευρισμένος ο Τζορτζ.

-Μη μιλάς έτσι,  με κάνεις να φοβάμαι,  εξομολογήθηκε επιτέλους η Τίνα.

-Πολλά δε λέμε; Τι φοβάσαι επιτέλους; Δεν είναι στοιχειωμένος δρόμος, κατά παράδοση… Ένας δρόμος όπως όλοι οι άλλοι, είναι. Μας ταξιδεύει καλή μου στον προορισμό μας, είπε ξαφνικά χαϊδευτικά ο Τζορτζ, θέλοντας επιτέλους να κάνει την Τίνα να ηρεμήσει.

 

Ο δρόμος είχε αρκετές στροφές.  Δεν αντιμετώπιζαν κάτι ασυνήθιστο και η λάμψη είχε χαθεί πάνω στις στροφές. Προς όλες τις κατευθύνσεις το σκοτάδι ήταν κυριολεκτικά pitch black! Κανείς άλλος δεν ταξίδευε σ’ ετούτον το δρόμο.  Ξάφνου, έκανε πάλι την εμφάνισή του, εκείνο το φως αυτή τη φορά σε λεπτές δεσμίδες που διαλύονταν ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα των δέντρων και δεν κατόρθωνε να τους φτάσει.         Το αντρόγυνο Λαβίδη λοιπόν, να ταξιδεύει με το Suzuki τους, μέσα στο Oxley Hwy με τα φοβερά γιγαντιαία δέντρα, και μ’ εκείνο το ανεξήγητο, το παράξενο φως, να παίζει το κρυφτούλι!

-Ακούς κάτι; ρώτησε απότομα ο Τζορτζ.

Η Τίνα έκλεισε το κασετόφωνο και προσπάθησε ν’ ακούσει.

-Τι ακούς; ρώτησε η Τίνα προσπαθώντας πάντα ν’ ακούσει.

-Καλά δεν ακούς εσύ; ρώτησε εκείνος προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του.

-Ναι.  Νομίζω πως ακούω… τον ήχο σφυρίχτρας; Εσύ τι ακούς; ρώτησε η Τίνα στεναχωρημένη με τις αντιδράσεις του Τζορτζ.

-Το ίδιο! Σαν κάποιος να δίνει παραγγέλματα,  ε; απάντησε εκείνος με ερωτηματικό.

-Τι νομίζεις πώς είναι; ρώτησε η Τίνα προσπαθώντας να κρύψει τον πανικό της.

-Πού θες να ξέρω; είπε ο Τζορτζ χωρίς να επιχειρεί να κρύψει τον εκνευρισμό του .

-Δεν μπορεί να είναι προειδοποιητικά παραγγέλματα σε κάποιους κατασκηνωτές;  Μπορεί;  ρώτησε η Τίνα με άγχος.

Ο Τζορτζ γύρισε και την κύτταξε σταματώντας σχεδόν το αυτοκίνητο.

-Έλα τώρα παιδί μου! Είπαμε ν’ ακούσουμε και να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται και όχι να πανικοβληθούμε!

Η Τίνα σιώπησε. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εκνευριστεί ο Τζορτζ, που είχε την ευθύνη της οδήγησης.  Μέσα της όμως, είχε  κυριευτεί από πλήθος ανησυχίες. Άλλωστε και ο Τζορτζ δεν βοηθούσε πια στο να μετριαστεί η γενική ανησυχία και το άγχος της.

Εντελώς αναπάντεχα, στο βάθος του δρόμου μπροστά τους, έλαμψαν τα φώτα ενός άλλου οχήματος που ερχόταν.

-Επιτέλους, αισθάνομαι ότι οδηγούμε στη γη! είπε ο Τζορτζ, αναστενάζοντας με ανακούφιση.

Η Τίνα χαμογέλασε ευχαριστημένη:

-Ένα αυτοκίνητο! είπε κυττάζοντάς τον σχεδόν ευτυχισμένη, λες και αντίκριζαν μπροστά τους την πιο αναπάντεχα ευχάριστη έκπληξη.

Το αυτοκίνητο τους έφτασε και τους προσπέρασε γρήγορα, τυφλώνοντάς τους με τους προβολείς του της νύχτας, για μακριά.  Δεν πρόλαβαν καν να δουν πρόσωπα.

-Ο οδηγός θα πρέπει να ξέρει το δρόμο με κλειστά τα μάτια, παρατήρησε η Τίνα φτιάχνοντας τα μαλλιά της.

-Ξέρεις κάτι; Εγώ δεν είδα κανέναν μέσα στο όχημα που μόλις πέρασε, είπε ο Τζορτζ ενοχλημένος.

-Τι είπες τώρα; Λες ότι ήταν άδειο; Και τότε; Το οδηγούσαν φαντάσματα μήπως; ρώτησε η Τίνα ειρωνικά, θεωρώντας τα λόγια του Τζορτζ κακόγουστο αστείο, εκείνες τις στιγμές της απομόνωσής τους και της ανησυχίας τους.

-Ξέρω κι εγώ; Δεν είδα κανέναν στο τιμόνι.  Αλήθεια το λεω, είπε ο Τζορτζ φανερά παραξενεμένος.

-Μα επιτέλους άντρα μου! Τι προσπαθείς να κάνεις; Να με φοβίσεις;  ρώτησε η Τίνα νευριασμένη.

Ο Τζορτζ γύρισε και την κύτταξε.

-Ηρέμησε επιτέλους! Δεν βοηθάς με τις αντιδράσεις σου! Είπα μια κουβέντα.  Μπορεί και να έκανα λάθος.  Οδηγάω τόση ώρα στο σκοτάδι.  Φυσικό είναι να κάνω κι ένα λάθος.

-Όχι να μη λες τέτοια πράγματα, ούτε γι’ αστείο. Φοβάμαι, επέμενε η Τίνα.

-Καλά, καλά! Αλλά πάψε επιτέλους, ν’ ανησυχείς.  Είναι ξέρεις κολλητικό, δήλωσε ο Τζορτζ.

Η Τίνα μουρμούρισε ένα συγγνώμη, ξεχάστηκε κάπως και βάλθηκε ν’ ακούει το κασετόφωνο. Ταξίδευαν περίπου τρία τέταρτα της ώρας όταν εμφανίστηκε ξανά το φως στα δεξιά τους. Αυτή τη φορά, στέλνοντας μία γενναιόδωρη δεσμίδα γαλαζοπράσινου φωτός προς το μέρος τους, θα στοιχημάτιζε κανείς ότι είχε μεγαλώσει απότομα. Αναρωτήθηκαν γι’ άλλη μια φορά.

-Τι δύναμη! Λες να είναι προβολέας της αστυνομίας; Μήπως ψάχνουν για κάτι; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Α! Μη λες τέτοια τώρα! Τι να ψάχνουν Τζορτζ; Κανέναν επικίνδυνο δραπέτη; έφριξε η Τίνα στη σκέψη της.

-Δεν είναι και απαραίτητο.  Μπορεί να χάθηκε κάποιος ψαράς.  Εκείνα τα σφυρίγματα… θυμάσαι; Κάποιος από την όποια κατασκήνωση δίπλα στο ποτάμι, μπορεί κάτι να έπαθε παιδί μου! είπε ο Τζορτζ εντελώς φυσικά.

Η Τίνα σιώπησε. Δεν πέρασε όμως πολύ ώρα και άκουσαν να φτάνει στ’ αυτιά τους, μία μακρινή μελωδία.

-Άκου! Ακούς; Μελωδία είναι! Μία μελωδία… παράξενη μα την αλήθεια. Ασυνήθιστη θα έλεγα, είπε η Τίνα κυττάζοντας με μάτια διάπλατα στο σκοτάδι και με τ’ αυτιά της σε  εγρήγορση.

Ο Τζορτζ σιωπούσε.  Η Τίνα επέμενε.

-Τζορτζ, δεν μου απάντησες.

-Σσσς! Καλά, καλά, την ακούω! είπε ο Τζορτζ, χαμηλώνοντας στο ελάχιστο την ταχύτητα του αυτοκινήτου.

Τώρα, μέσα σ’ εκείνο το σκοτάδι προστέθηκε η μονιμότητα της ασυνήθιστης λάμψης και επιπλέον εκείνος ο μελωδικός τόνος, που πότε έφτανε ως τ’ αυτιά τους και άλλοτε έσβηνε, ανάλογα πάντα με την κατεύθυνση  του ανέμου. Καθώς ο δρόμος τους πήρε να λοξεύει προς τ’ αριστερά, το πρασινογάλανο φως χάθηκε ξαφνικά και μαζί του εκείνη η ενδιαφέρουσα μουσική υπόκρουση.  Το αυτοκίνητο σταμάτησε ξαφνικά.  Η Τίνα κύτταξε τον Τζορτζ.

-Γιατί σταμάτησες; ρώτησε.

-Δε σταμάτησα, πανάθεμά με! Το αυτοκίνητό μας  σταμάτησε από μόνο του, θέλεις να πεις, είπε ο Τζορτζ άθελά του θυμωμένος.

-Και τώρα; ρώτησε η Τίνα εναγώνια.

Ο Τζορτζ έκανε να βγει έξω.  Η Τίνα του έπιασε το μπράτσο.

-Μη βγαίνεις σε παρακαλώ Τζορτζ!  Φοβάμαι!

-Σοβαρέψου, κορίτσι μου! Τι θα πει φοβάσαι; Εδώ θα ξημερωθούμε; ρώτησε ο Τζορτζ, με καθησυχαστικό τόνο στη φωνή του.

Ντροπιασμένη η Τίνα, τον άφησε και μαζεύτηκε στο κάθισμά της. Ο Τζορτζ άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω. Την επόμενη στιγμή είχε ανοίξει τη διπλανή στη δική του πόρτα,  για να σκύψει στη συνέχεια κάτω και μπροστά στο πίσω κάθισμα, όπου είχε αφήσει το μεγάλο φακό του. Τον πήρε και με αργές κινήσεις έκλεισε την πόρτα του πίσω καθίσματος και γύρισε στη θέση του. Έκλεισε την πόρτα του οδηγού και πήρε μια βαθιά αναπνοή και πάλι. Ενεργοποίησε το φακό του και με αργές πάντα κινήσεις και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, άνοιξε και πάλι την πόρτα του αυτοκινήτου. Καθισμένος όπως ήταν, γύρισε πάνω στο κάθισμά του και κρεμώντας τα πόδια του έξω από το αυτοκίνητο βάλθηκε να παρατηρεί γύρω κατευθύνοντας τη δέσμη φωτός, αργά και προσεκτικά. Ύστερα σηκώθηκε ανοίγοντας εντελώς την πόρτα και φωτίζοντας γύρω του για ασφάλεια, προχώρησε μερικά βήματα προς το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και στάθηκε. Σήκωσε το καπό αργά, το στήριξε με τη σιδερένια βέργα και επιδόθηκε στην εξέταση της μηχανής.

Η Τίνα παρακολουθούσε με άγχος κάθε κίνηση του Τζορτζ, όταν κάποια στιγμή «τον» είδε: έβγαινε μέσα από τα δέντρα, ψηλός, μάλλον σκοτεινός και ταυτόχρονα με ένα καθαρό γαλαζοπράσινο περίγραμμα, σα να επρόκειτο για πρωταγωνιστή ενός cartoon. Ο άνθρωπος  -αν και αυτό δεν ήταν βέβαιο- προχωρούσε αργά, σταθερά σα  να ήταν ρομπότ.  Η Τίνα πάγωσε.  Κύτταζε με ορθάνοιχτα μάτια, το ανθρωποειδές ον να πλησιάζει, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη για να προειδοποιήσει τον Τζορτζ.  Τον είδε να πλησιάζει τον άντρα της, που ανύποπτος εξακολουθούσε να ψάχνει για το αίτιο του κακού στη μηχανή του αυτοκινήτου.  Ανίκανη να τραβήξει τα μάτια της από τη σκηνή, παρακολουθούσε σα να έβλεπε ένα κακό όνειρο. Ο Τζορτζ είδε το χώρο κοντά του να φωτίζεται κάπως αλλά μάλλον δεν έδωσε σημασία και χωρίς να γυρίζει δεξιά ή αριστερά του κύτταξε στο παρμπρίζ.  Είδε την Τίνα να κυττάζει με πανικό προς το μέρος του.  Ξαφνικά άκουσε μία φωνή.

-Hello! Χαιρέτησε η φιγούρα τον Τζορτζ, και το μέταλλο της φωνής του θύμιζε κάτι απόμακρο, ξένο.

Η Τίνα είδε τον Τζορτζ, ν’ ανασηκώνει το κεφάλι του ήσυχα  να γυρίζει προς το μέρος της φωνής και   να κυττάζει τον άγνωστο, χωρίς ν’ αντιδράει, σα να ήταν εκείνη η παρουσία γνωστή, οικεία ίσως. Παρακολουθούσε όλο και περισσότερο σαστισμένη τους δύο εκεί μπροστά της.

-Γεια σου, απάντησε ο Τζορτζ, και συνέχισε να κυττάζει τη μηχανή του αυτοκινήτου.

-Τι συμβαίνει;  ρώτησε τώρα ο άγνωστος.

-Αυτό προσπαθώ να καταλάβω κι εγώ, είπε ο Τζορτζ.

-Έχω ένα φίλο που μπορεί να σε βοηθήσει, επέμενε ο ξένος.

Ο Τζορτζ όρθωσε το κορμί του και έριξε το φως κοντά στο πρόσωπο του άντρα.  Εκείνος όμως χάθηκε από μπροστά του σαν οπτασία.  Ο Τζορτζ έριξε το φως τριγύρω ψάχνοντας να τον εντοπίσει, αλλά κυρίως για να διαπιστώσει αν υπήρχε κάποιος ή κάποιοι άλλοι όμοιοί του, εκεί γύρω. Σκέφτηκε ότι κάποιοι έπαιζαν με projectors και effects, ίσως για να διαπιστώσουν τις όποιες αντιδράσεις εκείνων που ταξίδευαν σε μία απομονωμένη περιοχή, όπως εκείνη γύρω από το δρόμο που διάνυαν. «F… off! είναι δυνατόν;» έβρισε αγανακτισμένος στην πιθανότητα μιας τέτοιας περίπτωσης.  Η Τίνα έχοντας παρακολουθήσει από το κάθισμά της, όλα όσα είχαν διαδραματιστεί εκεί, έξω από το αυτοκίνητό τους, είχε αρχίσει να τρέμει ανίκανη να συγκρατήσει τον εαυτό της. Είχε υποστεί shock.  Ο Τζορτζ τη θυμήθηκε ξαφνικά. Κοπάνισε αθελά του το καπό του αυτοκινήτου και μπήκε στο αυτοκίνητο κλείνοντας την πόρτα του.

-Τίνα! Εσύ τρέμεις. Τι συμβαίνει;

Την αγκάλιασε και τη φίλησε με ένα πρωτόγνωρο πάθος που έκρυβε μέσα του την αγωνία για το αγαπημένο πρόσωπο, αγνοώντας το μεταξύ των θέσεών τους κουτί που εμπόδιζε τέτοιο είδους περιπτύξεις.

-Τίποτα, θα μου περάσει είπε η Τίνα στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της από του να τσιρίξει ή να κλάψει.

-Έλα τώρα! Πού πήγε το γενναίο κορίτσι που παντρεύτηκα; ρώτησε χαμογελώντας γενναία o Τζορτζ, προσπαθώντας να διακρίνει στο λιγοστό φως τ’ αυτοκινήτου, τα μάτια της.

-Ήταν ένα φάντασμα! Είναι στοιχειωμένος ετούτος ο δρόμος, στο λέω! είπε ξέπνοα η Τίνα.

-Τον είδες κι εσύ λοιπόν τον τύπο; Γιατί ρωτάω; Αυτό εξηγεί το πανικόβλητο πρόσωπό σου, τη στιγμή που σε κύτταξα πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου.  Αυτό μ’ ανακουφίζει, γιατί δεν ήξερα αν ήταν γέννημα της φαντασίας μου, παράγωγο της κούρασης ή του  άγχους, είπε ο Τζορτζ.

Σταμάτησε για να πάρει μία αναπνοή.  Μιλούσε βιαστικά.  Τράβηξε τα χέρια του από την Τίνα κι είπε σα να μιλούσε  στον εαυτό του:

-Λες να ήταν αλήθεια φάντασμα;  Κι αν ήταν, εμείς τα καταφέραμε και το διώξαμε, είπε χαμογελώντας ο Τζορτζ.              Μέσα του όμως δεν ήξερε τι να υποθέσει τελικά.

-Σκέφτηκα ξέρεις μήπως κάποιοι έξυπνοι με  projectors ή άλλου είδους effects, πειραματίζονται εν αγνοία των ταξιδιωτών.  Θα το ψάξουμε κάποια στιγμή,  είπε πάλι, σκεφτικός.

Η Τίνα εξακολουθούσε να είναι σοκαρισμένη.

-Τον είδες όταν έβγαινε μέσα από τα δέντρα; Ήταν ένα σκοτεινό περίγραμμα, αλλά καθαρά ορατό. Και το τελευταίο; Είδες πώς διαλύθηκε; Σκέτη οπτασία. Πόσο φοβάμαι! είπε η Τίνα κλείνοντας σφιχτά τα μάτια της.

-Σιώπα καλή μου! Ηρέμησε. Έχουμε ταξίδι μπροστά μας,  είπε πάλι ο Τζορτζ, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.

Η Τίνα έσφιξε απελπισμένα με τα παγωμένα χέρια της, τα χέρια του άντρα της.

-Πόσο φοβάμαι… ψιθύρισε τρέμοντας.

Ο Τζορτζ τράβηξε ήσυχα τα χέρια του από τα δικά της κι  ασυνείδητα θα έλεγε κανείς, γύρισε το κλειδί στο starter. Η μηχανή άρχισε, και τότε μόνο θυμήθηκαν τι είχε προηγηθεί. Ξέσπασαν σε γέλια και επιφωνήματα νευρικά. Αργότερα ανακουφισμένοι από το σπουδαίο εκείνο γεγονός, αγκαλιάστηκαν γεμάτοι ελπίδα. Επιτέλους θα μπορούσαν να συνεχίσουν και δε θα ανησυχούσαν πια για όλα, όσα είχαν προηγηθεί στο ταξίδι τους ως εκείνη τη στιγμή.

-Να λοιπόν, που έχουμε και λίγη τύχη,  είπε ο Τζορτζ.     Μέσα του όμως ήξερε πως για όλα όσα είχαν συμβεί το τελευταίο εικοσάλεπτο της ώρας, υπήρχε κάποια ουσιαστική αιτία, άγνωστη αλλά ανησυχητική.

 

Ταξίδευαν για μισή ώρα περίπου με τριανταπέντε έως και σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Ο δρόμος συνέχιζε να είναι σκοτεινός.  Τα φώτα του αυτοκινήτου φώτιζαν καλά και έτσι μπορούσαν να διακρίνουν  κάποια μικρά ζωάκια να περνούν στις απέναντι πλευρές του δρόμου. Κάποτε αυτά, διασταύρωναν το δρόμο ταχύτατα, οπότε  όφειλαν να κανονίζουν την ταχύτητά τους.  Άλλοτε πάλι τα έβλεπαν να σταματούν μία στιγμούλα, να αντικρίζουν μαγνητισμένα τα φώτα του αυτοκινήτου που έκανε τα μάτια τους να λάμπουν σαν μικρότερα αλλά εκτυφλωτικά φώτα,  και την επόμενη στιγμή να αφανίζονται στους προστατευμένους από τα θεόρατα δέντρα θάμνους.  Δεν έβλεπαν κάτι ασυνήθιστο πέρα από τα ζωάκια, την κατά τα άλλα συνηθισμένη ερημιά και το σκοτάδι που το διέλυαν ευεργετικά οι προβολείς του αυτοκινήτου.

-Μήπως κάποιο από τα ωραία τραγούδια που κρατάς στο glove box, θα μας αναζωογονήσει; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Ναι αμέ, αυτό είναι απλό. Μήπως θα ήθελες να σου καθαρίσω και ένα πορτοκάλι; ρώτησε η Τίνα.

-Δεν είναι κι άσχημη ιδέα! απάντησε ο Τζορτζ, και κύτταξε την Τίνα με την άκρη του ματιού του.

Είχε συνέλθει αρκετά. Δε φαινόταν ότι είχε ταλαιπωρηθεί.

Η Τίνα είχε βγάλει τώρα τις wet ones και καθάριζε τα χέρια της. Ζήτησε από το Τζορτζ να χρησιμοποιήσει το σουγιαδάκι του από τα κλειδιά του, αλλά καθώς το είχε βάλει με τα κλειδιά του αυτοκινήτου δεν ήθελε να σταματήσει τη μηχανή.

-Έχεις τα χεράκια σου, καλή μου, είχε πει ο Τζορτζ.

Ποτέ δε σιχαινόταν τη γυναίκα του, καθώς ήξερε από πρώτο χέρι, πόσο σχολαστικά καθαρή ήταν. Η Τίνα βάλθηκε να καθαρίζει το πορτοκάλι με το πρωτόγονο τρόπο, όπως την είχε συμβουλέψει ο Τζορτζ, χρησιμοποιώντας δηλαδή  τα χέρια της.  Το έκανε χρησιμοποιώντας μόνο την αφή της σαν από ένστικτο, αφού δεν έβλεπε καλά, μη μπορώντας να χρησιμοποιήσει το εσωτερικό φώς του αυτοκινήτου. Κάποιες στιγμές ωστόσο κυττούσε έξω, μπροστά στο δρόμο όπως το επέτρεπαν οι προβολείς, με μια ανησυχία όμως που δεν μπορούσε να την προσδιορίσει. Έριχνε μηχανικά τα κομμάτια της φλούδας μέσα στη σακούλα με τα λοιπά φρούτα.  Τελικά  αφού τα κατάφερε να το καθαρίσει άρχισε να χωρίζει τα φετάκια προσεκτικά, και να τα προσφέρει στον Τζορτζ, που τα καλοδεχόταν με πραγματική ευχαρίστηση.  Μασουλώντας τα φετάκια του πορτοκαλιού, με αστείες γκριμάτσες ταυτόχρονα δήλωνε ότι ήταν ό,τι ακριβώς του χρειαζόταν.

-Γεια στα χεράκια σου γλυκειά μου! Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν για να ανανεωθώ. Δεν ήξερα ότι διψούσα τόσο πολύ.

-Έχω και ροδάκινα, ξέρεις, είπε η Τίνα.

-Τέλεια λοιπόν, είπε πάλι ο Τζορτζ αλλά μόλις  είχε  τελειώσει τη φράση του,  εντελώς απρόοπτα, πάτησε φρένο.

-Σιγά! τσίριξε η Τίνα με τα νεύρα της τσιτωμένα αυτή τη φορά.

-Την είδες; Ένα wallaby με το μωρό της! Τά ‘χασε από τους προβολείς του αυτοκινήτου, είπε ο Τζορτζ.

-Α! Μα πού χάθηκε έτσι ξαφνικά; Δεν τη βλέπω! επέμενε η Τίνα με κάποια ωστόσο ανακούφιση στη φωνή της.

-Μόλις πάτησα φρένο, πήδηξε στα δεξιά του δρόμου, μέσα στους θάμνους.  Πού να προλάβεις να τη δεις! είπε ο Τζορτζ ελαττώνοντας την ταχύτητα του αυτοκινήτου και κυττάζοντάν την εξεταστικά.

-Πώς τρόμαξα! είπε η Τίνα ερεθισμένη από το νέο αυτό απρόοπτο.

-Τι μπορούσα να κάνω Τίνα; Αν τη χτυπούσα ίσως και να παθαίναμε ατύχημα. Ήταν αρκετά μεγάλη. Δε λες καλά που την πρόσεξα έγκαιρα και σταμάτησα! είπε ο Τζορτζ εκνευρισμένος  από τις αντιδράσεις της Τίνας.

Η Τίνα ανάσαινε γρήγορα και βαριά, λες και δυσκολευόταν. Είχε αρχίσει να κουράζεται από τα αλλεπάλληλα απροσδόκητα.

-Δεν είσαι μαθημένη καλή μου! Γιατί δεν κλείνεις για λίγο τα μάτια σου; ρώτησε ο Τζορτζ.

Η Τίνα δεν απάντησε αλλά ακολούθησε τη συμβουλή του.   Έγειρε πίσω στο κάθισμά της κλείνοντας τα μάτια της. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει ξαφνικά. Εκείνο το φοβερό σκοτάδι και η ακατανόητη ερημιά, έκαναν τα πράγματα  χειρότερα. Άνοιξε τα μάτια της μόνο για μια στιγμή και τότε ακόμη νόμισε πως είδε κάτι στην πλευρά του δρόμου, από τη δική της μεριά.

-Είδα κάτι να κουνιέται στ’ αριστερά, είπε.

-Φυσάει λίγο.  Πρέπει να κουνιούνται τα φυλλώματα των θάμνων, εξήγησε με υπομονή ο Τζορτζ.

-Νομίζω πως είδα έναν όγκο. Ένα μεγάλο ζώο… ή ίσως έναν άνθρωπο, επέμενε η Τίνα.

Ο Τζορτζ δεν είπε τίποτα.  Φάνηκε να συγκεντρώνεται στην κουραστική δουλειά του οδηγού.  Στα δεξιά τους φάνηκε ξανά εκείνο το απόμακρο φως που σε  δεσμίδες διαπερνούσε τα  φυλλώματα των δέντρων, μόνο που τώρα είχε καθαρά την απόχρωση του πρασινογάλανου. Μία απόμακρη μουσική έφτανε στ’ αυτιά τους όμοια, όπως και πριν.

-Ακούς;  ρώτησε σιγανά η Τίνα.

-Χμ;

-Δεν ακούς; ξαναρώτησε ερεθισμένη.

-Έτσι που ρωτάς… τι να πω; Είσαι πολύ κουρασμένη.  Όχι αδικαιολόγητα βέβαια… αλλά κάνε λίγη υπομονή, είπε ο άντρας.

Η Τίνα δεν απάντησε. Η πνοή του ανέμου έφερνε την παράξενη μουσική ως τ’ αυτιά τους, σε κύματα, άλλοτε πιο έντονα, άλλοτε πάλι την έσβηνε όπως φυσούσε ακατάστατος, κάποτε με δύναμη ανάμεσα στα ανοίγματα που δημιουργούσαν οι μικρές κοιλότητες και οι αυχένες στα όρη ή ανάμεσα από τα δέντρα. Το ωρολόγι έδειχνε περασμένες 7.30μ.μ. Ψιλόβρεχε εδώ κι εκεί, φανερά κατά περιοχές.

-Λες κι είναι μεσάνυχτα! Ποιος ξέρει τι ώρα θα βγούμε από εδώ τόσο αργά που ταξιδεύουμε, είπε η Τίνα στεναχωρημένη.

-Εντάξει, καλά θα φτάσουμε, μην ανησυχείς.  Μόνο να μη μας σπάσει κανένα rubber band, είπε ο Τζορτζ.

Το αυτοκίνητό τους ήταν σε καλή κατάσταση, αφού άλλωστε είχε εξεταστεί πριν από το ταξίδι τους στο μηχανουργείο και είχε διαπιστωθεί η καλή του κατάσταση αλλά και η καταλληλότητά του για ένα τέτοιο ταξίδι. Υπήρχαν όμως και τα απρόοπτα… τα ατυχήματα.

Ο Τζορτζ φαινόταν ψύχραιμος. Το γεγονός όμως ότι σκέφτηκε τα rubber bandς του αυτοκινήτου, έκανε εντύπωση στην Τίνα.

-Γιατί το λες αυτό; ρώτησε εναγώνια.

-Γιατί ξέρω ότι το αυτοκίνητό μας έχει μία αδυναμία στον τομέα αυτό.  Όμως είναι σχετικά καινούργιο και έχει γίνει το service από τον Στηβ, οπότε … Έλα καϋμένη κι εσύ!  Έτσι το είπα, δε πάει να πει ότι μπορεί και να συμβεί! Ο Στηβ είπε ότι είναι τόσο καλό το αυτοκίνητο που μπορούμε να πάμε το γύρω της Αυστραλίας!  Αν συμβεί κάτι το απρόοπτο… τι να πω! Κι αυτά είναι στο πρόγραμμα. Αν ήμουν προφήτης θα διάλεγα…

Η Τίνα σκέφτηκε ότι ο Τζορτζ είχε δίκιο μέχρι που ξεφώνισε:

-Τζορτζ!  Δες… εκεί μπροστά!

-Τι διάβολο είναι ετούτοι πάλι! είπε ο Τζορτζ πατώντας φρένο, μάλλον νευριασμένος.

Ήταν αλήθεια το πιο ασυνήθιστο που θα μπορούσε να δει κανείς σ’ εκείνη την ερημιά.  Σε αρκετή απόσταση από εκεί που σταμάτησε το αυτοκίνητο, καταμεσίς του δρόμου, δύο άντρες και μία γυναίκα, και οι τρεις τους ψηλοί και λεπτοί, είχαν σχηματίσει ένα κύκλο και φαινόταν ότι κουβέντιαζαν χωρίς καθόλου να δίνουν σημασία στο επερχόμενο αυτοκίνητο, το δικό τους φανερά, ή τους ίδιους. Το περίγραμμα των υψηλών αναστημάτων τους, είχε την ίδια ιδιαιτερότητα όπως του πρώτου-πρώτου  «αερικού» που είχαν συναντήσει. Ήταν φωσφορίζον σε χρώμα, παρόμοιο μ’ εκείνο που σε δεσμίδες φωτός έφτανε κατά καιρούς, ως αυτούς, μέσα από τα δέντρα.

-Μα τι μπορεί να κάνουν μέσα στην ερημιά; Λες να είναι clones Τζορτζ; ρώτησε η Τίνα αλαφιασμένη.

Δεν αναφέρθηκε στον πρώτο άντρα που είχαν δει και που είχε εξαφανιστεί απότομα, παρόμοια όπως είχε εμφανιστεί.

-Θα είναι κατασκηνωτές, είπε ο Τζορτζ δήθεν αδιάφορα και πρόσθεσε με τα μάτια του κολλημένα πάνω τους.

-Τι σόι άνθρωποι είναι ετούτοι; Μήπως είναι κουφοί; Γιατί έρχεται αυτοκίνητο και δεν κουνιούνται από τη μέση του δρόμου,  είπε πάλι ο Τζορτζ

-Δεν μας άκουσαν… αλλά ούτε και μας είδαν! Είπε η Τίνα.

-Μπορεί… γιατί θα μπορούσαν και να προσποιούνται, για κάποιον άγνωστο λόγο ή σκοπό! είπε ο Τζορτζ και η Τίνα άρχισε πάλι να πανικοβάλλεται.

Οι ξένοι ήταν τρεις και αυτοί ήταν δύο. Εντελώς απρόβλεπτα ο Τζορτζ, κορνάρισε.

-Τι κάνεις εκεί; ρώτησε η Τίνα φοβισμένη.

Άδικα όμως του έκανε την παρατήρηση.  Οι τρεις άνθρωποι, ούτε που κουνήθηκαν από τις θέσεις τους.

-Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι.  Είναι στήλες άλατος. Σίγουρα είναι εικόνες όπως ο πρώτος που συναντήσαμε, σκέφτηκε δυνατά ο Τζορτζ και πάτησε φρένο.

Άλλαξε ταχύτητα και ξεκίνησε πάλι, αυτή τη φορά  έχοντας μόνο τα parking lights αναμμένα. Τα μάτια τους συνηθισμένα τώρα στο σκοτάδι παρακολουθούσαν τις κινήσεις των ασυνήθιστων αυτών υπάρξεων.  Εκείνοι γύρισαν αργά, ασταθείς, σαν αερικά, λες και βρίσκονταν στο κενό και προσπαθούσαν να σταθούν κάπως. Με το ίδιο μαυριδερό ένδυμα –αν ήταν ένδυμα- που έφερε  φωσφορίζον περίγραμμα  έμοιαζαν απαράλλαχτοι. Το κεφάλι τους σκοτεινό με το ίδιο πάντα φωτεινό περίγραμμα και στα πρόσωπά τους έλαμπαν οι κόγχες των ματιών τους καθώς έφεραν εκείνο το γνώριμο από τη διαδρομή τους φως, το γαλαζοπράσινο.

-Good Heavens! αναφώνησε ο Τζορτζ.

Πάτησε πάλι φρένο και κίνησε το μοχλό των ταχυτήτων στο Parking. Ανάπνευσε μερικές φορές βαθιά, πήρε το φακό του και άνοιξε την πόρτα.  Η Τίνα πάγωσε, αλλά δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη. Έριξε τέσσερα-πέντε μεγάλα βήματα αγανακτισμένος και στάθηκε προκλητικά δίπλα τους.

-Ρε σεις! I am talking to you, guys! αναφώνησε νευριασμένος.

Εκείνοι με το ίδιο ασταθές βήμα, με τα χέρια απλωμένα στα πλάγια τους λες και ήθελαν να ισορροπήσουν  γύρισαν προς το μέρος του.

-Move men! You are blocking the F…ing way! φώναξε νευριασμένος ο Τζορτζ.

Άναψε το φακό του και έριξε  τις εκτυφλωτικές ακτίνες του στα μάτια τους. Οι τρεις φιγούρες εξαφανίστηκαν όπως ακριβώς είχε συμβεί την πρώτη φορά, με τον άλλον άγνωστο.  Τώρα ήταν και οι δυο τους βέβαιοι ότι δεν επρόκειτο για κάτι τυχαίο.  Ούτε και ήταν οπτασίες που εμφανίζονταν εδώ κι εκεί ορατές ταυτόχρονα και από τους δύο.  Σίγουρα επρόκειτο για κάποιο μυστήριο, κάποια ίσως φαντάσματα αν και αυτό ήταν σχεδόν απαράδεκτο. Θα μπορούσαν άραγε να  εξιχνιάσουν κάποτε αυτό το μυστήριο;

Ο Τζορτζ έμεινε εκεί καταμεσής στο δρόμο δυο μέτρα από το αυτοκίνητο με το φακό στα χέρια να ερευνά στα σκοτάδια τριγύρω του.  Είχε μεσολαβήσει μόνο μία και μισή ώρα αφότου είχαν αρχίσει το ταξίδι τους και αυτά που είχαν ήδη συμβεί ήταν σαν ένα είδος προειδοποίησης για κάτι που ίσως και να μην ακολουθούσε τελικά, που όμως προκαλούσε στο αντρόγυνο την αίσθηση συμμετοχής σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι.  Ένα παιχνίδι στο οποίο τους είχε παγιδεύσει κάποιος αόρατος εχθρός ή ένας κυνικός σαδιστής που ευχαριστιόταν να ταλαιπωρεί τα θύματά του.

Ο Τζορτζ υποχώρησε με την πλάτη του προς το αυτοκίνητο.  Όταν ακούμπησε το καπό, ετοιμάστηκε να μπει στη θέση του οδηγού.  Κάτι όμως τον κράταγε.

-Τζορτζ, μπες μέσα σε παρακαλώ! ικέτεψε η Τίνα.

Ο Τζορτζ άκουγε κάτι. Ναι ήταν απολύτως βέβαιος γι’ αυτό.  Ήταν κάτι σα σφυρίχτρες κι ανάμεσά τους ξεπηδούσε εκείνος ο ιδιόρρυθμος ήχος, είδος μελωδίας, που αν και μακρινή, τώρα, ακουγόταν ευδιάκριτη, συνεχής και απτόητη από τον άνεμο.  Η Τίνα σύρθηκε με το ζόρι από το κάθισμά της και για πρώτη φορά αφότου είχαν αφήσει το μαγαζί του Μάρτιν, βγήκε και στάθηκε δίπλα στον Τζορτζ. Άπλωσε τα χέρια της και τον έπιασε σφιχτά. Τρομαγμένος ο Τζορτζ γύρισε και την κύτταξε. Δεν την είχε καταλάβει μέχρι τη στιγμή που τον είχε ακουμπήσει.

-Τζορτζ,  πάμε να φύγουμε σε παρακαλώ! παρακάλεσε η Τίνα κυττώντάς τον στα μάτια, όσο το επέτρεπε εκείνο το σκοτάδι.

-Ναι… ναι… πάμε! είπε ο Τζορτζ φανερά κουρασμένος.

Η Τίνα μαζεύτηκε στο κάθισμά της, μη ξεκολλώντας τα μάτια της από τον Τζορτζ. Είχε χάσει την εμπιστοσύνη της και την πεποίθησή της ότι αυτή η διαδρομή θα τελείωνε έτσι όπως την είχε ονειρευτεί.  Ο άντρας της φαινόταν αλλαγμένος.  Ο δυνατός, γεμάτο εμπιστοσύνη στον εαυτό του Τζορτζ, ξαφνικά φαινόταν να παραδίνεται στα παράξενα παιχνίδια μιας αλλόκοτης μοίρας.

-Κλείσε το παράθυρο, είπε η Τίνα στον Τζορτζ  μάλλον επιτακτικά.

Έβαλε το ραδιόφωνο. Είχε τόσα πολλά παράσιτα, που αναγκάστηκε να το κλείσει.

-Θα σκάσουμε παιδί μου! Όλα τα παράθυρα είναι κλειστά, είπε ο Τζορτζ.

-Μην ανοίγεις σε παρακαλώ! Κρυώνω! παρακάλεσε αυτή τη φορά η Τίνα.

Δεν μπορούσε ν’ ακούει εκείνη την παράξενη μουσική υπόκρουση που επαναλαμβανόταν η ίδια συνεχής και στερεότυπη, με την προσθήκη ενός νέου στοιχείου: τον θόρυβο του όχλου… ποιανού όχλου όμως;  Η Τίνα αναπήδησε:

-Τσίρκο! Αυτό είναι, είπε σχεδόν θριαμβευτικά.

-Τι είπες; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Ακούγεται λες και κάπου κοντά, λειτουργεί ένα τσίρκο.

-Τσίρκο! επανέλαβε μηχανικά ο Τζορτζ.

Φαινόταν τόσο κουρασμένος που η Τίνα ξέχασε τους φόβους της.

-Εδώ θα ξημερώσουμε; ρώτησε πάλι.

Ο Τζορτζ δεν απάντησε.

-Να οδηγήσω εγώ; ρώτησε η Τίνα.

-Όχι! είπε σταθερά εκείνος.

Η Τίνα ένιωθε ότι ο Τζορτζ είχε επωμιστεί πολλά το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Στις σκέψεις αυτές, ένιωσε πολύ δυνατή και ήθελε να ευκολύνει τη ζωή του, παίρνοντας κάποια πράγματα στα χέρια της.

-Έλα, άφησέ με! Είσαι κουρασμένος, είπε πάλι η Τίνα, με σταθερή φωνή.

-Όχι… εσύ καθάρισέ μου ένα ροδάκινο, η Τίνα χαμογέλασε ευχαριστημένη.

Επιτέλους επέστρεφαν στα δικά τους.

-Είναι  πλυμένα, είπε η Τίνα και του πρότεινε ένα.

-O.k. then! είπε ο Τζορτζ, παίρνοντάς το από το χέρι της χαμογελώντας.

Άρχισε να το δαγκώνει με σπάνια βουλιμία.

-Ωραίο; ρώτησε μονολεκτικά η Τίνα.

Ο Τζορτζ ένευσε καταφατικά. Αισθανόταν κιόλας καλύτερα.  Λες και το ροδάκινο τον γέμιζε με τους χυμούς του αμέριστη αισιοδοξία. Η Τίνα ένιωσε φοβερή ανακούφιση βλέποντας τον Τζορτζ να επιστρέφει πίσω στο δικό του norm.

-Έχει κι άλλα; ρώτησε ευχαριστημένος από την πρώτη δόση ροδάκινου.

-Έχω μία μπανάνα! είπε η Τίνα προσπαθώντας να μην τον απογοητέψει.

Ο Τζορτζ άπλωσε το χέρι του και πήρε την μπανάνα, ευχαριστώντας την Τίνα.

-Είσαι η καλύτερη συνεπιβάτης, γλυκειά μου! είπε όπως συνήθιζε να την αποκαλεί όταν ήταν στα καλά του.

Σκούπισε τα χέρια του σ’ ένα wet one και ρώτησε αν ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν.  Η Τίνα απάντησε καταφατικά κι έτσι ο Τζορτζ, έβαλε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου. Εκείνο άρχισε να κινείται καλά πάνω στο οδόστρωμα του Oxley Hwy. Δεν είχαν προχωρήσει παρά μερικά χιλιόμετρα, όταν πίσω τους είδαν τους προβολείς αυτοκινήτου  που έσερνε ένα κάραβαν.

-Επιτέλους θα έχουμε παρέα είπε κυττάζοντας μία πίσω του και μία μπροστά.

-Από πού ξεφύτρωσαν έτσι ξαφνικά ετούτοι εδώ; ρώτησε η Τίνα, ανίκανη να αποβάλλει τις υποψίες της έστω και μία φορά.

-Ξέχασες κιόλας ότι είχαμε σταματήσει γι’ αρκετή ώρα; Μας πρόλαβαν, αν υποτεθεί ότι ήταν σε κάποια απόσταση πίσω μας, είπε ο Τζορτζ, βλέποντας τα θετικά μόνο μιας τέτοιας απρόοπτης εμφάνισης.

-Σωστά, είπε η Τίνα, χωρίς ωστόσο να αποβάλλει την καχυποψία της.

Μετρούσε κάθε τι τώρα, καθώς ανησυχούσε γενικά για παρόμοιες νέες εκπλήξεις.

-Με στράβωσε ο κερατάς! Οδηγάει λες κι είναι ολομόναχος στο δρόμο, είπε ο Τζορτζ, προσπαθώντας να κάνει κάτι ρυθμίζοντας διαφορετικά το καθρεφτάκι της νύχτας.

Ο πίσω τους είχε τα high beams, τους προβολείς για μακριά.

-Έρχεται και πολύ γρήγορα… Σπρώχνει! είπε οργισμένος ο Τζορτζ.

Πάτησε το γκάζι στα πενήντα, αλλά ο άλλος ερχόταν ακάθεκτος απάνω τους.

-Να πάρει ο διάολος! Και είμαστε και σε κατήφορο!

-Δε βλέπει ή μήπως χάλασαν τα φρένα του;  ρώτησε η Τίνα προσπαθώντας να συμφωνήσει με τον Τζορτζ.

-Τι λες; Απλά κάνει το κομμάτι του ο μάγκας. Θα ήθελα να σταματήσω να βγω έξω και να του σπάσω τα μούτρα, είπε πικαρισμένος ο Τζορτζ.

Ο δρόμος φάνηκε να ισιώνει κάπως, για λίγο.  Ο Τζορτζ, παραμέρισε στ’ αριστερά και με το χέρι του έκανε νόημα στον πίσω του να τον προσπεράσει. Εκείνος όμως αγνόησε την πρόσκληση και κόλλησε ακόμη περισσότερο πάνω στο αυτοκίνητό τους.

-Τον μπάσταρδο! Θέλει να μας βγάλει από το δρόμο του…  έβρισε ο Τζορτζ.

-Πρόσεχε Τζορτζ, τη στροφή! φώναξε εκνευρισμένη η Τίνα.

-Ναι βρε παιδί μου!  Δε βλέπεις πώς κολλάει απάνω μας ο μ…..ς;

-Θε μου, θα πάθουμε ατύχημα!  Κόψε ταχύτητα! Τι θα κάνει; Θ’ αναγκαστεί να σταματήσει, φώναξε πανικόβλητη η Τίνα.

Ακούστηκε ένας θόρυβος και ο Τζορτζ με την Τίνα ένιωσαν το μικρό τους αυτοκίνητο να πηδάει.

-Μας χτύπησε ο μ…..ς! έβρισε έξω φρενών ο Τζορτζ και πάτησε γκάζι.

Ο άλλος όμως ακολούθησε δριμύτερος και πατώντας γκάζι τους ξαναχτύπησε.  Τι ήθελε; Γιατί έκανε ό,τι έκανε;

-Θα σταματήσω κι ό,τι βγει. Είπε ο Τζορτζ αλλά ο άλλος δεν του έδωσε χρόνο. Τον ξαναχτύπησε σπρώχνοντας το αυτοκίνητό τους μπροστά στ’ αριστερά.

-Θα μας σκοτώσει το τέρας! Θέλει να μας σκοτώσει! Μα γιατί; Γιατί επιτέλους; φώναξε η Τίνα απεγνωσμένα, κυττάζοντας πίσω της με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο.

Ήθελε να δει εκείνον τον άκαρδο, τον τρελό, το σαδιστή οδηγό. «Μπορούσε να είναι όλα αυτά μαζί;» Αναρωτήθηκε ξανά χωρίς να πει λέξη.  Ποιος ήταν άραγε και τι ήθελε επιτέλους από αυτούς. Σκέφτηκε αστραπιαία για εχθρούς που δεν τους είχαν συνειδητοποιήσει.  Άραγε είχαν; Δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν. Αλλά κι αν ήταν κάποιος… άλλωστε και ποιος δεν είχε έναν κάποιον που δεν τον συμπαθούσε ή ίσως και να τον απεχθανόταν, συχνά μάλιστα χωρίς καμία αιτία. Αλλά εκεί; Σ’ ένα άγνωστο μέρος, σε μία άγνωστη περιοχή, σ’ ένα άγνωστο Hwy;  Πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; «Όχι! Θα πρέπει να είναι κάποιος τρελός!» σκέφτηκε μέσα της η Τίνα.

Ένιωσαν ξανά ένα δυνατό χτύπημα πάνω στη στροφή ενώ έτρεχαν με 60χιλ. την ώρα, ταχύτητα επικίνδυνη για εκείνο το δρόμο και την πανίδα της περιοχής.

-Κρατήσου! φώναξε ο Τζορτζ.

Η Τίνα δεν πρόλαβε ν’ αντιδράσει καν.  Όταν ξύπνησε ήταν το ίδιο πηχτό σκοτάδι.  Δίπλα της ήταν ο Τζορτζ, και οι δύο μαζί παγιδευμένοι μέσα στο τρακαρισμένο αυτοκίνητό τους. Είχαν σταματήσει στη δεξιά πλευρά του δρόμου, φανερά βρίσκοντας κάποια εμπόδια -ποιος ξέρει τι είδους- λίγα μέτρα από το θεόρατο δέντρο μπροστά τους. Δεν είχαν αντιληφθεί πώς ακριβώς είχαν χτυπήσει και μόνο όταν τελικά είχαν συνειδητοποιήσει σειρά  δέντρων δίπλα τους, υπέθεσαν ότι αυτά ίσως και να ήταν η αιτία του τραυματισμού τους, πριν να καταλήξουν εκεί όπου είχαν καταλήξει.

 

Παρακολουθείτε πάντα το κανάλι Έξι. Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας, για λίγο καθώς η απρόβλεπτη κακοκαιρία που έχει ξεσπάσει έχει προκαλέσει πολλές ανωμαλίες στην αναμετάδοσή του.

-Γκράχαμ, κύττα εδώ! Τι συμπέρασμα βγάζεις; ρώτησε ανάστατος ο Μπράϊαν.

-Τι διάβολο συμβαίνει εδώ; What a bastard! He’s putting a show in our screen!  How can he do that? Come on Brian, clear up our screen, mate.  We have work to do, φώναξε ο Γκράχαμ.

-Not before I keep this bastard’s  No. Can’t you see what he’s doing to the car in front? ρώτησε νευριασμένος ο Μπράιαν.

-He must be a hooker man! He’s probably playing a short film of his own.  He probably has his friends watching his f….. shit through our channel. Clear up the dumb thing immediately, Will you? επέμενε ο Γκράχαμ.

-But I can’t do anything about it, believe me! Everything seems to be working fine… and yet… this… Come and have a look for yourself, mate! τόνισε απεγνωσμένα τώρα ο Μπράιαν.

Ο Γκράχαμ τρέχει  ξανά στο κομπιούτερ του Μπράιαν. Παρακολουθεί έκπληκτος.

-What is this?  Our program is been screwed! Λέει.

 

Yes madam…  Oh well…  Οf course I am sorry about that! We will try to rectify everything as soon as possible! λέει ο τηλεφωνητής του καναλιού, απαντώντας στα παράπονα πελάτισσάς τους.

Η Μαίρυλιν τρέχει από το switch board στις οθόνες του καναλιού Έξι. Ο Μπράιαν και ο Γκράχαμ είναι έξω φρενών.  Δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Όλα παρουσιάζονται να λειτουργούν καλά και μάλιστα ότι τα προγράμματά τους έχουν καλή αναμετάδοση… ενώ στην πραγματικότητα το κανάλι τους χρησιμοποιείται από άλλους… ανεξήγητο το πώς ή το γιατί…

-Θα τρελαθούμε εδώ μέσα.  Κάτι συμβαίνει.  ‘Η κάποια μυστηριώδης επέμβαση  στο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, πρέπει να τα κάνει όλα αυτά. Αλλά ποια μπορεί να είναι αυτή η επέμβαση; ρωτάει ο επικεφαλής των προγραμματιστών των υπολογιστών του καναλιού, προσπαθώντας να δει τι μπορούν να κάνουν για την επαναφορά της εικόνας τους.

Ξαφνικά η Μαίρυλιν αναφωνεί με αγωνία:

-Θεέ μου! These people are my mum and my dad! Help us God! Please help my parents!

Κλείνει το στόμα της με τις παλάμες της.  Το βλέμμα της δείχνει πόσο τρομοκρατημένη είναι.  Περνάει σε σοκ και αρχίζει να τρέμει.  Έχει καρφώσει τα μάτια της  ορθάνοιχτα και γεμάτα αγωνία πάνω σε αυτό που δείχνουν οι μεγάλες οθόνες στους τοίχους του καναλιού Έξι όπου εργάζεται.  Εκεί μπροστά της βλέπει ένα αυτοκίνητο που σέρνει ένα κάραβαν πίσω του, να χτυπάει οικειοθελώς, συνεχώς και αδίστακτα ένα μικρό σεντάν Suzuki που δεν είναι άλλο από εκείνο των γονιών της.  Τα δυνατά φώτα του δείχνουν καθαρά το σκηνικό και τα διαδραματιζόμενα. Ο Γκράχαμ που αντιλαμβάνεται το σοκ της Μαίρυλιν τρέχει αμέσως κοντά της, την πιάνει από τους ώμους προσπαθώντας να την συνεφέρει.

-What’s the matter dear?

-My parents, my parents are in trouble!

-What are you saying?

-That is my parents’ car. I would recognize it anywhere. Can’t you see the Greek flag at the front door? They are suppose, to be travelling from Port-Macquarie to Armidale for mum‘s graduation. Look at this!

-Which road are they using for their trip?

– I am not sure! Look at the No… Oh that’s it!  It’s my parents car…  that‘s it.  This man will kill them!..

Η Μαίρυλιν παίρνει μία βαθιά αναπνοή και σκέφτεται. Τραβάει το κινητό της από την τσέπη του παντελονιού της και προσπαθεί να τους τηλεφωνήσει στο κινητό τους.  Δεν πιάνει τίποτα. Απεγνωσμένη κρύβει το πρόσωπό της στις παλάμες της. Δεν αντέχει να δει άλλο.  Μία υπάλληλος σπεύδει να φέρει νερό για τη νέα. Ο Γκράχαμ προσπαθεί να την ενθαρρύνει.

-Call them again Marylin.  Why don’t you?

-But I have tried! I cannot get them on the phone. I lost touch with them the last couple of hours. Their mobile is out of range.

-At least we have the vehicle. No dear… and Brian will  notify the police. What a bastard! At first I thought it was a joke of some kind.

Ο Μπράιαν καλεί την αστυνομία.

-Where are they?  ρωτούν.

-I am not sure.  I know that they were travelling from Port-Macquarie to Armidale…  δηλώνει ο Μπράιαν.

-Oh!  They are probably travelling on Oxley Hwy, the newest of the roads… We will notify a local patrol to check this out.  We will let you know, απάντησε η αστυνομία και πάλι.

-We also have a problem at our channel that under the circumstances you might even consider it lucky.  You see, we can view what it is happening in the Hwy thanks to someone’s  initiative to film the whole incident and project it through our station’s screen. However, strangely enough, our equipment does not indicate an illegal action, πρόσθεσε ο Μπράιαν.

-Who’s filming though? ρώτησε ο αστυνομικός του τηλεφώνου, απερίσκεπτα.

-Someone… from… the space! γέλασε ειρωνικά ο Μπράιαν.

Κλείνει το τηλέφωνο για να ξαναχτυπήσει σε λίγο και πάλι.  Το απαντάει ο Γκράχαμ.  Είναι από την αστυνομία.

-Listen mate… I have bad news! The car that curries the No you have given us, is stolen by a dangerous escapee from the psychiatric ward, of the  prison.  Initially, the  offender had stopped that particular car somewhere in Port Macquarie; later, after the driver had allowed the escapee to the passenger’s seat, the offender had pulled a gun and forced the driver to leave. The owner-driver had said so. After the offender  had taken off, he probably went on until he entered the Oxley Hwy, ιστόρησε ο αστυνομικός του τηλεφώνου.

Η Μαίρυλιν έχει πληροφορηθεί τα καθέκαστα. Είναι μεγάλο το βάρος που φέρει απάνω της.  Παίρνει τον αδερφό της τηλέφωνο.  Η φωνή της ακούγεται βραχνή, αγχώδης.

-Λάμπρο, Λάμπρο μου, μ’ ακούς;

-Έλα sis, σ’ ακούω. What’s wrong? τη ρωτάει ανήσυχος.

Η Μαίρυλιν μετά από δύο-τρία δευτερόλεπτα σιωπής, με φωνή πνιγμένη στο κλάμα, επαναλαμβάνει το όνομα του αδερφού της.

-Μαίρυλιν… μίλα μου επιτέλους. Είσαι καλά; ρωτάει εκείνος τρομαγμένος από την αντίδρασή της.

-It’s mum and dad… ακούγεται η μισοσβησμένη από την αγωνία και τον τρόμο, φωνή της Μαίρυλιν.

-What? What’s wrong… Speak up, damn it! I’m coming there  straight away!

H Μαίρυλιν δεν προλαβαίνει να πει τίποτα άλλο. Το τηλέφωνο κλείνει. Τώρα  ξαφνικά ανησυχεί και για τον Λάμπρο.  Καταλαβαίνει ότι τον αναστάτωσε. «Θεέ μου! Κάνε να φτάσει σώος ως εδώ» παρακαλάει μέσα της. Ο Λάμπρος στο μεταξύ έχει αρπάξει τα κλειδιά του και τρέχει στο αυτοκίνητό του. Σε είκοσι λεπτά βρίσκεται έξω από τα γραφεία του τηλεοπτικού σταθμού Έξι. Τα φρένα του στριγκλίζουν καθώς σταματάει απότομα και αφήνοντας την πόρτα του αυτοκινήτου ξεκλείδωτη, τρέχει προς το κτηριακό συγκρότημα του τηλεοπτικού καναλιού.  Ο φύλακας τον αναγνωρίζει και τον αφήνει να μπει μέσα αμέσως.  Κατευθύνεται στην αίθουσα παρουσίασης  των τηλεοπτικών  προγραμμάτων του σταθμού.

Η Μαίρυλιν στο μεταξύ είχε σωριαστεί σε μία πολυθρόνα και ο Στήβη ένας συνάδελφός της, προσπαθεί να την κάνει να δει τα πράγματα αντικειμενικά.

-Μα πώς έχεις προεξοφλήσει ότι οι γονείς σου χάθηκαν; τη ρωτάει.

Η Μαίρυλιν δε μιλάει.  Το ύφος της είναι χαμένο.  Ο Λάμπρος μόλις έχει περάσει το κατώφλι της εισόδου στο χώρο όπου εργάζεται η αδερφή του και κατευθύνεται στο μέρος όπου παρακολουθείται το πρόγραμμα της τηλεόρασης. Από μακριά κιόλας βεβαιώνεται ότι η Μαίρυλιν είναι απελπισμένη.  Τρέχει αναστατωμένος κοντά της.  Γονατίζει και την αγκαλιάζει.  Η Μαίρυλιν τον σφίγγει απάνω της με τρόμο.

-Λάμπρο… φοβάμαι…

Ο Λάμπρος δεν καταλαβαίνει τίποτα.  Ο Στήβη του εξηγεί τι είδαν στην τηλεόραση και ότι η Μαίρυλιν αναγνώρισε τον αριθμό του αυτοκινήτου των γονέων τους. Του εξηγεί ότι ειδοποιήθηκε η αστυνομία και ότι κάποια περιπολικά  και ένα ασθενοφόρο, που ήδη κατευθύνονται στην περιοχή, θα προσπαθήσουν να εντοπίσουν τους γονείς τους. Ακολούθως θα επιδιώξουν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον κακοποιό που δυστυχώς είναι ψυχασθενής και κατά συνέπεια μάλλον ανεύθυνος για τις πράξεις του. Αυτό τον καθιστά επικίνδυνο σε όποιους βρεθούν μπροστά του, ενόσω βαστάει στα χέρια του τιμόνι αυτοκινήτου.  Ο  Λάμπρος ακούει, ανίκανος να αντιδράσει.

-Έχετε το βίντεο αυτής της ιστορίας;  ρωτάει ξαφνικά.

-Ναι, βέβαια, απαντά ο Στήβη.

-Κάνε λίγη υπομονή sis… Ένα λεπτάκι, να δω κι εγώ το βίντεο… είπε ο Λάμπρος.

Ο Στήβη τον οδηγεί μπροστά σε μία από τις οθόνες στο ατέλειωτο ταμπλό του τοίχου και επαναφέρει με βίντεο τις σκηνές που είχαν καταγραφεί μπροστά στα μάτια της Μαίρυλιν και των άλλων.

-Ένα αυτοκίνητο με ένα κάραβαν πίσω του, χτυπάει το αυτοκίνητό των γονιών μου! Τι; μα τι διάβολο γίνεται εκεί; Λέει με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του ο Λάμπρος.

Η οθόνη δείχνει την εικόνα σε εξέλιξη και την επιμονή του οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου με το κάραβαν  να χτυπάει το αυτοκίνητό του ζεύγους Λαβίδη, χωρίς κανέναν ενδοιασμό.  Και ξαφνικά  κόβεται η εικόνα.

-Δεν είναι γνωστό τι ακολουθεί…  Ελπίζω πάντως ότι δεν έχει συμβεί κάτι κακό στους γονείς σας, λέει ο Στήβη κυττάζοντας με κατανόηση τον Λάμπρο.

Εκείνος κουνάει το κεφάλι του.  Δεν έχει λόγια να πει.  Έχει μείνει άναυδος.

-Μα πώς καταγράφτηκαν αυτά στη δική σας οθόνη; ρωτάει με δικαιολογημένη απορία.

-Αυτό είναι άγνωστο και ανεξήγητο… Εκτός αν υπάρχει κάποια κάμερα εκεί και η αστυνομία δεν το μαρτυράει. Αλλά και πάλι, δε θα το έβλεπαν μόνο οι άνθρωποι της αστυνομίας, αν υποθέσουμε ότι ήταν έτσι, και όχι εμείς εδώ; ρωτάει ο Στήβη.

-Ναι βέβαια. Αυτό είναι παράξενο… Άλλωστε η αστυνομία τι λόγους έχει να το κρύβει, αν υπάρχουν κάμερες.  Συνήθως υπάρχουν επιγραφές για την παρουσία κάμερας και μάλιστα επιδεικτικά για να λαβαίνουν πρόνοια οι ταξιδιώτες…  είπε ο Λάμπρος φανερά ενοχλημένος.

-Ε! Καμιά φορά δεν ξέρεις μπορεί να βγήκε η επιγραφή από κάποιους ασυνείδητους ή και τρελούς… όπως αυτός εδώ στην περίπτωση των γονιών σας. Όμως αυτή η συζήτηση  για υποθέσεις και άτοπα συμπεράσματα, δεν βγάζει πουθενά αγαπητέ, συμπέρανε ο Στήβη.

Ο Λάμπρος δεν μπορεί να συνέλθει. Τα συναισθήματά του είναι πολύ μπερδεμένα. Φαίνεται οργισμένος, κατειλημμένος από αρνητικές σκέψεις, σοκαρισμένος από τα γεγονότα.  Είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορεί να το πιστέψει.  Ο Στήβη λέει ό,τι μπορεί για να τον κατευνάσει: για την άμεση ειδοποίηση της αστυνομίας, για την  πληροφόρησή τους από αυτήν σε σχέση με τον αριθμό του αυτοκινήτου, για το γεγονός ότι επρόκειτο για κλεμμένο όχημα όπως είχε ήδη καταγγελθεί από τον ιδιοκτήτη του, και τέλος ότι είχε κιόλας εξαπολυθεί καταδίωξη του κακοποιού. Δυστυχώς ο τελευταίος ήταν έναν ψυχοπαθής κακοποιός, που το είχε σκάσει από το ψυχιατρείο φυλακής και ότι καταδιωκόταν. Όλα απεδείκνυαν ότι επρόκειτο για μία τραγική σύμπτωση. Και οι γονείς του; Ποιος ξέρει τι συνέβαινε μ’ εκείνους; Ήταν άραγε καλά; Άγνωστο ως εκείνη τη στιγμή.

Ο Λάμπρος έτριψε με την παλάμη του το μέτωπό του.

-Δεν είναι δυνατόν ψιθύρισε κουρασμένος.  Πώς  διάβολο βρέθηκε εκεί αυτός ο μπάστ….ς;  Θα τον σκοτώσω αν βρεθεί μπροστά μου.  Πρέπει να πάω κι εγώ εκεί.

-Μην το επιχειρείς Λάμπρο… Κάνε λίγη υπομονή… Αν όλα όσα μας είπαν μέχρι στιγμής, είναι σωστά, τότε, λογικά, θα πρέπει  να τους εντοπίσουν σε μία ώρα περίπου.  Έχουμε αναφορά ότι ο μοναδικός  μαγαζάτορας της περιοχής, κάπου  στην αρχή του Oxley Hwy,  είδε και μίλησε με τους γονείς σου. Ας περιμένουμε λιγάκι λοιπόν και μέχρι τότε προσπάθησε να πείσεις τον εαυτό σου και τη Μαίρυλιν να μην ανησυχείτε. She is in a bad shape! λέει ο Στήβη.

Χτυπάει το τηλέφωνο και το απαντάει ο Στήβη.  Όλα τα μάτια στρέφονται απάνω του.

-Παρακαλώ… ναι, για πείτε μου, ακούει προσεκτικά.

Δε μιλάει.  Το πρόσωπό του αλλοιώνεται από ανησυχία.  Ο Λάμπρος τρέχει κοντά του ενώ η Μαίρυλιν έχει σηκωθεί και κατευθύνεται με αγωνία προς το μέρος τους. Φοβάται ν’ ακούσει τι λένε, όμως μία περίεργη ανάγκη να μάθει επιτέλους την αλήθεια όποια κι αν είναι αυτή, την σπρώχνει προς το μέρος τους. Ο Στήβη ανοίγει το speaker. Όλοι στην αίθουσα ακούνε.  Τα λόγια πέφτουν μέσα σε μία αγωνιώδη σιωπή:

-Δε βρήκαμε τίποτα. Ούτε ίχνος. Η καταιγίδα που ακολούθησε εξάλειψε πιθανόν κάθε ίχνος τους στο Oxley Hwy. Hwy να το κάνει ο Θεός!  Επικρατεί τυφλό σκοτάδι.  Ταΐζουμε τους  πολιτικούς μας για να μας στραβώσουν, είπε νευριασμένος ο inspector,  και πρόσθεσε:

-The last few words… you’d rather keep them to yourself, mate! Λογικά όμως  θα πρέπει να έχουν αποχωρήσει από το δρόμο, το αυτοκίνητο με το κάραβαν και το αντρόγυνο Λαβίδη.  Άλλωστε μεσολάβησε αρκετή ώρα από τη στιγμή που είδατε το κυνηγητό στην οθόνη σας. Ωστόσο η έρευνα για το αντρόγυνο κατευθύνθηκε ήδη στο Armidale, τον τόπο του προορισμού τους.  Θα βεβαιωθούμε αν είναι καλά και τι ακριβώς συνέβη. Και σίγουρα θα πρέπει το συντομότερο να συλληφθεί ο τρελός, πριν προκαλέσει θανατηφόρο ατύχημα, αν δεν το έχει ήδη κάνει.

Η Μαίρυλιν  και όλοι οι άλλοι μέσα στην αίθουσα  ενόσω άκουγαν τον αστυνομικό ένιωθαν  τις ελπίδες τους να αναζωπυρώνονται. Η τελευταία φράση του όμως ανέτρεπε όλα τα προηγούμενα.

Ο Λάμπρος δεν είχε άλλα λόγια.  Μαζί με τον Στήβη γύρισαν προς τη Μαίρυλιν που κρατούσε το πρόσωπό της στις δυο της παλάμες.   Ο Λάμπρος την αγκάλιασε:

-Είδες που αγωνιούσες άδικα; Είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα μάθουμε για τη μαμά και τον μπαμπά.  Και μην το προεξοφλείς ότι δεν είναι καλά!  Το περιπολικό ακολουθείται και από ένα ασθενοφόρο. Δε θ’ αργήσουμε λοιπόν να μάθουμε για τα καλά τους νέα, είπε φορώντας το πιο γενναίο ύφος του.

 

Στο αυτοκίνητο έφτανε εκείνη η μουσική υπόκρουση θλιβερά μονότονη αλλά ευδιάκριτη μέσα στη νύχτα.

-Τζορτζ, είπε η Τίνα με αγωνία, κουνώντας το μπράτσο του άντρα της.

-Χμ! Αναστέναξε ο Τζορτζ, ανοίγοντας τα μάτια του κουρασμένος θαρρείς.

-Βρε! Μας πήρε ο ύπνος; έκανε να ανασηκωθεί κάπως στο κάθισμά του και βόγκηξε.

Το αριστερό του χέρι δεν τον βοηθούσε.  Δοκίμασε να γείρει δεξιά αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί.  Το δεξί του χέρι κολλημένο πάνω στα πλευρά του, πονούσε πολύ. Υποψιάστηκε ότι ίσως να είχε σπάσει κάποια κόκκαλα. Το κεφάλι του πονούσε, και μόνο το μυαλό του φαινόταν απείραχτο εκείνη τη στιγμή.  Τι είχε συμβεί; Κύτταξε προς το μέρος της Τίνας.

-Άναψε σε παρακαλώ το φως! είπε και έκλεισε τα μάτια του.

Η Τίνα γύρισε το διακόπτη από το φως της οροφής που παρόλο ήταν αδύνατο, τους τύφλωσε καθώς όπως φάνηκε, ήταν βυθισμένοι στο σκοτάδι για ώρα. Η γυναίκα αισθανόταν το κεφάλι της βαρύ, λες και είχε πιει. Έπιασε ασυνείδητα το μέτωπό της και αισθάνθηκε το χτύπημά της.  Κύτταξε τα χέρια της. Είχαν λερωθεί με το μισοπαγωμένο αίμα της πληγής. Τέντωσε το αριστερό πόδι της, σκύβοντας να φτάσει την τσάντα μπροστά της και τότε κατάλαβε ότι το  δεξί γόνατό της ήταν χτυπημένο για τα καλά.  Ήταν ολοφάνερο και πέρα από τα όποια λόγια, ότι είχαν πάθει ατύχημα.

-Πώς είσαι Τίνα; ρώτησε με κόπο ο Τζορτζ.

-Καλούτσικα! Είμαστε κοντά σε ένα δέντρο, είπε και κύτταξε τον Τζορτζ.

Σκούπισε με βρεμένο χαρτομάντιλο το μέτωπό της. Δεν ήθελε να φαίνεται ή να αισθάνεται ότι ήταν λερωμένη. Έσκυψε προς το μέρος του Τζορτζ όσο μπορούσε καλύτερα.

-Πώς είσαι αγάπη μου;

-Δεν ξέρω! Πονάω παντού. Αισθάνομαι ότι έσπασα κάποια κόκκαλα.

Τον κύτταξε.  Το φως του αυτοκινήτου ήταν σχετικά αδύνατο. Έσκυψε πάλι κι έφτασε τη τσάντα στα πόδια της.  Τράβηξε ένα μπουκάλι νερό.  Το πρόσφερε στον Τζορτζ.

-Δώσε μου εσύ να πιω.  Πονάει το χέρι μου και το άλλο ούτε που τολμάω να το κουνήσω.  Θα είναι σπασμένο.

-Μην κουράζεσαι Τζορτζ.  Θα βγω μία στιγμούλα να πάρω από το boot το φαρμακείο, είπε η Τίνα.

-Δεν έχουμε σπουδαία πράγματα εκεί.  Μέσα στο glove box… έχω το μικρό τσαντάκι με καθαρό οινόπνευμα… και αντισηπτική κρέμα. Πάρ’ το και βάλε με προσοχή… στις ανοιχτές πληγές… στη δική σου πρώτα… κι ύστερα στο δικό μου κεφάλι… και στο αριστερό μου χέρι…  Δεν μπορούμε… να πάρουμε disprin… Δεν ξέρουμε… αν έχουμε χτυπήσει… εσωτερικά…

Χοντρές σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν από το μέτωπό του.  Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια και έπαιρνε βαθιές αναπνοές κάθε φορά, καθώς επικοινωνούσε με τη σύντροφό του.

Η Τίνα επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο.  Στα χαμένα. Δεν έπιανε. Ένιωθε μια βαθιά απελπισία για το κακό που τους είχε βρει.  Προσευχόταν να έρθει το ξημέρωμα. Προσπάθησε να συγκεντρώσει όλο το κουράγιο που της απέμενε για χατίρι του Τζορτζ.

-Θα καθίσουμε ήρεμα εδώ ως το ξημέρωμα,  είπε η Τίνα και τράβηξε μία κουβέρτα από το πίσω κάθισμα.

Την έριξε πάνω στον άντρα της με κόπο, καθώς το γόνατό της πονούσε αφόρητα κάθε φορά που κινούνταν.

-Αν είμαστε τυχεροί… μέσα σε όλη ετούτη… την ατυχία… ίσως να μας βοηθήσει… κάποιος περαστικός… είπε ο Τζορτζ με κόπο.

Η Τίνα άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε το μέτωπό του.  Ο Τζορτζ, έκαιγε. Τράβηξε μία μικρή πετσέτα προσώπου και τη μούσκεψε στο νερό από το μπουκάλι της. Το έβαλε στο μέτωπο του Τζορτζ που χαμογέλασε αδιόρατα.  Ήταν πολύ χλωμός και η Τίνα που προσπαθούσε  να βρει τη δύναμη να μην κλάψει, έκανε ό,τι μπορούσε να τον ανακουφίσει.  «Θεέ μου, γιατί όλο αυτό το δράμα; Δε θα τελειώσει αυτή η πληγή; Γιατί όλα αυτά; Ποιο νόημα έχουν; Μήπως έχουμε γίνει πειραματόζωα αντοχής, κάποιου αόρατου δαίμονα; Βοήθησέ μας Θεέ μου! Βοήθησέ μας.  Βοήθησε τον Τζορτζ.  Φοβάμαι τόσο γι αυτόν! Σε ικετεύω Θεέ μου! Κάνε μια φορά μονάχα να κυλίσει ο χρόνος γρήγορα… Έχει ανάγκη από περίθαλψη…» Γύρισε το πρόσωπό της στο παράθυρο.  Δεν άντεξε άλλο και τα δάκρυα κύλισαν άφθονα, μουσκεύοντας το πρόσωπό της.  Ο Τζορτζ κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Λες και ξεκουραζόταν, σα να προσπαθούσε να συγκεντρώσει όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει.  Ήταν τραγική η κατάσταση και η απομόνωση στην οποία είχαν βρεθεί εδώ και πολύ ώρα, έφερνε την Τίνα σε απόγνωση.

-Έλα κοντά μου! μουρμούρισε ο Τζορτζ και η Τίνα ρίχνοντας τη μάλλινη ζακέτα της πάνω στο χειρόφρενο και το μπράτσο-κουτί που βρισκόταν ανάμεσα από τα καθίσματά τους, στριμώχτηκε δίπλα του.

Αισθάνθηκε κάποια αισιοδοξία, στη σκέψη ότι ίσως και να  μην ήταν τόσο άσχημα ο Τζορτζ όσο φαινόταν.  Ο άντρας δεν αντέδρασε στην επαφή αυτή γεγονός που ήρθε να ενισχύσει τη σκέψη της Τίνας.  Ευχήθηκε να τους βρει έτσι αγκαλιασμένους ο ύπνος. Ο Τζορτζ λες και διάβασε τις σκέψεις της ψιθύρισε με διακοπές για να παίρνει βαθιές αναπνοές-εκπνοές:

-Δεν πρέπει… να με βρει ο ύπνος… καλή μου.  Εσύ όμως… κλείσε τα μάτια σου και ξεκουράσου.  Δεν περάσαμε και λίγα… μέχρι στιγμής, είπε με έναν τόνο ήσυχο, λες και πίστευε ότι θα μπορούσαν να συμβούν κι άλλα πολύ χειρότερα.

Η Τίνα κουρασμένη από τον πόνο στο γόνατό της και από την αρνητικότητα που τους έζωνε, έκλεισε τα μάτια της. Προσπάθησε να διώξει κάθε σκέψη και να ξεχάσει το πονεμένο της γόνατο που την έσφαζε κάθε φορά που το κινούσε στην ανάγκη της πάνω.

Ο Τζορτζ δεν μπορούσε να ξεκουραστεί.  Πονούσε σχεδόν παντού.  Ήθελε να πιστεύει ότι τα τραύματά του δεν ήταν φοβερά. Θυμήθηκε το αυτοκίνητο που έσερνε το κάραβαν και την τρελή κούρσα τους. Δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα.  «Είναι τρελό! Όλα όσα μας συνέβησαν είναι τρελά.  Πού βρισκόμαστε άραγε;  Μήπως είναι απαγορευμένη ζώνη; Μήπως υπάρχει κάτι που έπρεπε να το ξέρουμε; Γιατί δεν κυκλοφορούν άλλα αυτοκίνητα;  Γιατί έγιναν όλα αυτά με τους παράξενους άυλους ανθρώπους… με τον τρελό σοφέρ του αυτοκινήτου… Τόσα ερωτηματικά που μού ‘ρχεται να τρελαθώ.  Κάποιος μας δοκιμάζει.  Όχι εσύ καλέ μου Θεέ! Έχουμε και οικογένεια πίσω μας.  Ακόμη μας χρειάζονται τα παιδιά μας.  Μη μας το κάνεις αυτό Θε μου!» ευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του ο Τζορτζ ανάμεσα στις τόσες σκέψεις που είχαν κουβαριαστεί στο μυαλό του.

 

Μία αστραπή διέσχισε ξαφνικά τον αιθέρα και η βροντή που ακολούθησε ταρακούνησε το αυτοκίνητό του ζεύγους Λαβίδη. Η Τίνα άνοιξε τα μάτια της σχεδόν αμέσως και κύτταξε έξω. «Δεν είναι δυνατόν!» σκέφτηκε μέσα της. Η βροχή θα δυσκόλευε πολύ περισσότερο τα πράγματα γι αυτούς. Ήταν το μόνο σίγουρο. Χοντρές οι πρώτες σταγόνες κατέφθασαν για να τους θυμίσουν ότι βρίσκονταν σε έναν αφιλόξενο χώρο. Τώρα οι ελπίδες τους για άμεση βοήθεια, λιγόστευαν.  Δεν ήταν καθόλου εύκολο να περιμένουν μέχρι τις πρωινές ώρες που θα ξημέρωνε.  Μία ύστατη ελπίδα είχε απομείνει: να είναι περαστικό το σύννεφο που είχε φέρει τη βροχή.  Όμως και η αμυδρή εκείνες αισιόδοξη σκέψη τους, άρχισε να τους εγκαταλείπει με το δυνάμωμα της βροχής.  Απειλητικές τώρα οι δυνατές σταγόνες χτυπούσαν σαν ραμφίσματα άγριων αρπακτικών, τα παράθυρα του αυτοκινήτου. Η Τίνα σφίχτηκε πάνω στο Τζορτζ, που υπομονετικά είχε παραδοθεί στην κατάστασή του σαν να επρόκειτο για μοίρα που όφειλε επιτέλους να την αποδεχτεί.  Η Τίνα παρόλο που ένιωθε να παίρνει τη θέση της αποδοχής όλων όσων είχαν διαδραματιστεί, ακόμη ήλπιζε σε ένα θαύμα: την έξοδο από εκείνο το εφιαλτικό τοπίο, που σε άλλες ώρες ή στιγμές θα μπορούσε να είναι μία πολύ ευχάριστη εμπειρία.

Οι αστραπές πύκνωσαν ξαφνικά αυξάνοντας το φόβο κεραυνοπληξίας των ψηλών δέντρων. «Άραγε η φύση τιμωρεί μία τέτοια παραβίαση;  Μα τι φταίμε εμείς επιτέλους;  Άλλος το προκάλεσε αυτό το ατύχημα!» σκέφτηκε λυπημένη η Τίνα.  «Θε μου βοήθησέ μας!» προσευχήθηκε στωικά ο Τζορτζ κι έκλεισε τα μάτια του, για να τα ανοίξει σχεδόν αμέσως από την εκτυφλωτική λάμψη ενός κεραυνού, που διασχίζοντας το σκοτεινό αιθέρα μπροστά στα μάτια τους βούτηξε αδηφάγο μέσα στο ατέλειωτο δάσος.

Η βροχή χτυπούσε αλύπητα τα τζάμια αδιάσπαστο τώρα στοιχείο  εκείνης της εφιαλτικής εικόνας δύο ανθρώπων κατατρεγμένων, από τις πιο ανορθόδοξες συνθήκες.  Άνθρωποι και φύση θαρρείς και είχαν ενώσει τις καταστρεπτικές τους δυνάμεις εναντίον τους. Η Τίνα αναστέναξε χωρίς να πει τίποτε.  Περίσσευαν τα λόγια και η αναμονή είχε γίνει βραχνάς.

-Τι ατυχία! μουρμούρισε ο Τζορτζ.

-Σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι; ρώτησε η Τίνα.

-Μάλλον παιδί μου! συνεταίροι κι εδώ! Αν τα καταφέρουμε… να επιζήσουμε αυτόν τον εφιάλτη… θ’ ανάψω μία λαμπάδα σαν το μπόι σου, είπε ο Τζορτζ προσπαθώντας να φανεί αστείος.

Η Τίνα χαμογέλασε λυπημένα.  Ο Τζορτζ δεν ήταν ποτέ θρησκόληπτος, ούτε πίστευε σε τέτοια: λαμπάδες, τάματα και τα ρέστα. Είναι αλήθεια όμως ότι ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει!

Η κακοκαιρία δεν έλεγε να υποχωρήσει. Ουρανός και γαλαρία του δάσους, είχαν γίνει μία θολούρα και δεν ξεχώριζαν παρά μόνον οι αστραπές που διαγράφονταν ανάμεσα από τα δέντρα, πότε κοντινές, άλλοτε σε κάποια απόσταση, και στη συνέχεια έτριζαν τα παράθυρα, κι ολάκερο το όχημα, στο βρόντο τους.  Κάποια στιγμή στη νεροποντή προστέθηκε και ο δυνατός αέρας, χωρίς να την επηρεάζει.  Η δυνατή βροχόπτωση είχε ξαφνικά εξελιχτεί σε θύελλα. Κάποια κλωνάρια άρχισαν να κουνιούνται επικίνδυνα και μικρές στεγνές άκρες χτύπησαν την οροφή του αυτοκινήτου τους.  Οι δυο τους άρχισαν να ανησυχούν για κάποιο νέο αναπάντεχο.

-Λες να πέσει κανένα από τα κλωνάρια του γίγαντα από πάνω μας; αναρωτήθηκε φωναχτά ο Τζορτζ, εννοώντας το δέντρο που βρίσκονταν δύο-τρία μέτρα  μπροστά τους.

Η Τίνα ένιωσε το αίμα να φεύγει από τις φλέβες της.   Έσφιξε τα μάτια της και έκανε έκκληση  ξανά και ξανά στο Θεό, σα να ήταν ο Θεός ένα όν δίπλα τους ή απάνω ή κρυμμένο εκεί στο δάσος, που την άκουγε και με την παντοδυναμία του κάποια στιγμή θα γαλήνευε τα πάντα, για χάρη της.   Παρακαλούσε κλαίγοντας τα στοιχεία της φύσης να ημερέψουν με τη βοήθεια της Παναγίας Μητέρας. Ονειρευόταν το φως του ήλιου και την ομορφιά του φωτεινού ουρανού, πέρα από εκείνη την μούχλα της υγρής νύχτας, στη σκοτεινή πλευρά της γης, σε μια από τις άπειρες γωνιές του αφιλόξενου δρόμου, στην σκληρή οροσειρά του NSW.  Στο κουρασμένο μυαλό της στριφογύριζαν χιλιάδες απαίσιες σκέψεις που το τριβέλιζαν, τιμωρώντάς την  με έναν τρόπο σαδιστικό. Ανατριχιαστικά φαντάσματα, βρικόλακες και πλοία που βυθίζονταν σε κατασκότεινες θαλάσσιες δίνες, σε μαύρες καταπακτές, καρχαρίες που άνοιγαν πηγάδια τα πριονωτά σαγόνια τους για να οργιάσουν, κι ένα πυθμένα…  ένα πηγάδι παρόμοια σκοτεινό και αφιλόξενο, όπως εκείνο το τοπίο στο οποίο είχαν σφηνωθεί.

-Να πιούμε… λίγο νερό!  είπε ο Τζορτζ και  η Τίνα μουδιασμένα κινήθηκε για να τραβήξει από την τσάντα το μπουκάλι με το νερό.

Το έδωσε στο Τζορτζ, ανοιγμένο κι εκείνος ήπιε δυο γουλιές.  Έκλεισε τα μάτια του που κουρασμένα από εκείνο το πανδαιμόνιο αρνιόνταν να συνεργαστούν με τις επιθυμίες του.  Η Τίνα, τον παρακολουθούσε με σφιγμένη την καρδιά. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει σ’ εκείνο το περιβάλλον.  Ένιωθε να γίνεται μέρος της άγριας φύσης, αγριεμένη η ίδια με την περιπέτειά τους. Η σκέψη του τελευταίου οδηγού, την έκανε να θυμώσει περισσότερο. Ο Τζορτζ νιώθοντας τις συσπάσεις του σώματός της αντιλαμβανόταν τα συναισθήματά της.

-Έλα… μην κάνεις έτσι καλή μου! Όλα θα περάσουν… θα δεις, είπε ο άτυχος άντρας προσπαθώντας να τη σφίξει απάνω του, μόνο για να νιώσει τον πόνο στα πλευρά του να τον σφάζει.

Ένας παράξενος υπόκωφος θόρυβος έσεισε ξαφνικά τη γη κάτω από τα πόδια τους.  Κουνήθηκαν.  Η Τίνα έσφιξε το μπράτσο του Τζορτζ που ούρλιαξε από τον πόνο.

-Τζορτζ! έκραξε κι εκείνη απελπισμένη.

Μία αστραπή τους άφησε να δουν καλύτερα γύρω τους. Με ορθάνοιχτα από τη φρίκη μάτια είδαν να γέρνει ο τεράστιος κορμός μπροστά τους, αργά και σταθερά προς το μέρος του δάσους αντίθετα από τη δική τους θέση.

Το μυαλό του Τζορτζ πρόλαβε και κατακλύστηκε με τους χειρότερους υπολογισμούς: είχαν πληροφορηθεί πως σ’ εκείνη την πλευρά του δρόμου υπήρχε κατήφορος που οδηγούσε σε μεγάλη απόσταση κάτω στο ποτάμι.  Ήταν άραγε σε μία τέτοια τοποθεσία του δάσους ή ήταν αρκετά τυχεροί να βρίσκονται σε ίσιωμα;  Δεν μπορούσαν να διακρίνουν, τι βρίσκονταν πέρα από εκείνα που ήταν ορατά, καθώς η βλάστηση ήταν πυκνή και τα πανύψηλα δέντρα ξεγελούσαν το μάτι σ’ εκείνη την θολή ατμόσφαιρα που επικρατούσε.  Οι κορφές κάποιων από αυτά τα δέντρα ξεγελούσαν για το βάθος, καθώς πανύψηλα πολλά από αυτά, έφταναν πολύ πιο πάνω από το επίπεδο του δρόμου.  Δεν μπορούσαν λοιπόν να γνωρίζουν τι κρύβονταν προς το μέρος που το δέντρο έγερνε.

 

Αυτά τα σκέφτονταν μέχρι τη στιγμή που ακούστηκαν οι ρίζες του δέντρου που έφευγε εκεί μπροστά τους, να τρίζουν με έναν υπόκωφο θόρυβο, μία φωνή  απόγνωσης για τον επικείμενο θάνατο. Ούτε που πρόλαβαν ν’ ανακουφιστούν, που ο γέρο-γίγαντας δεν έγειρε πάνω στο αυτοκίνητό τους, γιατί κάποια στιγμή το αυτοκίνητό τους άρχισε να κυλάει προς την κατεύθυνση, ακολουθώντας τη μοίρα  του δέντρου. Κι εκείνο σα να το ξερίζωνε κάποιο ακατανίκητο χέρι  αγκομαχούσε, πονεμένα θαρρείς, αδυνατώντας ν’ αντισταθεί στη μοίρα του, του ξεριζωμού. Ένας ζωντανός οργανισμός πέθαινε ατιμασμένος με γυμνά τα απόκρυφά του, εκείνα που είχε εμπιστευτεί για δεκάδες χρόνια, στη θαλπωρή της μάνας γης.

Το αυτοκίνητο γλίστρησε κάνοντας στροφή πάνω στη βρεγμένη γη και παίρνοντας θέση παράλληλη με την άκρη του δρόμου, με το πίσω μέρος προς το μέρος του κατωφερούς του δρόμου. Η Τίνα προσπαθούσε να κρατηθεί από τον Τζορτζ, λες κι εκείνο το απελπισμένο αγκάλιασμα θα σταματούσε την ολίσθηση του αυτοκινήτου. Εκείνο κόλλησε με το πάθος του μαγνήτη στην κατάλληλη επιφάνεια, πάνω στο δέντρο που είχε σταματήσει άλλη μια φορά την κλίση του, καθώς εμποδιζόταν από τους κλώνους των δέντρων γύρω.  Υπήρχε θαρρείς αλληλεγγύη αδερφών προς αδέρφι, που είχε πάρει την κατηφόρα.  Η Τίνα άρχισε να κλαίει υστερικά.  Κρατούσε τα μάτια της κλειστά, σφιχτά.  Δεν ήθελε να βλέπει τίποτα.

-Πάψε επιτέλους Τίνα! φώναξε εκνευρισμένος ο Τζορτζ.  Τί θα βγει αφού ούτε να κουνηθούμε δεν μπορούμε.  Δεν πρόκειται να πάμε πουθενά.  Δεν βλέπεις; Είναι τόσα δέντρα γύρω μας, είπε θαρραλέα ο Τζορτζ.

Μέσα στο δικό του πόνο πόνεσε την Τίνα περισσότερο.  Τη λυπήθηκε χίλιες φορές σε εκείνο το μοιραίο ταξίδι τους. «Πανάθεμα! Ξεκινήσαμε για κάτι τόσο όμορφο και δες που καταλήξαμε!» σκέφτηκε.

-Έλα πιες λίγο νερό. Θα σου κάνει καλό, είπε και πρότεινε στην Τίνα το μπουκάλι με το νερό. Το έφερε κοντά στο στόμα της και την πότισε σα να ήταν μωρό.  Οι πόνοι του λες κι είχαν εξαφανιστεί. Η Τίνα ήπιε μια-δυο γουλιές και τραβήχτηκε.

-Σ’ ευχαριστώ είπε ξεψυχισμένα και με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της.

Φύσηξε τη μύτη της κι έκλεισε τα μάτια της. «Τι να περιμένει κανείς εδώ στην ερημιά; Είναι σαν να μην έχει απομείνει στον κόσμο κανείς παρά μόνο εμείς! Θεέ μου, τι φοβερό συναίσθημα!» σκέφτηκε, χωρίς πόνο μέσα της.  Σκέφτηκε τα παιδιά τους τη Μαίρυλιν και τον Λάμπρο.  Άραγε τι να ονειρεύονται;  Σκέφτηκε τους ηλικιωμένους γονείς τους… Δάγκωσε τα χείλια της με δύναμη. Ήταν τόσο παράξενο εκείνο που ζούσαν.  Ένας σκέτος εφιάλτης χωρίς τη δυνατότητα απαντήσεων έστω κι αν ακόμη επρόκειτο για μία τραγική σειρά συμπτώσεων.  Δε λένε όμως ότι οι πολλές συμπτώσεις παύουν να είναι συμπτώσεις;  Τώρα πια είχε πειστεί ότι είχαν πέσει στην ενέδρα μιας περίεργης στημένης υπόθεσης. «Τι σημασία έχει αν χαθούν δύο ψυχές! Στους πολέμους χάνονται χιλιάδες και κανείς δε σκοτίζεται.  Σιγά το πράμα!» σκέφτηκε ειρωνευόμενη τον εαυτό της η Τίνα. «Μόνο να είμαι ξύπνια και με «σώας τας φρένας» να καταλάβω μέχρι το τέλος, αυτό που μας συμβαίνει επιτέλους!»

-Πού να το ήξερα ο ταλαίπωρος, όταν πρότεινα το Oxley Hwy… Είπα να ταξιδέψουμε παραθαλάσσια… και ύστερα… Αν είχα την ελάχιστη υποψία για όλα αυτά που μεσολάβησαν μέχρι στιγμής θα διάλεγα το England Hwy, μονολόγησε δυνατά ο Τζορτζ, λες και διάβασε τις σκέψεις της Τίνας.

Η Τίνα όμως ούτε που τον άκουγε.  Στο κουρασμένο της μυαλό είχε τώρα κολλήσει η σκέψη ότι στο σημείο που βρίσκονταν υπήρχε κατήφορος και ότι δε θ’ αργούσαν να κατρακυλήσουν ίσως και μέχρι το ποτάμι…  Είχε κολλήσει πάνω στον Τζορτζ και φοβόταν ότι η παραμικρή της κίνηση θα μπορούσε να επιταχύνει αυτή τη συμφορά.

Τακ, τακ, τακ… ακούστηκε ένας χτύπος στο τζάμι από την πλευρά του συνοδηγού.

-Τι στο διάβολο θέλετε ρε; Άει στο διάολο επιτέλους! Ούρλιαξε ο Τζορτζ, αφήνοντας το θυμό του να λυτρωθεί.

Τα χτυπήματα επαναλήφθηκαν όμως.  Ο Tζορτζ δε μπορούσε να δει τίποτα και η Τίνα που είχε πειστεί ότι αυτός ήταν εκείνος που μαζεύει τις ψυχές, ούρλιαξε εναγώνια:

-Go away mongrels! Go away!

Άκουσαν το θόρυβο της καταδίκης τους: Το δέντρο έγερνε προς το μέρος του δάσους, και το αυτοκίνητό τους κολλημένο απάνω του ακολουθούσε την όποια πορεία του. Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλο εναγώνια ψάχνονας ο ένας τα μάτια του άλλου. Ένα κύτταγμα παρατεταμένο… ειρηνικό…

 

αιδί μου, εξαφανίστηκαν σου λέω! Κάποια στιγμή η αστυνομία είχαν πιστέψει ότι θα τους εντόπιζαν στο Armidale. Όμως όχι.  Δεν υπήρχαν πουθενά.  Στο ξενοδοχείο που επρόκειτο να μείνουν, μάταια τους περίμεναν. Από εβδομάδες είχαν κλείσει σουίτα με King Size Bed και σπα, στο Family Inn, είπε ο Κον μακρινός συγγενής του Τζορτζ.

-Έψαξαν παντού; Η περιοχή είναι γνωστή για την πυκνότητα των δέντρων αλλά και για την άλλη περιοχή, κάτω από το δρόμο κοντά στο ποτάμι…  είπε ο φίλος του Πέρυ.

-Αν και το βρίσκω παράξενο, η αστυνομία έψαξε μέχρι κάτω -μέχρι στο ποτάμι όπως λες- χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Πάνε… πουφ! Like the hot air! είπε πάλι ο Κον.

-Φοβερό! Και η Μαίρυλιν με τον Λάμπρο; ρώτησε ο Πέρυ.

-Τι να σου πω!  Τα παιδιά είναι απαρηγόρητα…  Οι γιαγιάδες και οι παππούδες τους να είναι καλά.. Χαροκαμένοι τώρα πια… και οι δύο οικογένειες κάνουν κουράγια για τα δύο παιδιά. Τι να κάνουν;  απάντησε με ρητορική ερώτηση ο Κον.

-Και… ο άλλος;  επέμενε ο Πέρυ.

-Ποιος; ρώτησε ο Κον.

-Ο τρελός που τους κυνηγούσε… είπε ξανά ο Πέρυ.

-Ναι εκείνος… Είναι ένας τρελός… Είπε πως είδε ισκιώματα μέσα στην καταιγίδα, κάτι λάμψεις… και ακόμη ότι άκουγε μία παράξενη μουσική που τον τρέλανε και δεν ήξερε τι έκανε… δήλωσε περιφρονητικά ο Κον και έφτυσε.

-Ωραίο αυτό… λες να είναι στοιχειωμένος ο δρόμος; χαμογελάει φοβισμένος ο Πέρυ και συνεχίζει χωρίς να περιμένει τον Κον.

-Μήπως αλήθεια υπάρχει μία τέτοια υπόθεση εδώ;  Δηλαδή… να κάποιος ιπτάμενος δίσκος… κάποιοι από άλλον πλανήτη   στήνουν καρτέρι και απαγάγουν κοσμάκη… Μήπως αυτή η μουσική που τρέλανε τον… τρελό ενεργεί σαν τη μουσική των σειρήνων όπως στην περίπτωση του Οδυσσέα; Ποιος άραγε ξέρει;  Κάτσε να μην πάμε προς τα κει… ακόμη κι αν πρέπει… Να βρούμε άλλο τρόπο… παρακάμπτοντας τον στοιχειωμένο δρόμο, είπε ο Πέρυ ενώ ένα ρίγος διαπέρασε την πλάτη του κάνοντας να ανατριχιάσει.

-Πολλά λες φίλε!  Έχεις φαντασία… Καλός είσαι… δε γράφεις και κανένα παραμυθάκι;  ρώτησε ο Κον θεωρώντας ότι είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν από την ουσία του τραγικού συμβάντος.

-Να σου πω… με τέτοια συμβάντα ποιος χρειάζεται φαντασία… Όμως ξέρεις τι λένε… Από τρελό κι από παιδί μαθαίνεις την αλήθεια, συμπέρανε επιτέλους ο Πέρυ.

 

Οι δύο συνομιλητές συζητούσαν έχοντας διαβάσει για την αναζήτηση του ζεύγους Λαβίδη στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που κρατούσε ο ένας από αυτούς. Ο τίτλος παρέπεμπε  σε συγκεκριμένη σελίδα για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικές με το συγκεκριμένο θέμα. Είχαν διαβάσει το άρθρο, το σχετικό με την εξαφάνιση του ζεύγους, Λαβίδη. Περιείχε επίσης συνέντευξη   με τα δύο παιδιά τους, που τους αναζητούσαν απεγνωσμένα. Το ζεύγος είχε ημέρες που είχε εξαφανιστεί και η οικογένειά τους, συγγενείς και φίλοι δεν είχαν την παραμικρή υπόνοια που θα μπορούσαν να βρίσκονται ή τι θα μπορούσε να τους έχει συμβεί.

Αναφερόταν ασυνήθιστο περιστατικό στο κανάλι Έξι όπου σαν από θαύμα στις οθόνες του θεάθηκε -απρόοπτα και εντελώς αδικαιολόγητα- να κατατρέχεται το αυτοκίνητο του ζεύγους, από άλλο που τραβούσε ένα τροχόσπιτο. Το τελευταίο  διαπιστώθηκε από τη θυγατέρα του ζεύγους Λαβίδη, τη Μαίρυλιν που εργαζόταν προσωρινά βοηθώντας το πλήρωμα του καναλιού. Πέραν αυτού του επεισοδίου δεν υπήρχε το παραμικρό στοιχείο για να οδηγήσει την έρευνα σε κάποιο σημείο, από όπου θα ήταν δυνατόν για τους ντετέκτιβ να αρχίσουν να ερευνούν ώστε να μπορέσουν να προσπαθήσουν ν’ ανακαλύψουν τα ίχνη τους.

-Τα φαντάζεσαι αυτά τα παιδιά; Είναι φοβερό να χάνει κανείς έτσι ξαφνικά τους δικούς του… Δεν ξέρω τι θα έκανα στη θέση τους, είπε τελικά ο Πέρυ στον Κον κουνώντας το κεφάλι του λυπημένος.

 

Η Τίνα ξύπνησε επιτέλους πάνω σε ένα αναπαυτικό κρεββάτι, σε έναν άγνωστο αλλά πολύ ευχάριστο χώρο, ελαφρά φωτισμένο. Παρατηρώντας γύρω της, διαπίστωσε ότι ήταν ένα δωμάτιο με θόλο, με δύο ανοίγματα στον τοίχο απέναντι από το κρεββάτι της, κάτι σαν παράθυρα αεροπλάνου αλλά σε μεγάλο μέγεθος. Από αυτά έμπαινε ένα γνωστό -δε θυμόταν από πού- γαλαζοπράσινο φως. Επίσης απέναντί της και κάτω από τα δύο παράθυρα διέκρινε ένα ακόμη κρεββάτι.  Θυμήθηκε τον Τζορτζ.

-Τζορτζ, είσ’ εδώ; ψιθύρισε με λαχτάρα.

-Χμ!.. απάντησε ξυπνώντας ο Τζορτζ…

-Ω, Τζορτζ! είπε ευτυχισμένη η Τίνα αναγνωρίζοντας τη φωνή του.

Σηκώθηκε με χαρά. Διαπίστωσε ότι φορούσε ένα ωραίο μαλακό κοστούμι σαν πυτζάμες.  Περπάτησε  στο πάτωμα που  ήταν απαλό και σε καλή θέρμανση.  Πλησίασε στο κρεββάτι του «Τζόρτζη της».

-Δόξα τω Θεώ αγάπη μου! Είσαι εδώ μαζί μου, είπε και έσκυψε πάνω του, προσπαθώντας να τον δει καλύτερα, στο λιγοστό φως του δωματίου.

Ο Τζορτζ ανακάθισε γελώντας κι αγκαλιάστηκαν με λαχτάρα.

-Τζορτζ, πού είμαστε;

-Κοριτσάκι μου είμαστε μαζί, όπου κι αν είμαστε, είπε εκείνος με ανακούφιση.

Ξαφνικά η Τίνα υποχώρησε.

-Γλιστρούσαμε Τζορτζ! Αυτό θυμάμαι εγώ τελευταίο… και ότι προσευχήθηκα…

-Ναι γλιστρούσαμε… Ήταν εκείνοι… οι clones, αν είναι τέτοιοι τέλος πάντων.

-Ω! Λες να είναι δική τους δουλειά κι ετούτο το τελευταίο; ρώτησε πάλι η Τίνα.

Ανατρίχιασε στη σκέψη εκείνων και σφίχτηκε πάνω του. Τραβήχτηκε όμως σχεδόν αμέσως από πάνω του.

-Συγγνώμη, ξεχάστηκα. Πώς πάει το χέρι σου…

Θυμήθηκαν. Ψάχτηκαν.

-Α! δεν πονάω, το ξέρεις;  είπε ο Τζορτζ χαρούμενος.

-Κι εγώ, αισθάνομαι γερή και δυνατή, είπε η Τίνα, απορώντας για το γόνατό της.

Έπιασε το μέτωπό της για να διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε τίποτα εκεί.

-Πώς έγινε αυτό; απόρησε.

-Πάψε να ρωτάς ερωτήσεις κι έλα εδώ δίπλα μου, είπε ο Τζορτζ, με  ένα καταπληκτικό κέφι.

-Τζορτζ! απόρησε η Τίνα,  δήθεν ντροπαλά.

Τι λες παιδί μου! Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι σαν ένα εκατομμύριο δολάρια.  Είμαστε ζωντανοί και υγιείς.  Δε μας φτάνει;  Έλα, πλάγιασε δίπλα μου.  Χωράμε ξέρεις.

Η Τίνα υπακούοντας, πλάγιασε δίπλα του.  Αισθανόταν αρκετά ήρεμη και αναμφίβολα ευτυχής για το ότι ήταν εντελώς καλά και οι δυο τους.

-Πού άραγε βρισκόμαστε; Αναρωτήθηκε.

-Θα το ανακαλύψουμε όταν έρθει η ώρα, είπε ο Τζορτζ, με μία νότα χιούμορ.

-Άκου κάτι παράξενο… ξαφνικά δε με νοιάζει, δε με φοβίζει το δάσος! είπε η Τίνα με την έκπληξη αισθητή στον τόνο της φωνής της.

-Same here, you know! Είμαι όμως περίεργος όπως κι εσύ να δω, που βρισκόμαστε… αλλά δε βιάζομαι να το μάθω, γιατί σίγουρα δε θ’ αργήσει να γίνει κι αυτό, είπε ο Τζορτζ.

-Ούτε κι εγώ, είπε η Τίνα παραξενεμένη από τα ίδια τα λόγια της.

Κυττάχτηκαν και γέλασαν, πρώτη φορά ύστερα από τόσες ώρες.

-Έλα εδώ εσύ! είπε ξαφνικά ο Τζορτζ και άρπαξε την Τίνα ζητώντας τα χείλη της.

Η Τίνα ένιωσε να πλημμυρίζει από μία πρωτόγνωρη ευτυχία.  Ήταν εκεί οι δυο τους, σώοι και αβλαβείς κι αυτό ήταν το πρώτο, το σημαντικότερο.  Ανταπόδωσε το φίλημά του και γλίστρησε μαζί του κάτω από τα σκεπάσματα.

 

κου κάτι πράγματα! Ύστερα από τόσες ώρες, ούτε και που πεινάω.

-Παρόμοια, κι εγώ είπε η Τίνα χαμογελώντας.

Είχαν συνηθίσει σ’ εκείνο το ευχάριστο δωμάτιο με το ξεκούραστο φως.  Τους έφτανε προς το παρόν.

-Τι ώρα είναι άραγε; ρώτησε ο Τζορτζ.

Η Τίνα κύτταξε στο αριστερό της καρπό.  Μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι το ωρολόγι της ήταν ακόμη εκεί. Πάτησε το φωτάκι για να δει την ώρα. Το ωρολόγι της όμως ήταν νεκρό, είχε σταματήσει. Ανακάθισε στο κρεββάτι του Τζορτζ και έφερε το χέρι της στη δέσμη του φωτός που έμπαινε από το παράθυρο, πάνω από το κρεββάτι του Τζορτζ:

-10 και 27 λεπτά…

Σιώπησαν.  Ξαφνικά  τα  ερωτήματα για το τι άραγε είχε ακολουθήσει εκείνο το γλίστρημα, άρχισαν να τους πιπιλίζουν τη σκέψη. «Δεν μπορεί όλα όσα περάσαμε να ήταν ένα κακό όνειρο, γιατί τα ζήσαμε και οι δυο μας, και τώρα είμαστε εδώ, πάλι  μαζί  και ακόμη κλεισμένοι  σ’ ένα άγνωστο χώρο  με το ίδιο γαλαζοπράσινο φως να μας ακολουθεί», σκέφτηκε ο Τζορτζ και σηκώθηκε περίεργος. Πλησίασε το παράθυρο. Διαπίστωσε πως δεν φαινόταν να υπάρχουν προστατευτικά τζάμια και απόρησε.

-Παράθυρα δίχως τζάμια! είπε στον εαυτό του.

-Είπες κάτι; ρώτησε η Τίνα.

-Ε, ναι… είπα πως δεν υπάρχουν τζάμια στο παράθυρο.

Άπλωσε το μπράτσο του και εναπόθεσε την παλάμη του απάνω στο άνοιγμα του, για να αισθανθεί ότι υπήρχε ένα είδος καλύμματος αόρατου μεν, αλλά εκατό τα εκατό, υπαρκτού!

Κύτταξε έξω. Μία πυκνή ομίχλη αναδεύονταν, και δεν ήταν δυνατόν να διακρίνει κανείς κάτι το ιδιαίτερο, εκτός του ότι ακόμη κι εκείνη η ομίχλη, λουζόταν στο «γνωστό  τους» γαλαζοπράσινο χρώμα, γεγονός που έκανε τον Τζορτζ να το συνδέσει με την πορεία τους στο Oxley Hhiway. Επέμενε να κυττάζει, για να μπορέσει να δει επιτέλους μέσα από εκείνη τη θολούρα.  Αρχικά ξεχώρισε κάτι, ύστερα βεβαιώθηκε ότι αυτό το κάτι έμοιαζε μ’ εκείνες τις υπάρξεις στο δρόμο τους:

-Άει στο καλό! Δεν είναι δυνατόν παιδί μου! Αυτά τα ξόανα είναι πάλι… Γαμ..ο, κακός οιωνός σίγουρα!..

-Τι; Τι βλέπεις; ρώτησε η Τίνα και πετάχτηκε έξω από το κρεββάτι.

Με μία κίνηση βρέθηκε δίπλα του και βάλθηκε να κυττάζει έξω από εκείνο το άνοιγμα. Όμοια όπως ο Τζορτζ δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτε μέσα από εκείνη τη θολούρα.

-Τίποτα… νόμισα ότι  είδα εκεί ανάμεσα στην ομίχλη κάτι σκιές.  Έλα, θα περιμένουμε  να δούμε τι θα μας φέρει ο χρόνος! είπε ο Τζορτζ, προσπαθώντας να σιγάσει την επανάσταση που είχε ξεσπάσει μέσα του, εναντίον ενός ορατού-αόρατου εχθρού.

-Μόλις ξημερώσει Τζορτζ, ή μήπως είναι ημέρα και δεν το ξέρουμε.  Τότε… θα κυττάξουμε να δραπετεύσουμε από δω!

Ο Τζορτζ γέλασε δήθεν ανέμελα.

-Σίγουρα δε θα μείνουμε σ’ ετούτη την ερημιά καλή μου!  Αλλά στο μεταξύ… γέλασε ξανά πονηρά.

Άπλωσε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της και την παρέσυρε στο κρεββάτι του.

-Τι μας βιάζει καλή μου; Δεν είναι όμορφη κι αυτή η μοναξιά μας για λίγο;

Τη σήκωσε στην αγκαλιά του σα μωρό, και την φίλησε με ερωτικό πάθος. Η Τίνα γελώντας νωχελικά, έδεσε τα μπράτσα της σφιχτά γύρω από το λαιμό του και ανταπέδωσε το φιλί του.  Δεν ήθελε να σκέφτεται, κι αυτός ήταν ο ωραιότερος τρόπος. Ο Τζορτζ την άφησε στο κρεββάτι και μουρμούρισε με βραχνή φωνή:

-Γιατί να βιαστούμε; Έλα αγκάλιασέ με! Είναι όμορφα εδώ!

Τη φίλησε στα μάτια, στα μάγουλα, στους λοβούς των αυτιών της, μη αφήνοντάς της χρόνο να ανταποδίδει τα φιλιά του. Όταν δάγκωσε τα χείλη της με μία αχόρταγη επιθυμία, η Τίνα ένιωσε ότι ο Τζορτζ ήταν το παν για την ύπαρξή της.

-Σ’ αγαπώ Τίνα!

-Κι εγώ σ’ αγαπώ…  Τζόρτζη μου!

Φιλήθηκαν και βυθίστηκαν για λίγα αιώνια λεπτά στην ευτυχία.

 

Ο Τζορτζ φίλησε την Τίνα στο μέτωπο.

-Έλα ας κοιμηθούμε… Τον χρειαζόμαστε αυτόν τον ύπνο, είπε συμβουλεύοντάς την.

Η Τίνα δε μίλησε. Αισθανόταν ότι είχε κοιμηθεί αρκετά. Ένιωθε τα συναισθήματά της να αλλάζουν διαρκώς.  Εκείνη τη στιγμή δε φοβόταν.  Ήταν μια χαρά και οι δυο τους, έστω κι αν αυτό με τα προηγούμενα δεδομένα, ήταν εντελώς εξωπραγματικό.

Ένιωθε ότι το σώμα της  είχε μεταμορφωθεί σε μία πηγή ενέργειας και αυτό δεν ήταν κατά τη γνώμη της φυσικό. Επικρατούσε μία βουβή, παράλογη ατμόσφαιρα, μία μοναξιά που προκαλούσε ανάμεικτα συναισθήματα. «Δε θα ξημερώσει άραγε; Μήπως έτσι είναι εδώ πάντα; Τι μ’ έπιασε τώρα και σκέφτομαι τέτοια πράγματα;»  σκέφτηκε και ρώτησε τον Τζορτζ αν είχε κοιμηθεί. Ο Τζορτζ σα να είχε διαβάσει τη σκέψη της, τη ρώτησε γιατί δεν κοιμόταν επιτέλους; Είχε ερμηνεύσει την ερώτηση της Τίνας σα μία προσπάθεια για συζήτηση.

-Δε νυστάζω! απάντησε εκείνη.

-Εγώ όμως, θέλω να κοιμηθώ λίγο ακόμη, είπε ο Τζορτζ.

«Η Τίνα αγαπάει τις ερωτήσεις… Μόνο που δεν ξέρω τι να απαντήσω επιτέλους». Με την παλάμη του ψαχούλεψε τα πλευρά του. «Αισθάνομαι δυνατός και υγιής όσο ποτέ άλλοτε.  Τι ήταν εκείνο που μας θεράπευσε; Πού βρισκόμαστε; Πότε θα το μάθουμε αυτό; Τι μας κρατάει εδώ;» Ξαφνικά μία σκέψη πέρασε από το μυαλό του «Άραγε η Τίνα ακούει τις σκέψεις μου; Όχι δεν μπορεί… γιατί λογικά, θα έπρεπε κι εγώ ακούω  τις δικές της.» Σκέφτηκε ξανά: «Θέλω έναν καθρέφτη… να με δω… δεν πεινάω… δε διψάω… ούτε για κατούρημα δε θέλω να πάω!  Α!  Τι διάολο; Μήπως… και αποδημήσαμε στον άλλο κόσμο; Μωρέ αυτό είναι!  Αλλά και πάλι… θα ήμουν μαζί με την Τίνα και θα κάναμε και έρωτα;  Σαν μεγάλη πολυτέλεια δεν είναι αυτή για πεθαμένους… αν είμαστε τελικά; Για στάσου! Μήπως αυτοί που μας κουβάλησαν μέχρι εδώ μας έδωσαν κάτι; Τι ρωτάω μωρέ ο ηλίθιος; Αφού ήμουν στα μαύρα μου χάλια και τώρα είμαι καλά…  Βέβαια η Τίνα δεν ήταν άσχημα… Άραγε πόσον καιρό είμαστε εδώ; Ουφ! Θα τρελαθώ! Άστο καλύτερα.  Κάποιος θα εμφανιστεί σίγουρα! Είναι το μόνο λογικό! Η Τίνα σιώπησε επιτέλους! Λες να κοιμάται;  Α! Δεν θα το ρισκάρω.. Δε θα ρωτήσω… Δεν έχω απαντήσεις για την Τίνα… Πρέπει να κάνουμε υπομονή!»                 Αποφάσισε να σηκωθεί.  Τράβηξε το μπράτσο του από το λαιμό της Τίνας και  σηκώθηκε, όσο μπορούσε πιο ήσυχα.  Δε χωρούσαν στο κρεββάτι του. Βάδισε στα νύχια για να μην ακουστεί το παραμικρό.  Πλησίασε ξανά στο παράθυρο. Κύτταξε σουφρώνοντας τα φρύδια του. «Πανάθεμά τους! Επιμένουν να περιπλανούνται σαν τους καταραμένους! Είναι άραγε κάποιοι σκλάβοι, αιχμάλωτοι… καταδικασμένοι από κάποιον… ή και κάποιους; Ρε σεις! Με ακούτε; Ποιοι είστε ρε; Τι διάβολο κάνετε εκεί έξω κόβοντας βόλτες μέσα στην καταραμένη ετούτη ομίχλη; Κι εμείς; Εμείς; Τι κάνουμε εδώ; Με ακούτε ρε ξόανα; Μιλάτε ρε μαλα..ς!»  ούρλιαζε με τη σκέψη του μόνο, εγείροντας, κλιμακώνοντας το θυμό του μόνο. «Τι κάνω ρε συ; Μιλάω στον εαυτό μου;» Έπιασε το μέτωπό του κι έκλεισε τα μάτια του. Τσιμπήθηκε. «Έχω σάρκα και οστά… αδερφέ! Δεν μπορεί να είμαι ζόμπι!»

Είδε το πράσινο φως να καταφθάνει συγκεχυμένο μέχρι εκεί που στεκόταν. Κύτταξε πού κατευθυνόταν, με απόγνωση.  Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν από το ίδιο επίπεδο, από ψηλά ή από χαμηλά. «Μάλλον από ψηλά! Ε και; Κάνει διαφορά;» είπε απαντώντας στην ερώτησή του. «Ήθελα να δω την Τίνα στο φως όπως ξέρω, να δω τα μάτια της, και τότε θα καταλάβαινα…  Άραγε πού είναι τα τσιγάρα μου;» ψάχτηκε. Γέλασε. Όχι δεν είχε καμία διάθεση για κάπνισμα. Κύτταξε προς το μέρος της Τίνας. «Δε ζήτησε τσιγάρο απόψε.  Δεν είναι περίεργο;» αναρωτήθηκε κι ένα κύμα τρυφερότητας τον κατέκλυσε για τη γυναίκα του των δεκαπέντε χρόνων. «Τουλάχιστον είμαι ζωντανός κι ερωτευμένος ακόμα με τη γυναίκα μου!» σκέφτηκε ευτυχισμένος, πέρα από τη γενική του αναστάτωση. Ναι ήταν ζωντανοί. Πού όμως; Πώς είχαν καταλήξει «εκεί»; Πήγε ξανά στο παράθυρο. Ακούμπησε τα χέρια του στο πρεβάζι. Ένιωσε τον αόρατο τοίχο. Ναι υπήρχε κάποιο προστατευτικό σύστημα υψηλής τεχνολογίας. «Θέλω να βγω έξω. Από την πόρτα… Α! Δεν έχει; Έχει! Πρέπει το δωμάτιο να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο, δε μπορεί να μην έχει! Πρέπει τελικά να βγω έξω από εδώ για να ανιχνεύσω. Και η Τίνα; Όχι! Δεν μπορώ να επιχειρήσω τίποτα αν δεν βεβαιωθώ ότι όλα είναι εντάξει και η Τίνα ασφαλής.» Άκουσε την Τίνα να τον καλεί σιγανά από το κρεββάτι.

-Τζόρτζη πού είσαι;

Ο Τζορτζ χαμογέλασε, στο άκουσμα του «Τζόρτζη».  Τον είχε καλέσει όπως όταν ήταν στις καλές της.  Αυτό το είχε αρχίσει τότε, όταν είχαν πρωτο-ερωτευθεί μεταξύ τους και το συνήθιζε όταν ήθελε να τον αποκαλέσει χαϊδευτικά.

-Εδώ είμαι.  Μην ανησυχείς. Πρόσεχε τα λόγια του από φόβο μήπως πανικοβληθεί με όλα όσα αντιλαμβανόταν σιγά-σιγά σ’ εκείνο το άγνωστο μέρος, τον άγνωστο χώρο…

-Γιατί δεν κοιμάσαι; Ρώτησε η Τίνα παραπονιάρικα, λες και όλα ήταν εντελώς φυσικά γύρω τους.

-Μα… είναι στενό το κρεββάτι γλυκειά μου!

-Έχεις δίκιο, όμως μπορείς να κοιμηθείς στο άλλο. Να ξεκουραστείς Τζόρτζη μου, γιατί έχουμε ταξίδι ακόμα μπροστά μας.

Ακούστηκε ένα χτύπημα και σταμάτησαν ξαφνιασμένοι. Ο Τζορτζ στράφηκε απότομα προς το μέρος από όπου είχε έρθει το χτύπημα. Πρέπει να υπήρχε πόρτα λοιπόν.

-Κάποιος χτυπάει! είπε φοβισμένη η Τίνα.

-Σσσς!… Εμπρός! Ποιος είναι; είπε ο Τζορτζ

-Σύντροφοι ανοίχτε! Είμαι από την κατασκήνωση… ακούστηκε μια μεταλλική φωνή, αρκετά γνωστή.

-Ποια κατασκήνωση; ρώτησαν ψιθυριστά ο ένας τον άλλον.

-Από την κατασκήνωση δίπλα σας, απάντησε ο άγνωστος.

«Μας άκουσε!», σκέφτηκε παραξενεμένος ο Τζορτζ.

Η Τίνα σηκώθηκε βιαστικά και κόλλησε στο Τζορτζ.

-Ποιος να είναι άραγε; αναρωτήθηκε τρομαγμένη και ξαφνικά θυμήθηκε τη φωνή.  Πανικοβλήθηκε.

-Έλα Τίνα! Μην ανησυχείς. Θα πρέπει να υπάρχει μία εξήγηση για όλα αυτά.

Η κατεύθυνση της φωνής τον έφερε σε ένα σημείο και τότε διέκρινε μία πόρτα.

-Πάτησε το κουμπί δίπλα, υπέδειξε η φωνή.

Ο Τζορτζ υπάκουσε και η πόρτα σύρθηκε αφήνοντας να εμφανιστεί μπροστά του η ίδια ανθρωποειδής ύπαρξη όπως όλες εκείνες που είχαν συναντήσει στο Oxley Hwy. Τα ρούχα του τουλάχιστον έμοιαζαν με το περίγραμμα των ρούχων εκείνων: φωσφόριζαν μ’ εκείνο το γαλαζοπράσινο χρώμα στο σκοτάδι.

-Πού είμαστε; Πώς βρεθήκαμε εδώ; Είμαστε φυλακισμένοι σας;  Ποιοι είστε επιτέλους; ρώτησε σωρηδόν ο Τζορτζ.

Ο τύπος χαμογέλασε συμπαθητικά, και τότε κατάλαβαν ότι ήταν διαφορετικός από τους άλλους, εκείνους τους παράξενους ή μάλλον τα φαντάσματα που είχαν συναντήσει.

-Ησυχάστε! Είμαστε στο δάσος κοντά στο ποτάμι, κάτω από το Oxley Hwy.  Είχατε ένα ατύχημα.  Ευτυχώς που είμαστε εδώ όταν συνέβη.  Οι σύντροφοί μου σας βρήκαν και σας μετέφεραν εδώ. Ήσασταν εδώ τόσο διάστημα, όσο χρειάστηκε για την ανάρρωσή σας.  Προσπαθήσαμε να σας προειδοποιήσουμε… όταν ταξιδεύατε… δεν το πετύχαμε μέσω του Μάρτιν –τον καταστηματάρχη που συναντήσατε προτού να αρχίσετε το ταξίδι σας στο Oxley Highway.  Συνεργαζόμαστε με τον Μάρτιν από χρόνια.  Βλέπετε, η παρουσία του τυφώνα Φοίβη στα ραντάρ μας σημειώθηκε απρόοπτα, χωρίς προειδοποίηση.  Αργότερα, όταν θέλαμε να σας ενημερώσουμε ώστε να φυλαχτείτε από τον τρελό που ερχόταν πίσω σας, η επαφή μας μαζί σας δεν έγινε σωστά. Λυπάμαι ειλικρινά γι αυτό.

-Δεν απάντησες στην ερώτησή μου φίλε! Ποιοι είστε λοιπόν; επέμενε ο Τζορτζ.

-Μία ομάδα ανθρώπων είμαστε, που μας αρέσει να ζούμε  εδώ πέρα.

-Γιατί εδώ; Τι υπάρχει εδώ; ρώτησε ανικανοποίητος ο Τζορτζ.

-Γιατί όχι εδώ; Η τοποθεσία είναι όμορφη, το κλίμα καλό, και το ποτάμι… είναι ένας θησαυρός, είπε ο άγνωστος.

-Μα… Κύτταξε έξω από εκεί που στεκόταν και ξαφνικά βιάστηκε στο παράθυρο. Θέλεις να πεις ότι όλοι ετούτοι που κυκλοφορούν είναι άνθρωποι;

-Ναι… βέβαια είναι άνθρωποι.  Τι άλλο θα μπορούσαν να είναι;  δήλωσε ο επισκέπτης.

-Δεν ξέρω… Εσύ πες μας! Λάμπετε λες και σας έχουν βουτήξει σε γαλαζοπράσινο φώσφορο! Άκου να δεις τι λέω ο άνθρωπος! θύμωσε ο Τζορτζ καθώς δεν ικανοποιούνταν με τις απαντήσεις του ξένου. «Λέει ψέματα ο μάγκας.  Αυτός μπορεί να πλησιάζει τον άνθρωπο, όχι όμως και τα ζόμπις εκεί έξω!» σκέφτηκε θυμωμένος, αλλά συγκρατήθηκε.

Όφειλε να κάνει υπομονή για να μάθει τι συνέβαινε επιτέλους. Τον κύτταξε καλά όσο ήταν δυνατόν στο απαλό φως που επικρατούσε στο χώρο εκείνο. Ο επισκέπτης τους φαινόταν εντάξει παρά το όμορφο γαλαζοπράσινο φως που τον περιέβαλε.

-Καλά, εσύ μας μοιάζεις κι ας είσαι φωτεινός, είπε ο Τζορτζ και ο τύπος γέλασε.

-Όλοι εκεί έξω είναι σαν εμάς, κι εσείς θα πάρετε κάτι από αυτό το φωτεινό περιβάλλον, επέμενε ο τύπος.

-Α! Μη μας δουλεύεις! Όλοι εκείνοι που συναντήσαμε απάνω στο Hwy, ήταν ομοιώματα, φαντάσματα αδερφέ που αφανίστηκαν στο φως του προβολέα μου. Και τα μάτια τους; Τα ξέρεις τα μάτια τους; Δηλαδή τι λέω;  Μόνο μάτια δεν είχαν. Ε, κόγχες ήταν από όπου ανάβλυζε εκείνο το πρασινογάλανο φως, παρόμοια και τα ρούχα τους.  Δηλαδή και τα δικά σου δεν πάνε πίσω. Μη μου πεις λοιπόν ότι τους φαντάστηκα.

-Φοβάμαι πως ναι… Εδώ είναι μία κατασκήνωση και η περιοχή έχει αυτή την ιδιαιτερότητα… έχει φώσφορο ακόμη και η ίδια η ατμόσφαιρα.  Οι κατασκηνωτές είναι φανατικοί ψαράδες ή κυνηγοί, είπε πάλι ήρεμα ο επισκέπτης τους.

-Νόμιζα πως το φαινόμενο απαντά στη θάλασσα και οφείλεται σε κάποια μικρά ζωύφια.  Ο Τζορτζ κύτταξε πάλι έξω και συνέχισε δριμύτατος.

-Εμένα μου λες! Δεν τους βλέπεις άνθρωπέ μου ότι είναι… Α! Δε μας τα λες καλά φίλε μου, δε μας τα λες καλά… θύμωσε ξανά ο Τζορτζ.

Ο ξένος χαμογέλασε ευγενικά και είπε εντελώς ήρεμα.

-Λυπάμαι, αλλά έχετε επηρεαστεί από τα φάρμακά σας.

-Τι λέει ο άνθρωπος; ρώτησε νευρικά την Τίνα ο Τζορτζ, θεωρώντας ότι ήταν βαλτός να πει όλα όσα είχε πει.

Ξαφνικά ο ξένος σοβαρεύτηκε και με τη συμπεριφορά του, απαίτησε την προσοχή τους.  Άρχισε να μιλάει σε αργό τόνο. Ήταν βέβαιο ότι επεδίωκε μία ουσιαστική επικοινωνία με τους συνομιλητές του.

-Το περασμένο βράδυ, στην κατασκήνωσή μας -είχε δεν είχε κάπως μετριαστεί ο τυφώνας εδώ στα χαμηλά- καθόμασταν γύρω από τη μεγάλη φωτιά και ψήναμε, όταν ακούστηκε εκείνος ο δυνατός θόρυβος και τραντάχτηκε η περιοχή λες και γινόταν σεισμός. Σαστίσαμε και ώσπου να συνέλθουμε,   είχαν ησυχάσει τα πράγματα.  Τρέξαμε τότε προς το μέρος από όπου είχε φτάσει μέχρι εμάς, εκείνο το τράνταγμα και ο θόρυβος.  Ένα από τα δέντρα είχε ξεριζωθεί και είχε γκρεμιστεί με τσακισμένα κλωνάρια.  Και στο σώμα του είδαμε μπλεγμένο το αυτοκίνητό σας.  Δεν ξέραμε  τι  είχε γίνει, αλλά είμαστε βέβαιοι ότι κάποιοι θα είχαν εγκλωβιστεί μέσα του.  Κινήσαμε λοιπόν και σκαρφαλώνοντας πάνω του, σας βρήκαμε.

-Ω! Νομίζω ότι το θυμάμαι αυτό! είπε ο Τζορτζ πιάνοντας το μέτωπό του.

Δεν ήταν καθόλου βέβαιος γι’ αυτό που έλεγε καθώς μόνο συγκεχυμένα πράγματα έφταναν στη σκέψη του.

-Πάθατε κάποια διάσειση, από ότι ξέρω… Σε λίγο όμως θα ξημερώσει και θα έχετε την ευκαιρία να συναντήσετε τους συντρόφους μου… Αλλά… Να σας συστηθώ κιόλας.  Είμαι ο Τζόσλυ… Μάραιη,  είπε ξανά ο άγνωστος επισκέπτης τους.

-Χαιρόμαστε για τη γνωριμία… Τίνα και Τζορτζ Λαβίδη, είπε ο Τζορτζ, τείνοντας από συνήθεια το χέρι του.

Ο Τζόσλυ άπλωσε το χέρι του. Ήταν παγωμένο… ο Τζορτζ ασυναίσθητα βιάστηκε να τραβήξει το δικό του. Η Τίνα που πρόσεξε την αντίδραση του άντρα της, απέφυγε να κάνει το ίδιο.  Κατάλαβε πως κάτι είχε προκαλέσει την αντίδραση του Τζορτζ.

-Θα ειδοποιηθείτε όταν θα είμαστε έτοιμοι για τις τελικές εξετάσεις σας και μετά από εκεί, θα ακολουθήσει η οργάνωση για την επιστροφή σας στο σπίτι σας.

Όταν αποχώρησε ο Τζόσλυ, έμειναν εκεί στη μέση του άγνωστου χώρου ανίκανοι να συλλάβουν αυτό που είχαν ακούσει.  Ο Τζορτζ βημάτισε αργά προς το μόνο παράθυρο της «σουίτας τους». Η Τίνα τον ακολούθησε μηχανικά. Έξω εξακολουθούσε να φέγγει το γαλαζοπράσινο φως και οι ίδιες σκιές κινούνταν, αέναα θαρρείς.  Φαντάσματα στον δικό τους κόσμο, που έμοιαζε αφιλόξενος ίσως φαινομενικά μόνο.

-Νομίζεις ότι έτσι έγιναν τα πράγματα Τζορτζ; ρώτησε άτονα η Τίνα.

-Δεν ξέρω! Όμως είναι πολύ παράξενα όλα όσα συμβαίνουν και δεν είμαι βέβαιος για εκείνο που είπε ο… Τζόσλυ: ότι δηλαδή κάνουμε λάθος.  Εμείς αλλιώς τα ξέρουμε.  Έτσι δεν είναι;

Αυτή την τελευταία φράση την είχε πει εντελώς αβέβαιος. Η Τίνα τον κύτταξε. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά το πρόσωπό του, όμως τον ήξερε τόσο που μπορούσε να μαντέψει τα συναισθήματά του από τον τόνο της φωνής του.

-Κάτι τρέχει εδώ. Τι όμως;  Έχω αμφιβολία γι όλα όσα είπε «ο οικοδεσπότης μας» -είναι άραγε;- σε σχέση με την κατασκήνωση και  τους συντρόφους του…

Η Τίνα τον άκουγε ήσυχη.  Δεν υπήρχε λόγος να αντιδράσει.  Ένιωθε πως είχαν φτάσει σχεδόν στον μπάτο αυτής της ιστορίας.  Πίστευε ότι η αλήθεια βρισκόταν πολύ κοντά και ότι δεν ωφελούσε σε τίποτα να ανησυχούν για κάτι που ήταν αδύνατον να αποφευχθεί.  «Πόσο αργεί  να φτάσει το ξημέρωμα!» Σκέφτηκε και μία σουβλιά πόνου την διαπέρασε παντού. Δεν ήταν βέβαια αν ο πόνος αυτός ήταν του σώματός της ή της ψυχής της.  Σκέφτηκε τα δύο τους παιδιά την Μαίρυλιν  και το Λάμπρο.  Τα δάκρυα έφτασαν στα μάτια της για να τα καταπιεί τελικά.  Σε τι θα ωφελούσε ένα τέτοιο ξέσπασμα; Ήταν βέβαια ότι ο Τζορτζ, όπως κι εκείνη, σκεφτόταν το πολυτιμότερο που κατείχαν: τη μικρή τους οικογένεια. Δεν ήθελε λοιπόν να επιδεινώσει τα πράγματα. «Θεέ μου γιατί όλη αυτή η δοκιμασία; Γίναμε αλήθεια τα πειραματόζωα κάποιας άγνωστης δύναμης;» Τίναξε το κεφάλι της πίσω όπως συνήθιζε όταν ήθελε ν’ αδειάσει το κεφάλι της από τις βασανιστικές σκέψεις. Αυτή τη φορά ερχόταν οι ίδιες πάντα, είχε κολλήσει εκεί.

-Κάτι συμβαίνει, πρέπει να έχουμε τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας άγρυπνα! μουρμούρισε ο Τζορτζ.

Η Τίνα απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Κάθισε στην άκρη του κρεββατιού. Δεν εννοούσε να ξημερώσει. Κάρφωσε το βλέμμα της στον Τζορτζ.  Παρακαλούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της, όλα όσα είχαν ζήσει ως εκείνη τη στιγμή να μην ήταν παρά ένας εφιάλτης που θα διαλυόταν ξαφνικά και  θα συνέχιζαν τη ζωή τους, όπως πριν. «Θέλω να κοιμηθώ!» σκέφτηκε με παράπονο, και ο Τζορτζ σα να είχε διαβάσει τις σκέψεις της πρότεινε να πάνε για ύπνο.  Η Τίνα συμφώνησε μαζί του.  Ξάπλωσε με αργές κινήσεις στο κρεββάτι της.  Ο Τζορτζ, κατευθύνθηκε προς το μέρος της.

-Δεν υπάρχει κατάλληλος φωτισμός εδώ μέσα, ούτε ένα σπερματσέτο! μονολόγησε.

-Ξάπλωσε Τζορτζ και μη ρωτάς άλλο.

Μία μακρινή φωνή έφτανε στ’ αυτιά τους.  Δεν την είχαν προσέξει…  Ξαφνικά άκουγαν μία σειρά ερωτήσεων με τη γνωστή μεταλλική φωνή: «πώς λέγεσαι; από πού είσαι; πόσων χρόνων,  τι επαγγέλλεσαι;»

-Η φωνή! Πάντα ίδια… μηχανική, ψυχρή, λες και την εκπέμπει κάποιος πομπός.

Ο Τζορτζ σα να ξύπνησε από κάποιον λήθαργο την κύτταξε και συμφώνησε μαζί της.

-Ναι, έχεις δίκιο… Αυτή η φωνή είναι σαν εκείνη από το τηλέφωνο.

-Σημασία έχει ότι την ακούμε και οι δύο μαζί… Προς το παρόν τουλάχιστον είμαστε ζωντανοί, πρόσθεσε η Τίνα έτσι για να συμμετέχει στο διάλογο.

-Θα μπορούσαμε λοιπόν να είμαστε και πεθαμένοι; ρώτησε ο Τζορτζ.

Η Τίνα σιώπησε.

-Το ωρολόγι μου… πού είναι το ωρολόγι μου; ρώτησε τον εαυτό της η Τίνα και ψάχτηκε.

-Δεν το βρίσκω! είπε απογοητευμένη.

-Ίσως μας τα έκλεψαν οι φίλοι μας! είπε ο Τζορτζ ερεθισμένος από τη σκέψη του.

-Μήπως τα χάσαμε τελικά; ρώτησε πάλι η Τίνα, επιμένοντας λες και δεν ήθελε να σταματήσει η συζήτηση, η όποια συζήτηση.

 

Η μονότονη μουσική υπόκρουση επέμενε να φτάνει στα αυτιά των Λαβίδη. Τελικά είχε γίνει ενοχλητική. Ήταν όμως σημάδι ζωής και αφορούσε αυτούς και τους άλλους, εκεί έξω.  Ο Τζορτζ κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.  Ανελλιπώς παρούσα η σαγηνευτική και ανεξήγητη κατά τα άλλα, γαλαζοπράσινη λάμψη, διείσδυε κι αγκάλιαζε τα πάντα ανενόχλητη. Ήταν αυτή καθαυτή η ατμόσφαιρα του χώρου.  Για τους φίλους μας ήταν καθοριστικό σημάδι μυστηρίου, μία παρουσία που σήμαινε πολλά συγκεχυμένα, απροσδιόριστα, αμφίβολα, ακαθόριστα φαινόμενα.  Συνδεδεμένη με τέτοια, δε μπορούσε παρά να ενοχλεί και να θέτει πολλά ερωτηματικά που συνοδεύονταν επιπλέον από ένα δικαιολογημένο άγχος και μία ακούσια αγωνία.

Ήταν εκεί, και επίσης εκείνες οι πάντα ίδιες φωτεινές, απόμακρες, σιωπηλές υπάρξεις που κινούνταν σαν  τηλεκατευθυνόμενες.  «Ναι! Πώς δεν το κατάλαβα ενωρίτερα;» ρώτησε ο Τζορτζ φωναχτά.  Η Τίνα τον κύταξε περίεργη.  Ο Τζορτζ ξανακύτταξε κολλώντας το κεφάλι του πάνω στο άνοιγμα, για να διαπιστώσει ξανά ότι ναι, υπήρχε κάτι εκεί, ένα αόρατο μάλλον παραπέτασμα, που δεν το έβλεπε και που τον σταματούσε να σκύψει πέρα από το υποτιθέμενο άνοιγμα, και έξω από αυτό.

Διαπίστωνε ότι κάποια δύναμη κατηύθυνε αυτές τις παρουσίες, που δεν ήταν ακόμη βέβαιος αν ήταν οπτασίες ή κάτι το χειροπιαστό.  Κούνησε το κεφάλι του λες και ήθελε ν’ απαλλαγεί από τις σκέψεις που τον έκαναν να αισθάνεται ανασφαλής, και πολύ περισσότερο γιατί είχε δίπλα του την Τίνα.  Εκείνες λοιπόν οι παρουσίες, που αν δεν ήταν άνθρωποι έμοιαζαν τουλάχιστον με ανθρώπους, θα ορκιζόταν ότι προχωρούσαν σωρηδόν, προς μία κατεύθυνση λες και κάποια φωνή τους καλούσε.  Και ξαφνικά κατάλαβε.  Η μουσική, αυτό ήταν! Η μυστηριώδης μουσική υπόκρουση τους κατηύθυνε, προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν, άρα εκπροσωπούσε ένα είδος  κώδικα. Δεν μπορούσε όμως να καταλάβει προς ποια κατεύθυνση τραβούσαν, ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: προς Νότον, Βορά, Ανατολή ή Δύση; Η περιέργειά του ήταν αδύνατον να ικανοποιηθεί. Επικρατούσε μία εντελώς άγνωστη ατμόσφαιρα στα μάτια τους, μία ελαφριά καταχνιά, ένα διαφανές σύννεφο, και όλα αγκαλιασμένα από το γνωστό πλέον πρασινογάλανο φως.

Πέρα λοιπόν από την παράξενη μουσική και την κίνηση των ανθρωπόμορφων όντων που κυκλοφορούσαν, όλα εκεί θα έλεγε κανείς ήταν απόλυτα νηφάλια. «Δε μ’ αρέσει και πολύ αυτό που βλέπω μπροστά μου, ούτε και το αίσθημα που μου προκαλεί!..» σκέφτηκε ο Τζορτζ.

Το «μπουλούκι των ζόμπις» -όπως κάποια στιγμή είχε αποκαλέσει ο Τζορτζ τα σύνολα αυτών των «ανθρωποειδών»- ήταν βέβαιο πλέον ότι περνώντας ανάμεσα από εκείνα τα ασυνήθιστα ελκυστικά, κωνοφόρα, κατευθύνονταν προς το σημείο -ό,τι και όποιο κι αν ήταν αυτό- που εξέπεμπε τα μουσικά σήματα. Ο Τζορτζ δεν είχε αίσθηση του χρόνου. Δ εν γνώριζε πόση ώρα είχε καθηλωθεί μπροστά σ’ εκείνο το παράθυρο, κατασκοπεύοντας μαγεμένος σχεδόν τις κινήσεις των «ανθρωποειδών», όμως κάποια στιγμή η περιοχή μπροστά του ερήμωσε. Συνήλθε όταν η μουσική σταμάτησε ξαφνικά. Μόνο το φως παρέμεινε αναλλοίωτο, γαλαζοπράσινο, είδος μαυλιστικού προϊόντος, που αιωρούνταν μέσα σε εκείνη την  έρημη κατά τα άλλα, περιοχή. Η παράξενη μουσική τον είχε αποχαυνώσει τελικά κι εκείνον.

Η Τίνα παρακολουθούσε ανήσυχη πότε το παράθυρο και πότε τον Τζορτζ.  Ξαφνικά το δωμάτιο όπου βρίσκονταν φωτίστηκε με άπλετο φως.

-Θα μου πεις κι εμένα τι συμβαίνει επιτέλους; ρώτησε πανικόβλητη από εκείνο το ξαφνικό, μη ξέροντας αν θα έπρεπε να τολμήσει  να πάει κοντά του.

Τότε ήταν που ο Τζορτζ την κάλεσε δίπλα του σα να είχε μαντέψει το δίλημμά της.

-Έλα! είπε σχεδόν ψιθυριστά μ’ ένα δέος στη φωνή του. Κούνησε το χέρι του με αγωνία.

Η Τίνα έσπευσε κοντά του. Κύτταξε έξω με φοβισμένα μάτια και σφίχτηκε πάνω του. Μία πανίσχυρη δέσμη φωτός, από τον ουρανό φώτισε την περιοχή μπροστά στα μάτια τους διαπερνώντας και εξαϋλώνοντας το περιβάλλον μπροστά τους.  Μεμιάς ένα αεροσκάφος σε σχήμα  zeppelin που έλαμπε λες  και ήταν κατασκευασμένο από pewter, παρουσιάστηκε να γλιστράει εντελώς αθόρυβα πάνω σ’ εκείνη την εκτυφλωτική δέσμη φωτός και να προσγειώνεται ανάμεσα στα δέντρα, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια τους. Σφίχτηκαν σπασμωδικά ο ένας πάνω στον άλλον.  Η αδρεναλίνη κυκλοφορούσε σαν τρελή στις φλέβες τους.  Ήταν μάρτυρες κάποιας εξωγήινης αποστολής;  Ήταν όμως εξωγήινη;

-Λες… να είναι… είπε ο Τζορτζ μη τολμώντας να ολοκληρώσει τη φράση του.

-Δεν ξέρω!  Κι εμείς; Εμείς κοντά σ’ αυτούς; Φοβάμαι, κατάφερε να ψελλίσει η Τίνα έχοντας αντιληφθεί τι ακριβώς εννοούσε ο Τζορτζ.

Ανακαλύπτοντας μέσα του ένα ασυνήθιστο είδος αυστηρότητας, μία τρομακτική αποφασιστικότητα  που τον έκανε να αυτοκυριαρχείται και να ηρεμεί, ο Τζορτζ ξεκόλλησε από πάνω του την Τίνα, με έναν τρόπο που άγγιζε τα όρια του κυνισμού.

-Τι φοβάσαι επιτέλους; Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.  Σταμάτα να φοβάσαι λοιπόν και κύτταζε! διάταξε.

Η Τίνα τον κύτταξε.  Τώρα έβλεπε πολύ καθαρά τον άντρα της.  Ήταν σχεδόν απόκοσμος, έτσι λουσμένος σ’ εκείνο το πανίσχυρο φως.  Και τότε είδε, βεβαιώθηκε  ότι  ο Τζορτζ είχε ανανεωθεί… η εμφάνισή του εντυπωσίαζε.

-Τζορτζ! φώναξε με δέος, καθώς διαπίστωνε αυτό το απίστευτο φαινόμενο απάνω του.

Θυμήθηκε σκηνές από το ατύχημά τους, σαν σε όνειρο, το χτυπημένο πρόσωπο του Τζορτζ…

-Τζορτζ! είπε ξανά και πασπάτεψε σαν τυφλή το πρόσωπό του.

Εκείνος την κύτταζε περιμένοντας. Και τότε ανακάλυψε κυττάζοντας τη γυναίκα του, μία νέα Τίνα, με όμορφο καθαρό πρόσωπο, με ανανεωμένα θαρρείς όλα τα κύτταρα της ύπαρξής της. Εξακολούθησε να σιωπά μαγεμένος από τη απροσδόκητη διαπίστωση.

Η Τίνα ψιθύρισε ευτυχισμένη αλλοπαρμένη θαρρείς στη θωριά του, με φωνή παλλόμενη  από ευτυχία και ανείπωτη συγκίνηση:

-Είσαι μια χαρά αγάπη μου!  Έγινε θαύμα λοιπόν!

-Κι εσύ γλυκειά μου, είσαι το… θαύμα!

Κυττάχτηκαν με αμοιβαίο θαυμασμό, ξέσπασαν ξαφνικά σε γέλια.

-Αργεί να ξημερώσει, είπε ξαφνικά η Τίνα χαμηλώνοντας τα μάτια της ντροπιασμένη.

«Όπως τότε, που είχαμε κυτταχτεί για πρώτη φορά με μάτια ερωτευμένα!» σκέφτηκε μέσα της και η καρδιά της φτερούγισε άτακτα.

-Θέλω να μάθω τι επιτέλους συμβαίνει εδώ πέρα, είπε τώρα ο Τζορτζ σιγανά, και με αποφασιστική φωνή.

Τον τόνο αυτό της φωνής του τον ήξερε καλά η Τίνα.  Αναπήδησε.  Παραμέρισε με μιας όλες τις ρομαντικές σκέψεις.

-Αν όλα όσα βλέπουμε, δεν είναι κάποιου είδους οφθαλμαπάτη, τότε βρισκόμαστε κοντά σε μία μυστική βάση γήινη ή εξωγήινη.  Αν όμως ήταν εξωγήινη θα χρειαζόμασταν αναπνευστικές συσκευές… Άρα… δεν είναι. Και ξέρεις; Οι φίλοι μας κατευθύνθηκαν ακριβώς εκεί. Τους κάλεσε και τους κατηύθυνε εκείνη η παράξενη μουσική… Τους είδα πριν από την εμφάνιση αυτής της φωτεινής λουρίδας, είπε ο Τζορτζ.

-Αχ! Θεέ μου, πώς βρεθήκαμε εδώ; Και τα παιδιά μας; Θα τα ξαναδούμε άραγε ποτέ;  κραύγασε σε ένα ξαφνικό ξέσπασμα απελπισίας η Τίνα.

Ο Τζορτζ την έσφιξε πάνω του.  Ένιωθε μέσα του να σπάει η καρδιά του. Δεν ήθελε όμως να δείξει τα συναισθήματά του. Όφειλε για χατίρι της Τίνας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Να δείχνει πίστη στην καλή έκβαση των πραγμάτων, όσο και ανεξήγητη κι αν ήταν η όλη υπόθεση. Ζούσαν μία παράξενη κατάσταση εντός μίας ακαθόριστης χρονικής περιόδου. Τα ανεβοκατεβάσματα των συναισθημάτων τους μόνο σε καλό δεν μπορούσαν να οδηγήσουν. Πόσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος; Τελικά όμως η ύπαρξή τους δε θα μπορούσε να είναι αυτής της προσοχής και της σημασίας που λάβαιναν μέχρι εκείνη τη στιγμή, αν δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος.  Όπως όμως και όλες τις άλλες φορές πριν, δεν ήταν βέβαιος πια αν όλα αυτά ήταν ένας ανείπωτος εφιάλτης, μία ονειρώδης κατάσταση, μία παράξενη υπόθεση ή μία φάρσα! Δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο.  Έπρεπε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να ξεκαθαρίσει όλη αυτή τη «φρικαλέα ιστορία», για τον εαυτό του, κυρίως όμως για την αγαπημένη του Τίνα και τα παιδιά τους.

-Τίνα κύττα! είπε σιγανά, έδειξε με το δάχτυλό του.

Η Τίνα κύτταξε στο σημείο που έδειχνε ο Τζορτζ.

Ήταν  εκείνοι, λίγοι κάθε φορά, μόνοι ή σε μικρούς αριθμούς γυρνούσαν ήσυχα, σιωπηλά όπως πριν.

-Τώρα είμαι βέβαιος.  Η μουσική… το σύνθημα… πες το όπως θες, τους κάλεσε στο σημείο προσγείωσης του σκάφους και τώρα που όλα τελείωσαν -όποια κι αν ήταν αυτά- επιστρέφουν στα άλλα τα λιγότερο ή περισσότερο σπουδαία, ή και τα επόμενα των οδηγιών που έχουν δεχτεί… Στα δικά τους, είπε ο Τζορτζ.

-Κάτι θα πρέπει να προσφέρουν όλοι αυτοί για να υπάρχουν, είπε η Τίνα.

-Χμ! Σίγουρα, αλλά ποιος ξέρει τι!  απάντησε ο Τζορτζ.

Τους παρακολούθησαν μέχρι που τους κατάπιναν τα δέντρα πίσω, εκεί, από όπου είχαν ξεκινήσει ενωρίτερα για να βαδίσουν προς το μέρος της προσγείωσης του αερόπλοιου.  Κάποια στιγμή είχαν σταματήσει και δεν επέστρεφαν άλλοι πια.   Έτσι φάνηκε για ένα  χρονικό διάστημα τουλάχιστον.

-Διάβολε θέλω να μάθω κάποια πράγματα.  Δεν μπορώ να μείνω εδώ μέσα για πάντα, είπε  εκνευρισμένος ο Τζορτζ.

-Τι, θα μ’ αφήσεις εδώ μέσα ολομόναχη; έφριξε η Τίνα.

-Παιδί μου, θα βγούμε μαζί από εδώ, είπε ο Τζορτζ.

-Φοβάμαι! τόλμησε πάλι η Τίνα ντροπιασμένη.

-Κι εγώ φοβάμαι. Δεν κάνω τον ήρωα. Καλύτερα όμως εκεί έξω, παρά εδώ μέσα στην κλεισούρα! Τι έπαθες παιδί μου; Πού είναι το θάρρος σου;

Την έπιασε από το χέρι σφιχτά και το έσεισε.

-Έλα! Δε θα περιμένουμε εδώ για πάντα!  Τώρα λοιπόν, κι ας είναι δυνατό το φως.  Μην ξεχνάς ότι υπάρχουν αρκετά δέντρα εκεί έξω για να καλύψουμε τις κινήσεις μας.  Άλλωστε δε βλέπω άλλα από ετούτα τα ξόανα! Τους ξέρουμε δα κι από πριν.  Επομένως…

Στο μυαλό του ήρθαν πάλι κάποιες διασπασμένες εικόνες μνήμης.  Η Τίνα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.  Θυμόταν και εκείνη κάποια πράγματα -αν και σαν μέσα από ομίχλη- γι’ αυτούς… τις περίεργες παρουσίες, τέλος πάντων.

 

Ο Τζορτζ  τράβηξε την Τίνα από το χέρι και κατευθύνθηκε προς την πόρτα που διαγραφόταν καθαρά κάτω από το πλούσιο φως, στον απέναντι τοίχο. Πάτησε το κουμπί όπως και πριν κι εκείνη σύρθηκε στο πλάι αποκαλύπτοντας μπροστά τους ένα άπλετα φωτισμένο, μακρύ στέγασμα, κάτι σαν υπόστεγο. Δεν υπήρχε κανείς ή κάτι που να κινείται εκεί μπροστά τους.  Ο Τζορτζ κύτταξε την Τίνα και κούνησε το κεφάλι του με νόημα.  Εκείνη κατάλαβε ότι έπρεπε να κινηθούν.

Προχώρησαν λοιπόν αθόρυβα, κολλώντας τις πλάτες τους προσεχτικά στους τοίχους. Σε μερικά λεπτά, χωρίς να έχουν συναντήσει κανένα εμπόδιο ή καμία παρουσία, έφτασαν σ’ ένα άνοιγμα – έξοδο. Όταν το πέρασαν, διαπίστωσαν ότι βρέθηκαν εντός περιοχής που θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς, πεδιάδα. Προσεκτικά ακολούθησαν την κατεύθυνση από όπου είχαν ξεκινήσει και είχαν επιστρέψει σε αυτήν τελικά, τα μέλη αυτής της μυστηριώδους επικράτειας.  Οι σκιές των αγνώστων και μάλλον αιωνόβιων κωνοφόρων, υιοθετήθηκαν από το ζευγάρι, ως  προστατευτικό κάλυμμα. Άλλωστε σύντομα διαπίστωσαν ότι δε διέτρεχαν τον κίνδυνο να γίνουν αντιληπτοί, καθώς «εκείνοι» -τα «ζόμπις»- προχωρούσαν μηχανικά, σα ρομπότ, χωρίς μάλιστα να γυρίζουν  για να κυττάξουν πίσω τους ή στα πλάγια, και γενικά χωρίς να δίνουν σημασία σε ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω τους.  Φαίνονταν είτε κάτω από την επίδραση ουσιών είτε ήταν πράγματι είδος ρομπότ.

Είδαν μερικούς από μακριά που επέστρεφαν και που μάλλον ήταν από τους τελευταίους του πλήθους που είχε κάνει εκείνη την πορεία.  Προχωρούσαν μηχανικά πάντα σα να τους κατηύθυνε κάτι που είτε επηρέαζε την ακοή τους είτε ήταν προγραμματισμένοι να το κάνουν: μία κουφή φωνή, ένας κουφός μηχανισμός ίσως.  Ποιος ήξερε;  Τελικά ο Τζορτζ ύστερα από αμφιταλαντεύσεις είχε πιστέψει ότι οι ανθρωποειδείς παρουσίες   ήταν είδος ρομπότ των οποίων ο  μηχανισμός είχε προγραμματιστεί ώστε να  εξαφανίζονται τελικά ενώπιον κάποιου άλλου καταλυτικού φωτός, διαφορετικού εκείνου του γαλαζοπράσινου. Ένα τέτοιο φως ήταν και εκείνο του φακού τους. «Για φαντάσου!» σκέφτηκε ο Τζορτζ.  Ήταν όμως έτσι;  Είχαν αναδυθεί τόσες ερωτήσεις που ίσως και να έμεναν αναπάντητες τελικά! Γιατί… άραγε εκείνα τα όντα –τα ζόμπις όπως τα αποκαλούσε- εξαφανίζονταν τελικά ή απλά απέβαιναν αόρατα;

Την ίδια στιγμή η Τίνα βασανιζόταν με την σκέψη ότι  τελικά όφειλε να αποβάλλει το γελοίο φόβο της. Άλλωστε όπως είχαν τα πράγματα δεν είχε άλλη εκλογή από του να αποδεχτεί εκείνη την κατάσταση στην οποία είχαν εμπλακεί και να συνθηκολογήσει τελικά με αυτή. Αλλά όσο κι αν προσπαθούσε να υιοθετήσει εκείνο το σκεπτικό,  δεν μπορούσε να σταματήσει την καρδιά της να χτυπάει άτακτα από το άγχος.

 

Οι δυο τους βάδιζαν τώρα, όσο πιο προσεκτικά και αθόρυβα μπορούσαν.  Δεν γνώριζαν την ώρα, αν ίσχυε τελικά κι αυτό  σ’ εκείνο τον χώρο. Πάντως αποδεικνυόταν ότι μάταια ο επισκέπτης τους είχε ισχυριστεί ενωρίτερα ότι δε θ’ αργούσε να ξημερώσει. Όχι, δε φαινόταν να πραγματοποιείται κάτι τέτοιο.  Ήταν το σκοτάδι της νύχτας και όχι οι τελευταίες σκιές της, πριν από το ξημέρωμα.           Περπατούσαν για αρκετό χρόνο. Ως εκ θαύματος, δεν ένιωθαν τον κόπο της πορείας τους, παρά το γεγονός ότι μόλις είχαν περάσει κάποια σοβαρή κατάσταση υγείας.

-Να είχα την πυξίδα μαζί μου! ευχήθηκε ο Τζορτζ.

Τα δέντρα σε εκείνη την καμπή της πορείας τους αραίωναν. Διαπίστωσαν ότι ο δρόμος τους είχε γίνει κατωφερής.  Κατέβαιναν λοιπόν και όσο περισσότερο απομακρύνονταν από τον κοιτώνα τους, τόσο λαμπρότερο διαχυνόταν το γνωστό γαλαζοπράσινο φως.  Η εστία του φαινόταν να βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο του κοιτώνα τους.

Προχωρούσαν λοιπόν χρησιμοποιώντας πάντα τους θεόρατους κορμούς  των κωνοφόρων  σαν ασπίδα τους.  Με τον τρόπο αυτόν κατάφεραν να φτάσουν σε μία άκρη, από όπου άρχιζε ένα νέο μονοπάτι με πολλούς ελιγμούς.  Με έκπληξη  είδαν στα δεξιά τους να ξεφυτρώνει ένας μεγάλος βράχος. Διαπίστωσαν  πως στις ρίζες του υπήρχαν φαρδιά και υψηλά, λαξευμένα σκαλοπάτια. Τα σχήματα των σωμάτων, της μάλλον άγνωστης σ’ αυτούς «φύσης»,  διαγράφονταν καθαρά μέσα σ’ εκείνο το υπερκόσμιο, το αστραφτερό γαλαζοπράσινο φως.  Τα άγνωστα δέντρα, τριγύρω τους, ήταν σχεδόν διαφανή, κάτω από την επίδραση του ίδιου πάντα μαγικού φωτός. Τα διαπερνούσε κυριολεκτικά και τα έκανε να μοιάζουν με κρυστάλλινα.  Επικρατούσε μία κουφή γαλήνη και μόνο το θρόισμα κάπου και που των φύλων, θύμιζε ότι βάδιζαν σε δασώδη περιοχή, έστω και με κάποια ξανοίγματα γύμνιας, που μαγάριζαν την παρθενιά του εξωκοσμικού δάσους.  Οι καρποί τους σε άγνωστα και παράξενα σχήματα, κρέμονταν  σαν πολύτιμα δώρα σε χριστουγεννιάτικο δέντρο.  Ήταν όλα αλλιώτικα, μυστήρια, τόσο έξω από την πραγματικότητα που εκείνοι γνώριζαν. Βρίσκονταν σε ένα τεράστιο, διάφανο φυτικό βασίλειο που το σάρωνε κυρίαρχα το έντονο χρώμα του γαλαζοπράσινου. Σ’ αυτό, οι καφετιές πινελιές των κορμών των πανύψηλων δέντρων, συγχέονταν τελικά με εκείνο τα κυρίαρχο δίδυμο και τις αποχρώσεις του.

-Τρώγονται άραγε; ρώτησε η Τίνα μηχανικά, για να διαπιστώσει στη συνέχεια ότι ήταν χορτάτη, χωρίς να έχει βάλει κάτι στο στόμα της… ή μήπως είχε φάει και δε θυμόταν;

Ο Τζορτζ δεν απάντησε στην προσπάθεια της Τίνας να του θυμίσει την παρουσία της.  Τον κύτταξε λοξά. Εκείνος σιωπούσε λες και ήταν ολομόναχος, λες και η Τίνα είχε εξαφανιστεί από τον κόσμο του.

Στάθηκαν φροντίζοντας να μην κινούνται, έτσι ώστε να μην προκαλέσουν την όποια προσοχή.  Επικρατούσε μία παράξενη σιωπή. Δεν άκουγαν τίποτα.  Ή μήπως η ακοή τους αδυνατούσε να συλλάβει τους θορύβους αυτού του άγνωστου κόσμου;

Κόλλησαν τις παλάμες τους στο λείο βράχο, ενώ οι δέντρινοι γίγαντες αριστερά τους, γνώριζαν και έπαιζαν καλά το ρόλο τους, της κάλυψης των παρείσακτων. Κατέβηκαν προσεκτικά και επιφυλακτικά, τα τεράστια σκαλοπάτια. Το λαξευμένο μονοπάτι στρογγύλευε κάνοντας έναν κύκλο από βράχο,  περίπου 180ο. Φτάνοντας στο ολοκλήρωμά του σα να είχαν δέσει σε ύφαλο, σταμάτησαν έκθαμβοι: μπροστά τους αποκαλύπτονταν μία φαντασμαγορική πολιτεία – κρυστάλλινη θαρρείς- που είχε ξεφυτρώσει ως δια μαγείας από το πουθενά, και που χανόταν στον αστραφτερό πάντα γαλαζοπράσινο ορίζοντα. Σε συστάδες διαγράφονταν τα κτιριακά συγκροτήματα, τα ασυνήθιστα οχήματα, τα μικρά στρογγυλά ή επιμήκη σκάφη. Από το σημείο όπου είχαν «μαρμαρώσει» ο Τζορτζ και η Τίνα, παρακολουθούσαν στα χαμηλότερα μέρη -σχεδόν  μπροστά στα πόδια τους- την κίνηση. Πλήθος «ανθρώπων» πηγαινοέρχονταν. Η απόσταση τους μεταμόρφωνε σε λιλιπούτειες, εύθραυστες παρουσίες, απορροφημένες στις αποστολές τους. Και από τον αέναο εκείνο ορίζοντα άρχισε να αναδύεται και τελικά να διαγράφεται η παρουσία ενός τεράστιου zeppelin όμοιου με εκείνο που είχαν πρωτοδεί: τα γαλαζοπράσινα φώτα του, ολοζώντανοι μαγνήτες, γυρόφερναν ακατάπαυστα και πάντα αθόρυβα.

-Τι είναι; zeppelin; Είναι άραγε εκείνο το πρώτο που είδαμε; ρώτησε αμήχανα η Τίνα.

-Πού είμαστε, ήθελα νά ‘ξερα εγώ!  Κατασκήνωση σου λέει ο άλλος! μουρμούρισε ο Τζορτζ σφίγγοντας τα χείλια του, πεισματικά.

Και τότε, σαν να τον είχε  προκαλέσει, άκουσε αυτόν τον Τζόσλυ, πάντα αυτόν και μόνο αυτόν.  Ήταν  η φωνή με το ήδη γνωστό μέταλλο:

-Καλώς ορίσατε στην πολιτεία μας!

-Η κατασκήνωσή σας μεταμορφώθηκε επί τέλους σε εξωκοσμική πολιτεία! Είσαι ο Τζόσλυ, υποθέτω, είπε ο Τζορτζ με οργή καμουφλαρισμένη από έναν τόνο ειρωνείας.

-Ναι Τζορτζ! Εγώ είμαι.  Σας περίμενα.  Γνωρίζοντας τις επιθυμίες σας, ήμουν βέβαιος για τις προθέσεις σας.

-Μας παρακολουθείς λοιπόν;  ρώτησε πιο τολμηρά τώρα ο Τζορτζ.

-Μα φυσικά! Γι’ αυτό το σκοπό υπάρχουν παντού κάμερες. Πρέπει να γνωρίζουμε τις κινήσεις σας… και… τις σκέψεις σας όσο μπορούμε καλύτερα, απάντησε η φωνή του Τζόσλυ.

-Είπες και τις σκέψεις μας; μπορείτε και διαβάζετε τις σκέψεις μας; Δεν ξέρω πώς το κατορθώνετε αυτό, αλλά από ότι διαπιστώνω… Είμαστε αιχμάλωτοί σου τελικά; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Κάθε άλλο.  Είσαστε οι ασθενείς μου και χαίρομαι που αναρρώσατε τόσο πολύ γρήγορα, απάντησε και πάλι υπομονετικά η φωνή.

-Είμαστε ή είμαστε άρρωστοι; τόλμησε να ρωτήσει, μόνο για να βεβαιωθεί, η Τίνα.

-Ναι είσαστε πάρα πολύ άρρωστοι, επέμενε ο απών Τζόσλυ.

-Τότε ίσως θα μπορέσουμε να μάθουμε τι είχαμε επιτέλους και πού βρισκόμαστε; επέμενε με τις ερωτήσεις της η Τίνα, απορώντας και αυτή η ίδια για την τόλμη της.

-Κατ’ αρχήν φιλοξενείστε στον πλανήτη Άρτεμη, ακούστηκε να λέει ο Τζόσλυ ήσυχα τώρα.

-Στον πλανήτη Άρτεμη λέει! Σιγά να μην το πιστέψω! Χωρίς συσκευές μάλιστα…  Αναπνέουμε τόσο καλά… σα να είμαστε στη γη μας! είπε ειρωνικά η Τίνα και γέλασε.

-Ναι σίγουρα! Αγαπητέ μου, φαινόμαστε ηλίθιοι; συνηγόρησε με την Τίνα ο Τζορτζ, κουνώντας το κεφάλι του απογοητευμένος  και για πρώτη φορά κύτταξε τα πόδια του, για να στερεώσει θαρρείς το σθένος του απέναντι στην «υπερκόσμια εκείνη παρουσία» -αν ήταν μια- όπως ισχυριζόταν «ετούτος», ο αόρατος, ο απών Τζόσλυ, εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή.

Τότε πρόσεξε τα «πατούμενά» του: μπότες διαφανείς αλλά καταπληκτικά αναπαυτικές.  Αυτό εξηγούσε το αρκετό και πολύ άνετο βάδισμά του. Κύτταξε άθελά του και της Τίνας.  Ήταν ακριβώς ίδια.  Δε θυμόταν να είχε φορέσει αυτές ή όποιες άλλες μπότες στα πόδια του… Πήγε να πει κάτι αλλά πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, άκουσε τον Τζόσλυ να λέει:

-Αγαπητέ Τζορτζ! Μην αμφιβάλλετε για την αλήθεια του λόγου.  Θα το διαπιστώσετε εν καιρώ! Και… όσον αφορά την ατμόσφαιρά μας… είναι όμοια με της Γης αλλά καμία σχέση με την ποιότητά της ως προς την καθαρότητά της.

Ενώ κύτταζε τα πόδια του ο Τζορτζ,  είπε συγχυσμένος:

-Και οι μπότες; είναι μέρος της θεραπείας μας υποθέτω…

Ανασήκωσε το κεφάλι του για να ακούσει θαρρείς την απάντηση και σάστισε καθώς  αντίκρισε μπροστά του τον ίδιο τον συνομιλητή τους. Οπισθοχώρησε ένα βήμα. Η Τίνα κύτταζε αποσβολωμένη.  Από πού είχε ξεφυτρώσει ο Τζόσλυ; Δεν τον είχε δει να έρχεται από κάποια κατεύθυνση.  Ο Τζόσλυ παραβλέποντας την έκπληξή τους έσκυψε στο έδαφος και έπιασε κάτι. Ύστερα άνοιξε την παλάμη του. Κρατούσε ένα όμορφο πετράδι όμοιο με jade, που ανέδινε γαλαζοπράσινες λάμψεις.

-Γυαλίζει και δεν είναι από το δυνατό φως.  Αυτό από μόνο του εκπέμπει φως.

-Τι είναι λοιπόν; το πιάνεις και γίνεσαι ορατός, τ’ αφήνεις και γίνεσαι αόρατος; ρώτησε ο Τζορτζ ειρωνικά, εντελώς αβέβαιος πλέον, για όλα όσα διαδραματίζονταν μπροστά τους.

-Το πέτυχες ξέρεις… Κάπως έτσι… Πρόσεχε το βράχο δίπλα σου, επέμενε ο Τζόσλυ.

Πραγματικά φωσφόριζε, και πάλι όμως έδινε την εντύπωση ότι αυτό ήταν συνέπεια  της δυνατής λάμψης που χύνονταν  σ’ εκείνο το χώρο.

-Ναι..

Έτσι είναι ολόκληρος ο πλανήτης μας… Μόνο που αυτή η ύλη επεξεργασμένη εκπέμπει όλο ετούτο το φως γύρω μας.  Και όχι μόνο αυτό, αλλά έχει και ιαματικές ιδιότητες…

-… και μαγικές θα ήθελες ίσως να συμπληρώσεις, είπε ειρωνικά ο Τζορτζ και συνέχισε με φόρα, αρκετά εκνευρισμένος:

-Μα πώς;  Δεν είναι δυνατόν. Ας μη μιλάμε για ιστορίες διαστημικές.  Είμαστε αληθινοί… δεν είμαστε δα και μικρά παιδιά, να πιστέψουμε σε κάτι τέτοιο… Ομολογουμένως είναι ένα κακόγουστο, ένα «χοντρό» ανέκδοτο! Εγώ βλέπω ένα είδος mirage εδώ και νομίζω ότι είναι δουλειά ενός projector… όπως γίνεται και στον κινηματογράφο.

Ο Τζόσλυ έδειξε κουνώντας το κεφάλι του πως καταλάβαινε.

-Ναι, έχεις δίκιο Τζορτζ… είναι δύσκολο για τους γήινους, όπως είστε εσείς, να κατανοήσουν την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου, όπως ο δικός μας.  Όμως αυτό που αντικρίζετε είναι αληθινό… δεν είναι ούτε κινηματογραφικό set, ούτε projection of an image. Έτσι είναι… αλλά το γεγονός ότι βρίσκεστε εδώ, είναι μέρος μιας αληθινά μεγάλης ιστορίας, σύμφωνα με τα δικά σας, τα γήινα μέτρα, εννοώ. Δε θα προσπαθήσω όμως να σας πείσω.  Θα δείτε όλα όσα είναι δυνατόν και θα σας εξηγήσω πώς συνέβησαν τα γεγονότα που σας αφορούν, από την πρώτη στιγμή… μέχρι που ήρθα να σας επισκεφτώ για πρώτη φορά στο θεραπευτήριό σας.

-Το θεραπευτήριό μας… Μάλιστα! Μα καταπατείτε τα δικαιώματά μας… με ποιο δικαίωμα μας απαγάγετε και γιατί βιντεοσκοπείτε κάθε βήμα μας επιτέλους; Έλα ομολόγησέ το να τελειώνουμε.  Είμαστε τα πειραματόζωά σας… αυτό δεν είναι; επέμενε ρωτώντας ο θυμωμένος Τζορτζ.

-Δεν είναι ακριβώς έτσι Τζορτζ.  Όλα άρχισαν ύστερα από το ατύχημά σας.  Το συνεργείο του σκάφους μας έκανε τα υπόλοιπα: όλη αυτή τη δουλειά της διάσωσής σας εννοώ, χαμογέλασε πάντα ήρεμα ο Τζόσλυ.

-Δε βοήθησαν και πολύ οι αγαπητοί συνεργάτες σου με την παρουσία τους πριν από το… ατύχημά μας! Σε διαβεβαιώνω γι αυτό… Για να μην πω… ότι ίσως και να φταίνε για εκείνο το συμβάν… συνέχισε στον ίδιο τόνο ο Τζορτζ για να εξαγριωθεί στη συνέχεια.

Ξαφνικά έλαμψαν κάποιες σκηνές στο μυαλό του.  Έκλεισε τα μάτια του με πόνο.

-Έρχεται η μνήμη σου σιγά-σιγά… είπε ο Τζόσλυ.

-Α, έτσι λοιπόν! Να σου πω αγαπητέ μου! Να επανορθώσετε όλα εκείνα για τα οποία είσαστε υπεύθυνοι. Αυτό περιμένω από εσάς.

-Τζορτζ, άκουσε!  Ίσως και να σου φαίνεται ότι φταίει το πλήρωμα του διαστημόπλοιου, όμως όλο αυτό το διάστημα ήταν κοντά σας και σε αυτούς οφείλεται το γεγονός ότι είστε ζωντανοί.  Ήταν η πρώτη αυτού του είδους σωστική αποστολή στον πλανήτη  σας.  Συνήθως το κάνουμε με άλλους πλανήτες που ανήκουν στον δικό μας Γαλαξία.

-Άκου τι κάθεται και λέει ο τύπος! Τύχη που την είχαμε! Να σου πω κάτι αγαπητέ μου: δεν πιστεύω λέξη από όλα αυτά! Δεν ξέρω ποιος είσαι και ποιους εκπροσωπείς εσύ και το σινάφι σου.  Δεν ξέρω τι είδους κόλπα και μυστικά είναι αυτά.  Ίσως και να βρεθήκαμε στο δρόμο σας σε μία επικίνδυνη αποστολή σας και κυττάξατε πώς να μας τακτοποιήσετε… Άλλωστε τι είμαστε εμείς; Ασήμαντα, μικρά, -τόσο δα ανθρωπάκια είμαστε.  Ποιος νοιάζεται για μας, ε;   Απορώ γιατί επιζήσαμε και πώς επιτέλους θα τελειώσει το πείραμά σας;

Ο Τζόσλυ χαμογέλασε με κατανόηση.

-Δεν ωφελεί να σε πείσω τώρα αμέσως… στην πορεία όμως θα το καταλάβεις.

-Ναι… ναι… και έτυχε να είμαστε εκεί στο Oxley Hwy. How convenient! είπε η Τίνα κουρασμένη από εκείνη την «ανόητη-ακατανόητη» συζήτηση.

Η Τίνα σκεφτόταν τα παιδιά της, και την δική τους ταλαιπωρία, την καθυστέρησή τους στο Πανεπιστήμιο της Νέας Αγγλίας, για την γιορτή της απονομής των Πτυχίων… και όλα τα συναφή…  Αναστέναξε βαθιά.  Ο Τζόσλυ το πρόσεξε.

-Μην ανησυχείς Τίνα.  Σημασία έχει ότι είστε καλά… πίστεψέ με!

-Αργεί να ξημερώσει! είπε με παράπονο η Τίνα.

-Το σκοτάδι και το φως διαρκούν εξίσου: ενενηνταέξι ώρες όλες μαζί.

-Ενενηνταέξι ώρες; Και υπάρχουν εποχές; Ισχύει και εδώ κάτι ανάλογο, όπως στη γη;

-Όχι ακριβώς… αλλά ένας ολόκληρος κύκλος χρόνου διαρκεί όσο τέσσερα δικά σας χρόνια.

-Πόσον καιρό βρισκόμαστε εδώ; ρώτησε φοβισμένη η Τίνα.

-Έχει σημασία λοιπόν; απάντησε μ’ ερώτηση ο Τζόσλυ.

-Έχω αφήσει δύο παιδιά πίσω…

-Έλα μην ανησυχείς, δεν είναι τόσο τρομερό όσο θέλεις να πιστεύεις…  είπε πάλι ο Τζόσλυ.

Ο Τζορτζ κατάλαβε.  Έλειπαν αρκετά… Αλλά πάλι δεν ωφελούσε σε τίποτα να στεναχωριέται.  Ευτυχώς που τα παιδιά τους είχαν παππούδες και γιαγιάδες και από τις δύο πλευρές που λάτρευαν τα εγγόνια τους. Αυτό τον παρηγορούσε.

-Έλα Τίνα, μη βασανίζεις τον εαυτό σου.  Τα παιδιά μας βρίσκονται με αγαπημένα πρόσωπα.

Άπλωσε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της και την αγκάλιασε.  Η Τίνα σκούπισε με την παλάμη της τα μάτια της.  Μαύρες σκέψεις την έκαναν να αισθάνεται απελπισία.  Δε θα ξανάβλεπε τα παιδιά της! «Θεέ μου, δος μου λίγη ακόμη δύναμη, μήπως και ζω έναν εφιάλτη! Θεέ μου, μη μου στερείς τα παιδιά μου!» παρακάλεσε μέσα της με όλη τη δύναμη της ψυχής της και έσφιξε τα μάτια της, κλείνοντάς τα.

Ο Τζορτζ γνώριζε πολύ καλά τη γυναίκα του.  Τις ευαισθησίες της και κυρίως την αγάπη και τη μεγάλη αδυναμία της για τα παιδιά τους.  Ήταν πολύ δύσκολο για την Τίνα να διανοηθεί τη ζωή της μακριά τους κι ακόμη χειρότερα χωρίς να τα ξαναδεί. Και ο Τζορτζ αναμφίβολα αισθανόταν το ίδιο όπως η Τίνα, όμως έκλεινε τον πόνο του στα ενδόμυχα της καρδιάς του, λες κι έπρεπε -ως άντρας- να δείχνεται πάντα γενναίος.  Αισθανόταν ότι το όφειλε στην Τίνα.  Αν εκείνη ένιωθε την απελπισία του, ο Θεός ξέρει τι θ’ ακολουθούσε. Όχι χρειαζόταν να επιστρατεύσει το κουράγιο του και να φανεί γενναίος για το χατίρι της Τίνας. Την είχε ενθαρρύνει να κάνει εκείνο το πτυχίο της στο Πανεπιστήμιο του Armidale.  Αλλά να που η επιβράβευση της σκληρής εργασίας της για την ολοκλήρωση του πτυχίου, δεν κατέληξε να είναι μία ευτυχισμένη γιορτή, αλλά  μία απίθανη περιπέτεια που ακόμη αναρωτιόταν αν τη ζούσαν αληθινά.  Όχι, το ερώτημά του πού τελείωνε η αλήθεια και πού άρχιζε ο εφιάλτης, δεν είχε ακόμη απαντηθεί.

 

γαπητέ… Τζόσλυ… με λίγα λόγια μας απαγάγατε… έτσι δεν είναι; Τα υπόλοιπα περισσεύουν νομίζω… Και το κάνατε βέβαια χωρίς τις ευλογίες μας! είπε ειρωνικά ο Τζορτζ μεταθέτοντας ξανά τη συζήτηση στο πώς επιτέλους βρέθηκαν εκεί, στον περίφημο άγνωστο πλανήτη, Άρτεμη.

-Όχι ακριβώς Τζορτζ, είπε ο Τζόσλυ με ανεκτικότητα στον τόνο της φωνής του.

-Ναι, όχι ακριβώς, αλλά πολύ κοντά στην πραγματικότητα! νευρίασε ο Τζορτζ.

-Το αυτοκινητιστικό ατύχημα που πάθατε σας άφησε βαριά τραυματισμένους. Και τώρα που είστε γεροί και δυνατοί, μπορώ να σας πω ότι σας πήραμε ετοιμοθάνατους… Είναι βέβαιο και τώρα που μιλάμε ότι δε θα επιζούσατε αυτής της κατάστασης, αν δεν κάναμε ό,τι επιτέλους κάναμε.

-Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς! είπε η Τίνα ταραγμένη.

-Κι αυτό είναι κατανοητό, είπε υπομονετικά ο Τζόσλυ.

-Και πώς φτάσαμε εδώ πάνω; ρώτησε ειρωνικά ο Τζορτζ, που δε μπορούσε να καταπιεί την ιστορία του Τζόσλυ.

-Με το διαστημόπλοιό μας φυσικά,  είπε ο Τζόσλυ.

-Τότε θα γνωρίζεις και πόσο μακριά είμαστε από το δικό μας πλανήτη, τη… Γη, επέμενε ο Τζορτζ ικανοποιώντας με την ειρωνεία του το δικό του άγχος.

1.216.800.000 χιλιόμετρα, είπε ο Τζόσλυ με το φυσικότερο τρόπο.

-Εννοείς, ότι βρισκόμαστε μακριά από τη Γη… ο Τζορτζ σταμάτησε κομπιάζοντας.

Ο Τζόσλυ χαμογέλασε και εξήγησε:

-Οχτώ φορές την απόστασή της από τον ήλιο σας;

-Μα… είναι απίστευτο… Θέλεις να πεις ότι η γυναίκα μου κι εγώ είμαστε τόσα χιλιόμετρα μακριά από τη Γη; ρώτησε κατακόκκινος ο Τζορτζ.

-Κάπως έτσι Τζορτζ! Το διαστημόπλοιό μας έχει την ικανότητα να φτάνει στη γη πάνω σε μία δέσμη φωτός, που… είναι επίτευγμα της επιστήμης μας, εννοώ εδώ… στον πλανήτη Άρτεμη. Και για να καταλάβετε θα  χρησιμοποιήσω ένα δικό σας χρονικό δείχτη, τους αιώνες. Εδώ και πολλούς αιώνες λοιπόν οι επιστήμονές μας χρησιμοποιώντας το ταλέντο τους -το ενίσχυσαν οι πανάρχαιοι επιστήμονές μας: ο Απόλλων και η Άρτεμις, τα αργότερα ιερά αδέρφια του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου- ανακάλυψαν αυτή την ακτινοβολία που βλέπετε και που θα κατανοήσετε το ρόλο της πολύ σύντομα.

-Δεν καταλαβαίνω τίποτα… Απόλλων, Άρτεμις… επιστήμονες… Θεοί του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου… Εγώ θέλω να ξέρω αυτό μόνο: θα γυρίσουμε ποτέ πίσω στο σπίτι μας και στα παιδιά μας;  ρώτησε η Τίνα αγχωμένη στο έπακρο.

-Θα εξαρτηθεί… είπε ο Τζόσλυ και η Τίνα αναπήδησε.

-Δεν μπορείτε να μας το κάνετε αυτό! Δεν μπορείτε! τα μάτια της είχαν γεμίσει ξαφνικά με δάκρυα.

Σιώπησαν όλοι. Ο Τζόσλυ είπε ξαφνικά, μη δίνοντας πλέον σημασία στις αντιδράσεις τους.

-Προσέχετε εδώ… αρχίζουν τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο τμήμα εξετάσεων.  Ο χώρος το επιβάλλει, καθώς για να εισέλθετε σε αυτόν θα πρέπει πρώτα να είστε απαλλαγμένοι από κάθε είδους μικρόβια. Ως γήινοι φέρετε αόρατους μικροοργανισμούς και παρόλο ότι περάσατε ήδη από μία εκτεταμένη εξουδετεροποίηση τους, θα πρέπει τελικά να επαναβεβαιωθούμε ότι εξαλείφτηκαν. Η πρώτη κάθαρση επήλθε με τη θεραπεία στην οποία υποβληθήκατε για να επανέλθετε στη ζωή… Αυτή η νέα, είναι η τελική πριν να μπείτε μέσα στην πολιτεία μας και αναμειχθείτε με τους κατοίκους της.

Η Τίνα έπιασε το χέρι του Τζορτζ.  Έτρεμε. Την κύτταξε με λύπη.  Ήταν τόσο δύσκολο να πει κάποια πράγματα για να την παρηγορήσει.  Ήταν άντρας διάβολε, δεν μπορούσε να λυγίσει και να κάνει ό,τι έκανε η γυναίκα του.  Βρίσκονταν λοιπόν σε μία άλλη διάσταση, που ήταν εντελώς άσχετη με τη γη.  Το γιατί δεν το είχαν χωνέψει ακόμη.  Δεν ήταν ξεκάθαρο. Δεν μπορούσε επίσης να φανταστεί τις συνέπειες της  μεταβίβασης τους σ’ εκείνο το περιβάλλον στο οποίο είχαν βρεθεί από το πουθενά, ούτε είχε ιδέα για τις ζυμώσεις που ο οργανισμός τους είχε ήδη υποστεί και θα συνέχιζε να υφίσταται,  κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στον Άρτεμη. Άγνωστη τους ήταν επίσης και η δυνατότητα  αναπροσαρμογής του οργανισμού τους όταν θα επέστρεφαν πίσω -αν επιζούσαν για να επιστρέψουν- και αν όλα αυτά ήταν έτσι όπως τα έλεγε ο Τζόσλυ.  Ίσως να επερχόταν καύση-καταστροφή των κυττάρων τους από την υψηλή  ραδιενέργεια στην οποία είχαν ήδη εκτεθεί με την μεταβίβασή τους εκεί.  Η άνευ προηγουμένου ακτινοβολία στην οποία εκτίθεντο, δεν μπορεί παρά να ήταν ως παράγων  θετικός ή αρνητικός θανάσιμα ουσιαστικός για τον γήινο οργανισμό τους.  «Αν ζήσουμε… θα έχουμε να γιορτάζουμε για κάτι επιτέλους!» σκέφτηκε μέσα του.

-Δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι ουσιαστικό ως προς την ατμόσφαιρα που να διαφοροποιεί αυτή την περιοχή από εκείνη που είμαστε πριν, παρατήρησε ο Τζορτζ.

-Το γαλαζοπράσινο φως που βλέπετε είναι ένα περίβλημα… το ίδιο φως τυλίγει τα σώματά μας όταν βρισκόμαστε κυρίως εκτός αυτού του περιβάλλοντος. Όταν βρεθείτε εντός του θα κατανοήσετε τη διαφορά, είπε ο Τζόσλυ.

-Γιατί μας εμπιστεύεσαι τόσο πολύ Τζόσλυ; Είναι μήπως γιατί δε θα επιστρέψουμε ποτέ πίσω στη γη; ρώτησε περίεργος τώρα ο Τζορτζ.

-Όχι. Ωστόσο δε μπορώ να σας δώσω ακόμη εξηγήσεις που δεν είναι εύκολο να τις κατανοήσετε. Θα καταλάβετε κάποια στιγμή, σύντομα πιστεύω. Είσαστε καλοί και υπομονετικοί, απάντησε ο Τζόσλυ.

 

Αν όλα αυτά που ζούσαν ήταν πέρα για πέρα αληθινά, τότε  ο Τζορτζ και η Τίνα έγραφαν  διαστημική ιστορία, που ένας γήινος δε θα μπορούσε ν’ αποδεχτεί ή να πιστέψει, έτσι εύκολα. Οι ίδιοι, ακόμη και ύστερα από όλα όσα έβλεπαν, δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι είχαν πετάξει από το πουθενά σε άλλον πλανήτη, τόσο μακριά από τη Γη.  Σύμφωνα με τον Τζόσλυ, η  ενίοτε παρουσία των Αρτεμησίων πάνω στη Γη, ήταν μέρος της προσφοράς τους, στο Σύμπαν.  Στον Γαλαξία τους, ήταν αναγνωρισμένοι ως οι φιλάνθρωποι των πλανητών, ακόμη και του μακρινού πλανήτη Γη. Δεν ήταν λίγες φορές που αποστολές τους διέσωσαν τα πληρώματα άλλων διαστημοπλοίων στον Γαλαξία τους ή και γήινα άτομα όπως τον Τζορτζ και την Τίνα. Στη γη ο Τζορτζ και η Τίνα αποτελούσαν ειδική περίπτωση διάσωσης. Δεν βρέθηκαν λοιπόν εντελώς τυχαία μπροστά τους. Ήταν εκείνος ο τυφώνας Φοίβη… που τους ταξίδεψε εκείνη τη φορά… και για καλή τύχη του ζεύγους Λαβίδη.

 

Ο Τζορτζ βοήθησε την Τίνα να κατεβεί ένα ψηλό σκαλοπάτι μόλις μπροστά από μία τεράστια κλειστή είσοδο. Και οι δυο τους ένιωθαν τόσο υγιείς όσο ποτέ άλλοτε. Οι κινήσεις τους ήταν νεανικές και παρά το άγχος τους ένιωθαν ελαφρότεροι. Δεν είπαν όμως τίποτε για όλα αυτά. Γιατί άλλωστε;  Ο Τζόσλυ τους είχε αναγγείλει την ικανότητα των Αρτεμισίων να μπορούν να διαβάζουν ακόμη και τις σκέψεις τους, όπου και όταν επιβαλλόταν!

Η είσοδος άνοιξε και την πέρασαν. Τα τοιχώματά του  χώρου όπου βρέθηκαν, είχαν μία γαλανή απόχρωση. Προχωρώντας βρέθηκαν μπροστά σε ένα θόλο που έφερε ένα διαφανές παραπέτασμα.  Εκείνο παραμέρισε με μία κίνηση του Τζόσλυ.  Εισήλθαν σ’ έναν διάδρομο που έλαμπε σα να το φώτιζε ήλιος.  Στο τέλος του διαδρόμου, βρέθηκαν μπροστά στο θαύμα, που μέρος του είχαν αντιληφθεί από μακριά.

-Βρισκόμαστε στη βάση Απόλλωνας,  είπε ο Τζόσλυ.

-Μα δεν είπες πως θα περάσουμε από έναν θάλαμο για εξέταση και απολύμανση;

-Μπήκατε ήδη στη διαδικασία  Τζορτζ! Από τη στιγμή  που βαδίζατε σ’ εκείνο το φωτεινό διάδρομο… είπε ο Τζόσλυ απλά.

Ο Τζορτζ, σιώπησε ντροπιασμένος, από τον επιθετικό τρόπο του προς τον ευγενικό Τζόσλυ.

-Να ρωτήσω κάτι ακόμα παρακαλώ Τζόσλυ. Τα ονόματα Άρτεμη και Απόλλων όπως το είπες, είναι ονόματα θεοτήτων του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου… Πώς είναι δυνατόν εσείς από τόσο μακριά να  το γνωρίζετε αυτό; … και στον πλανήτη σας… το  άλλο το πιο παράξενο: ότι δηλαδή ο Απόλλων και η Άρτεμις ήταν δικοί σας επιστήμονες… που βοήθησαν στην πρόοδο της επιστήμης  σας…  και στη μνήμη τους χρησιμοποιείτε τα ονόματά τους!

-Είναι απλό. Ο πολιτισμός μας είναι πολύ παλαιότερος εκείνων του Πλανήτη σας.  Οι πρόγονοί μας σε κάποιες από τις επισκέψεις τους στη Γη, έγιναν μάρτυρες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Όπως κάνουν ακόμη και σήμερα, βρέθηκαν κοντά στους ανθρώπους με τον τρόπο τους, και έτσι είδαν και έμαθαν πολλά. Κάποιοι από τους αρχαιοέλληνες βρέθηκαν κοντά μας, για λόγους παρόμοιους με τους δικούς σας.  Παρόμοια όπως και σήμερα ενήργησαν οι αποστολές μας και με άλλους αρχαίους πολιτισμούς, όπως  της των Αιγυπτίων των Σουμερίων και αλλού με άλλους…  των Ίνκας, των Ινδών, της Κινέζων, ή των Νορμανδών, των Βίκινγκς κ.τ.λ.  Στην ατέλειωτη ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της πόλης μας θα μπορούσατε -αν ενδιαφερόσασταν- να βρείτε όποιες και όσες πληροφορίες θα θέλατε.

-Πώς είναι δυνατόν όλα αυτά αγαπητέ μου;  Μας λες λοιπόν ότι είχατε την τεχνολογία να το κάνετε  από τότε ακόμη;  Γιατί στη Γη, κλάσμα μόνο της δικής σας τεχνολογίας -όπως την έχεις παρουσιάσει μέχρι στιγμής- εξελίσσεται και μάλλον πάρα πολύ αργά σε σύγκριση με τη δική σας, θέλησε να πληροφορηθεί ο Τζορτζ, με έκδηλο θαυμασμό επιτέλους.

-Κάπως έτσι, είπε διασκεδάζοντας με τις αντιδράσεις του  Τζορτζ, ο Τζόσλυ.

-Φαινόμαστε εντελώς καθυστερημένοι μπροστά στις δικές σας γνώσεις… Έτσι δεν είναι; ρώτησε φωναχτά ο Τζορτζ.

-Όχι, δεν είναι έτσι.  Απλά κινούμαστε σε μία άλλη διάσταση και αυτό δημιουργεί τις απίστευτες αντιθέσεις μας.

Ο Τζορτζ κούνησε το κεφάλι του, δείχνοντας δυσπιστία. Έβλεπε ότι η σύγκριση των δύο πλανητών ήταν άστοχη σε όλα τα επίπεδα, αν όχι αδύνατη: «η νύχτα με τη μέρα» σκέφτηκε. Με τη συζήτηση όμως δεν είχαν αντιληφθεί πότε κιόλας πέρασαν από το ένα μέρος στο άλλο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα υπερβολικά μεγάλο κτίριο φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Μία είσοδος τεραστίων διαστάσεων άνοιξε μπροστά τους με μία κίνηση του Τζόσλυ και ένας δαιδαλώδης λαβύρινθος έκανε την εμφάνισή του. Υπήρχαν παντού οθόνες, φωτεινές επιγραφές, ασυνήθιστα ανάκλιντρα και ακόμη πιο ασυνήθιστες ήταν οι πανύψηλες ελκυστικές θηλυκές παρουσίες με κολλητές στολές από χρυσοπράσινο υλικό. Τα μάτια τους ήταν αμυγδαλωτά και οι παρειές των προσώπων τους κατέληγαν σε εξέχοντα ζυγωματικά.  Το στόμα τους ήταν σχεδόν στρογγυλό και τα χείλια τους καλογραμμένα. Το κεφάλι τους έλαμπε από διάδημα, που στολισμένο με τις πολύτιμες πέτρες που ήδη γνώριζαν καλά, καθόταν με χάρη πάνω στα καστανά ως σκούρα, σγουρά μαλλιά τους. Τους θύμισαν κάποια μακρινή φυσιογνωμία…

-Είναι οι  Αρτεμίσιες. Αποστολή τους είναι η προεργασία για την καλή έκβαση της χλωρίδας μας και κυρίως των φρουτοφόρων δέντρων. Απώτερος στόχος τους είναι η καλύτερη ποιότητα και η μεγαλύτερη ποσότητα του όποιου καρπού.  Κάτι σαν γεωπόνοι θα έλεγα, ως προς τη μία ιδιότητά τους. Επιπλέον επιβλέπουν και φροντίζουν για την ισορροπία του οικολογικού μας συστήματος, όπως θα το λέγατε εσείς οι γήινοι, είπε ο Τζόσλυ.

Το ζεύγος Λαβίδη,  απαλλοτριωμένοι από εκείνο το φαντασμαγορικό -με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο,- περιβάλλον, στο οποίο είχαν ξυπνήσει κάποια στιγμή της ζωής τους από μία αλαζονεία της μοίρας τους, παρατηρούσαν σιωπηλά. Τον θαυμασμό τους τον διαδεχόταν πότε η περιέργεια, άλλοτε  η ανησυχία και όχι σπάνια η απελπισία κυρίως σε σχέση με την απόσταση από τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Οι ποικίλες διαβαθμίσεις των συναισθημάτων τους θα ήταν αδύνατον  να  εκφραστούν  με  λέξεις.

Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν και πολλοί άρρενες Αρτεμήσιοι,  που επίσης πανύψηλοι, ήταν ντυμένοι στα χρυσοπράσινα όπως και οι Αρτεμησίες και έμοιαζαν του Τζόσλυ. Φορούσαν χαμηλές μπότες και συζητούσαν σε χαμηλούς τόνους.  Ήταν σοβαροί και συγκεντρωμένοι, λες και διαρκώς βρισκόταν σε κάποια υπηρεσία.  Πολλοί κρατούσαν είδη φακέλων και σχεδόν πάντα κάποιο μικρό όργανο επικοινωνίας. Άλλοι οδηγούσαν πολύ προσεκτικά μικρά  αθόρυβα οχήματα. Τα χαρακτηριστικά τους πλησίαζαν τα χαρακτηριστικά των γήινων και τα μαλλιά τους ήταν  ως επί το πλείστον, ξανθά. Ο Τζορτζ και η Τίνα τον κύτταξαν ερωτηματικά.

-Είναι οι Απολλώνιοι, είπε ο Τζόσλυ.

-Και τα παιδιά; Δεν υπάρχουν παιδιά; ρώτησε η Τίνα με μια λαχτάρα.

-Ναι… τα παιδιά δεν κυκλοφορούν ανάμεσά μας και ειδικά σ’ ετούτη την περιοχή.  Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας -αν μπορώ να τοποθετήσω έτσι τη δική μας χρονική μονάδα για να γίνω κατανοητός-   επιβλέπονται από ομάδες εκπαιδευτών από την ημέρα που συμπληρώνουν τον πρώτο χρόνο ζωής. Το υπόλοιπο της ημέρας παρευρίσκονται με τους γονείς τους.

Τα παιδιά μαθαίνουν όλα όσα χρειάζονται για να προσαρμόζονται στις ανάγκες που επιβάλλονται στο χώρο του γαλαξία μας και στον τρόπο του βίου που διάγουμε, είπε ο Τζόσλυ πολύ σοβαρός αυτή τη φορά.  Ετοιμάζονται κατάλληλα ώστε το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο μέρος της ζωής τους να αποβούν χρήσιμα μέλη της κοινωνίας μας και να συμβάλλουν γενναιόδωρα όμοια όπως οι γονείς τους και ακόμη ενωρίτερα οι παππούδες τους και γενικά οι πρόγονοί τους, και κάθε νέα γενιά καλύτερα από την προηγούμενη.  Είναι άλλωστε στο DNA τους. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο και στη δική σας κοινωνία;

Ο Τζόσλυ συνέχισε αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του.

-Βρισκόμαστε στη ζώνη ελέγχου.

Ένας Απολλώνιος κατευθύνθηκε προς αυτούς και τελικά στάθηκε μπροστά τους. Κάνοντας μικρή υπόκλιση, μίλησε ψιθυριστά στον Τζόσλυ, που με τη σειρά του ζήτησε από το ζεύγος Λαβίδη ν’ ακολουθήσουν. Οι διαφάνειες στους  τοίχους των διαδρόμων τηρούσαν μία συγκεκριμένη απόσταση  από τα άτομα που κυκλοφορούσαν: δηλαδή, κάθε φορά που χρειαζόταν, υποχωρούσαν αυτόματα, κρατώντας μόνιμη την απόσταση του ενός περίπου μέτρου από τα άτομα.   Η κινητικότητά τους  εξηρτάτο από τη θερμοκρασία των ατόμων που κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους.  Ήταν ζήτημα απολύμανσης και προστασίας του περιβάλλοντος.

Διανύοντας τους παραπάνω διαδρόμους το ζεύγος Λαβίδη και ο Τζόσλυ, έφτασαν τελικά σε μία αίθουσα όπου σε έναν από τους τοίχους της αναβόσβηνε ένα δυνατό χρυσοπράσινο φως. Υπήρχαν βαθιά αναπαυτικά έπιπλα, κατάλευκα, λεία, σχεδόν εκτυφλωτικά. Ήταν κατασκευασμένα από υλικό που έμοιαζε με καουτσούκ. Η ατμόσφαιρα του χώρου ήταν μάλλον ευχάριστη και έδινε το συναίσθημα ότι βρίσκεσαι δίπλα σε δάσος και σε νερό. Ο Τζορτζ και η Τίνα πήραν βαθιά αναπνοή.

-Μπορείτε να ξεκουραστείτε εδώ, πρότεινε ο Τζόσλυ.

Η Τίνα κινήθηκε με σκοπό να καθίσει κάπου.

-Τι όμορφα που είναι εδώ! είπε και άνοιξε τα μπράτσα της.

Ξεκουραζόταν κιόλας ξαπλωμένη σ’ ένα τεράστιο ανάκλιντρο.

-Τέλεια ηρεμιστική ατμόσφαιρα.   Δεν καταλαβαίνω… θα έλεγα όμως ότι άρχισα να συμβιβάζομαι και με αυτή τη σκέψη… είπε ο Τζορτζ, που ακολουθώντας το παράδειγμα της γυναίκας του είχε επίσης ξαπλώσει σ’ ένα δεύτερο, δίπλα της. Άπλωσε τα πόδια του μακριά μπροστά του, όπως έκανε όταν ξεκουράζονταν μετά από ένα μπάνιο στην πισίνα τους.

Ο Τζόσλυ παρακολουθούσε φανερά ικανοποιημένος τις αντιδράσεις τους.  Φαινόταν πολύ γήινος, πολύ συμπαθητικός.

-Πώς μπορείς και μιλάς τη γλώσσα μας Τζόσλυ; ρώτησε ξαφνικά η Τίνα, ειλικρινά περίεργη, απλά γιατί εκείνη τη στιγμή βρήκε τον καιρό να χαλαρώσει, να σκεφτεί και να παρατηρήσει κάποια πράγματα που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα ήταν ίσως από τα πρώτα πράγματα που θα ρωτούσε.

-Είναι το πιο φυσικό αγαπητή μου! Όπως είπα, ως παιδιά μεγαλώνουμε με εκπαιδευτές που χρησιμοποιούν τις πιο ενδιαφέρουσες μεθόδους διδασκαλίας.  Γνωρίζουμε και μιλάμε γλώσσες με την ίδια ευκολία που μιλάμε τη δική μας. Έχουμε πάρει και έχουμε εμπλουτίσει τη γλώσσα μας με πολλά στοιχεία από τη γλώσσα της φιλοσοφίας και των επιστημών, την αρχαιοελληνική. Η τεχνολογία μας χρησιμοποιεί όρους που απαντούν σε άλλες σύγχρονες γλώσσες, που ομιλούνται στον Γαλαξία μας, καθώς έχουμε τους τρόπους να επικοινωνούμε ταχύτατα και να διαβάζουμε με τη βοήθεια των ακτινών μία μέθοδος γνωστή από χιλιάδες χρόνια στον Γαλαξία μας. Όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα ταξίδια μας στους άλλους πλανήτες. Πολλοί από εμάς μαθαίνουν κατ’ επιλογήν γλώσσες που ομιλούνται σε άλλα ηλιακά συστήματα. Άλλωστε είναι αμέτρητοι οι πλανήτες που κατοικούνται και επικοινωνούν μαζί μας,  είπε ο Τζόσλυ πολύ φυσικά.

-Είναι δυνατόν; Το ακούω αλλά είναι πολύ δύσκολο να συλλάβω τη διάστασή του, λέει η Τίνα ταπεινά.

-Δεν είμαστε οι μόνοι πλανήτες στον Γαλαξία μας, ούτε ο γαλαξίας μας είναι ο μοναδικός με κατοικημένους πλανήτες.  Αλίμονο αν ήταν έτσι. Στη Γη παρατηρείται ένα είδος απομόνωσης.  Οι άνθρωποι δεν εξελίχτηκαν όπως επιβαλλόταν.  Οι συνθήκες που επικράτησαν πάνω στη Γη,  κράτησαν τους κατοίκους της υποανάπτυκτους. Εξ αρχής, όταν ακόμη οι αριθμοί των γήινων κοινωνιών ήταν μικροί,  οι επιτήδειοι κατόρθωσαν να επιβάλλουν ιδεολογίες και συστήματα, σπρώχνοντας τις μάζες σε καταστροφικές διενέξεις και πολεμικές επιχειρήσεις, οι οποίες συντέλεσαν μόνο στην καθυστέρηση της προόδου και της επιστήμης.  Η ανάγκη των λίγων να διέπουν τα πράγματα που αφορούσαν τη λαϊκή μάζα, δεν ωφέλησαν κανέναν σε τελική ανάλυση. Επικρατεί διχόνοια και μίσος και οι εξουσίες υποδαυλίζουν τα χειρότερα, γιατί μόνο έτσι μπορούν και διαιρούν, επικρατούν και απομυζούν το αίμα των απλών ανθρώπων. Σίγουρα οι αξίες σας διαφέρουν από τις δικές μας. Εδώ επικρατεί το -«θεωρητικό» μάλλον για σας- «ένας για όλους και όλοι για έναν». Επιδίωξή μας είναι να βελτιώσουμε το βίο μας προς όλες τις κατευθύνσεις, πρακτικές ή διανοητικές. Ξεκινώντας από το θέμα της υγείας  και την αυτοσυντήρηση, φτάνουμε στην εξελιγμένη κοινωνία και την αυτοτέλεια γενικά.  Προηγούμεθα της Γης σε έτη προόδου, ένα περίπου εκατομμύρια χρόνια. Εδώ και είκοσι περίπου χιλιάδες χρόνια, χρησιμοποιούμε το ηλιακό φως  του γαλαξία μας  για να ταξιδεύουμε όπου χρειάζεται, ή επιβάλλεται από τα ζητήματα που προκύπτουν με άλλους πλανήτες και που είναι πάντα ειρηνικές, καθώς όλοι είμαστε αυτάρκεις και δε γεννάται θέμα αντιζηλίας.   Δεν υπάρχει τάξη διοικούντων. Καθώς οι πληθυσμοί μας διατηρούνται μικροί, όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα και όλοι περνούν από τα ίδια αξιώματα όταν έρθει η σειρά τους να υπηρετήσουν για το κοινό καλό και το όφελος του πλανήτη μας. Κάποιοι αποκλίνουν των θέσεων αυτών, καθώς θεωρούν ότι δεν είναι κατάλληλοι για το είδος της εργασίας που τους ανατίθεται. Τότε οι επόμενοι αναλαμβάνουν και ούτω καθεξής.

Ο Τζόσλυ σταμάτησε μία μόνο στιγμή για να  συνεχίσει και πάλι:

-Πρόκειται λοιπόν για ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα από εκείνο της γης. Να προσθέσω ότι μέσος όρος χρόνων ζωής ενός κατοίκου του πλανήτη μας, είναι περίπου πεντακόσια χρόνια. Ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό των κατοίκων του πλανήτη μας είναι, ότι σε όλες τις ηλικίες διατηρούν τη νεανικότητά τους και την δραστηριότητά τους.              Είμαστε λιτοδίαιτοι, η ζωή μας είναι απλή, διδασκόμαστε τη μεταξύ μας  συνεργασία και έχουμε κοινούς στόχους: τη συνεχή καλυτέρευση των όρων ζωής, τη συνεχή μείωση ιώσεων και ασθενειών και τη συνεργασία με τους κατοίκους των άλλων πλανητών, με στόχο την καλή γειτνίαση διαρκείας. Η ανταλλαγή απόψεων και η συνεργασία στο θέμα νέων ανακαλύψεων έχει μεγάλη επιτυχία.  Η ζωή είναι ελεύθερη από ασθένειες και η ταχεία αποκατάστασή της όταν διακινδυνεύει, είναι από τα πιο μεγάλα επιτεύγματα αυτής της συνεργασίας.

Από τους  κατοίκους μας,  εκείνοι που σμίγουν, αποκτούν ένα και σπάνια δύο παιδιά.  Υπάρχει έλεγχος των γεννήσεων για την καλή ποιότητα της ζωής, αναμφίβολα. Η υψηλή ποιότητα εκπαίδευσης όλων, είναι αποτέλεσμα σοφών αποφάσεων και οι συνέπειες είναι εμφανείς. Να προσθέσω εδώ, ότι εκείνο που φθείρει τη γήινη ζωή, είναι η έλλειψη εγκράτειας, η έλλειψη αγάπης στο συνάνθρωπο και η απληστία των λίγων για τη συλλογή των αγαθών, άσχετα με τις συνέπειες, γεγονός  που προκαλεί. Επικρατεί ένα είδος σκλαβιάς καθώς η εργασία αμείβεται λίγο και με σκληρούς όρους. Ο γρήγορος θάνατος είναι συνέπεια αυτού, και επομένως αποτέλεσμα των έργων αυτών καθαυτών των ανθρώπων.  Είχαν και έχουν τις λύσεις, αλλά η εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους ισχυρούς: κυβερνήσεις που ενεργούν υπό την κατεύθυνση των ισχυρών εταιρειών και του πλούτου κ.τ.λ., παρασύρουν τις μάζες στον όλεθρο.  Και μόνον όταν κάποιος έρθει σε αντίθεση μαζί τους,  εξοστρακίζεται από την κλίκα τους και σαν το μαύρο πρόβατο -αν γλυτώσει την  θανατική ποινή- δικάζεται,  διασύρεται, εξευτελίζεται σαν Ιούδας της ομήγυρης.  Βέβαια αυτό είναι το ένα.  Σε παρόμοιο παράπτωμα έχουν περιπέσει και κάποιοι δικτάτορες. Οι Μεγάλοι Αδερφοί δεν επιτρέπουν το poppy syndrome, παρά μόνο στους εαυτούς τους, τους λίγους μυημένους της ομήγυρης των Σκορπιών.

Να πούμε απλά ετούτο: οι μεγάλες εταιρείες που κυβερνούν -και τις κυβερνήσεις σας, κοντολογίς- δε θα επιτρέψουν ποτέ σε κανέναν να καταπατήσει τα συμφέροντά τους. Μπροστά σε αυτά δεν υπολογίζεται η μάζα. Θυσιάζονται τα ανώνυμα πλήθη γιατί στην ουσία δεν μετράνε,  και επομένως δεν ανησυχεί κανένας γι αυτά.  Ποιος ενδιαφέρεται για τους εμπορικούς σκλάβους;  Αναμφίβολα όχι οι πανίσχυροι!..  Γνωρίζουμε το διαδίκτυο των κυβερνώντων στις χώρες σας, την ανθηρή κατασκοπεία, την εξάπλωση με τις ευλογίες τους της χρήσης επιβλαβών ουσιών… Τα τσιγάρα σας και μόνο, είναι τρομερό όπλο στα χέρια των δυνατών για την εξολόθρευση μεγάλου αριθμού γήινων. Ένας φοβερός αριθμός νέων οδηγείται καθημερινά  στον αφανισμό, από την  αυτοκτονία, που είναι επίσης συνέπεια των δεινών που αντικρίζουν και βιώνουν καθημερινά: τη διάλυση της οικογένειας, την έκθεσή τους στα δεινά των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, στην πορνογραφία, στην «κακή» τηλεόραση και στην κατάχρηση των υπολογιστών, στη φτώχεια και στη στέρηση, κ.τ.λ.  Και όλα αυτά μέσα σ’ έναν κόσμο, όπου η διαφήμιση προωθεί τη σύγκριση και κατά συνέπεια την ανάγκη απόκτησης αγαθών, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν οι δυνατότητες.  Το οικονομικό και η ανικανότητα της βελτίωσής του, είναι ένα φαινόμενο που οδηγεί στην καταστροφή.

Εγωκεντρισμός και ασπλαχνία χαρακτηρίζει τις κοινωνίες σας έστω και αν οι πιο τρομερές αλήθειες για τις οποίες πρέπει να ζει ο άνθρωπος, έχουν γεννηθεί πάνω στον πλανήτη σας, από πολιτισμούς σαν τον αρχαιοελληνικό.

Είναι οδυνηρά όλα αυτά και εμείς εδώ, έχοντας υπόψη αυτή την αδυσώπητη κατάσταση κρατηθήκαμε πάντα μακριά από τον πλανήτη σας.  Να πω μόνο πως από καιρού σε καιρό, μας φέρνει η ανάγκη να επιβλέπουμε κάποιες ισορροπίες στο ηλιακό μας σύστημα και προσγειωνόμαστε για ελάχιστο χρόνο στον πλανήτη σας. Σε μία από αυτές τις επισκέψεις προείδαμε το ατύχημά σας και επιχειρήσαμε να επικοινωνήσουμε μαζί σας.  Ήταν ωστόσο πολύ-πολύ δύσκολο γιατί οι υπηρεσίες μας δεν λειτουργούσαν επαρκώς σ’ εκείνο το καιρικό πλέγμα σε συνδυασμό με τα βουνά που απομόνωναν την περιοχή. Τελικά κατορθώσαμε να σας γλυτώσουμε από βέβαιο αφανισμό, και να που είστε ακόμη εδώ, μαζί μας.

Βλέπω από τα πρόσωπά σας ότι σκέφτεστε όλα όσα σας είπα.  Ίσως και να μη συμφωνείτε μαζί μου για όλ’ αυτά.  Δεν πειράζει.  Θα έρθει κάποτε και εκείνη η στιγμή.

Ο Τζορτζ και η  Τίνα κύτταξαν τον Τζόσλυ με νέα ματιά.  Φαινόταν  ήμερος και ειλικρινής.  Βέβαια όλα όσα είπε ενισχύονταν μερικώς και από όλα εκείνα που είχαν δει ως εκείνη τη στιγμή. Δεν είχαν προλάβει ν’ αφομοιώσουν όλα όσα είχαν ακούσει από τον Τζόσλυ, όταν ένα παραπέτασμα ανοίγει απροειδοποίητα, μόλις  μερικά μέτρα μπροστά τους.

 

Το ζευγάρι ακολουθεί πάντα τον  Τζόσλυ που κινείται άνετα. Προσπερνάει πολλούς ομοίους του και εκείνοι  παραμερούν μ’ ελαφρά κλίση στο πέρασμά τους. Είναι ολοφάνερο ότι ο οδηγός τους φέρει κάποιο αξίωμα που τον κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους ομοίους του.

Η αίθουσα είναι ατέλειωτη.  Εκατοντάδες άνθρωποι εργάζονται εκεί.  Στον ίδιο χώρο διακρίνονται θάλαμοι, και διάδρομοι όπου δίπλα στους εργαζόμενους, κυκλοφορούν  επίσης αθόρυβα οχήματα και εξίσου αθόρυβες πτυσσόμενες μηχανές. Ο Τζόσλυ τους οδηγεί σε έναν από τους μεγάλους θαλάμους.  Οι θύρες ανοίγουν και μέσα σε έναν άνετο χώρο υπάρχουν μεγάλες ατομικές θήκες-θάλαμοι, διαφανείς, ανοιχτές και  με αναπαυτικά ψηλά καθίσματα στο εσωτερικό τους. Κάποιοι Αρτεμίσιοι κατέχουν ήδη κάποιες από αυτές. Στο εξωτερικό τους υπάρχουν πίνακες όπου αναβοσβήνουν φωτεινά κουμπιά και καταγράφονται σε άγνωστη γραφή,  προφανώς κάποιες πληροφορίες ή και οδηγίες σχετικές με τα άτομα που βρίσκονται εντός αυτών.  Έξω και δίπλα από τις ατομικές θήκες-θαλάμους ξεχωρίζουν μεγάλα ταμπλό και οθόνες, όπου εμφανίζονται εικόνες, άγνωστα σύμβολα ή γράμματα.

Ο Τζόσλυ μιλάει με έναν από τους ειδικούς προφανώς αυτής  της διαδικασίας, τον Βατού, και ύστερα στρέφεται στο ζεύγος Λαβίδη:

-Βρισκόμαστε στο χώρο όπου θα εξετασθείτε με λεπτομέρεια. Ο Βατού θα σας δείξει ακριβώς τι θα κάνετε.  Μην ανησυχείτε για τίποτε.  Όπως βλέπετε και στους άλλους θήκες-θαλάμους, πρόκειται για μία απλή διαδικασία.

Ο άνθρωπος που ο Τζόσλυ είχε αποκαλέσει Βατού, έκανε μία ελαφριά κλίση και χαμογελαστός τους έδειξε δύο από τους διαφανείς εκείνους ατομικούς θήκες-θαλάμους.

-Περάστε. Δεν έχετε να κάνετε απολύτως τίποτα.  Απλά θα καθίσετε  εδώ μέσα και ο υπολογιστής θα κάνει τη δουλειά του, είπε.

Υπέδειξε στον Τζορτζ την ατομική θήκη-θάλαμο μπροστά τους και στην διπλανή οδήγησε την Τίνα. Οι δύο κυττάχτηκαν και αφού στάθηκαν πιάνοντας χέρια για μία στιγμή, προχώρησαν και κάθισαν ο καθένας τους στο κάθισμα του θαλάμου που ο Βατού τους είχε υποδείξει.  Ο Τζόσλυ παρακολουθούσε χωρίς να μιλάει.  Προφανώς ο Βατού ήταν ο ειδικός  για εκείνη την εξέταση.

Ένα κύμα δροσερό σαν ρεύμα διέρρευσε το σώμα των δύο γήινων μέσα στην ατομική θήκη-θάλαμο και το αίσθημα ευφορίας και γαλήνης, συνέβαλε ώστε να χαλαρώσουν και να κλείσουν τα μάτια.

Δεν είχε περάσει παρά μόνο ελάχιστος χρόνος, όταν άκουσαν τον Βατού να τους καλεί με τα ονόματά τους αρχίζοντας από τον Τζορτζ και τελειώνοντας με την Τίνα.  Ήταν σα να έβγαιναν από ένα διάλειμμα ανάπαυσης. Ο Τζόρτζ σηκώθηκε από το κάθισμά του και βγήκε με αργές κινήσεις από τη θήκη-θάλαμό του.  Η Τίνα τον είδε να στέκεται μπροστά στη δική της όταν την κάλεσε ο Βατού, να την εγκαταλείψει. Κυττάχτηκαν μεταξύ τους χαμογελαστοί και ήρεμοι.  Η Τίνα βγήκε από το μηχάνημα ήσυχα χωρίς να βιάζεται. Ένιωθε ανανεωμένη. Ο Τζορτζ και η Τίνα δεν παρέλειψαν να ευχαριστήσουν τον Βατού για την επαγγελματικότητα με την οποία τους είχε εξυπηρετήσει και περίμεναν στη συνέχεια δίπλα στον Τζόσλυ ν’ ακούσουν για τ’ αποτελέσματα των εξετάσεών τους.

-Οι φίλοι μας είναι καλά. Θα μπορούσα να πω πολύ καλά μάλιστα. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με την εξέλιξη της υγείας τους. Είναι έτοιμοι για το μεγάλο τους ταξίδι, είπε ο Βατού απευθυνόμενος κυρίως στον Τζόσλυ.

Η Τίνα κύτταξε τον Τζορτζ με αγωνία.  Ο Τζόσλυ που το πρόσεξε την καθησύχασε.

-Αγαπητή μου, μόνο αν είναι και δική σας επιθυμία να μας αφήσετε, τότε μόνο θα επιστρέψετε στην γη.

Η Τίνα τον κύτταξε με ευγνωμοσύνη και ο Τζόρτζ ρώτησε με άγχος.

-Μπορούμε αλήθεια να φύγουμε κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον;

-Όποτε το αποφασίσετε εσείς! είπε ο Τζόσλυ χαμογελώντας με κατανόηση.

-Το γρηγορότερο Τζόσλυ, σε ικετεύουμε, παρακάλεσε η Τίνα με δεμένες τις παλάμες της σε σχήμα ικεσίας.

-Αγαπητή μην αγωνιάτε παρακαλώ.  Όλα αυτά που σας λέω είναι πέρα για πέρα αληθινά, είπε φιλικά ο Τζόσλυ.

-Τολμάω να ζητήσω μία χάρη μόνο.  Να μας επιτρέψετε να δούμε κάποια πράγματα από τον τρόπο της ζωής σας, πριν να επιστρέψουμε στη Γη, είπε ο Τζορτζ με ειλικρίνεια.

-Γιατί όχι! Αλίμονο αν είμαστε τόσο εγωιστές ώστε να μην σας επιτρέψουμε τον ελάχιστο τουρισμό, είπε ο Τζόσλυ χαμογελώντας ευχαριστημένος αυτή τη φορά, από την καλή διάθεση του ζεύγους Λαβίδη.

Ο Τζορτζ και η Τίνα χαμογέλασαν με τον αστείο τόνο του Τζόσλυ.

Αποχώρησαν από το χώρο εξέτασης και διαπίστωσης της κατάστασης της υγείας ευχαριστώντας και πάλι τον ταπεινό Βατού, που στη συνέχεια απομακρύνθηκε κάνοντας μία ελαφρά υπόκλιση όπως και πριν, όταν τους είχε συστήσει ο Τζόσλυ.

 

Η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη.  Ο Τζόσλυ άνοιξε την πόρτα, πατώντας ένα κουμπί μπροστά του και η πόρτα χάθηκε στο πάνελ του μεταλλικού οχήματος.  Δεν ακουγόταν θόρυβος και ο πίνακας με τα καλυμμένα κουμπιά, και την οθόνη θύμιζαν αεροπλάνο, μόνο που δεν υπήρχε τιμόνι.  Ο Τζόσλυ υπαγόρευε τις κατευθύνσεις μέσω διακριτικού μικροφώνου, δίπλα στο μάγουλο του  παρακολουθώντας διαρκώς την οθόνη στο ταμπλό.

Τώρα πια πετούσαν σε κάποιο ύψος πάνω από τα ασυνήθιστα κτίρια, μέσα σε εκείνη την γαλαζοπράσινη άυλη ατμόσφαιρα, που χαλάρωνε και ανανέωνε το σώμα τους, ξεκούραζε  τα μάτια τους και τα βοηθούσε να βλέπουν καλύτερα και μακρύτερα.  Μακριά από τη ζώνη στην οποία κινούνταν και στα δεξιά τους, παρατήρησαν ένα σύνολο από μεταλλικά σκάφη που θεώρησαν διαστημόπλοια.  Ήταν στημένα όρθια με τις μύτες τους να τρυπούν τον αιθέρα.  Ρώτησαν τον Τζόσλυ.

-Είναι πολεμικές μηχανές εν ανεργία… για δεκάδες  εκατοντάδες χρόνια… αποτελούν τα σημαντικότερα αντικείμενα αυτού  του  μουσειακού  πλέον χώρου.

Κατάλαβαν.  Ο Τζόσλυ το είχε τονίσει άλλωστε ότι  έλυναν τα τυχόν προβλήματα με τους άλλους πλανήτες γείτονες, με τη διαλεκτική.

Πρόσεχαν τώρα το κυκλοφοριακό του πλανήτη.  Άλλα παρόμοια οχήματα ακολουθούσαν ή περνούσαν δίπλα τους λες και υπήρχαν αόρατες γραμμές που όριζαν το αθόρυβο τράφικ.

-Άλλες πόλεις Τζόσλυ; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Η πόλη στην οποία κινούμαστε συνδέεται με ένα σύνολο προαστίων όπως θα λέγατε εσείς.  Ο πληθυσμός μας είναι γύρω στα 150.000.000.  Ο ελεύθερος χώρος του πλανήτη ανήκει στη Μητρόπολη και τα προάστιά της, που εκπροσωπούνται με αριθμούς, αντί για ονόματα.  Διοικούνται από άτομα υψηλής υπόληψης και καθολικής αποδοχής,  τους Διοικητές, που συναντώνται στο Προεδρείο, σε τακτική βάση. Παρουσία του Προέδρου,  συζητούν και αποφασίζουν  και επικυρώνουν για τα όποια θέματα. Υπάρχουν και μικρότερες τοπικές  αρχές που συνεργάζονται με τους Διοικητές των προαστίων.

Η γέννηση ελέγχεται αυστηρά ώστε να μη δημιουργούνται ανεξέλεγκτοι πληθυσμιακοί αριθμοί.  Με αυτό τον τρόπο αποφεύγονται πολλά προβλήματα.  Στη Μητρόπολη όπου βρισκόμαστε,  υπάρχει αρκετός χώρος για τη χλωρίδα και την πανίδα.  Η εκτός της Μητρόπολης  περιοχή μοιράζεται στα προάστια εξίσου, εξήγησε ο Τζόσλυ.

Ο Τζορτζ και η Τίνα ακούν πάντα με προσοχή. Πρόκειται άραγε για τον Πλανήτη της ευδαιμονίας; Περιμένουν ν’ ακούσουν για κάποια ψεγάδια ή ατέλειες επιτέλους.

Απομακρύνονται από εκεί. Αριστερά τους απλώνεται ένας τεράστιος χώρος με μικρά ή μεγάλα πάρκα, όπου ξεχωρίζουν σταθμευμένα οχήματα, κτίρια  με παρόμοιο στυλ και ανάμεσά τους, ένα υπερμέγεθες, σε πολύπλοκο σχέδιο.

-Αυτό είναι το Προεδρείο.  Εδώ μένει ο Πρόεδρος του Πλανήτη Άρτεμη Ντιάτο και οι συνεργάτες του.  Εδώ γίνονται τα συνέδρια των Διοικητών και των άλλων αρχόντων,  εδώ λαμβάνονται και επικυρώνονται οι σημαντικές αποφάσεις και εδώ δεχόμαστε τους επίσημους επισκέπτες μας από τους διαφόρους  πλανήτες του Γαλαξία μας, ολοκληρώνει ο Τζόσλυ.

Το ζεύγος Λαβίδη δεν μιλούν, ακούν μόνο και θαυμάζουν.

 

Εξακολουθούν να πετούν μέσα σ’ εκείνη την υπέροχη ατμόσφαιρα. Η γλύκα του γαλαζοπράσινου ήταν έντονη. Το φως του ήλιου που διαχεόταν στην ατμόσφαιρα την γλυκο-χρύσιζε.  «Απερίγραπτο!» είπε η Τίνα, αναπνέοντας βαθιά. Δεν εύρισκε άλλη λέξη πιο κατάλληλη για να χαρακτηρίσει εκείνα που έβλεπε.

Ταξιδεύουν σαν σε όνειρο. Κάποτε χαμηλώνουν, άλλοτε ανυψώνονται ώσπου τελικά προσγειώνονται σε ένα πάρκο. «Το Πάρκο καλείται Σύμπνοια» πληροφορεί ο Τζόσλυ με συγκίνηση. Το ζεύγος Λαβίδη εκπλήσσεται από τον τόσο γήινο τίτλο. Δεν μιλούν.  Οι λέξεις περισσεύουν ξαφνικά. Εντυπωσιάζονται με τα τεράστια λουλούδια που γεμίζουν τα παρτέρια.  Πολλά από αυτά φέρουν ασυνήθιστα χρώματα και μοιάζουν με γήινα τριαντάφυλλα.  Κάποιοι υψηλοί θάμνοι είναι φορτωμένοι με καταπληκτικά μπουκέτα ρόδινων λουλουδιών.  Αλλού υπάρχουν συστάδες από μπλε κρίνα και γαλάζιες τουλίπες, θάμνοι με κίτρινα κομψά χωνιά και άσπρους αστερίες.  Εντυπωσιάζουν η ποικιλία  φύλλων και λουλουδιών στα έρποντα φυτά, τα άγνωστα είδη των κακτοειδών και τα πολύχρωμα λουλούδια τους.  Η Τίνα, η ανέκαθεν κηπουρός, έχει ενθουσιαστεί με την εξωτική χλωρίδα του Πλανήτη Άρτεμη.

Ξάφνου ένα άγνωστο, μικροσκοπικό, γαλάζιο πουλί, αφήνοντας  την ασήμαντη φωλιά του στο έδαφος δίπλα σε θάμνο, ανεβαίνει σε ένα από τα κλαδάκια του για να τραγουδήσει τον πιο ασυνήθιστο γλυκό σκοπό.  Ήταν η τρίλια του, ένας ήχος τρεμάμενος, γεμάτος μελωδία που έφτασε στα αυτιά τους για να ανασκαλέψει τα συναισθήματά τους με τη μνήμη της νόησης.  Ο Τζορτζ και η Τίνα άθελά τους ένωσαν τα χέρια κι ενώ αρχικά το άκουγαν με μία παράξενη θλίψη, στη συνέχεια ένιωσαν εκείνο το ασυνήθιστο συναίσθημα να εκτοπίζεται από ένα άλλο: της ανεξήγητης ευτυχίας που κι αυτή έφθινε στην πορεία.  Το κελάδημα του πουλιού,  η παρουσία του, η καθολική ύπαρξή του είχαν επιδράσει στο θυμοειδές των περιπατητών, εκείνο το σημείο του πάρκου.

-Τι είναι; ρώτησε η Τίνα με μάτια υγρά.

-Το σπάνιο πουλί της χαμένης ευτυχίας, είπε μαλακά ο Τζόσλυ.

Στα μάτια του είχε απλωθεί μία σκιά.  Ένας πόνος τα έκανε να αλλάζουν σε θάλασσες φουρτουνιασμένες.

-Γιατί της χαμένης ευτυχίας; ρώτησε περίεργος ο Τζορτζ, παρακολουθώντας τι αντιδράσεις του.

-Γιατί εμφανίζεται σπάνια και όταν αρχίζει το τραγούδι του μελαγχολούμε. Μας θυμίζει τα περασμένα, τα μακρινά. Γεννάει μέσα μας ασυνήθιστα συναισθήματα: το συναίσθημα της τύψης, της λύπης ή της ντροπής… Όλα είναι για εκείνα τα όμορφα, τα γεμάτα νοσταλγία που έχουν δύσει  στους αιώνες, για τον πλανήτη μας τουλάχιστον.  Ναι, αυτό   μας συμβαίνει κάποτε! είπε ο Τζόσλυ μελαγχολικά.

Η Τίνα άπλωσε το χέρι της.  Ο Τζόσλυ άπλωσε το δικό του και τα χέρια τους σφίχτηκαν.  Το χέρι του Τζόσλυ δεν ήταν κρύο όπως πριν.

-Ευχαριστώ Τζόσλυ για όλα όσα έκανες για εμάς, είπε η Τίνα με μάτια που γυάλιζαν από τη συγκίνηση.

Ο Τζορτζ κύτταξε τον Τζόσλυ και έτεινε το δικό του χέρι.

-Τζόσλυ… Θα μου κάνεις την τιμή να σε αποκαλέσω φίλο μας;

Ο Τζόσλυ έτεινε το χέρι του και έσφιξε το δικό του.

-Θα ήθελα να θεωρώ τον εαυτό μου έναν από εσάς… αδελφό σας… είπε συγκινημένος.

Αυτή τη φορά -ίσως να ήταν η πρώτη- οι τρεις τους ένιωσαν πόσο κοντά ήταν μεταξύ τους και πόσο έμοιαζαν τελικά ως φθαρτά δημιουργήματα του ενός Πλάστη, στον έστω διασπασμένο κύκλο της οικογένειας του Σύμπαντος!

Το γαλάζιο μικροσκοπικό πουλί πετάρισε για λίγο τα φτερά του και αφήνοντας κάποιες τελευταίες τρίλιες σταμάτησε θαρρείς κουρασμένο.  Κατέβηκε ύστερα με πηδηματάκια πίσω στο έδαφος εκεί δίπλα στη ρίζα του ξεχωριστού θάμνου, για να χαθεί τελικά στην υπόγεια φωλιά του.  Το ζεύγος Λαβίδη και ο Τζόσλυ  το παρακολούθησαν να χάνεται με συγκίνηση. Είχε  άραγε επισφραγίσει τον αρραβώνα της  ζωής  εκείνων των τριών κοσμικών υπάρξεων;

 

Βγήκαν από τον εξαίσιο εκείνο παραδεισένιο στην κυριολεξία κήπο και περπάτησαν ανάμεσα σε διαδρόμους, με κατά  διαστήματα μικρούς σταθμούς, που έφεραν βιτρίνες με αναψυκτικά και φρούτα. Υπήρχαν  φρούτα που έμοιαζαν με αστερίες, άλλα θύμιζαν τεράστια κόκκινα κορόμηλα, κάποια ήταν κίτρινα σε σχήμα αγγουριού και κάποια άλλα έμοιαζαν με μικρές κόκκινες πιπεριές.  Ο Τζορτζ και η Τίνα ρώτησαν αν μπορούσαν να δοκιμάσουν κάτι και ο Τζόσλυ απάντησε πρόθυμα όπως συνήθως: «Και βέβαια!»  και περνώντας την παλάμη του πάνω από ένα στρογγυλό φωτεινό χώρο στο δεξί μέρος του μπαρ των φρούτων, πήρε ένα μικρό κουτί που φαινόταν να είναι πλαστικό και το γέμισε  με δείγματα φρούτων.  Ο Τζορτζ και  η Τίνα δοκίμασαν με ενδιαφέρον τα φρούτα που έμοιαζαν με μικρές κόκκινες πιπεριές. Τα φρούτα είχαν ασυνήθιστη γεύση γλυκειά-καυτή, κάτι σαν τζίντζερ ζαχαρωμένο.  Δεν πεινούσαν και έτσι αρκέστηκαν σε αυτά και μόνο.

Συνέχισαν λοιπόν τον περίπατό τους. Απίστευτα κίτρινα λουλούδια άνθιζαν πιο πέρα, σε κάποια εξωτικά  δέντρα που με το γκριζοπράσινο πυκνό φύλλωμά τους, ξεχώριζαν ανάμεσα στα άλλα. Ήταν και άλλα δέντρα που καφετιά στον κορμό, ήταν φορτωμένα με άσπρες τεράστιες χοάνες που κατευθύνονταν προς τον αιθέρα αναδύοντας μία παράξενη μυρωδιά, μάλλον εύγεστη… καθώς όταν εισπνέονταν από τα ρουθούνια, εύρισκε τον τρόπο και κατέβαινε στη γλώσσα, όπου άφηνε την αίσθηση μιας ανέλπιστης γεύσης: ποτού ανάμεικτου με… αόρατη βρώση! «Κάτι σα γάλα» σκέφτηκε η Τίνα παρατηρώντας τα  άσπρα λουλούδια με θαυμασμό.

Ξαφνικά εκεί μπροστά τους ένα μεγάλο πτηνό τέντωσε τα διάφανα φτερά του και άφησε  κελάηδημα παρόμοιο με εκείνο του σπίνου.  Είχε την κορώνα του παγωνιού και το χρώμα του ήλιου…

«Παράξενα όμορφος κι ετούτος ο πλανήτης! Αν βέβαια δεν τα ονειρεύομαι όλα ετούτα», σκέφτηκε ο Τζορτζ και τσιμπήθηκε κρυφά. «Δεν πιστεύεις στα μάτια σου φίλε μου;» ρώτησε ο Τζόσλυ σιωπηλά και ο Τζορτζ κοκκίνισε. «Ναι, είναι αλήθεια αυτό! Πολλά μας έχουν συμβεί και εξακολουθούν να μας συμβαίνουν και είναι αδύνατον να αντιληφθεί κάποιος άλλος τη θέση μας.  Ούτε εσύ βέβαια, γιατί δεν είσαι γήινος τελικά.  Να παρατηρήσεις τις αντιδράσεις μας μπορείς μόνο.  Όχι και να μπεις στη θέση μας.  Ούτε εγώ στη δική σου… σίγουρα». Επικοινώνησε και πάλι σιωπηλά ο Τζόρτζ χαμογελώντας φιλικά στον Τζόσλυ.

Η Τίνα πετάχτηκε ξαφνικά. «Τζορτζ! Βλέπεις;» ρώτησε κραυγάζοντας με θαυμασμό.  Κύτταζε ψηλά. Μία θηλυκή παρουσία φορώντας πτητική συσκευή ακολουθείτο από τέσσερα παιδιά που φορούσαν παρόμοια  συσκευή.  Ήταν σα να έβλεπες αγγέλους σε άλλη έκδοση!

 

Επέστρεψαν στο όχημά τους για  να απογειωθούν, στη συνέχεια. Αργότερα και ενώ εξακολουθούσαν να βρίσκονται στον αέρα,  ένας τηλεκατευθυνόμενος μάλλον πτυσσόμενος μεταλλικός κύλινδρος πλησίασε το όχημά τους. Ένα είδος  σωλήνα αιωρήθηκε.  Ο Τζόσλυ πάτησε ένα σημείο κάτω από την οθόνη και σε ελάχιστο χρόνο η σωλήνωση είχε προσαρτηθεί στο όχημά τους, για να αποσυρθεί ξανά λίγο αργότερα. Ύστερα και σχεδόν αμέσως απομακρύνθηκε, έτσι απλά ακριβώς όπως τους είχε πλησιάσει.  «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο Τζορτζ.  «Τροφοδότησε το όχημά μου με αέριο…» απάντησε ο Τζόσλυ.   «Αέριο;» ρώτησε η Τίνα. «Αέριο μη εύφλεκτο και ακίνδυνο! Αρτέμιο το ονομάζουμε και είναι δικό μας, ολοδικό μας προϊόν. Εστιάζεται κάτω και ανάμεσα από τους βράχους του πλανήτη μας» εξήγησε ο Τζοσλυ.

Η Τίνα ακούγοντας και παρακολουθώντας σιωπά. Μία γρήγορη σκέψη την απασχολεί: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο Πλανήτης να λειτουργεί τόσο ήσυχα, τόσο ανώδυνα, τόσο καλά, τόσο αυτόνομα;» Ο Τζόσλυ φαίνεται ξαφνικά να χαμογελά χωρίς λόγο. Η Τίνα το αντιλαμβάνεται.  «Λες να ξέρει τι σκέφτηκα; Ξέρω ότι έχει τηλεπαθητικές ικανότητες» σκέφτεται. «Όχι ακριβώς… Μπορώ όμως και διαβάζω το πρόσωπό σου!» απάντησε στη σκέψη της ο Τζόσλυ. Η Τίνα προσπάθησε να μη σκέφτεται. Τι μπορούσε να πει;  Οι απαντήσεις του Τζόσλυ την αποστόμωναν. Δεν ήθελε να παίξει τέτοια παιχνίδια.  Το θεωρούσε ανόσιο να μην παρακολουθεί την επικοινωνία τους ο Τζορτζ.

Εξακολούθησε να παρατηρεί γύρω της: κάτω επάνω πλάγια…  Ούτε ένα σύννεφο… ούτε ένα ατελές θέμα… Τα δέντρα, τα διάφορα πτηνά, τα ζώα… «α… τα ζώα! Πού είναι αυτά; Μήπως δεν υπάρχουν αλήθεια;» σκέφτηκε η Τίνα σουφρώνοντας το μέτωπό της. Δεν υπήρχαν ζώα; Δεν είχε δει κανένα ως εκείνη τη στιγμή… «Υπάρχουν ζώα στον Πλανήτη σας;» ρώτησε  με φανερή περιέργεια.   «Ναι αμέ, και πολλά μάλιστα. Μόνο που ζουν σε άλλη περιοχή, έξω από την δική μας ατμόσφαιρα.  Σε μία δική τους,  στα δάση του πλανήτη μας βέβαια, όπου η ατμόσφαιρα εμπεριέχει μικρόβια, που φθείρουν την υγεία μας.  Τα ζώα τα παρακολουθούμε με κάμερες και όλοι μπορούν να απολαύσουν μία ημέρα στα δάση μας  και να περπατήσουν δίπλα τους, μέσω των κομπιούτερς. Όταν προσαρτεμισθούμε θα μπορέσετε να ικανοποιήσετε αυτή την περιέργειά σας», είπε ο Τζόσλυ.

Τι εμπειρία αλήθεια για έναν γήινο η επίσκεψη στον μαγικό πλανήτη Άρτεμη! Ήταν ένα όνειρο… ένα ατέλειωτο γαλαζοπράσινο όνειρο με ανθρώπους εξαίσιους, με χλωρίδα μυθώδη, με πουλιά χαριτωμένα, με τεχνολογία ασύλληπτη!.. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; «Θα θησαυρίσω ετούτη την επίσκεψη. Θα κάνω καταγραφή μνήμης. Θα το παρουσιάσω ως μυθιστόρημα» σκέφτηκε η Τίνα.  Ο Τζόσλυ χαμογέλασε και η Τίνα κοκκίνισε από ντροπή.

 

ζόρτζη! Τζόρτζη! Έίπε σιγανά η Τίνα ακουμπώντας τον ώμο του Τζορτζ που φαινόταν να κοιμάται πολύ βαθιά.

-Χμ!.. Ναι!…  Άνοιξε τα μάτια του ήσυχα και κύτταξε γύρω του.

Ο δρόμος ήταν έρημος και ήταν πρωί. Κύτταξε το ωρολόγι του ανάβοντας το φωτάκι του.  Οι σκιές ήταν ακόμη πυκνές στο τοπίο. Τα δέντρα σχημάτιζαν πάντα εκεί, ένα θόλο. Ήταν εφτά το πρωί. Χασμουρήθηκε και κύτταξε την Τίνα.

-Τι έγινε μωρέ;  Πώς διάβολο με πήρε ο ύπνος; Φτού! Θα χάσουμε την τελετή βρε χριστιανή μου! Και δε λες τίποτα τόση ώρα!

-Ποια τελετή; Τι λες;   Δεν καταλαβαίνω, είπε η Τίνα.

-Είπα τελετή;  Μήπως ξέρω κι εγώ τι λέω; Από ύπνο είμαι.  Μπορεί και να ονειρευόμουν, είπε ο Τζορτζ.

-Κύττα να δεις που είμαστε, σε δάσος, σ’ ένα δρόμο! Μπα! Γιατί δε θυμάμαι ποιος είναι; δαγκώθηκε η Τίνα.

-Θυμάμαι εγώ. Είμαστε στο Oxley Hwy και πηγαίναμε μία εκδρομούλα στο Αrmidale, είπε ο Τζορτζ αβέβαιος, τελικά.

-Ε, για να το λες εσύ, έτσι πρέπει να είναι. Όμως εγώ γιατί δε θυμάμαι; Α! Για στάσου! Έχεις δίκιο!  Αλήθεια πηγαίναμε στο Αrmidale. Το θυμήθηκα, είπε η Τίνα, λες και κάποιος άλλος είχε βάλει τις λέξεις εκείνες στο στόμα της.

-Τέλος πάντων, τώρα που ξυπνήσαμε επιτέλους, ας κυττάξουμε πώς θα τελειώσουμε αυτό το ταξίδι. Όταν φτάσουμε στον προορισμό μας να πάρουμε και τα παιδιά ένα τηλέφωνο, μια και το κινητό σου δεν πιάνει εδώ πάνω, είπε η Τίνα αλλά και πάλι φάνηκε λες και κάποιος άλλος έλεγε τα λόγια που μόλις είχε ξεστομίσει.

Ο Τζορτζ την κύτταξε προσεκτικά.  Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένιωθε.  Δεν θυμόταν λεπτομέρειες του ταξιδιού, δε θυμόταν να είχαν σταματήσει εκεί και να είχαν πάει για ύπνο.  Ρώτησε με υποψία για την αβεβαιότητά του, την Τίνα.

-Θυμάσαι ότι είχαμε αποφασίσει να σταματήσουμε εδώ για να πάρουμε έναν υπνάκο;

Η Τίνα σκέφτηκε και τέλος είπε με απορία:

-Μα είναι πρωί, θα πρέπει.  Πώς αλλιώς βρεθήκαμε εδώ.

Στην πραγματικότητα η Τίνα είχε την ίδια υποψία με τον Τζορτζ:   δε θυμόταν πολλά πράγματα. «Μπα σε καλό μου! Δεν πρέπει να υπήρχε κάτι πριν από όλα αυτά;  Είναι πολύ περίεργο.  Πρώτη μου φορά νιώθω σα να έχω χαθεί, κι είμαι και με τον Τζορτζ.  Αλλά και ο Τζορτζ;» σκέφτηκε συγχυσμένη.

-Άκουσε Τίνα!  Κάτι έχει συμβεί εδώ, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ. Είναι η πρώτη φορά που κοιμόμαστε στην άκρη ενός δρόμου. Δεν είναι περίεργο; Νομίζω όμως ότι όλα θα ξεκαθαριστούν με ένα τηλεφώνημα στα παιδιά.  Και να πω και κάτι; Αν δε σε πειράζει ας γυρίσουμε πίσω. Το ταξιδάκι στο Αrmidale,  το κάνουμε άλλη φορά, είπε ο Τζορτζ και η Τίνα χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, συμφώνησε αμέσως μαζί του.

Κι αυτή ακόμη τη φορά ένιωσε ότι είχε μιλήσει  σαν να ήταν κάποια άλλη και όχι αυτή, η Τίνα.  Είχε αλλάξει κάτι από την προσωπικότητά της στον ύπνο της; Ανατρίχιασε. Εκείνη τη στιγμή σα ν’ αποζητούσε παρηγοριά, ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να μιλήσει στα παιδιά τους.  Το επιχείρησε λοιπόν με το τηλέφωνο, ξεχνώντας και πάλι για την πρώην ανικανότητά του να πιάσει γραμμή, στο σημείο που βρίσκονταν, στο Oxley Hwy.  Το τηλέφωνο όμως ήταν ενεργό. Ακούστηκε να χτυπάει.

-Ναι! ακούστηκε μία φωνή στην άλλη άκρη.

-Λάμπρο, εσύ είσαι; ρώτησε με αγωνία η Τίνα.

-Ποιος είναι; Σας γνωρίζω; ρώτησε πάλι η φωνή.

-Τι λες παιδάκι μου; Δεν γνωρίζεις τη φωνή της μάνας σου; ρώτησε η Τίνα στεναχωρημένη.

Ο Τζόρτζ που παρακολουθεί την Τίνα διαπιστώνει ότι κάτι συμβαίνει. Την κυττάζει παραξενεμένος.  Ακολουθεί σύντομη σιγή και ύστερα η ίδια φωνή φτάνει στ’ αυτιά της Τίνας σπασμένη, καθώς παλλόταν από δυνατή συγκίνηση.

-Η μάνα μου; Μα τι λέτε κυρία μου; Οι γονείς μου χάθηκαν εδώ και χρόνια!

-Λάμπρο! Τι είν’ αυτά που λες; Μήπως δεν είσαι ο Λάμπρος κι εγώ κάθομαι και μιλάω σ’ έναν άγνωστο;

-Για τ’ όνομα του θεού κυρά μου! Δεν παίζει ο κόσμος με τον πόνο του άλλου, οργίστηκε ο άντρας στην άλλη άκρη.

Το τηλέφωνο κλείνει ξαφνικά. Η Τίνα δεν καταλαβαίνει.  Κυττάζει σα χαμένη τον Τζορτζ.

-Το έκλεισε! Είπε πως δεν παίζουν με τον πόνο του άλλου! είπε ξεψυχισμένα.

-Γιατί; ρώτησε με περιέργεια ο Τζορτζ.

-Γιατί λέει πως οι γονείς του χάθηκαν «εδώ και χρόνια».

-Δεν είναι δυνατόν! εκπλήσσεται ο Τζορτζ.

-Τζορτζ, κάτι συμβαίνει εδώ! Εμείς είμαστε καταμεσής του δρόμου, φανερά ταξιδεύοντας για κάπου… και ο Λάμπρος λέει ότι έχουμε εξαφανιστεί για χρόνια! λέει η Τίνα και κρύβοντας το πρόσωπό της στις παλάμες της αρχίζει να κλαίει.

-Τι συμβαίνει άραγε Τζόρτζη; ρωτάει φοβισμένη.

Ο Τζορτζ δεν έχει απαντήσεις. Σφίγγει το μέτωπό του ενώ σκέφτεται.  Τελικά πληκτρολογεί στο κινητό του.

-Ναι! ακούγεται η φωνή ενός άντρα και πάλι.

-Λάμπρο! Αν είσαι εσύ, μην κλείνεις το τηλέφωνο σε παρακαλώ κι άκουσέ με ένα λεπτό, εκλιπαρεί ο Τζορτζ.

-Ποιος είσαι; θυμώνει ο Λάμπρος.

-Δεν αναγνωρίζεις ούτε τη φωνή μου πια!   Είμαι ο πατέρας σου, παραπονέθηκε τώρα ο Τζορτζ.

-Α!  Ναι… Είσαι στο κόλπο με την άλλη, τη δήθεν μάνα μου! επέμενε ο Λάμπρος.

-Μη λες ανοησίες και άκουσέ με.  Πήραμε τηλέφωνο μόνο για να δούμε αν είστε καλά.   Θ’ ανταμώσουμε και θα λυθούν όλες οι αμφιβολίες και σίγουρα και όλες οι απορίες, είπε επιμένοντας πάντα ο Τζορτζ.

-Τι ενοείς; θύμωσε ακόμη περισσότερο ο Λάμπρος.

-Ερχόμαστε σπίτι! είπε συγκινημένος ο Τζορτζ.

Ακούστηκε μία βρισιά από την άλλη άκρη και το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.  Ο Τζορτζ άφησε  το δικό του, στο παρμπρίζ.  Πέφτει μία αφόρητη σιγή ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Τίνα.  Είναι βέβαιο πως κάτι τραγικό έχει συμβεί στην πορεία της ζωής τους, που εκείνη τη στιγμή φαίνεται αδιανόητο, απίστευτο, και πολύ σκληρό, καθώς δε γνωρίζουν, ώστε να μπορούν να καταλάβουν.  «Πού θα πάει;  Θα βρεθεί η αιτία του παράξενου διαλόγου με το Λάμπρο!» σκέφτεται.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Τζορτζ και η Τίνα έμειναν αμίλητοι και σιωπηλοί,  αποφεύγοντας ο ένας το βλέμμα του άλλου. Τρομερές σκέψεις διαπερνούσαν το μυαλό τους, σκέψεις που δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν. Ήταν σαν ένας ζωντανός εφιάλτης, μία παρανόηση υπερθετικού βαθμού.

 

Ξαφνικά χτυπάει το κινητό τους.  Τινάζονται και οι δύο και η Τίνα αρπάζει το τηλέφωνο με λαχτάρα.  Ο Τζορτζ παρακολουθεί με αγωνία.

-Παρακαλώ! απαντάει τρέμοντας η Τίνα.

-Μαμά! Μαμά μου! Είσαι αλήθεια εσύ; Δεν είναι δυνατόν! ακούγεται να λέει η φωνή της Μαίρυλιν.

-Μαίρυλιν! Επιτέλους κορίτσι μου… Κοντέψαμε να τρελαθούμε με τον Λάμπρο!  λέει με σπαραγμό η Τίνα.

-Μαμά!  Δεν μπορώ να το πιστέψω!  Δεν είναι δυνατόν!

-Μπα σε καλό σου παιδί μου και βέβαια είμαι εγώ! λέει η Τίνα κλαίγοντας.

-Μαμά… έχεις μαζί σου τον μπαμπά;

-Και βέβαια! Πάρτον παιδί μου!

Η Τίνα δίνει το κινητό στον Τζόρτζ.

-Έλα Μαίρυλιν, έλα παιδί μου, εσύ είσαι;

-Πατέρα μου! ακούστηκε η φωνή της Μαίρυλιν σπασμένη από τους λυγμούς.

-Τι συμβαίνει επιτέλους γλυκειά μου; Όλα αυτά… Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα! λέει ο Τζόρτζ ταραγμένος.

-Κι εμείς μπαμπά! Κι εμείς!  η Μαίρυλιν που κλαίει μόλις που γίνεται κατανοητή.

-Αχ!  Μπαμπά μου! Πού είσαστε τόσον καιρό; η φωνή της σπαρακτική φτάνει στ’ αυτιά του Τζόρτζ που με τη σειρά του πανικοβάλλεται.

-Πες μου παιδί μου! Μιλήσαμε και με τον Λάμπρο, αλλά δεν καταλαβαίνουμε! Τι συμβαίνει επιτέλους.  Είστε όλοι καλά; ρωτάει με φωνή γεμάτη αγωνία ο Τζορτζ.

-Τώρα, ύστερα από όλο αυτό το διάστημα… ναι. Πατέρα… λείπετε…   τόσα χρ…  η Μαίρυλιν σταματάει μ’ έναν λυγμό.

-Μα τι λες τώρα παιδί μου;  Εννοείς ότι λείπουμε… θέλει να ρωτήσει να μάθει ο Τζορτζ, αλλά δε συνεχίζει εξαιτίας της Τίνας που κρέμεται από τα χείλια του αυτή τη στιγμή.

-Ω!..  Πατέρα…  Ναι… σας ψάχνουμε εδώ και πολύ καιρό για να σας βρούμε.

-Απίστευτο!  ψιθυρίζει ο Τζόρτζ που τώρα έχει παγώσει.

Όχι, αυτό δεν το ήξεραν.  Η Τίνα τον κυττάζει με αγωνία.

-Τι λέτε εσείς οι δύο τέλος πάντων; ρωτάει ταραγμένη και έτοιμη να ξαναρχίσει το κλάμα.

-Είναι καλά η Μαίρυλιν; Οι γιαγιάδες και οι παππούδες; ξαναρωτάει με ανείπωτη αγωνία η δύστυχη.

Ο Τζορτζ χωρίς ν’ απαντήσει στην Τίνα επιστρατεύοντας όλο του το κουράγιο συνεχίζει:

-Μαίρυλιν, άκου γλυκειά μου.  Ερχόμαστε στο σπίτι… Θα τα πούμε.

-Ναι πατέρα, θα τα πούμε! ακούστηκε η φωνή της θυγατέρας του σβησμένη στη συγκίνηση.

 

Η Τίνα και ο Τζορτζ κυττάζονται. Η φρίκη έχει  παραμορφώσει τα πρόσωπά τους.

-Χάσαμε τόσον πολύν καιρό μακριά από τα παιδιά μας εν αγνοία μας; Πώς είναι δυνατόν; Κι αν ακόμη είναι έτσι, πώς εξηγείται αυτό; λέει ο Τζορτζ κατασυγκινημένος.

-Πόσον καιρό άραγε;  ρωτάει η Τίνα σα να μιλάει στον εαυτό της.

-Θεέ μου! τι μας συνέβη σ’ αυτό το διάστημα; Ποιος θα μας πει;  Ποιος θα μας εξηγήσει; αναρωτιέται πάλι ο Τζορτζ.

-Μα είναι δυνατόν να μη θυμόμαστε τίποτα;  Ο ένας τουλάχιστον από εμάς του δύο.  Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Μαζική αμνησία;  Δεν είναι λογικό αυτό, δε στέκει. Κάτι μας συνέβη, αυτό είναι το μόνο βέβαιο,  λέει η Τίνα χωρίς να περιμένει απαντήσεις πια.

-Δεν ξέρω!  Δεν ξέρω τίποτα πια! απορεί ο Τζορτζ και ανοίγοντας την πόρτα του αυτοκινήτου βγαίνει έξω.

Ανοίγει τα μπράτσα του σα να προσεύχεται και παίρνει βαθιά αναπνοή.  Ύστερα ακουμπάει πάνω στο αυτοκίνητο και σταυρώνοντας τα χέρια λέει δυνατά.

-Τι φταίξαμε ρε γαμ..ο!  Τι κάναμε για να μας συμβεί κάτι τέτοιο;   Τρελαίνομαι ρε… τρελαίνομαι!

Η Τίνα βγαίνει από το αυτοκίνητο και τον πλησιάζει. Επιστρατεύει όλο το κουράγιο της.  Δε βαστάει η καρδιά της να βλέπει το Τζορτζ να υποφέρει.  Τον αγκαλιάζει.

-Έλα αγάπη μου, έλα!  Τουλάχιστον θα μάθουμε αυτό που δεν ξέρουμε, αυτό που χάσαμε, τον τραβάει από το χέρι.

-Έλα! Θα οδηγήσω εγώ  κι εσύ θα είσαι ο navigator! λέει η Τίνα.

-Όχι.  Περίμενε λιγάκι να ηρεμήσω και θα οδηγήσω εγώ, λέει ο Τζορτζ ήσυχα αλλά αποφασιστικά.

 

Καθώς ο Τζορτζ οδηγεί, η Τίνα δεν μπορεί να μην αναρωτιέται για τα πώς και τα γιατί, αυτής της παράξενης, της ανεξήγητης, της τρελής ιστορίας!  Στο μυαλό της οι σκέψεις της αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη και κάποιες στιγμές φαντάζεται  τα πιο αλλόκοτα πράγματα: έναν καταπράσινο πλανήτη, έναν εξωγήινο ξανθόμαλλο άντρα… ένα πλήθος καλοφτιαγμένων, παράξενων ανθρώπων, ένα γαλαζοπράσινο φως, μία μεταλλική συγχορδία, ένα χώρο με θαλάμους… «Θεέ μου! θα μπορούσα να γράψω ένα μεγάλο παραμύθι με τη φαντασία που με δέρνει!»  τολμάει να ομολογήσει στον εαυτό της.

Αλλάζουν σκοπιά στο τιμόνι.  Που και που η Τίνα παρακολουθεί τον Τζορτζ με την άκρη του ματιού της, ενώ οδηγεί. Τον προσέχει, αλλά οδηγεί πολύ προσεκτικά.  Προσέχει μήπως δει κάποια πράγματα αριστερά μέσα στο δάσος της επιστροφής τους στο Σύδνεϋ. Το μυαλό της εργάζεται ακατάπαυστα. Φαντάζεται παρουσίες σκοτεινές, με μάτια που λάμπουν σα σμαράγδια ή σαν τοπάζια… κάτι παρόμοιο τέλος πάντων!..  «Είναι άραγε παραμύθι αυτό που φαντάζομαι ή μήπως ένα ζωντανό παραμύθι έξω από τη δική μας διάσταση;  Θεέ μου… πόσο κουρασμένη αισθάνομαι!»

Ο σιωπηλός Τζόρτζ κλείνει τα μάτια του.  Πέφτει σε ύπνο. Η Τίνα το καταλαβαίνει αλλά δε λέει τίποτα.  «Καλύτερα έτσι… Ίσως και να ξεκουραστεί από αυτή την κατάσταση που δημιουργήθηκε με τα παιδιά μας».  Και γι αυτήν όμως… θα πρέπει να υπάρχουν απαντήσεις… «Ή μήπως δεν υπάρχουν τελικά;» Σκέφτεται καθώς οδηγεί και αισθάνεται ένα βάρος να της πλακώνει το στήθος.  Μια αόριστη ανησυχία την παιδεύει καθώς δεν μπορεί να συνδέσει κάποια flashes που διαπερνούν τη σκέψη της… «Δεν μπορώ!.. δε μπορώ!..» ομολογεί πανικόβλητη. «Και ύστερα;» Ύστερα ακολουθούν τα μεγάλα ερωτηματικά και ξανά πάλι εκείνα τα ίδια πάντα flashes, απρόσκλητα, ανεπιθύμητα, θρασύτατα…  «Και ύστερα; αχ!» Η Τίνα παλεύει αλλά αδυνατεί να απαντήσει στα ερωτήματα που διασχίζουν σα φωτοβολίδες τη σκέψη της… Πότε σταμάτησαν εκεί όπου κοιμήθηκαν και βρήκαν τον εαυτό τους να ξυπνάει; Συνέβη κάτι πριν και σταμάτησαν;  «Μα όχι! Δε θυμάμαι τίποτα!»  Ναι, δε θυμόταν τίποτα για το ταξίδι τους ως εκείνη τη στιγμή, φοβερό γεγονός από όποια οπτική γωνία κι αν το κύτταζε. «Πολύ παράξενο. Να μη θυμάμαι τίποτα πια;  Και πού πηγαίναμε τέλος πάντων;  Δε θυμάμαι! Κάποιος όμως θα πρέπει να ξέρει κι αυτός ίσως να είναι… τα παιδιά μας… οι γονείς μας!» Φρενάρισε. Είχε αναψοκοκκινίσει από τις φοβερές, τις βασανιστικές σκέψεις της.  Ο Τζορτζ ξύπνησε τρομαγμένος και κύτταξε γύρω του, λες και είχε επιστρέψει από ένα… άγνωστο…

-Πανάθεμα κι αν καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει.  Γαλαζοπράσινος πλανήτης λέει… μονολογεί ο Τζορτζ.

Η Τίνα τον κυττάζει για μια στιγμή αλλά δε μιλάει.  Και ή ίδια είχε δει κάτι παρόμοιο στα flashes που είχε μέχρι στιγμής, αλλά δε θέλει να πει τίποτα.  Όταν δύο μαζί βλέπουν τα ίδια πράγματα…  δεν μπορεί να είναι φαντασιώσεις!

Συγκεντρώνεται στο τιμόνι. Πατάει το γκάζι σιωπηλή.  Διώχνει τα πάντα από το νου της.  Βιάζεται να φτάσει στο σπίτι τους, στα παιδιά τους.  Η ελπίδα της για απαντήσεις έστω και μερικές, στηρίζονται εκεί, στην οικογένειά τους. Μήπως επιτέλους μπορέσουν να διαλευκάνουν την παράξενη ιστορία, που μέχρι τη στιγμή που επικοινώνησαν με τα παιδιά τους, ούτε καν είχαν φανταστεί ότι είχε διαδραματιστεί ή μάλλον ότι εξακολουθούσε να διαδραματίζεται.  Είχαν παντελή άγνοια ή αμνησία  γι αυτό το κάτι -ό,τι κι αν ήταν αυτό- που τους είχε συμβεί.  Πώς ήταν δυνατόν να ξυπνήσουν σ’ εκείνη την άκρη του δρόμου χωρίς να θυμούνται το πώς και το γιατί; Όχι δεν ήταν απλά ασυνήθιστο ή  παράξενο, ήταν  εντελώς ανισόρροπο!

 

Δύο ώρες αργότερα είχαν φτάσει στην αρχή του Oxley Hwy από τη μεριά του Σύδνεϋ. Από εκεί και πέρα όλα εξελίσσονταν ομαλά, καθώς είχαν εισέλθει σε ανοιχτό ορίζοντα και κατοικημένη περιοχή.  Η κίνηση των αυτοκινήτων ήταν αρκετή και καθώς η μέρα ήταν ακόμη νια, επικρατούσε εκείνη η ηρεμία που χαρακτηρίζει τους ξεκούραστους οδηγούς και που διαφοροποιεί και βελτιώνει πολλά από εκείνα που ακολουθούν στη διάρκεια της μέρας.

Ο Τζορτζ  και η  Τίνα δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Η Τίνα οδηγούσε έχοντας συγκεντρώσει την προσοχή  της στο traffic. Προσπαθούσε να  είναι αισιόδοξη και θετική παραμερίζοντας τις σκέψεις που τη φόρτιζαν.  Επιτέλους κατευθύνονταν στο σπίτι τους, στα παιδιά τους, στους γονείς τους! Τι περισσότερο από αυτό θα μπορούσαν να λαχταρούν;  Δεν είναι αυτό ευτυχία;  Κι όμως τρέμει. Ο φόβος έχει γαντζωθεί στα μύχια της ψυχής της.  Τι άραγε θ’ αντίκριζαν; Πόσος καιρός είχε μεσολαβήσει από την ημέρα της αναχώρησής τους ως εκείνη της επιστροφής τους;  Τα παιδιά τους είχαν αλλάξει;  Ήταν δυνατόν να απουσίαζαν τόσο διάστημα ώστε να μην αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον; «Όχι, δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν!» σκέφτηκε δυνατά, η Τίνα.

-Ποιο; ρώτησε ο Τζορτζ.

-Τίποτα! Κάτι σκεφτόμουν…

-A penny for your thoughts, love! είπε ο Τορτζ, δήθεν αστεία.

Η Τίνα όμως δε γέλασε. Τον κύτταξε και κούνησε το κεφάλι της.  Σταμάτησαν στα κόκκινα φώτα.

-Θα σου πω τις σκέψεις μου ύστερα… αφού πρώτα συναντήσουμε την οικογένεια, Τζορτζ.

Ο Τζορτζ δε μίλησε άλλο. Είχε κλείσει το κινητό τηλέφωνο εντελώς.  Ένιωθε ότι δεν τους χρειάζονταν άλλες αναστατώσεις.  Ο διάλογος με τα παιδιά τους αποδείκνυε ότι η ζωή τους είχε αλλάξει για πάντα.  Τι ακριβώς τους περίμενε;

-Τζόσλυ! Τζόσλυ!..

Το όνομα είχε ανεβεί στα χείλη του Τζορτζ ξαφνικά, και η Τίνα φρενάρισε εξίσου απότομα για να «κόψει ταχύτητα». Μία εικόνα είχε περάσει αστραπιαία στο μυαλό της, στο άκουσμα του «Τζόσλυ».  Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου όσο πιο προσεκτικά μπορούσε.

-Τζορτζ! Αυτό το όνομα έφερε την εικόνα ενός ανθρώπου με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια… Ο Τζόσλυ διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη ζωή μας.  Τον θυμήθηκα σου λέω.  Πού όμως;  ρώτησε η Τίνα.

-Ονειρεύτηκα κάποια παράξενα πράγματα… ενόσω οδηγούσες. Διασπασμένες εικόνες… και κάποια πρόσωπα… συμπλήρωσε ο Τζορτζ.

-Κι εγώ, flashes μνήμης διασχίζουν το νου μου, είπε η Τίνα.

-Έλα! Ας ηρεμήσουμε. Πάμε στο σπίτι μας.  Άσε, θα οδηγήσω εγώ, είπε ο Τζορτζ και βγήκε από το αυτοκίνητο.

Η Τίνα υπάκουσε και κάθισε στο κάθισμα του επιβάτη. Ο Τζορτζ ξεκίνησε αργά και σε όλη τη διαδρομή μέχρι το προάστιο όπου βρισκόταν το σπίτι τους, δεν αντάλλαξαν κουβέντα.  Είχε ήδη διαπιστωθεί ότι κάποια πράγματα είχαν αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα και τρομαγμένοι δεν τολμούσαν να εκφέρουν γνώμη ως προς το τι  πιθανόν είχαν να αντιμετωπίσουν. Διαπίστωναν τις αλλαγές σ’ εκείνη τη διαδρομή.  Νέα κτίρια, νέα μαγαζιά… φοβερή κυκλοφορία.  Και να που η επιγραφή αναλλοίωτη, τους καλωσόριζε στο προάστιό τους.  Οι δρόμοι ήταν οι ίδιοι και οι ονομασίες ευτυχώς δεν είχαν αλλάξει.  Όμως κάποια από τα σπίτια είχαν γίνει διώροφα ενώ κάποια άλλα είχαν διορθωθεί και είχαν στολιστεί με πέργκολες και ωραίους κήπους.  Κάποιοι χώροι που χρησίμευαν σα δημόσιοι διάδρομοι ανάμεσα στα σπίτια για τη συντόμευση του δρόμου στα μαγαζιά της μικρής αγοράς ή για το τραίνο και το λεωφορείο είχαν στρωθεί με pavers, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν μικρούς κήπους καθίσματα και παιχνιδούπολη. Η Τίνα είχε ανοίξει τα μάτια της διάπλατα.

-Θεέ μου! αυτά δε γίνονται σε μια νύχτα… σίγουρα… Πόσο άραγε λείψαμε;

Ο Τζορτζ δεν μίλησε.  Απέφευγε συστηματικά να πει στην Τίνα για τα λόγια που είχαν ξεφύγει της Μαίρυλιν στο τηλέφωνο. Έβλεπε πόσο αγωνιούσε. Ναι η Τίνα ήθελε να ουρλιάξει από την αγωνία της.  Υπήρχαν τόσα ερωτηματικά.  Και τα παιδιά τους;

Πέρασαν ξαφνικά μπροστά από το κανάλι Έξι που είχε αλλάξει κυριολεκτικά. Ένας μεγάλος γυάλινος πύργος υψωνόταν στην είσοδο και ένα μεγάλο κτίριο είχε κολλήσει στο παλιό που ήξεραν, μικραίνοντας το εξωτερικό parking και αυξάνοντας το υπόγειο. Άραγε να εργαζόταν η Μαίρυλιν εδώ;  Πάλι δεν είπε τίποτα ο Τζορτζ,  ήταν όμως βέβαιος ότι η Τίνα σκεφτόταν τα ίδια πράγματα μ’ εκείνον.

 

Ο Τζορτζ και η Τίνα δεν άργησαν να φτάσουν στη γειτονιά τους που την αναγνώρισαν με περισσότερη  βεβαιότητα από το όνομα του δρόμου.  Πολλά είχαν αλλάξει κι εδώ.  Το πάρκο είχε γίνει καλύτερο καθώς είχαν θεριέψει τα δέντρα και πρόσφεραν άριστη σκιά. Το παλιό χαντάκι είχε κατασκευαστεί και τίποτα δε θύμιζε τον τεράστιο ανοιχτό σωλήνα που έφερνε σωρηδόν τα νερά της βροχής και γέμιζε το κανάλι.  Θυμήθηκε το ακόλουθο σχετικό και χάρηκε: όταν έβρεχε και γέμιζε αυτός ο σωλήνας αναγκάζονταν οι αρουραίοι κι εγκατέλειπαν τα σκοτεινά, υγρά λημέρια τους για να μην πνιγούν.  Τότε  έτρεχαν στο σπίτι στης γειτόνισσας, απέναντι από το πάρκο, και «πλημμύριζαν την αυλή της», πανικοβάλλοντας αυτήν και τον άντρα της.  Έτσι, όταν παρα-έβρεχε έστηναν αρκετές φάκες, για να τα «τσακώσουν τα μαγαρισμένα, για να μην κολλήσουν και καμιά πανούκλα!»

Ο Τζορτζ γέλασε μ’ εκείνη τη σκέψη. Ο ίδιος, ως επικεφαλής μιας ομάδας γειτόνων, είχε πετύχει αρκετά   για την βελτίωση του πάρκου και γενικά ολόκληρης  την περιοχής τους, κυνηγώντας το δήμαρχο και τους συμβούλους, που ήξεραν καλά πώς να παχαίνουν το πορτοφόλι τους, ασκώντας το «κάνε μου, να σου κάνω».  Ρουσφετολόγι με κεφαλαίο Ρ λοιπόν, μόνο που δεν πέρασε τελικά με την ομάδα του Τζορτζ.

Ήταν δραστήριος ο Τζορτζ. Κάποια άλλη χρονική περίοδο είχε διοργανώσει πέντε committees για διαφορετικά θέματα.  Ένα από αυτά, αφορούσε τον περιορισμό του θορύβου νέας οδικής αρτηρίας, με την ανέγερση τειχών, ως και πέντε μέτρα.  Αυτό σήμαινε  ότι η ομάδα του όφειλε ν’ απευθυνθεί σε διαφορετικές υπηρεσίες που συνδέονταν με αντίστοιχα κυβερνητικά σώματα, κυρίως τοπικά.  Τελικά η Εταιρεία κατασκευής δρόμων, που ήταν υπεύθυνη για το θέμα του θορύβου, είχε δικαιώσει πολλά από εκείνα τα αιτήματα.

 

Τώρα έψαχναν για τον αριθμό του σπιτιού τους.  Εδώ ήταν επιτέλους.  Όχι δεν είχε αλλάξει τίποτα.  Και πολύ δίκαια για εκείνους, για τη διαφύλαξή τους, για την αποφυγή της υστερίας του αγνώστου.  Επιπλέον πίστευαν ότι τα παιδιά και οι παππούδες ίσως και να τους θρηνούσαν, αφού όπως είχαν πει ο Λάμπρος και η Μαίρυλιν τους έψαχναν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πόσο μεγάλο μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια το διάστημα αυτό;  Η απάντηση: «χρόνια» για τον Τζορτζ, «μεγάλο διάστημα» για την Τίνα, ήταν σκέτη «Φρίκη!»

 

Ο Τζόσλυ παρακολουθούσε με αμέριστο ενδιαφέρον τις κινήσεις του ζεύγους Λαβίδη. Το αόρατο micro chip που είχε εμφυτευθεί στο μπράτσο τους, χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι, τους έφερνε στην οθόνη τους, κάθε στιγμή της ζωής τους.  Οπωσδήποτε αυτός και η ομάδα του, δεν ήταν κατάσκοποι του Τζορτζ και της Τίνας Λαβίδη, καθώς ελάχιστες μόνο στιγμές την ημέρα τους έλεγχαν κι αυτό για την διαπίστωση της έκβασης της ψυχοσωματικής υγείας τους. Αυτό ήταν το σημαντικότερο σε σχέση με το ζεύγος Λαβίδη.

Ο Τζόσλυ είχε γίνει «ο νουνός» των δύο γήινων και αυτό ήταν κοινή γνώση των ειδημόνων της επιστημονικής μερίδας του πλανήτη Άρτεμη, εφόσον από εκείνους είχε εγκριθεί ως πρόταση και είχε αποφασιστεί η πραγματοποίησή της.  Ο τριακοσίων χρόνων διακεκριμένος επιστήμονας «Τζόσλυ» έτρεφε αισθήματα για τους δύο γήινους. Αφότου είχε αναλάβει την υπόθεσή τους, είχε έντονη μερίδα από τη συγκίνηση, τον προβληματισμό και την αγωνία της οικογένειας Λαβίδη.  Οι τελευταίες ώρες που είχαν περάσει οι τρεις τους στο πάρκο «Σύμπνοια», του είχε φέρει πολύ κοντά. Τι περισσότερο θα μπορούσαν να προσφέρουν αυτοί ως κοσμικοί πολίτες;

 

Είναι αλήθεια ότι το ενδιαφέρον του Τζόσλυ για το ζεύγος Λαβίδη είχε αρχίσει στην τελευταία τους προσγείωση κοντά στο ποτάμι, κάτω από το Oxley Hwy, όταν παρακολουθούσε με τους συναδέλφους του, σε μεγάλη ακτίνα, την περιοχή. Δύο πράγματα ενδιέφεραν αυτόν και τους συναδέλφους του: πρωταρχικά ο τυφώνας Φοίβη και  ύστερα το ζεύγος Λαβίδη, που ταξίδευε εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα, την ημέρα της κακοκαιρίας.

Όπως είχαν προβλέψει, ο τυφώνας ενέπλεξε τελικά τους Λαβίδη σε μία περιπέτεια που τους κόστισε. Ο Τζορτζ και η Τίνα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν για την κακοκαιρία ή για την παρουσία του ανθρώπου με το αυτοκίνητο και το βαν.  Πώς θα μπορούσαν άλλωστε;  Ο τελευταίος είχε εμφανιστεί από το πουθενά, τη στιγμή που το ζεύγος Λαβίδη πάλευαν με το σκοτάδι και τις συνέπειες του τυφώνα Φοίβη. Κάτω από εκείνες τις ιδιάζουσες καιρικές συνθήκες, τα δέντρα της περιοχής τους προστάτευαν και ταυτόχρονα τους απειλούσαν.   Ο Τζόσλυ που ήθελε να επέμβει σαν από μηχανής Θεός και να τους σώσει, οδηγείτο, πέρα από τα συναισθήματά του που τα φύλαγε για τον εαυτό του, από τη φυσική επιστημονική περιέργειά του, καθώς κανείς από τον πλανήτη τους δεν είχε  επιχειρήσει κάτι τέτοιο, πριν απ’ αυτόν. Ο Μάρτιν, ο μικροκαταστηματάρχης στην αρχή του Oxley Hwy, είχε διασωθεί από τον ίδιο, τον Τζόσλυ, αρκετά  χρόνια πριν, όταν κάποια στιγμή είχε αναποδογυρίσει το μικρό σκάφος του στον ποταμό κάτω από το Oxley Hwy.  Έκτοτε είχαν γίνει καλοί φίλοι και συνεργάτες, εκεί που οι συνθήκες το επέτρεπαν.         Όμως η περίπτωση Λαβίδη ήταν εντελώς διαφορετική.  Ήταν μία μεγάλη αποστολή για τον Τζόσλυ καθώς είχε πετύχει να φέρει το ζεύγος Λαβίδη στον πλανήτη τους και στην πορεία να διαπιστώσει ότι οι γήινοι παρόμοια μ’ εκείνους, ήταν δυνατόν, ακόμη και στην εσχάτη κατάσταση ν’ αποκατασταθούν και  εκ των υστέρων να προσαρμοστούν στην τεχνική ατμόσφαιρα, που είχαν δημιουργήσει στον πλανήτη τους αιώνες τώρα, για την αποφυγή λοιμώξεων.  Γιατί το ζεύγος Λαβίδη δεν είχαν απλά τραυματιστεί. Ήταν κλινικά νεκροί όταν τους είχαν ανασύρει από το καταστραμμένο αυτοκίνητό τους, τελικά.  Ο ορός Αρτεμίσιο 1 που τους είχε δοθεί πειραματικά, είχε σα συνέπεια την επαναφορά τους στη ζωή, την επιστροφή τους στον κόσμο της θνησιμότητας.  Είχαν νεκραναστηθεί και είχαν επιζήσει, χάρη στο γεγονός ότι ο Τζόσλυ, και η επιστημονική ομάδα του, έτυχε να έχουν προσγειωθεί εκεί κάτω από το Oxley Hwy, ενωρίτερα, εκείνη την τραγική, για το ζεύγος Λαβίδη, ημέρα.  Είχε προηγηθεί η πληροφόρηση του Τζόσλυ για τους Λαβίδη, από τον πράκτορά τους, τον φιλικό καταστηματάρχη Μάρτιν, στην αρχή του Oxley Hwy.  Δεν είχαν όμως πετύχει αυτός και η ομάδα του να σταματήσουν τον ψυχασθενή οδηγό, όσο κι αν είχαν προσπαθήσει. Ήταν σαν κάποιος να τους ανταγωνιζόταν στη διάθεσή τους «του προσφέρειν και ευεργετείν».  Ευνόητο ήταν επίσης το γεγονός ότι ήταν αδύνατον  να εκτελέσουν κάποιον,  ώστε να βοηθήσουν το ζεύγος Λαβίδη.   Δεν απέμεινε λοιπόν τίποτα περισσότερο από το να ακολουθήσει ό,τι ακολούθησε: η ήδη γνωστή διαδικασία.

 

Το πλήγμα για την οικογένεια Λαβίδη υπήρξε ανυπολόγιστο, φοβερό, αλλά δεν υπήρχαν άλλοι τρόποι από εκείνους στους οποίους κατέφυγαν τελικά οι Αρτεμίσιοι.   Επέζησαν τουλάχιστον και τώρα, έστω και με αυτή την καθυστέρηση των εννέα χρόνων, θα αντάμωναν γονείς και παιδιά και μαζί πλέον θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν τα προβλήματά τους και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Αυτό τουλάχιστον ήλπιζε ο Τζόσλυ και η ομάδα των συναδέλφων του όταν τους επανέφεραν στη ζωή, αφού  πρώτα τους υπέβαλαν στο πρόγραμμα της καθολικής ανανέωσης των κυττάρων τους.  Πέτυχαν στις επιδιώξεις τους και η επί μακρόν παρακολούθησή τους επεβεβαίωνε, ότι είχαν γίνει και πάλι φυσιολογικοί άνθρωποι. Αν τελικά αυτό το θαύμα αποδεικνυόταν επιτυχές και ύστερα από την επιστροφή του ζεύγους Λαβίδη στη Γη, τότε… Αλλά ως τότε…  όφειλαν να περιμένουν, καθώς ο χρόνος που τα αποκαλύπτει όλα, θα έκανε το ίδιο και γι αυτό, με το πλήρωμά του, την κατάλληλη στιγμή.

Στο μεσοδιάστημα έπρεπε να φυλαχτεί καλά το μυστικό του Πλανήτη Άρτεμη. Είχαν πετύχει να μπλοκάρουν μεγάλο μέρος από τη μνήμη των Λαβίδη σε σχέση με την περιπέτειά τους στο Διάστημα.  Ο Τζορτζ και η Τίνα, σώοι και αβλαβείς, είχαν ξυπνήσει  πάνω στο περίφημο Oxley Hwy, από τον ύπνο που είχαν θεωρήσει εκούσιο.  Η συνέχεια ήταν απίστευτη.

 

Νάτοι λοιπόν τώρα, ο Τζορτζ και η Τίνα που ψάχνουν για το σπίτι τους με ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους την έκπληξη από τις τόσες αλλαγές  γύρω τους και από την αγωνία για τη συνάντησή τους με την οικογένειά τους. «Τι μπορεί να κάνει κανείς για να μετριάσει τα συναισθήματά τους; Εύχομαι να είναι ομαλή η προσγείωσή τους μετά από τα shock που τους επιφυλάσσει η συνάντηση με τα παιδιά τους και τη λοιπή οικογένεια. Αν ξεπεράσουν αυτό το στάδιο και οι δύο μεριές, τότε μπορούμε να ελπίζουμε και εμείς σε μία καλή σχέση με τους γήινους!»  είπε ο Τζόσλυ μονολογώντας. «Τί εννοείς μ’ αυτό το τελευταίο;» ρώτησε ο Ράι, ένας από τους στενούς  συνεργάτες του. «Μα τι άλλο από μία γενικότερη επικοινωνία, λιγότερο τραυματική και υπό συνθήκες συνεργασίας και φιλίας του πλανήτη μας με τη Γη; Δεν είναι αυτή η απώτερη αποστολή μας;  Τόσες προσπάθειες έγιναν στο παρελθόν χωρίς επιτυχία. Αξίζει και μία άλλου είδους προσέγγιση, εκείνη της φιλανθρωπίας και της αλληλεγγύης. Δεν μπορεί η Γη να ανησυχεί για εξωγήινους εχθρούς, τη στιγμή που οι κάτοικοί της αλληλοσπαράζονται!» «Κατάλαβα τι εννοείς. Ωστόσο… χρειάζεται να φτάσω στα χρόνια σου για να καταλάβω πολύ περισσότερα». «Είσαι νέος Ράι και αυτό είναι πολύ σπουδαίο.  Με τον καιρό θα μυηθείς στα προγράμματά μας, γιατί εσύ και οι όμοιοί σου θα τα συνεχίσετε. Είστε το μέλλον μας.  Όσο περισσότεροι πλανήτες κατορθώσουν να επικοινωνήσουν και να κατανοήσουν την ανάγκη της συνύπαρξης και αλληλοβοήθειας μεταξύ τους, τόσο καλύτερα θα είναι για τον Γαλαξία μας.  Ξέρεις τι σημαίνει Παγκοσμιοποίηση; Όλοι οι πλανήτες αδερφωμένοι σε μία ενιαία επιστημονική προσπάθεια συνύπαρξης και συνεργασίας. Αυτό! Επιδιώκουμε την κατανόηση και άλλων κοσμικών συστημάτων πέρα από εκείνους που ήδη γνωρίζουμε και επικοινωνούμε;  Χρειάζεται να καταβάλλεται η συνεχής προσπάθεια εκ του σύνεγγυς και μακρόθεν…»  Ο Ράι συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του. Ήταν από τους καλύτερους νεαρούς διαδόχους του Τζόσλυ στο πρόγραμμα της παγκόσμιας επικοινωνίας.  Ήταν ένας νέος επιστήμονας που ξεχώριζε ανάμεσα στους πολλούς.

-Ράι κύτταξε στην οθόνη ένα λεπτό.  Τι βλέπεις;

-Βρήκαν το σπίτι τους… απαντά εκείνος.

Κυττάζει με ολάνοιχτα τα μάτια όπως πάντα.  Δεν έχει ακόμη κατανοήσει την ουσία του πλανήτη Γη. Δεν έχει πολλά κοινά με το δικό τους πλανήτη πέρα από το γεγονός ότι η ατμόσφαιρα είναι γαλανή, διάφανη και κατάλληλη για να διατηρείται  η ζωή.  Πάντα τον εντυπωσίαζαν οι τρόποι των γήινων. «Το παρουσιαστικό τους είναι συμπαθητικό, ο χαρακτήρας τους μου είναι  γνωστός εξ ακοής, ο τρόπος ζωής τους ακατανόητος… ο τρόπος κατασκευής των κατοικιών τους διαφορετικός… τα κτιριακά τους συγκροτήματα…» σκέφτεται ο Ράι και ο Τζόσλυ διασκεδάζει παρακολουθώντας  τις αντιδράσεις του.

-Ξέρω ότι βρίσκεις το περιβάλλον της Γης παράξενο… Την επόμενη φορά που θα ταξιδέψουμε στη Γη, θα έρθεις μαζί μας.  Είναι μία ξεχωριστή εμπειρία. Η γη είναι ένας ανοιχτός και πολύχρωμος χώρος όπου θαρρείς πως όλα αναπνέουν ελεύθερα… Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική.  Αυτό που τους χαρίζει «η Φύση», τους το στερεί ο «συνάνθρωπος» με την άσκηση βίας, που πάντα είναι καλά καμουφλαρισμένη. Οι άνθρωποι ζούνε υπό τον ζυγό της δύναμης των λίγων, των δυνατών οικονομικά που κατευθύνουν τις κυβερνήσεις τους και που τους υποτάσσουν -υποτάσσουν τη μάζα- «τη ζεύουν  στο ζυγό της εργασίας» για τα δικά τους οφέλη.  Όσο κι αν ακούγεται αποκρουστικό είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης… Κι εσύ, αν ζούσες εκεί, εάν ή όταν θα απέβαινες δυνατός, θα έκανες το ίδιο.  Είναι το κατεστημένο  συγκυριών κι αυτό δημιουργεί στρατιές φτωχών και αδικημένων που βασανίζονται σε όλη τους τη ζωή και δύσκολα βγαίνουν από τη μιζέρια τους. Μόνο αν κάποιος απόγονός τους καταφέρει να διαφοροποιηθεί… τότε επαναλαμβάνεται το παραμύθι της δύναμης και της εξουσίας. Η εξουσία και ο πλούτος δημιουργούν τις δυναστείες δύναμης και πάει λέγοντας.  Ακόμη και τα Νοσοκομεία και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι για τους προνομιούχους και οι δήθεν ασφαλισμένοι από το κοινωνικό σύστημα, ανθρωπάκοι, εξευτελίζονται για να βρουν το δίκιο τους… αν το βρουν τελικά.  Άσε πια τη γραφειοκρατία που δημιουργούν οι νόμοι, που όπως καταλαβαίνεις, εφαρμόζονται μόνο όπου υπάρχει αδυναμία… Θα μπορούσαμε να καθίσουμε και να μιλάμε για τη Γη το παρελθόν, το παρόν και το  αβέβαιο μέλλον  των κατοίκων της για χρόνια και δε θα καλύπταμε παρά μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό από αυτά… Προς το παρόν ας δούμε τι κάνουν οι φίλοι μας.

 

Ο Τζορτζ και η Τίνα κάθονται μουδιασμένοι.  Παρακολουθούν τα πάντα.  Κάποιος περνάει δίπλα τους και ούτε καν τους δίνει σημασία.   Η Τίνα κυττάζει ολόγυρα.

-Ο Πάτρικ και η Λώρα… είναι άραγε ακόμη στη γειτονιά μας;

-Έλα γλυκειά μου… Μη σκέφτεσαι…

Ο Τζορτζ βγάζει το κινητό του.  Περιμένει.

-Ήρθαμε… είμαστε έξω… από το σπίτι… στην πόρτα… μπροστά…  Όχι… για να μη ξαφνιαστούν οι γέροντες.  Τους έχετε προετοιμάσει πιστεύω…  Καλά…

Ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και η Τίνα τον ακολουθεί φοβισμένη.  Είναι όλα τόσο παράξενα! Ανοίγει η μεγάλη πόρτα του σπιτιού και στο κατώφλι στέκεται ο Λάμπρος φοβισμένος.  Πίσω του στέκεται η Μαίρυλιν.  Σα να λύθηκαν τα μάγια τρέχουν για το αντάμωμα και το αγκάλιασμα χωρίς μιλιά. Τα δάκρυα τρέχουν και μία σαστιμάρα αναδεύεται στα μάτια όλων.

-Παιδιά μου γλυκά! ψιθυρίζει η Τίνα σφίγγοντας τα δύο παιδιά της με ανείπωτη λαχτάρα, που τώρα πια είναι άντρας και γυναίκα γύρω στα εικοσιτέσσερα και εικοσιτρία αντίστοιχα.

Ο Τζορτζ στέκεται πίσω από την Τίνα και παρακολουθεί με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα.

-Μαμά, είσαι αλήθεια εσύ!

Ρωτάει η στερημένη από τη μητρική αγάπη, νέα.  Κλαίει με λυγμούς και σφίγγει σπασμωδικά στην αγκαλιά της, τη μητέρα της.

Ο Λάμπρος έχοντας αφήσει την Τίνα και τη Μαίρυλιν, αγκαλιάζεται με τον πατέρα του. Ο εναγκαλισμός ετούτος, σιωπηλός και δακρύβρεχτος, είναι ένδειξη ενός μακροχρόνιου πόνου που ίσως να βρει επιτέλους τον τρόπο και την ευκαιρία να σιγάσει.  Η Μαίρυλιν με τη σειρά της αγκαλιάζει τον Τζορτζ, που ψιθυρίζει λόγια τρυφερά στο κοριτσάκι του, όπως τότε… εννέα χρόνια πριν!

-Μπαμπά μου, πόσο μού ‘λειψες ψιθυρίζει ευτυχισμένη.

-Γλυκειά μου Μαίρυλιν… λέει ο Τζορτζ και χαϊδεύει τα μαλλιά της θυγατέρας του.

Στο κατώφλι εμφανίζονται μόνοι ο Θάνος και η Μαίρη.  Στέκονται εκεί βουβοί με μάτια υγρά  και παρακολουθούν αυτή τη αντάμωση. Η Μαίρη κουνάει το κεφάλι της και σκουπίζει τα μάτια της.

-Μάννα! Φωνάζει ο Τζορτζ… Μάννα μου!

Η Μαίρη κουνώντας το κεφάλι της ανοίγει την αγκαλιά της και περιμένει το γιο της με τη λαχτάρα του μεγάλου ανθρώπου που είχε μέσα του άσβεστη την πίστη, ότι θα ξαναδεί το μοναχοπαίδι της.  Ο Τζορτζ την αγκαλιάζει και την χαϊδεύει στο κεφάλι με τον πόνο του γιου, που άφησε πίσω του μια οικογένεια ολοκληρωμένη για να την χαντακώσει τελικά… να κάνει την ευτυχία της συντρίμμια και χωρίς καθόλου να το υποψιάζεται.  Αληθινή φρίκη!

-Ο πατέρας μου… έφυγε… Τον σκοτώσαμε χωρίς να θέλουμε, έτσι δεν είναι;  κλαίει ο Τζορτζ καθώς αγκαλιάζει τη Μαίρη.

-Τι να πούμε γιε μου!  Πάει ο καημένος με το νου του σε σας…  Τ’ αγγόνια του δεν μπορούσαν να τον παρηγορήσουν.  Του έλειπες Τζορτζ… Σε είχε για χαμένο και δεν μπόρεσε ν’ αντέξει τελικά.

Η Μαίρη κλαίει σιγανά από λύπη, μαζί και από  την αφάνταστη χαρά της. Είναι το θαύμα του ανθρώπου που μπορεί να χωρέσει τόσα συναισθήματα στην καρδιά του, χωρίς να την κατασπαράζει τελικά.

Η Τίνα που ακολουθεί από μικρή απόσταση τον Τζορτζ κρατώντας από το χέρι τη Μαίρυλιν, δεν έχει αντιληφθεί τα όσα έχουν ειπωθεί ανάμεσα σε αυτόν και τη Μαίρη που αγκαλιασμένοι κλαίνε εκεί μπροστά της.  Βλέπει όμως τον  πατέρα της να την περιμένει με μάτια λαμπερά από τα δάκρυα.

-Πατέρα!

Κράζει η Τίνα αφήνοντας το χέρι της Μαίρυλιν και πέφτονας απάνω του.

Αγκαλιάζονται παρατεταμένα, σιωπηλά. Ο Θάνος λυγίζοντας από τη συγκίνηση, αφήνει τα δάκρυά του ελεύθερα.

-Τώρα…  τώρα πια… είμαι καλά παιδί μου.  Τώρα μπορώ να φύγω ευτυχισμένος.  Αξιωθήκαμε να ζήσουμε το γυρισμό σας.

Ύστερα από λίγο αντιλαμβάνεται την απουσία της μητέρας της και περιεργείται.

-Η μαμά…  πού είναι; ρωτάει.

Δεν προλαβαίνει όμως να πάρει απάντηση, γιατί η Μαίρη, η πεθερά της, την αγκαλιάζει και τη φιλάει.

-Παιδί μου, Τίνα! Να είναι ευλογημένος ο Μεγαλοδύναμος που μας αξίωσε να σας δούμε ξανά.

Η Τίνα δεν ξέρει τι να πρωτοπεί και τι να πρωτοκυττάξει.  Παρατηρεί δύο απουσίες:

-Η μάννα μου, ο πεθερός μου… που είναι μάννα; ρωτάει τη Μαίρη.

-Ελάτε μέσα παιδί μου… Θα τα πούμε όλα… σιγά-σιγά!

Η Τίνα υποψιάζεται το χειρότερο.  Φοβάται ν’ ακούσει ένα τελεσίδικο νέο. Πέρασαν χρόνια, πολλά μπορούσαν να είχαν συμβεί. Η μητέρα της έπασχε από καρδιά.  Και ο πεθερός της ήταν διαβητικός.  Περίμεναν τώρα να μάθουν τα άσχημα.  Η Μαίρη μιλάει σιγανά καθώς της σφίγγει το χέρι.

-Ο παππούς ο Λάμπρος, έπαθε γάγγραινα πριν τρία χρόνια.  Δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτε.  Πέθανε με το όνομά σας στα χείλια του.  Και η μάννα σου, η αγαπητή μου Λαμπρινή, είναι στο νοσοκομείο. Έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό από τη συγκίνησή της, όταν άκουσε ότι είστε καλά και έρχεστε. Είναι καλύτερα κιόλας Τίνα μου. Είναι καλύτερα… μη φοβάσαι.

Η Μαίρη κλαίει… από λύπη για τον φευγάτο  Λάμπρο  της,  κλαίει από ευτυχία για τα παιδιά της που γύρισαν από εκεί  «όπου τους είχε καταπιεί το άγνωστο…», έτσι έλεγε καμιά φορά όταν τους μελετούσε μονολογώντας.

Η Τίνα κάθεται σε ένα κάθισμα. Είναι ζαλισμένη από την μεγάλη ευτυχία, από την απέραντη συγκίνηση και από τη θλίψη της για τον πεθερό της και τη μητέρα της.  Ο Λάμπρος γονατίζει και την αγκαλιάζει.

-Έλα μαμά… μην κάνεις έτσι! Δε θέλουμε να μας αρρωστήσεις.  Τώρα που σας ξαναβρίσκουμε… θέλουμε χαμόγελα…  ευτυχία!

Η Μαίρυλιν από την άλλη πλευρά, την αγκαλιάζει, και την φιλάει.

-Να δεις μαμά μου που όλα θα φτιάξουν… Η γιαγιά μου η Λαμπρινή θα γίνει γρήγορα καλά… Όλα θα φτιάξουν… Και θέλω να σου πω, πόσο χαίρομαι που φαίνεσαι τόσο όμορφη, τόσο νέα…  και ο μπαμπάς μου… Έχω τους πιο όμορφους και νέους γονείς στον κόσμο!

-Η Μαίρυλιν έχει τόσο δίκιο… και σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι να έχω τόσο καλά γονίδια…  Ξέρεις τι πάει να πει να φαίνεσαι για τριάντα στα σαράντα σου!  Ρε μπαμπά… θα μας περάσουν για αδέρφια! Πού είχατε κρυφτεί με τη μαμά; Μήπως σε κάποιον άλλο πλανήτη; ρωτάει ευτυχισμένος ο Λάμπρος.

Ο Τζορτζ γελάει μυστηριωδώς.

-Ποιος το ξέρει γιε μου; Ούτε κι εμείς ξέρουμε τι έγινε.  Αναρωτιέμαι καμιά φορά μήπως είχαμε πέσει σε νάρκη κάπου, κάτι σαν την κοιμισμένη βασιλοπούλα… Κι όταν το σκέφτομαι, που λες, περιεργούμαι πως δεν μας ανακάλυψε κανείς τόσα χρόνια!  Το πιστεύετε ότι όταν το πρωί ξυπνήσαμε κι αποφασίσαμε να σας πάρουμε τηλέφωνο, ήταν  γιατί δεν είμαστε βέβαιοι για τον προορισμό μας;

Ο Λάμπρος κυττάζει μία την Τίνα και μία τη Μαίρυλιν.

-Δηλαδή… δε θυμάστε πως πριν εννέα χρόνια στο Oxley Hwy, κάποιος άγνωστος προσπάθησε να σας χτυπήσει με το αυτοκίνητό του, και ότι τελικά τα κατάφερε;

-Όχι! είπαν ο Τζορτζ και η Τίνα ταυτόχρονα.      Κυττάχτηκαν με απορία.   Δε θυμόνταν τίποτα.

-Μα,  πώς είναι δυνατόν; αναρωτήθηκε η Μαίρυλιν στεναχωρημένη.

-Δεν ξέρω ούτε το γιατί, ούτε και το πως, είπε ο Τζορτζ και η Τίνα συμφώνησε μαζί του.

-Ξέρεις γιε μου, εκεί, σ’ εκείνο το δρόμο, πώς τον είπατε;  στο Oxley Hwy… Άκουσα λοιπόν μία φορά ότι κάποιοι είδαν εκεί παράξενα πράγματα, είπε η μητέρα του Τζορτζ.

-Ναι έχει δίκιο η συμπεθέρα. Κι εγώ το άκουσα, από τη Μαίρυλιν κι από το Λάμπρο, είπε ο Θάνος, ο πατέρας της Τίνας.

Η Μαίρυλιν και ο Λάμπρος κυττάχτηκαν. Οι γονείς τους είχαν πάθει αμνησία λοιπόν, αλλά -κατά τα φαινόμενα- μερική μάλλον, αφού θυμόνταν την οικογένειά τους!

-Μια και επικρατεί σκοτάδι στη μνήμη σας για κάποια από τα γεγονότα, θα σας πω τι είδα εγώ εκείνη την ημέρα στο στούντιο του καναλιού Έξι, όπου εργαζόμουν σαν junior…  Με είχαν προσλάβει ύστερα από το Work Experience στο year Ten αν θυμάστε, γιατί όπως είχαν πει ήμουν καλή στη δουλειά μου.  Εργάζομαι ακόμη στο ίδιο μέρος.  Είδα λοιπόν….

Η Μαίρυλιν εξιστόρησε τη διακοπή του προγράμματος του καναλιού εκείνη την ημέρα, εννέα χρόνια πριν, και τη θέαση κάποιου παράξενου συμβάντος, που παρουσιαζόταν σαν επίκαιρα στις οθόνες τους, από το πουθενά.  Ακόμη δεν έχουν  μάθει πώς και από πού είχε προέλθει εκείνη η συγκεκριμένη εικόνα, από ποια κάμερα, από ποιο συνεργείο ή από ποιο κανάλι ή αν ήταν ερασιτεχνικό… Τίποτα απολύτως.  Παντελές σκοτάδι.  Το περίεργο και εξίσου τραγικό ήταν πως εκείνο που έβλεπαν στην οθόνη, δεν ήταν φάρσα αλλά μία φοβερή πραγματικότητα, με εμπλεκόμενους τους  γονείς της.

Η Μαίρυλιν σταματάει και κλείνει τα μάτια.

-Τρελαίνομαι μόνο που το σκέφτομαι. Νομίζω ότι βλέπω εκείνη την τρομερή σκηνή να επαναλαμβάνεται.

Ο Τζορτζ ένιωσε το κεφάλι του να πονάει.  Δε θυμόταν τίποτα. Ένα κενό, ένα τεράστιο κενό, είχε σκεπάσει εκείνη την περίοδο.  Η Τίνα έτριψε το μέτωπό της.  Κάποιες σκιές πέρασαν φευγαλέα από τη σκέψη της, για να χαθούν αμέσως.  Κάποιες άστατες αναλαμπές, χωρίς πριν και μετά.  Έπεσε σιωπή ανάμεσά τους.

-Πρέπει να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη, πού είμαστε όλα αυτά τα χρόνια; Γιατί στερηθήκαμε τα παιδιά μας, τους γονείς μας; Ποιο ήταν το άδικο χέρι που μας στέρησε εννιά χρόνια ήρεμης οικογενειακής ζωής και γιατί; ρώτησε ο Τζορτζ.

Στο νου του φύτρωσε το όνομα Τζόσλυ…

-Τζόσλυ!  Ποιος είναι ο Τζόσλυ;  αναρωτήθηκε.

Ένιωσε έναν κρύο ιδρώτα να τον περιχύνει.  Αισθανόταν παράξενα.

-Τζορτζ! Please! είπε η Τίνα κι άπλωσε το μπράτσο της για να τον χαϊδέψει.

Όλοι σιώπησαν.  Ήταν φανερό ότι ο Τζορτζ και η Τίνα υπέφεραν.   Αλλά όχι μονάχα γιατί μιλούσαν για όλα εκείνα τα ανεξήγητα.  Ήταν και εκείνα που είχαν συμβεί στην οικογένειά τους στην απουσία τους.  Τα παιδιά τους είχαν περάσει μία κρίσιμη ηλικία χωρίς την παρουσία τους. Τα ταλάνισε διπλός ο πόνος που προξενεί ο αδικαιολόγητος, ο άδικος αφανισμός των γονιών.  Με τους παππούδες και τις γιαγιάδες να τα προσέχουν και να τα αγαπούν, είχαν κατορθώσει να ξεπεράσουν πολλά από τα προβλήματά τους. Η παρoυσία των ηλικιωμένων γονέων τους ήταν η μεγαλύτερη ευλογία για τα παιδιά τους και τους ίδιους.  Περισσότερο από ποτέ ένιωθαν πολλαπλή την υποχρέωση προς τους γέροντες γονείς τους, να τους βαραίνει.  Διαπίστωναν επίσης ότι τα παιδιά τους να προσπαθούσαν να τους φέρνονται σα μην είχε συμβεί τίποτα.

Όμως, τα πράγματα δεν ήταν έτσι.  Ούτε και ρυθμιζόταν η ζωή τους σαν ένα ωρολόγι που το κουρδίζεις ή του βάζεις μία νέα μπαταρία και εξακολουθεί να δουλεύει. Ήταν τρομερό το βάρος που σήκωναν -καθένας από τη δική του πλευρά- ένα βάρος που το διόγκωνε το ιστορικό των γεγονότων και το χρονικό διάστημα στο οποίο είχαν δεινοπαθήσει αισθηματικά. Είναι αρκετά τραγικό να χάνεις ξαφνικά τους αγαπημένους σου, αλλά όχι μικρότερης έντασης  το γεγονός να μην μπορεί  να δικαιολογηθεί μία μακροχρόνια απουσία σαν τη δική τους.  Τους λύγιζε η σκιά του κενού μνήμης.  Όταν το έψαχναν κατρακυλούσαν σ’ ένα χάος!

 

χουν πολλά προβλήματα οι φίλοι μας Ράι… Και λυπάμαι που δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Το ανθρώπινο μυαλό δεν είναι ακόμη έτοιμο ν’ αποδεχτεί τον πλανήτη μας.  Δεν μπορούμε να δώσουμε στους φίλους μας την ευκαιρία ν’ αφηγηθούν όλα όσα έχουν ζήσει από το ταξίδι τους μέχρι και σήμερα. «Μπλοκάρουμε» τη μνήμη των γεγονότων που μεσολάβησαν από τη στιγμή του ατυχήματός τους, μέχρι τη στιγμή που ξύπνησαν πάνω στο Oxley Hwy.

-Λένε πως το φοβερότερο πράγμα είναι να χάσεις τη μνήμη σου.

-Ναι έτσι λένε.  Όμως οι άνθρωποί μας είχαν χάσει τη ζωή τους.  Γιατί άραγε θα ήταν καλό να γνωρίζουν κάτι τέτοιο;  Δεν είναι ετούτο πιο φρικτό, από του να χάσει κανείς τη μνήμη του; Τώρα τουλάχιστον έχουν την ευκαιρία να ξαναδούν τα παιδιά τους έστω και μ’ αυτή την καθυστέρηση.

-Νομίζεις λοιπόν ότι αυτό είναι αρκετό;  ρώτησε ο Ράι.

-Ναι, αργότερα, θα δούμε τι θα κάνουμε, απάντησε ήσυχα ο Τζόσλυ.

Κύτταξε πίσω στη μεγάλη οθόνη. Πρόσεξε τα χαρακτηριστικά του Τζορτζ.

-Ο φίλος μας δεν αισθάνεται καλά. Ελπίζω να μη  του συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο.  Θα τον παρακολουθούμε κάθε στιγμή.  Θα ήθελα να βεβαιωθούμε γι αυτό το φαινόμενο.  Ίσως να οφείλεται στη συγκίνηση της επιστροφής τους.  Οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι στα συναισθήματά τους.

-Θα επιστρέψουν ποτέ πίσω στον Πλανήτη μας Τζόσλυ;

-Δε νομίζω… Αν όλα πάνε κατ’ ευχήν θα ζήσουν πάνω στη Γη, τουλάχιστον άλλα πενήντα χρόνια, χωρίς κανένα πρόβλημα, απάντησε ο ελπιδοφόρος Αρτεμίσιος επιστήμονας.

-Γνωρίζουμε ότι  η Γη κινείται σε άλλη διάσταση. Υπάρχει κάποια ελάχιστη πιθανότητα να μην πάει κάτι  καλά και να συμβεί το ανεπανόρθωτο, επειδή έμειναν στον πλανήτη μας για μεγάλο χρονικό διάστημα; ρώτησε ο Ράι.

-Το έχουμε υπόψη μας κι αυτό…  Είναι γεγονός ότι όλα όσα έχουν εφαρμοστεί στον Τζορτζ και στην Τίνα δεν έχουν επαναληφθεί σε άλλο γήινο πλάσμα.  Είναι η πρώτη φορά λοιπόν και ελπίζω να πετύχει -σαν καλοπροαίρετο πείραμα- ώστε η οικογένεια Λαβίδη να μην ξαναζήσει παρόμοιες τραγικές στιγμές.  Θα τους παρακολουθήσουμε τις κατάλληλες ώρες, για να δούμε έγκαιρα πιθανές αλλαγές στην υγεία τους και στην εμφάνισή τους, απάντησε ο Τζόσλυ αρκετά αισιόδοξος.

 

ζορτζ… σε ζητούν στο τηλέφωνο, φώναξε η Τίνα.

-Έρχομαι… απαντάει ο Τζορτζ.

Παίρνει το ακουστικό.

-Εμπρός! Ποιος είναι;

-Τζορτζ! Είμαι ο Μελλ φίλε μου! απάντησε η φωνή.

-Μελλ!.. χαίρομαι που σε ακούω, είπε με ευχαρίστηση ο Τζορτζ, καθώς ένιωσε ότι ίσως και να ήταν ευκολότερη η αναπροσαρμογή τους στην προηγούμενη ζωή τους, από ότι νόμιζε.

-Τι κάνεις λοιπόν; Ύστερα από τόσα χρόνια γύρισες από το… άγνωστο! Έτσι μου είπαν κάποιοι που σ’ αγαπούν.

-Καλά είμαστε φίλε μου… Μόνο που η Τίνα κι εγώ ακόμη δε γνωρίζουμε αυτό «το άγνωστο», που εμπλέκεται με το χρονικό διάστημα της απουσίας μας.

-Τι μου λες; Αυτό κι αν δεν είναι παράξενο! Δεν είναι; ρώτησε με φανερή την περιέργεια να μάθει, ο Μελλ.

-Είναι… Όμως δεν έχουμε τον τρόπο να το εξιχνιάσουμε. Θ’ αφήσουμε λοιπόν το χρόνο να κάνει τη δουλειά του.  Σημασία έχει ότι είμαστε εδώ, είμαστε   γεροί.  Ο θάνατος του πατέρα μου όμως δεν ξεπερνιέται από τη μια μέρα στην άλλη!  Είναι και το περιστατικό με την πεθερά μου.  Τι να κάνω;  Πήραν κατάκαρδα όλα όσα συνέβησαν, είπε ο Τζορτζ με φωνή έντονα χρωματισμένη από τη λύπη.

-Το ίδιο θα αισθανόμουν κι εγώ στη θέση τους Τζορτζ! δήλωσε ο Μελλ με συμπάθεια.

-Καταλαβαίνω τι λες.  Και η χαρά σκοτώνει καμιά φορά.  Έτσι έγινε με την πεθερά μου ξέρεις.  Παραλίγο να τη χάσουμε τη γυναίκα, εξομολογήθηκε ο Τζορτζ, μιλώντας ξαφνικά και για τα οικογενειακά τους  προβλήματα.

-Θα σε δω φίλε Τζορτζ!  Πάρε το τηλέφωνό μου όταν μπορείς και έχεις διάθεση, να πιούμε μία μπύρα παρεούλα. Θα χαρώ πολύ να σε δω κι από κοντά.  Καλωσορίσατε η Τίνα κι εσύ, άλλη μια φορά! ευχήθηκε εγκάρδια ο Μελλ.

-Ευχαριστώ Μελλ.  Χάρηκα που μιλήσαμε. Σ’ ευχαριστώ για το τηλεφώνημα.

Ύστερα από αυτό το τηλεφώνημα ο Τζορτζ κάθισε σκεφτικός σ’ ένα κάθισμα.  Από την ημέρα που επέστρεψαν εδώ κι ένα μήνα έχει διαρκώς πονοκεφάλους. Δεν καταλαβαίνει το γιατί.  Θέλει να κάνει υπομονή. Θέλει να πιστεύει ότι όλα οφείλονται στις συγκινήσεις των ημερών.  Δε μίλησε ποτέ στην Τίνα για το πρόβλημά του. Άλλωστε κι εκείνη θα έπρεπε να είχε τα δικά της. Σε κάποια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη μηνιαία ρουτίνα της, απέδωσε η Τίνα στις ημικρανίες που είχαν παρουσιαστεί από την ημέρα που άρχισε το ταξίδι της επιστροφής τους, από το Oxley Hwy, στο σπίτι τους.

Ήταν άλλωστε και όλες εκείνες οι τραγικές διαπιστώσεις: απουσίαζαν λέει εννέα χρόνια! Αρχικά λέει, πήγαιναν για την παραλαβή του πτυχίου της Τίνας… Κι αυτοί να μην θυμούνται τίποτα, μα τίποτα απολύτως, εκτός από το γεγονός ότι είχαν οικογένεια παιδιά, γονείς, φίλους και γνωστούς!

Η Τίνα έψαξε όλα τα χαρτιά στο γραφείο της.  Είχε σπουδάσει; Ναι! το ταξίδι τους σχετιζόταν  με κάποια τελετή απονομής των πτυχίων της σχολής της και της σειράς της.   Πήγαινε με τη συνοδεία του άντρα της, του Τζορτζ, για να παραλάβει το πτυχίο της: Bachelor of Arts… «Ναι… ναι… σε μία μεγάλη γιορτή απονομής πτυχίων κάποιων σχολών… Humanities».  Διαπίστωνε από κοινού με  τον Τζορτζ,  την αμνησία τους γύρω από συγκεκριμένα πράγματα και κυρίως σε ό,τι είχε σχέση με το ταξίδι τους  για το  δικό της graduation.

Όμως από όποια οπτική ή λογική γωνία κι αν επιχειρούσαν να ερευνήσουν ο Τζορτζ και η ίδια, για το τι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα αργά το απόγευμα, στο παράξενο εκείνο Hwy –τουλάχιστον «στοιχειωμένο» τον είχε αποκαλέσει η Μαίρη- σκόνταφταν κυριολεκτικά στο κενό της μνήμης τους.  Τα παιδιά τους ήξεραν πολύ περισσότερα από εκείνους.  Κρέμονταν από την τύχη τους και την ελπίδα διαλεύκανσης του μυστηρίου που κάλυπτε την απουσία τους, και ένας Θεός ξέρει τους εφιάλτες που τους τυραννούσαν κάθε βράδυ, εξαιτίας των τύψεών τους για την ατυχία των παιδιών τους να ζήσουν χωρίς τους γονείς τους, σε μία περίοδο που ίσως τους χρειάζονταν περισσότερο από ποτέ.  Και ο άρρωστος πατέρας του Τζορτζ; Εκείνος είχε χάσει τη ζωή του από τη στεναχώρια του.  Ήταν ένα άλλο χτύπημα που πονούσε.  Όλα όσα είχαν συμβεί στην οικογένεια Λαβίδη, είχαν συμβεί από μία στραβοτιμονιά της καλής τους τύχης. Ήταν όμορφη η ζωή ως εκείνη τη μοιραία στιγμή, τη στιγμή  της δυστυχίας τους!

-Λοιπόν; Τι σε βασανίζει καλέ μου; ρώτησε η Τίνα τον Τζορτζ.

Είχε μπει και είχε καθίσει παρατηρώντάς τον για μερικά λεπτά. Εκείνος όμως ούτε και που την είχε αντιληφθεί.  Ήταν βουτηγμένος στις σκέψεις του και η Τίνα θεωρώντας απαραίτητο να περιμένει για λίγο σιωπηλή, τον έκανε να την προσέξει τελικά και να μιλήσει.

-Τίποτα αλήθεια, είπε σα να μιλούσε στον εαυτό του.

-Έλα Τζορτζ.  Σε γνωρίζω καλύτερα από ότι νομίζεις. Δεν μπορείς να κρυφτείς από εμένα, είπε η Τίνα επιχειρώντας να χαμογελάσει.

Ο Τζορτζ δεν πρόλαβε να απαντήσει.  Μπήκε στο σαλονάκι η Μαίρυλιν γεμάτη αισιοδοξία, φυσική για την ηλικία της.

-Καλημέρα σας! Πώς κοιμηθήκατε; ρώτησε και φίλησε πρώτα τον Τζορτζ και ύστερα την Τίνα.

-Πολύ ωραία! Ήταν η καλύτερη βραδυά, αφότου εξαφανιστήκαμε! απάντησε ο Τζορτζ χαμογελώντας.

-Αγάπη μου… Εσείς… εσύ, πώς κοιμήθηκες; είπε ξαφνικά η Τίνα σε ένα ξέσπασμα μητρικής τρυφερότητας.

-Πολύ καλά μαννούλα μου! θέλει κι ερώτημα; Τώρα που ξαναβρήκα τους αγαπημένους μου αγνοούμενους… τι θαρρείς; Όλα είναι τόσο φωτεινά ξαφνικά… Σα να ζω σε πανηγύρι.

Ο Τζορτζ και η Τίνα κυττιούνται χαμογελαστοί.  Ναι ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή.

-Ξέρεις κοριτσάκι μου!  είναι φοβερά δύσκολο να λείπεις και να μην το έχεις συνειδητοποιήσει.  Είναι σαν το πρωταπριλιάτικο ψέμα, μόνο που δεν πρόκειται για ψέμα αλλά για μία δυσάρεστη αλήθεια, που είναι άγνωστο γιατί συνέβη, και κοστίζει…  Αυτό το vacuum είναι ανυπόφορο όσο και η σκέψη του αιώνιου σκότους! Καταλαβαίνεις! είπε ο Τζόρτζ σοβαρά και ταυτόχρονα απολογητικά σα να έφταιγαν εκείνοι.

-Ναι μπαμπά, νομίζω ότι σε καταλαβαίνω.  Όμως ας προσπαθήσουμε ν’ αφήσουμε αυτό το πρόβλημα και ίσως ο χρόνος θα προβάλει τις απαντήσεις που δεν έχουμε. Ξέρετε μπαμπά, θα ήθελα να μιλήσουμε για κάποια πράγματα που συνέβησαν στην απουσία σας.  Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την προσωπική μου ζωή, για τη σχέση μου μ’ ένα παλικάρι, τον Ντίνο… Ελπίζω να σας αρέσει και να εγκρίνετε τέλος πάντων. Είναι ξέρετε συνάδελφος, είπε η Μαίρυλιν κοκκινίζοντας.

-Κοριτσάκι μου! είπε συγκινημένη η Τίνα και σηκώθηκε να την αγκαλιάσει.

Στην κίνησή της όμως αυτή, εντελώς ξαφνικά και απρόβλεπτα, κλονίστηκε και  έπεσε πισώπλατα.  Η Μαίρυλιν έτρεξε κοντά της, αφήνοντας μια σπαρακτική φωνή και ο Τζορτζ παρόλο το ξάφνιασμά του, πετάχτηκε σαν ελατήριο και βρέθηκε γονατιστός μπροστά στην Τίνα.  Τώρα της μιλούσε και έτριβε τις παλάμες της.

-Τίνα! Έλα γλυκειά μου! Μη με τρομάζεις!  Σε παρακαλώ άνοιξε τα μάτια σου.

Η Τίνα κάτι μουρμούρισε, εξαντλημένη, αδύνατη εύθραυστη.  «Δεν είναι δυνατόν! όχι άλλο Θεέ μου! Δε μας δοκίμασες αρκετά; Άφησέ μας να χαρούμε την επιστροφή μας στα παιδιά μας… Άσε μας να χαρούμε λιγάκι όλοι μαζί… Γιατί μας βασανίζεις;» προσευχήθηκε ο Τζορτζ.

-Άκου Τζορτζ… είδα τον Τζόσλυ… Έχεις χαιρετισμούς! είπε με κόπο η Τίνα και προσπάθησε να χαμογελάσει.

-Τον Τζόσλυ;  Πού τον γνωρίσαμε τον τύπο;  Κάπου τον ξέρω, αλλά δε θυμάμαι από πού! μουρμούρισε ο Τζορτζ και παραδέχτηκε  άλλη μία φορά την αδυναμία του να θυμηθεί.

-Μη με ρωτάς είμαι πολύ μπερδεμένη.  Τον συνάντησες στον πλανήτη Άρτεμη… είπε με κόπο η Τίνα.

-Ποιον πλανήτη Άρτεμη μαμά; ρώτησε η Μαίρυλιν κυττάζοντας με ανησυχία τη μητέρα της.

-Τον πλανήτη Άρτεμη! Την αιθέρια… γαλαζοπράσινη γη… είπε η Τίνα, χωρίς όμως να καταλαβαίνει και η ίδια από πού αντλούσε αυτές τις απαντήσεις.

Έκλεισε τα μάτια της κουρασμένη. Το πρόσωπό της  ήταν χλωμό και μία βαθιά ρυτίδα έσκαβε το μέτωπό της, άγνωστη ως εκείνη τη στιγμή.  Ο Τζορτζ παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα, το παράξενο παραμιλητό της Τίνας.  Οι κουβέντες της ξυπνούσαν κάτι μέσα του, δεν μπορούσε όμως να δώσει εξηγήσεις στο συναίσθημα του και στις λάμψεις που διαπερνούσαν στη σκέψη του και χάνονταν, στις συγκεκριμένες μορφές που παρήλαυναν και τρελαινόταν γιατί δεν μπορούσε να τις συνδέσει με γεγονότα. Πάλι εκείνος ο πονοκέφαλος άρχισε να σφυροκοπάει τα μηνίγγια του.  Ήταν σχεδόν βέβαιος ότι οφειλόταν στο άγχος του, εκείνο που γεννήθηκε τη στιγμή που πρωτομίλησαν με τα παιδιά τους μέσω του κινητού τους, πάνω στο δρόμο όπου είχε σημαδευτεί η ζωή τους για πάντα. Το Oxley Highway είχε σημαδέψει τη μοίρα τους, είχε κλέψει την ευτυχία τους,  είχε καταστρέψει την ισορροπία τους.  Ήταν τρελό και να το σκεφτεί κανείς και όμως συνέβαινε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι αυτό.

Η Τίνα είχε αρχίσει να συνέρχεται κάπως.  Η Μαίρυλιν τη φίλησε με τον πόνο της νέας που έχει υποφέρει από την οδυνηρή στέρηση της μάννας της.

-Μαννούλα μου! δε θα σ’ αφήσω να φύγεις μακριά μου πια, είπε με μια πρωτόγνωρη απελπισία.

Δεν ενδιαφερόταν πλέον να τους μιλήσει για τον νέο που την είχε συμπονέσει και την είχε παρηγορήσει, όταν οδυρόταν για τον αδικαιολόγητο χαμό των δικών της.  Ο Ντίνος είχε σταθεί δίπλα της, αλλά και στον Λάμπρο είχε συμπαρασταθεί σαν αδερφός.  Η νέα τον είχε αγαπήσει όχι σαν υποκατάστατο, αλλά σαν  τον πολυτιμότερο φίλο.  Όλα είχαν οδηγήσει σε μία βαθιά εκτίμηση, μία αγάπη χωρίς μυστικά και υποκρισίες.  Η Μαίρυλιν είχε βρει στο πρόσωπό του τη γαλήνη από τους εφιάλτες που είχαν χαράξει τη ζωή της, από τη στιγμή που είχαν βεβαιωθεί για την εξαφάνιση των γονέων της.  Και τώρα, η Τίνα που έμοιαζε τόσο νέα και γλυκειά… ναι, ήταν εκεί, μόνο που έτρεμε και παραμιλούσε σα να είχε χτυπηθεί ξαφνικά από δυνατό ηλεκτρικό ρεύμα,.  Γιατί;  Τι συνέβαινε επιτέλους με τους γονείς της Μαίρυλιν;

 

Ο Τζόσλυ κούνησε το κεφάλι του στεναχωρημένα.

-Δεν πάμε καλά.  Την πρώτη φορά τότε που συνέβη το ατύχημά τους, είχαμε ικανοποιηθεί που είμαστε σ’ εκείνη την περιοχή και μπορέσαμε και τους βοηθήσαμε. Τώρα όμως ο Τζορτζ και η Τίνα αντιδρούν στο περιβάλλον του δικού τους πλανήτη. Θυμάσαι την ερώτηση που είχες  κάνει Ράι;  Άρχισαν κιόλας να  καταγράφονται τα πρώτα προβλήματά τους.  Η θεραπεία στην οποία υποβλήθηκαν αποδεικνύεται ότι δεν ήταν απαλλαγμένη από παρενέργειες.  Όλα εξελίσσονταν τέλεια ενόσω ήταν στον πλανήτη μας.  Τώρα, και ύστερα από μερικές μόνο ημέρες πάνω στη Γη, διαπιστώνεται ότι κάτι δεν πάει καλά.

-Ίσως να μην εξελιχτούν αυτές οι πρώτες αντιδράσεις σε κάτι οριστικό Τζόσλυ, ίσως και να υποχωρήσουν. Δεν είναι κάτι φυσικό τέλος πάντων; ρώτησε με άγχος ο Ράϊ.

-Ναι… μόνο που πρόκειται για γήινους και όχι για δικούς μας.  Εφαρμόσαμε τις μεθόδους που χρησιμοποιούμε για τους δικούς μας και όχι για τους κατοίκους ενός ξένου πλανήτη, όπως είναι η Γη.  Η ανάσταση δεν είναι κάτι που μπορεί να παίρνεται ελαφρά, ακόμη κι όταν εφαρμόζεται στους δικούς μας. Η ανάπλαση των νεκρών κυττάρων με μεθόδους αναπαραγωγικούς και με την κλωνοποίηση, έχει τις συνέπειές της.  Κάποτε αποτυγχάνει και το γήρας καταφτάνει ταχύτερα από ότι, αν ήταν στη φυσική του εξέλιξη, για να οδηγήσει ξανά σ’ εκείνο, από όπου η επιστήμη  είχε ξεκινήσει το πείραμά της, της ζωής.  Καταλαβαίνεις; Η φύση είναι ένα σοφό εργοστάσιο τέλειο και αξιόπιστο που σπάνια κάνει λάθη.  Το να την μιμηθεί κανείς, είναι από μόνο του βλασφημία.  Όμως χάριν της επιστήμης όλα δοκιμάζονται και μαθαίνουμε μόνο για να καλυτερεύουμε την ποιότητα του ζην και όχι για να αντικαταστήσουμε τον δημιουργό μας, είπε ο Τζόσλυ.

Ο νεαρός επιστήμονας ρουφάει κυριολεκτικά τα λόγια του δασκάλου του. Σκέφτεται την καλοτυχία του να συνεργάζεται με έναν ταπεινόφρονα και τόσο προικισμένο επιστήμονα, που αναγνωρίζει την περιορισμένη δύναμή του και σέβεται τη φύση που τον δημιούργησε.

-Τι πιστεύετε ότι θα πρέπει να επακολουθήσει μία τέτοια φθορά στο δικό σας αντικείμενο μελέτης, κύριε καθηγητά; Ρώτησε ο Ράι.

-Το ζεύγος Λαβίδη θα πρέπει να εκλέξει και να αποφασίσει κάποια στιγμή, αν και όταν διαπιστωθεί ότι οι παρενέργειες του επιχειρήματός μας είναι πράγματι θανατηφόρες.  Θα τους δοθεί η ευκαιρία να διαλέξουν αν θέλουν να επιστρέψουν κοντά μας, για μία καινούργια προσπάθεια.  Είναι πολύ νέοι για να τους αφήσουμε να αποδημήσουν από τη ζωή, καθώς αποτελούν και το βασικό αντικείμενο της μελέτης μας. Θα εξακολουθήσουμε να προσπαθούμε να αυξήσουμε τις πιθανότητες για τη ζωή τους, αν και εφόσον αυτό είναι εφικτό.  Αυτή η προσπάθεια θα μας δώσει την ευκαιρία να βοηθήσουμε τους κατοίκους της Γης να καταλάβουν ότι μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή τους και να την επιμηκύνουν.  Είναι άλλωστε ακόμη μία ευκαιρία για επικοινωνία με τους επιστήμονες της Γης, που μόνοι από όλους τους άλλους, αντιλαμβάνονται ότι η Γη δεν είναι ο μόνος κατοικημένος πλανήτης μέσα στο ατέρμονο Σύμπαν που την περιβάλλει.  Έχουμε ήδη επιχειρήσει κάποιες προσπάθειες και είναι μάλλον θετικές, είπε ο Τζόσλυ.

Ο Τζόσλυ παρακολουθεί τη σκηνή στο σαλόνι του ζεύγους Λαβίδη.  Κουνάει το κεφάλι του με απογοήτευση.

-Τώρα που παρατηρώ την Τίνα, πολύ φοβάμαι ότι η κρίση της υγείας της, δεν είναι, παρά η αρχή των παρενεργειών του εγχειρήματός μας.

-Μήπως θα ήταν καλύτερο να είχαν αφεθεί στην τύχη τους, κύριε καθηγητά.

-Αυτό ακριβώς δε θέλαμε. Είχαμε τον τρόπο να τους βοηθήσουμε αλλά και τη διάθεση. Η επιδίωξή μας  να επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τη ροή της τύχης τους με μέσα επιστημονικά, ήταν ένα φιλόδοξο πείραμα. Τώρα θα καταλάβουμε τι πετύχαμε, αν τελικά πετύχαμε κάτι.  Προβλέπω ότι η πορεία θα είναι δυσκολότερη.  Η ατμόσφαιρά μας επιβραδύνει τη φθορά των γήινων και μας επιτρέπει να προχωρήσουμε σε μία διαφορετική θεραπεία.  Όταν όμως επιστρέψουν στο δικό τους περιβάλλον στον πλανήτη Γη, καθώς όλα τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα, συγκριτικά με το δικό μας πλανήτη, δεν μπορούμε με τα ίδια μέσα να ξεγελάσουμε το θάνατο, που έρχεται ταχύτερα από ότι αν είχαν ζήσει μία άρτια ζωή στον πλανήτη τους, λέει ο Τζόσλυ κυττώντας στο άπειρο.

-Νομίζω ότι καταλαβαίνω για την προσπάθειά σας.  Ενεργείτε σαν επιστήμονας παράλληλα όμως και με humane διάθεση.  Σας θαυμάζω γι αυτό κύριε καθηγητά! δήλωσε ταπεινόφρονα ο Ράϊ.

 

Έχουνε περάσει μήνες από εκείνη την ημέρα του Απρίλη που ο Τζορτζ και η Τίνα είχαν επιστρέψει στο σπίτι τους, στην οικογένειά τους.  Είναι μία ωραία ζεστή ημέρα του Αυγούστου. Η Τίνα και ο Τζορτζ απολαμβάνουν έναν περίπατο στο Manly.  Περπατούν αργά και κουρασμένα.  Μέσα σε λίγο διάστημα αφότου είχαν επιστρέψει στο σπίτι τους, τα σημάδια του γήρατος επιταχύνονται.  Οι γιατροί τους αδυνατούσαν να εξηγήσουν πώς; ενώ είχαν την εμφάνιση νέων ανθρώπων λίγους μήνες ενωρίτερα, μέσα σε μικρό διάστημα πέρασαν από την ηλικία των σαράντα στην ηλικία των εξήντα!  Η ταχύτητα με την οποία το γήρας τους εξελισσόταν, ήταν άκρως ανησυχητική.

Ο Τζορτζ και η Τίνα έχοντας περάσει μία δραματική περίοδο αναπροσαρμογής πίσω στην νέα οικογενειακή τους κατάσταση και επούλωσης των αισθηματικών τους τραυμάτων, είχαν  αποδεχτεί τη μοίρα τους.  Είχε αποδειχτεί ότι ήταν αδύνατον να την αντιπαλαίουν.  Προτίμησαν να ησυχάσουν δίπλα στην οικογένειά τους και στους γονείς τους, αυτούς που τέλος πάντων είχαν επιζήσει της τραγωδίας.  Στο στάδιο που βρίσκονταν εκείνη την περίοδο της ζωής τους, θα έλεγε κανείς ότι ήταν συνομήλικοι των ηλικιωμένων γονιών τους. Αυτό  πλήγωνε πολύ περισσότερο τα παιδιά τους που ένιωθαν μέσα τους πως ίσως και να ήταν αναπόφευκτο το μοιραίο. Δεν ήθελαν να τους χάσουν  τώρα που τους είχαν ξαναβρεί.  Όμως έβλεπαν πως η επιστήμη δεν είχε τρόπους να εξηγήσει τη ραγδαία φθορά των κυττάρων τους.

-Τζορτζ, είμαι πολύ κουρασμένη love! Let’s go back home!

-Εντάξει γλυκειά μου! Κι εγώ δεν είμαι καλά!

Προχωρούν αργά προς το μέρος όπου άφησαν το αυτοκίνητό τους. Ακόμη και το οδήγημα, άρχισε να τους φαίνεται δύσκολο.

-Θά ‘θελες να τσιμπήσουμε κάτι στο Hotel;  ρώτησε ξαφνικά ο Τζορτζ.

-Όχι καλέ μου, δεν έχω όρεξη.  Πάμε στο σπίτι μας να ξαπλώσουμε λιγάκι. Ίσως το απόγευμα να είμαι λιγάκι καλύτερα.

Η Τίνα εδώ και μέρες, έλεγε πάντα τα ίδια.  Δεν είχε όρεξη καθώς έβλεπε τη ζωή της και του Τζορτζ να γλιστράει μακριά τους χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν αυτή την ανεξέλεγκτη ολίσθηση. Τους οδηγούσε γρήγορα… πολύ γρήγορα στο θάνατο.

Ο Τζορτζ έβλεπε αυτή την κατάσταση της Τίνας και υπέφερε.  Την αγαπούσε την Τίνα με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Είχαν δεθεί, λες κι αδιάσπαστα,  στα χρόνια που είχαν ζήσει μαζί και είχαν δημιουργήσει τη μικρή τους οικογένεια.  Ήταν αχώριστοι, δακτυλοδεικτούμενοι και αποδέκτες σχολίων γι αυτό.  «Ερωτευμένοι σα τα νιόπαντρα είσαστε εσείς οι δύο…» έλεγαν οι γνωστοί τους και τα λόγια τους φανέρωναν ένα μείγμα θαυμασμού και ζήλειας. Και τώρα; Δεν μπορούσε, ούτε ήταν εύκολο ν’ αποδεχτεί αυτό που τους συνέβαινε.

Ο ίδιος βασανιζόταν από εκείνους τους φριχτούς πονοκεφάλους και πολλές φορές είχε ευχηθεί να κοιμηθεί μια και καλή για να ησυχάσει.  Κάποτε, όπως εκείνο το πρωινό, οι πονοκέφαλοί του «τον βαριόταν ή τον ξεχνούσαν», όπως έλεγε προσπαθώντας να φανεί αστείος, και τότε ανέπνεε με ελπίδα. Τώρα πήγαιναν πίσω στο σπίτι σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα όπου όλα τα μέλη της οικογένειας προσπαθούσαν να δείξουν τον καλύτερο εαυτό τους για να μην πικράνουν «τον Τζορτζ και την Τίνα».  Το μυστήριο που τύλιγε τη ζωή τους είχε μπει στα ερμάρια μιας «υποκριτικής λήθης», μόνο και μόνο για να μη σκαλίζονται οι ανοιχτές πληγές όλων.

Η Μαίρυλιν πριν καιρό είχε παρουσιάσει στους γονείς της τον Ντίνο και ο Λάμπρος επέμενε πως δε βιαζόταν να βρει κορίτσι.  Τον είχε απορροφήσει το πρόβλημα των γονιών του. Από τα ραντεβού που έκλεινε για τους γονείς του με διάφορους γιατρούς και από τις εξετάσεις που τους έκαναν, κατάλαβε τελικά ότι ματαιοπονούσε. Όμως δεν μπορούσε να το αποδεχτεί. Ήθελε να αγωνιστεί μέχρι εσχάτων. Οι γονείς του υπέφεραν από μία πρωτοφανή, άγνωστη, ανίατη αρρώστια. Το παράξενο ήταν ότι είχαν προσβληθεί και οι δυο ταυτόχρονα.  Θα έλεγε κανείς ότι είχαν εκτεθεί σε κάποιο περιβάλλον όπου τα κύτταρά τους είχαν αλλοιωθεί.  Οι γιατροί δεν είχαν απαντήσεις. Εκείνοι που ήθελαν να πουν κάτι παραπάνω κατέφευγαν στα κοινά και τετριμμένα:  είχαν εκτεθεί… σε κάτι… σε κάποιου είδους ακτινοβολία… άγνωστο πώς και πού και τι είδους ακτινοβολία. Αν επρόκειτο για  πυρηνολυσία, ποια ήταν η αιτία που  κατέτρωγε τα κύτταρά τους,  τι την  είχε προκαλέσει, πώς και πού; Δεν υπήρχαν απαντήσεις. Ο Λάμπρος είχε σκεφτεί ότι  αυτό το τελευταίο ίσως και να ήταν αλήθεια, γιατί οι γονείς του είχαν εξαφανιστεί χωρίς προειδοποίηση, επομένως παρά τη θέλησή τους, είχαν επιστρέψει εξίσου ξαφνικά και χωρίς μνήμη του τι είχε μεσολαβήσει, και τέλος είχαν γίνει «φιγούρες» που δεν είχαν καθόλου δύναμη.  Έφτασε λοιπόν εκείνη η στιγμή, που η άγνωστη, μία καλπάζουσα κατιούσα -σε όλους τους τομείς- τους  είχε εξαντλήσει πρόωρα για την ηλικία τους.  Όπως ήταν επόμενο είχαν χάσει το ενδιαφέρον τους για τη συνέχιση της ζωής τους.  Όλα ήταν συμπτώματα βαρέως ασθενούντων και δη από την «επάρατο»! Και όμως… τα φαινόμενα απατούσαν!

 

ζορτζ! Κοιμάσαι;

-Όχι ακριβώς καλή μου! Μόλις ξύπνησα… Ονειρευόμουν…

-Κι εγώ!   Το πιο παράξενο όνειρο!

-Κι εγώ!   Έβλεπα τον Τζόσλυ… Το πιστεύεις; Τον θυμήθηκα!

-Κι εγώ! αναφώνησε η Τίνα.

-Μου μίλησε… μου εξήγησε… και με συμβούλεψε.

-Ω Τζορτζ! Μας είπε τα ίδια… είδαμε ακριβώς τα ίδια πράγματα.  Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;

-Ναι… καταλαβαίνω. Δεν πρόκειται λοιπόν για όνειρο αλλά για την εμφάνιση του Τζόσλυ στον ύπνο μας. Με το που τον είδα και τον άκουσα θυμήθηκα τα πάντα… και τώρα που συνδέω τα κομμάτια καταλαβαίνω τι έχει συμβεί.   Αχ Τίνα μου! We are in big trouble…

-Τι θα κάνουμε; Μας είπε να το σκεφτούμε.

-Ακριβώς αυτό θα κάνουμε. Δεν πρέπει να μιλήσουμε σε κανέναν.  Θ’ αποφασίσουμε και θα πράξουμε γλυκειά μου.  Θα κάνουμε ό,τι είναι καλύτερο για όλους μας.  Δε θα βυθίσουμε το σπίτι μας στο πένθος. Θα εξηγήσουμε στους δικούς μας όσο πιο απλά μπορούμε για την περιπέτειά μας στο παρελθόν και για την καλή πιθανότητα επιμήκυνσης της ζωής μας.  Όταν θα ξέρουν που είμαστε και εφόσον θα μπορούμε να επικοινωνούμε  μαζί τους στα όνειρα ή μέσα από το κομπιούτερ ή και με το τηλέφωνο -έτσι δεν μας είπε ο Τζόσλυ;- νομίζω ότι ίσως είναι το καλύτερο.  Θα τους βλέπουμε από μακριά, θα τους αγαπάμε και θα είμαστε κοντά τους έστω και με αυτόν  τον τρόπο.

Η Τίνα κλαίει.  Είναι τόσο δυστυχισμένη. Δεν μπορεί να το πιστέψει ότι για να ζήσουν θα πρέπει ν’ αφήσουν ξανά τα παιδιά τους.  Φωνάζει σχεδόν με υστερία:

-Ω! Τζορτζ! Τι δυστυχία! Γιατί, γιατί, γιατί όλος αυτός ο πόνος;  Δε θέλω να ζήσω χωρίς τα παιδιά μας, αχ  δε μπορώ!

-Το ξέρω καλή μου. Δεν έχω απαντήσεις στα ερωτηματικά σου, ούτε μπορώ να σε γιατρέψω. Οι γήινοι μας κατέστρεψαν. Ο Τζόσλυ θέλει να μας δώσει μία ακόμη ευκαιρία.  Θ’ αγαπούμε τα παιδιά μας κι αυτά εμάς, από μακριά έστω. Θα τους συμβουλεύουμε και θα τους συμπαραστεκόμαστε.  Η δύναμή τους θα είναι και δική μας και οι επιτυχίες μας κοινές. Και ίσως κάποτε, αργότερα, να συναντηθούμε και με καλύτερες προοπτικές.  Ο Τζόσλυ ελπίζει όπως ξέρεις, πως με το πρόγραμμά τους, ίσως και να μπορέσουν να μας βοηθήσουν για ένα νέο family reunion.  Αλλά νομίζω -και ελπίζω να συμφωνήσεις μαζί μου- ότι θ’ αφήσουμε και τα παιδιά μας να μας πούνε σχετικά…  Τι τέλος πάντων νομίζουν… Τι λέω Θεέ μου; Λες και πρόκειται για ένα ταξίδι από εδώ στη Μελβούρνη! Άκουσέ με γλυκειά  μου! Μήπως θέλεις να μη πούμε τίποτα σε κανέναν και να αφήσουμε τη ζωή να τραβήξει όσο είναι να τραβήξει;

-Ναι… Αυτό θέλω!  Δε μπορώ ν’ αφήσω πάλι την οικογένειά μας. Ίσως να προλάβει η Μαίρυλιν να παντρευτεί και να δούμε και εγγονάκι, είπε η Τίνα με λαχτάρα.

-Άκου γλυκειά μου. Νομίζω ότι οφείλω να σε προστατέψω, αν όμως δε θέλεις να δοκιμάσουμε τη νέα προσπάθεια του Τζόσλυ, θα σ’ ακούσω, την παρηγόρησε ο Τζορτζ.

 

οβάμαι ότι η Τίνα δε θα συμφωνήσει για την επιστροφή τους στον πλανήτη μας. Πρέπει να βρω άλλον τρόπο να την πείσω.  Θα πρέπει να επικοινωνήσω και να ειδοποιήσω τα παιδιά τους. Μέσα από το όνειρο, ή τηλεπικοινωνιακά, ίσως με παρέμβαση στην οθόνη της τηλεόρασής τους.  Το έχουμε κάνει αυτό επανειλημμένα με επιτυχία. Θα χρησιμοποιήσουμε κάποιο τρόπο, τέλος πάντων.  Οφείλουν να σκεφτούν και να βοηθήσουν, να επέμβουν και ν’ αποφασίσουν για το καλό των γονιών τους, που αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να δουν πέρα από την άμεση ανάγκη τους: να μείνουν με την οικογένεια που είχαν χάσει.  Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να το επιβάλουμε σε κανένα από τα δύο μέρη της οικογένειας Λαβίδη. Η αγάπη μεταξύ τους θα τους βοηθήσει ν’ αποφασίσουν για το σωστό. Παρατηρείται μία πραγματικά συγκινητική σχέση αγάπης και αυτοθυσίας  ανάμεσα στα μέλη αυτής της οικογένειας.

Οι πιθανότητες ν’ αποφασίσουν για την επιτυχία του επιδιωκόμενου στόχου εκ μέρους μας, πιστεύω ότι είναι καλές.  Νομίζω ότι τους οφείλουμε αυτό τουλάχιστον: την πρωτοβουλία, είπε ο Τζόσλυ σκεφτικός.

-Πολύ καλή η σκέψη σας κύριε καθηγητά! Έτσι θα τους επιτρέψετε να μάθουν την αλήθεια και είμαι σίγουρος αφού αγαπούν τους γονείς τους, ότι θα προτιμήσουν να τους προτρέψουν να φύγουν για να επιζήσουν, ακόμη και όταν γνωρίζουν πως πρόκειται να τους στερηθούν ξανά και ίσως και για πάντα, συμφώνησε ο Ράϊ συμπληρώνοντας.

-Θα τους επιτρέψουμε να επικοινωνούν μαζί τους μέσα από τα όνειρα. Η τηλεπάθεια επίσης είναι «φοβερό» μέσο επικοινωνίας αγαπητέ μου.  Αλλά όπως ξέρεις υπάρχουν και οι ακτίνες, ένα σύστημα που το χρησιμοποιούμε εκτεταμένα. Με το σύστημα των ακτίνων είχαμε ειδοποιήσει  για πρώτη φορά, για το ατύχημα των Λαβίδη την Μαίρυλιν  στο χώρο της εργασίας της.  Τελικά όσο σκληρό κι αν φαίνεται, όταν ξέρεις ότι οι αγαπημένοι σου ζουν και είναι καλά, και επιπλέον επικοινωνείς μαζί τους, δε πονάς τόσο πολύ, είπε δίνοντας έμφαση στα λόγια του, ο Τζόσλυ.

-Κύριε καθηγητά, θαυμάζω το συναίσθημα της ευθύνης σας απέναντι σε αυτούς τους γήινους.  Άραγε εκείνοι θα έτρεφαν παρόμοια προς τα δικά σας συναισθήματα,  σε μία ανάλογη περίπτωση; ρώτησε με περιέργεια ο Ράϊ.

-Έχει σημασία; Το σπουδαιότερο αυτή τη στιγμή είναι η δική μας ευθύνη και όχι τι θα έκαναν εκείνοι στη θέση μας. Δεν μπορούμε αλήθεια να ενεργήσουμε σα να είμαστε αντανακλαστικά οιωνδήποτε.  Δρούμε τώρα και είμαστε ίσως οι μοναδικοί, που μπορούμε να αντιστρέψουμε τα πράγματα για την οικογένεια Λαβίδη. Είναι ένα… «πείραμα», έτσι θα την ονομάσω αυτή την προσπάθεια, που αξίζει για πολλούς λόγους και κυρίως για την αγάπη που τρέφουν μεταξύ τους ετούτοι οι γήινοι, όπως είπα και πριν. Είναι ένα θαύμα η θυσία από αγάπη και ένα σπουδαίο μάθημα και για μας, τους κατοίκους του πλανήτη μας.  Ακόμη οι Έλληνες –γιατί είναι Έλληνες ετούτοι- βαστούν καλά την οικογενειακή Εστία, όπως έκαναν χιλιετηρίδες πίσω οι πρόγονοί τους οι αρχαιοέλληνες, επέμενε ο Τζόσλυ.

Ο  νέος συνάδελφός του τον παρατηρεί με θαυμασμό.  Είναι αξιόλογο το μάθημα της συμπεριφοράς προς τους ξένους, έστω και αν  δεν υπάρξει παρόμοια περίπτωση στο μέλλον.  Η συμπεριφορά είναι μέρος του προγράμματος και ένδειξη των αξιών μίας κοινωνίας απαράμιλλης όπως εκείνη του πλανήτη Άρτεμη.  Ο Τζόσλυ συνεχίζει:

-Το διαστημόπλοιο Ναμέρτεια –που θα πει αλήθεια– αυτή την αποστολή έχει: να μεταφέρει πλήρωμα στον  πλανήτη Γη για να επιδίδεται στη διαπίστωση όσων έχουν καταγραφεί γι αυτήν αιώνες πριν, πρώτα στα βιβλία μας και αργότερα στην ηλεκτρονική μας βιβλιοθήκη.  Η Γη έχει ήδη προσφέρει το μερίδιό της της προσφοράς της στο Σύμπαν, χιλιάδες χρόνια πριν, μέσω ενός εύστροφου, ευλογημένου λαού, που είχε τη δύναμη και την ικανότητα να κατακτήσει πολιτιστικά τον κόσμο της εποχής, γνωστό και άγνωστο ως εκείνη τη στιγμή,  όχι απλά με τα ταξίδια και το εμπόριο που απαιτούν για τον συμμέτοχο να είναι τολμηρός και πολύνοος, αλλά κυρίως με το να σκέφτεται και να δρα με την υπεράνθρωπη δύναμη της συλλογικής ψυχής του, που είναι και το πολυτιμότερο. Με την ευαισθησία τους οι αρχαιοέλληνες κατέκτησαν τις κοινωνίες των λαών, φωτίζοντάς τες με το δικό τους πολιτισμικό θησαυρό: την φιλοσοφία τους που ηγείτο του  ανθρωπισμού τους.  Ανέδειξαν άντρες σοφούς και επιστήμονες σε περιόδους αγνωσίας και έθεσαν τα θεμέλια της κοινωνίας των ανθρώπων στη Γη.  Στους δικούς τους επιστήμονες οφείλονται τα ονόματα  πολλών από τους πλανήτες και άλλων σωμάτων του Σύμπαντος.

Πέρα από όλα αυτά τα θαυμαστά πάνω στη Γη, η αγάπη του ανθρώπου προς τον άνθρωπο είναι το σπάνιο, το ζηλευτό, το πιο αξιοθαύμαστο και εύγεστο… «φρούτο» που φωτίζει τη ζωή των γήινων μέσα στο σκοτάδι, το οποίο εκ νέου εξαπλώνεται απειλητικό και βαθμηδόν βυθίζει τη γη στη μισαλλοδοξία και στον αλληλοσπαραγμό, συμπέρανε τέλος ο Τζόσλυ.

 

«Είναι ίσως η πιο φανταστική περιπέτεια που θα ζήσετε στο όνειρο… Όμως θα διαπιστώσετε ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή…  Προσέξτε τα σημεία που θα τονίσουμε και τι θα προτείνουμε, καθώς αφορούν το μέλλον της οικογένειάς σας. Ίσως τα θεωρήσετε απαράδεκτα και τα απορρίψετε.  Όμως αυτή είναι η πραγματικότητα και θα πρέπει να σκεφτείτε σοβαρά αν την αποδεχθείτε ή την απορρίψετε, όπως και οι γονείς σας… Ό,τι κι αν αποφασίσετε σαν οικογένεια θα είναι σεβαστό και από αυτές τις αποφάσεις σας θα εξαρτηθεί η συνέχεια ή η διακοπή των σχέσεών μας.  Αν διαφωνήσετε με τις προτάσεις μας, δε θα ακούσετε πλέον από εμάς…»

Λόγια δυνατά που χαράχτηκαν στο μυαλό του Λάμπρου και της Μαίρυλιν.  Όλα είχαν αρχίσει από το κυνηγητό του αυτοκινήτου του ζεύγους Λαβίδη εκείνη την ημέρα εννιά και πλέον χρόνια τώρα πια, στο Oxley Hwy. Ήταν τύχη το γεγονός ότι οι Αρτεμίσιοι είχαν από παλαιά εκλέξει, όταν οι επιστημονικές τους αποστολές το απαιτούσαν, να προσγειώνονται στο χώρο κάτω από τη συγκεκριμένη λεωφόρο. Έτσι αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Άλλωστε μέρος αυτής της τραγικής πραγματικότητας, την θεάθηκε με τα μάτια της και η Μαίρυλιν όταν ήταν νεαρή μαθήτρια του γυμνασίου και είχε τρομοκρατηθεί. Τώρα γνωρίζει και τους λόγους. Οι εξωγήινοι προσπάθησαν να τους ειδοποιήσουν ώστε να βοηθήσουν το ζεύγος Λαβίδη.  Όμως τα πράγματα στη Γη κινούνται αργά και δεν επετεύχθη έγκαιρα η διάσωση.  Τώρα που το ζεύγος Λαβίδη έχει την ευτυχία να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του, η δυστυχία χτυπά ξανά καθώς τα σώματά τους φθείρονται με ανεξέλεγκτη ταχύτητα.  Τι θα  κάνουν τελικά;

Ο Λάμπρος τρελάθηκε, όταν άκουσε τη Μαίρυλιν να του ιστορεί το όνειρό της.  Είχε χτυπήσει την πόρτα του τα μεσάνυχτα, αγριεμένη από εκείνα που είχε ονειρευτεί.  Όμως το μεγαλύτερο shock το πήρε, όταν  άκουσε το Λάμπρο να της εξιστορεί ότι είχε δει και είχε ακούσει στον ύπνο του, ακριβώς τα ίδια με εκείνη.

-Δεν είναι δυνατόν! Αυτά συμβαίνουν σε εμάς: στο Λάμπρο και στη Μαίρυλιν, στα παιδιά της Τίνας και του Τζορτζ! Θεέ μου!  Σκέφτομαι τους γονείς μας. Δύστυχοι αυτοί,  δύστυχοι κι εμείς Λάμπρο μου!

Η Μαίρυλιν αρχίζει να κλαίει.  Ο Λάμπρος την αγκαλιάζει.

-Δε βγαίνει τίποτα sis.  Πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε την  πραγματικότητα, όσο φριχτή κι αν φαίνεται, και… που ίσως…  να μην είναι και τόσο φριχτή, τελικά!

-Λάμπρο μου, τι λες; Τρελάθηκες; Υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία; Τώρα που είχαμε πιστέψει ότι η μαμά και ο μπαμπάς θα είναι για πάντα κοντά μας; ρώτησε κλαίοντας η Μαίρυλιν.

-Μα δεν υπάρχει «πάντα» Μαίρυλιν και αποδείχτηκε με τον αφανισμό των γονιών μας και τόσων άλλων σε παρόμοια δυστυχήματα, από αρρώστιες κι από τόσα άλλα κακά.  Είμαστε άνθρωποι. Τελικά ένα είναι το συμπέρασμα  σ’ αυτή την ιστορία:  ο μπαμπάς και η μαμά πρέπει να φύγουν από εδώ… -από τη γη εννοώ-  για να μη ξαναπεθάνουν. Αυτό το τελευταίο καλπάζει και δε θ’ αργήσει να έρθει!.. είπε ήρεμα τώρα οΛάμπρος.

-Δε μπορώ να το πιστέψω Λάμπρο, δεν μπορώ!

Η Μαίρυλιν εξακολουθεί να είναι σοκαρισμένη, φορτισμένη από την επιβεβαίωση του επερχόμενου θανάτου των γονιών τους, αλλά και από την προοπτική της απομάκρυνσής τους  κάπου στο άγνωστο, στο «υπερπέραν» λέει  και ποιος ξέρει!

-Μην ξεχνάς ότι θα βρισκόμαστε σε επαφή μαζί τους.  Δε θα είναι το ιδανικότερο, σίγουρα. Όμως το ότι θα μπορούμε να τους βλέπουμε και να επικοινωνούμε μαζί τους, με δελεάζει σαν πρόταση, μαλακώνει το άγχος της φυγής τους.  Άκουσε sis, θα πρέπει να μιλήσουμε με τη μαμά και με τον μπαμπά, να τους ενθαρρύνουμε να φύγουν. Μην ξεχνάς ότι είναι η μόνη σωτηρία γι’ αυτούς.  Και να σου πω την αλήθεια τους λυπάμαι που υποφέρουν έτσι από τις πρώτες κιόλας ημέρες της επιστροφής τους στη Γη.  Ξέρω πως έκρυψαν για καιρό την αλήθεια, τελικά όμως δεν μπορούσαν να την κρύψουν από τα πρόσωπά τους, που τα έχει φθείρει η επιστροφή τους στη γη: η επιτάχυνση τους γήρατος σκάβει όλο και βαθύτερα τα σημάδια του απάνω τους.  Δεν τους λυπάσαι;  Κοντεύουν να είναι σαν τη γιαγιά και τον παππού. Άσε πια εκείνους.  Δεν τους βλέπεις πώς υποφέρουν;

Η Μαίρυλιν σιωπά.  Όλα όσα λέει ο Λάμπρος είναι σωστά.  Πρέπει να βοηθήσουν τους γονείς τους με το ζεστό τους χαμόγελο και την αποφασιστηκότητά τους. Να τους βοηθήσουν ν’ αποφασίσουν για το καλό τους και για το καλό όλων, τελικά.

 

Στο τραπέζι είναι όλοι σιωπηλοί εκτός από τις γιαγιάδες.  Αυτές είχαν βγει έξω για ψώνια.  Ο παππούς ο Θάνος, αρχίζει ν’ αφηγείται μία παράξενη όπως είπε, ιστορία, μόνο που δεν ήταν καθόλου παράξενη.  Όλοι, εκτός από τις δύο γιαγιάδες, τη γνώριζαν και όλοι τον ξαφνιάζουν με το τρόπο που την αποδέχονται: «βρε… είναι σα να την γνωρίζουν κιόλας πολύ καλά! Τι τρέχει εδώ πέρα;» αναρωτιέται ο παππούς.

-Παππού, μη στεναχωριέσαι.  Ο κύριος αυτός, ο Τζόσλυ… είναι αυτός που έσωσε τη μαμά και τον μπαμπά.  Τώρα έρχεται με κάποιες λύσεις για την αποφυγή του χειρότερου, σε σχέση με την αρρώστια τους.  Αποδεικνύεται ότι όλοι είδαμε το ίδιο όνειρο.  Καταλαβαίνεις παππού;   ρωτάει ο Λάμπρος σιγανά.

Ο Θάνος κουνάει το κεφάλι του καταφατικά.

-Αν μου τα έλεγε αυτά κάποιος άλλος, δε θα τα πίστευα γιε μου. Ακόμη κι αν ήσουν εσύ…  το αίμα μου. Αλλά όλοι να ξέρετε τι είδα στον ύπνο μου; αυτό με μπερδεύει, αλήθεια λέω!

-Μακάρι να ήταν ένα παραμύθι, ένα μυθιστόρημα παππού. Όμως το βλέπεις και μόνος σου, τι συμβαίνει με τη μαμά και με τον μπαμπά, συνεχίζει ο Λάμπρος.

Ο Θάνος φυσάει τη μύτη του.

-Γιατί δεν μού ‘κλεισες τα μάτια Παντοδύναμε να μη δω τα χειρότερα;  Κι η έρημη η γυναίκα μου; Η συμπεθέρα; Πώς θα τα πούμε στις γιαγιάδες σας, παιδιά μου;

-Πατέρα, μη στεναχωριέσαι… δε θα πάμε πουθενά… σε βεβαιώνω γι’ αυτό, λέει η Τίνα με βαθιά τα σημάδια της εξάντλησης στο πρόσωπό της.

Η Μαίρυλιν σηκώνεται και τρέχει κοντά της. Την αγκαλιάζει με απελπισία, σα να πρόκειται να πετάξει ξαφνικά μέσα από την αγκαλιά της. Είχε επιστρατεύσει όσο περισσότερο κουράγιο μπορούσε και είχε φορέσει ένα φοβισμένο χαμόγελο στο χλωμό από την αγωνία και την αϋπνία πρόσωπό της.

-Mαμά μου, δε σε βρήκα για να σε χάσω ξανά… Η απομάκρυνσή σου και του μπαμπά από εμάς, είναι η ίδια η ζωή. Τον ακούσαμε όλοι τον Τζόσλυ. Θα επικοινωνούμε μαννούλα μου! Δε θα χαθούμε πια.  Άλλωστε δεν πειράζει αν είμαστε μακριά ο ένας από τον άλλον, αρκεί να είμαστε όλοι καλά και να επικοινωνούμε μαννούλα μου! Η αγάπη σας θα μας ζεσταίνει μέσα στον κρύο χειμώνα της απουσίας σας. Άλλωστε το είπε και ο Τζόσλυ, δεν είναι αδύνατον να συναντηθούμε και πάλι μαμά.

Καϋμένη Μαίρυλιν! Προσπαθεί, χαμογελάει αχνά. Η Τίνα δεν κλαίει.  Είναι τόσος ο πόνος της που αισθάνεται μόνη, την κρυάδα του άλλου θανάτου, εκείνου που χωρίζει τις καρδιές. Ο Θάνος δεν μπορεί να μιλήσει, σκέφτεται πως αν ανοίξει το στόμα του θα τον πάρουν τα κλάματα. Ακούει όλο αυτόν τον παρανοϊκό διάλογο, με το φόβο και την αγωνία φωλιασμένα για τα καλά μέσα στην καρδιά του. Η Μαίρυλιν παίζει θέατρο. Εξακολουθεί να επιμένει στο να πείσει τη δύστυχη Τίνα, που το βλέμμα της έχει αποκρυσταλλωθεί σ’ ένα σημείο κάπου μπροστά της, αβέβαιο ωστόσο πού. Ξαφνικά μιλάει σαν να ξυπνάει από ένα βαθύ λήθαργο.

-Δεν τον μπορώ αυτόν τον χωρισμό μάτια μου! Είναι ο θάνατος μου, δεν το καταλαβαίνεις;  Να μην είμαι στους γάμους σας, στα γεννητούρια των μωρών σας, στην αρρώστια και στα δύσκολα για να βοηθήσω; Δεν το μπορώ.  Δεν πάω πουθενά.  Μη χάνεις τον καιρό σου.  Έστω και για λίγο, για ένα χρόνο;  Ποιος το ξέρει;  Θα ζήσουμε γιατί το θέλουμε και θα δούμε τις χαρές σας.  Ε, το μετά δεν πειράζει!  Σαν άνθρωποι, λίγο πολύ την αποστολή μας την εκπληρώνουμε ακόμη κι έτσι. Παντρευτήκαμε, αποκτήσαμε εσάς κι εσείς θα διαιωνίσετε το γένος μας.

Επιμένει η Τίνα, αυτή τη φορά φορώντας ένα χαμόγελο αχνό που απαλαίνει το παραμορφωμένο από την αγωνία ως εκείνη τη στιγμή, πρόσωπό της.

Ο Τζορτζ ακούει σιωπηλά.  Αισθάνεται ακριβώς το ίδιο. Λογίζεται τι αξία μπορεί να έχει η ζωή τους μακριά από τα παιδιά τους. «Σίγουρα δεν είναι ρομαντισμός, το γεγονός  ότι ένας γονιός σκέφτεται κάπως έτσι.  Είναι πολύ βαθύ το συναίσθημα ετούτο και δεν  παραμερίζεται, δεν το πετάς σα λεμονόκουπα στην άκρη της συνείδησής σου, σε μια ψυχρή γωνιά της καρδιάς σου. Α! είμαι με την Τίνα σ’ετούτο!»

-Άκου Μαίρυλιν, έχει μεγάλο δίκιο η μητέρα σου.  Ίσως μόνο όταν κάποιος  γίνεται ο ίδιος γονιός, μπορεί να καταλάβει την καταιγίδα που έχει ξεσπάσει μέσα μας και σαρώνει κάθε άλλη σκέψη μας, είπε στοχαστικά ο Τζορτζ.

-Μα πατέρα! Ίσως να μην προλάβετε να χαρείτε τις χαρές μας.  Ίσως… η Μαίρυλιν κομπιάζει κι αρχίζει να κλαίει.

Ξαφνικά όμως ορθώνεται παρακινούμενη από εκείνο το γνωστό σε όλους πείσμα της  και φωνάζει σχεδόν άγρια:

-Δε θέλω να πεθάνετε, μ’ ακούτε; Πρέπει να ζήσετε και να ελπίζετε, όπως ακριβώς αισθάνομαι εγώ τώρα. Εγώ έχω πειστεί ότι όλα θα πάνε καλά, αν ακολουθήσετε τη συμβουλή του Τζόσλυ.  Τώρα πια είναι γνωστή η κατάστασή σας και είναι σχεδόν βέβαιο,  ότι στον πλανήτη Άρτεμη μπορούν να επιβραδύνουν αυτή την ραγδαία φθορά που σας πλήττει, και που σημειώνεται ενόσω βρισκόσαστε στον πλανήτη μας. Ο Τζόσλυ υποσχέθηκε ότι θα εξακολουθήσετε να είστε υπό την προστασία του, και ότι θα παλέψει για τη διάσωσή σας, επιμένει τώρα η Μαίρυλιν.

-Μαίρυλιν παιδί μου, μήπως νομίζεις ότι οι πολίτες στον πλανήτη Άρτεμη είναι θεοί; Απλά είναι αφάνταστα προηγμένοι σε όλους τους τομείς.  Δε σημαίνει ότι θα έχουν σε κάθε περίπτωση την ικανότητα να μας σώζουν, εμάς τους γήινους, ούτε από τη φθορά, ούτε από το θάνατο.  Αυτό, καθώς λέει ο Τζόσλυ, έγινε ήδη μια φορά.  Πώς είναι δυνατόν να ξανασυμβεί; Παρόλη την ευγνωμοσύνη μου στον Τζόσλυ και τους συμπολίτες του, δε θα ήθελα ο πατέρας σου κι εγώ να γίνουμε τα πειραματόζωα του πλανήτη Άρτεμη.  Αφού τα έφερε η μοίρα μας και έγινε ό,τι έγινε, ας ανεχτούμε τη θέληση του Θεού και ας ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας -όσος καιρός μας απομένει επιτέλους- όλοι μαζί, είπε η Τίνα κουρασμένη δείχνοντας ότι δεν ήθελε να συνεχιστεί ετούτη η συζήτηση.

Η Μαίρυλιν την κυττάζει με την πικρία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.  Η μητέρα της ήταν πολύ δυνατή κι ακόμη περισσότερο με την συναίνεση του συντρόφου της και πατέρα της, στην απόφασή της να παραμείνει στην Γη, αδιαφορώντας για το κόστος.

 

Την επόμενη… η Τίνα δεν ήρθε στο τραπέζι για πρωινό.  Είχε ναυτία και αρνήθηκε να βάλει οτιδήποτε στο στόμα της.  Ο ύπνος της ήταν άσχημος τις τελευταίες ημέρες και δεν μπορούσε να ξεκουραστεί.  Ένιωθε να την εγκαταλείπουν τελείως οι δυνάμεις της και παρά την προσπάθειά της να αγνοεί τα μηνύματα του σώματός της, ετούτο το πρωί το ένιωθε  μέσα της, ότι δεν θα αργούσε ν’ αποχαιρετήσει τη ζωή.

Μόνη στο δωμάτιό της αισθάνθηκε ξαφνικά ένοχη. «Έχουμε άραγε το δικαίωμα να παραιτηθούμε από την ελπίδα, και ενώ μας παρακαλούν τα παιδιά μας; Και ο Τζόρτζη; Μήπως ό,τι λέει, το λέει για χάρη μου; Λέει την αλήθεια ότι δε θέλει να δοκιμάσει ακόμη μια φορά για το δώρο της ζωής, ή μήπως προσποιείται για να με πείσει ότι αισθάνεται το ίδιο μ’ εμένα.  Είναι άντρας.  Συναισθηματικός ναι, αλλά πιο γενναίος από εμένα, αυτό το ξέρω.»

Χτυπάει η πόρτα.

-Μπες όποιος κι αν είσαι, λέει προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της εύθυμη.

Είναι ο Λάμπρος, που φαίνεται πιο ψηλός, έχοντας χάσει βάρος από τη στεναχώρια του. Είναι χλωμός και  μεγάλοι κύκλοι γύρω από τα μάτια του, αποδεικνύουν την αϋπνία του.

-Μαμά… μπορώ να σου μιλήσω;

Η Τίνα προσπαθεί να ανασηκωθεί στο κρεββάτι της και ο Λάμπρος τρέχει για να την βοηθήσει. Το καημένο το παλικάρι! Είναι έτοιμος να κλάψει.  Την αγκαλιάζει και τη σφίγγει κρύβοντας το πρόσωπό του μέσα στην αγκαλιά της, όπως άλλοτε, τότε που ήταν μικρός. Η Τίνα τρέμει από αγωνία.

-Παιδί μου! λέει αναστενάζοντας και το δάκρυ κυλάει αργό από τα μάτια της.

-Γιατί μαμά μου; Γιατί μας συνέβησαν όλα αυτά τα φοβερά; Γιατί να σας χάσουμε  ξανά; γιατί να μας δέρνει τόση οδύνη; Αυτός λοιπόν είναι ο Θεός; Μας βασανίζει για να μας δοκιμάσει; Δεν υπάρχει Θεός μαμά, δεν υπάρχει σου λέω… και όλα όσα μας λέγατε αφότου είμαστε μικρά παιδιά, και εξακολουθείτε να τα λέτε ακόμη και μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι παράλογα παραμύθια.  Μία μόνο αλήθεια υπάρχει κι αυτή είναι ο θάνατος.

Ο Λάμπρος μιλάει γρήγορα, ασθμαίνοντας. Δε θέλει να κλάψει.  Δε θέλει να δείξει αδυναμία, θέλει μονάχα να πετύχει να πείσει τη μητέρα του να αναζητήσει άλλη μια φορά διέξοδο στο πρόβλημά τους.

-Μαμά μου! Θα μου κάνεις μία μεγάλη χάρη;  Μία μόνο χάρη θα σου ζητήσω.

-Αν μπορώ παιδί μου, ξέρεις ότι θα πω το ναι.

-Ναι μαμά μου, μπορείς.

Αναπνέει βαθιά και συνεχίζει.

-Η Μαίρυλιν κι εγώ, θέλουμε να γίνεις υπεράνθρωπος, να ξεπεράσεις τις άμεσες ανάγκες σου, και να βρεις το κουράγιο και τη δύναμη να πείσεις τον μπαμπά να ακούσετε τον Τζόσλυ. Γιατί δεν μπορούμε, δεν αντέχουμε στη σκέψη, να γνωρίζουμε ότι αργοπεθαίνετε και ότι για χάρη μας αρνείστε να κάνετε κάτι γι’ αυτό. Όχι μαμά, δε θα σας επιτρέψουμε να πάρετε μια τέτοια απόφαση.  Δε θέλουμε να σας χάσουμε για πάντα. Όχι τώρα που σας ξαναβρήκαμε.  Καταλαβαίνεις μαμά;  Υπάρχει ελπίδα μαμά! Ο Λάμπρος αγωνιά την κυττάζει με ανυπομονησία, την ικετεύει με το σιωπηλό του βλέμμα  να πει το ναι.

Η Τίνα νιώθει την καρδιά της να βουλιάζει  σε μία πρωτόγνωρη απελπισία.  Την τελική τη μεγαλύτερη: δεν μπορεί να ξεφύγει από τον κλοιό της μοίρας.  Την σφίγγει αφάνταστα.  Δεν υπάρχει διέξοδο, δεν υπάρχει άλλη λύση από εκείνη του Τζόσλυ.  Βλέπει τα παιδιά της να υποφέρουν και το άγχος τους την αγγίζει, ξύνοντας την βαθιά πληγή του χωρισμού.  Όχι δε θέλει να φύγει.  Θα πρέπει να θυσιαστεί για να δώσει αισιοδοξία στα παιδιά της ακόμη κι αν αυτό από μόνο του, θα τη σκοτώσει.  Τι να την κάνει μια τέτοια ζωή;  Κι αν ακόμη φύγει θα είναι για ένα πείραμα.  Δεν θα αλλάξει η απόφασή της.  Θα πρέπει να συμφωνήσει με τον Τζόσλυ ότι δεν πρόκειται να μείνει για πολύ, παρά όσο χρειάζεται για την όποια περίπτωση θεραπείας.  Ύστερα πάλι πίσω στα παιδιά της… και ό,τι θέλει ας γίνει.

-Παιδί μου, δεν καταλαβαίνετε.  Θέλω να είμαι εδώ, κοντά σας, αν είναι να πεθάνω. Τουλάχιστον θα είστε κοντά μου εσείς, ο θησαυρός μου…

Η Τίνα σταματάει ξαφνικά.  Τα χέρια της τρέμουν, ύστερα παύει να τα  εξουσιάζει και λύνονται από τον εναγκαλισμό.  Έχει σχεδόν παραλύσει. Ο Λάμπρος τραβιέται για να την κυττάξει.  Πνίγει την κραυγή της απελπισίας που ανεβαίνει στα χείλια του.

-Μαμά, μ’ ακούς; Θα φωνάξω το μπαμπά. Κάνε κουράγιο, σε ικετεύω!

Η Τίνα κουνάει το κεφάλι της.  Γέρνει πίσω στο μαξιλάρι της.  Ο Λάμπρος τρέχει στην τραπεζαρία.  Δεν είναι κανείς εκεί.  Φωνάζει με αγωνία, σχεδόν απελπισμένα:

-Μπαμπά! Μπαμπά! Πού είσαι;

-Στον κήπο, είναι παιδί μου! Γιατί φωνάζεις έτσι; Τι συμβαίνει επιτέλους;  φώναξε  η Μαίρυλιν ενοχλημένη, αφήνοντας βιαστικά την  κουζίνα.

Αντικρίζοντας  τον Λάμπρο,  κατάλαβε ότι κάτι φοβερό συνέβαινε. «Η μαμά!» σκέφτηκε τρομοκρατημένη και η αγωνιώδης φωνή του παππού του Θάνου, που έφτασε στ’ αυτιά της σαν εφιάλτης, επιβεβαίωσε τους φόβους της.

-Η μαμά… τρέξε στη μαμά εσύ.  Πάω να βρω τον μπαμπά, διάταξε ο Λάμπρος.

Την ίδια στιγμή, ο νέος βιάστηκε στην έξοδο προς τον κήπο φωνάζοντας: «Πατέρα! Πατέρα!» Και ενώ εκείνος έτρεχε στον κήπο καλώντας τον πατέρα του, η Μαίρυλιν κατευθυνόταν τρέχοντας στο υπνοδωμάτιο των γονιών της όπου βρισκόταν η Τίνα.  Η πόρτα είχε μείνει ανοιχτή από τον Λάμπρο. Την αντίκρισε ταραγμένη. Πλησίασε. Η Τίνα είχε γείρει στο μαξιλάρι ανήμπορη στυλώνοντας το θλιμμένο βλέμμα της στις φωτογραφίες του απέναντι τοίχου.  Τα μάτια της ήταν υγρά και τα χείλη της πανιασμένα.  Η αναπνοή της ήταν δύσκολη και τα χέρια της εγκαταλειμμένα πάνω στα σκεπάσματα του κρεββατιού της.

-Μαννούλα μου! ψιθύρισε χαμένη από τη σαστιμάρα και τον πόνο η Μαίρυλιν.

Η Τίνα  κατόρθωσε να απαντήσει ψιθυρίζοντας:

-Κοριτσάκι μου, μη λυπάσαι… η μοίρα…  Δεν ήταν γραφτό να σας χαρώ… να χαρούμε ο ένας τον άλλον… Εύχομαι… να είστε ευτυχισμένοι… ο Λάμπρος μας κι εσύ… και το ταίρι σας.  Να μου ζήσετε… να ζήσετε… με την ευλογία μου!

Σταμάτησε κουρασμένη και σχεδόν αμέσως ρώτησε τη Μαίρυλιν, που την κύτταζε σαστισμένη και αδύναμη να αντιδράσει:

-Πού είναι ο μπαμπάς αγάπη μου; Φωναξέ τον… σε παρακαλώ!

-Ναι μαμά! είπε η Μαίρυλιν όσο μπορούσε πιο ήσυχα.

Μόλις όμως βγήκε από το δωμάτιο όσο κι αν προσπάθησε να  πνίξει τους λυγμούς της, για να εκτελέσει την επιθυμία της Τίνας, δεν τα κατάφερε. Τα μάτια της έτρεχαν και το στήθος της πονούσε από την αγωνία και το άγχος της.

 

Ο Λάμπρος που στο μεταξύ βρίσκεται στον κήπο, καλεί τον πατέρα του. Δεν απαντάει όμως κανείς.  Τρέχει με αγωνία στα παρτέρια με την πυκνή πικροδάφνη.  Κυττάζει στους διαδρόμους και ξαφνικά στην άκρη της σειράς των φυτών, αντικρίζει τις πατούσες ανθρώπου. Υποψιάζεται το χειρότερο. Τρέχει να δει γεμάτος αγωνία. Είναι ο Τζορτζ  πεσμένος στο πλευρό. «Πατέρα! Πατέρα! Ξεφωνίζει και πέφτει απάνω του.  Ο Τζορτζ αναπνέει βαριά. «Βάστα πατέρα μου, βάστα να χαρείς!» Τρέχει στο σπίτι.  Φωνάζει τον παππού του Θάνο. Εκείνος είχε κλειστεί στην τουαλέτα για να κλάψει.  Δεν μπορεί ν’ αντέξει το πρόβλημα της Τίνας. Η νέα μεγάλη αναστάτωση τον αφυπνίζει από τον πόνο του, βιάζεται έξω από την τουαλέτα και βρίσκεται μπροστά στον αναστατωμένο Λάμπρο, προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμος.

-Παππού, έπεσε ο μπαμπάς… είναι στον κήπο, πίσω από τις πικροδάφνες. Φαίνεται πώς σκόνταψε.  Τρέξε κοντά του κι εγώ θα έρθω αφού πρώτα τηλεφωνήσω στο γιατρό, διατάζει ο Λάμπρος τρελαμένος από τη νέα συμφορά.

Ο καημένος ο Θάνος τσακίζεται κυριολεκτικά στα λόγια του εγγονού του.

-Αχ! Τι μας έμελλε να πάθουμε! Α, ρε θεέ, κι εγώ που σ’ είχα για μάγκα! Είσαι ο ζηλιάρης ο χάρος μαθές, κι ας λένε ό,τι θένε.

Ο Θάνος αν και δεν ήξερε όλη την αλήθεια, είχε αντιληφθεί -μέρες τώρα- ότι η ζωή του γαμπρού του και της μοναχοκόρης του, δε θα πήγαινε μακριά. Τέτοια ήταν η κατάντια τους μέσα σε λίγες εβδομάδες.  Τρόμαζε στην ιδέα ότι εκείνος θα επιζούσε της Τίνας και του Τζορτζ, αλλά ήλπιζε σε ένα θαύμα όπως όλοι οι γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να μαραίνονται.  Δεν είχε πάψει να λέει πως πρέπει να δούνε τους καλύτερους γιατρούς της χώρας, καθώς δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι οι γιατροί που είχαν επισκεφτεί ως εκείνη τη στιγμή, είχαν σηκώσει τα χέρια παραδιδόμενοι, καθώς αδυνατούσαν να εξακριβώσουν την αιτία αυτής της καλπάζουσας κατάρρευσης, του σωματικού τους μαρασμού. Ήταν αδιανόητο.  Το «θαύμα του Τζόσλυ» ίσως να τους βοηθούσε, αν και ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος για πολλά από τα σχετικά με τον «τύπο Τζόσλυ», γιατί του φαίνονταν λόγια… παραμυθένια και μαγικά…  κι αυτός ήταν πολύ μεγάλος για να μπορεί να συμβιβαστεί με τέτοια «υπερκόσμια θαύματα».

-Έρχομαι Τζορτζ! είπε τρέμοντας και προσπαθώντας να φανεί γενναίος.

Ο Τζορτζ ξαπλωμένος στο έδαφος, είχε στυλώσει το αδρανές βλέμμα του στον καταγάλανο ουρανό με απορία για όλα εκείνα στα οποία είχε δοκιμαστεί αυτός, η Τίνα, τα παιδιά του, οι  γέροντες γονείς τους…  Ο Λάμπρος δεν άργησε να γυρίσει πίσω στον κήπο και με τον Θάνο, ανασήκωσαν τον Τζορτζ. Εκείνος υποβασταζόμενος από τον πεθερό του και από τον γιο του και αναπνέοντας με δυσκολία,  έσυρε τα βήματά του ως την είσοδο του σπιτιού και από εκεί στον καναπέ του σαλονιού, όπου και κατέρρευσε.  Η Μαίρυλιν πάγωσε αντικρίζοντας εκείνη τη σκηνή. Έτρεξε στην κουζίνα σα μηχανή κι έφερε νερό. Κάθισε δίπλα στον Τζορτζ και προσπάθησε να του δώσει δύναμη, δίνοντάς του νερό και λέγοντάς του λόγια παρηγοριάς και αγάπης.

Ο Λάμπρος αποχώρησε βιαστικά για το δωμάτιό του όπου κατέληξε μπροστά στο κομπιούτερ, με απώτερο σκοπό την επικοινωνία του με τον Τζόσλυ, τον μόνο κοσμο-πολίτη που θα μπορούσε ν’ ακούσει, να καταλάβει και να κάνει κάτι. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και στο μυαλό του σφυροκοπούσε η φράση του Τζόσλυ στο όνειρό του: «Φίλε μου επικοινώνησε μαζί μου με όποιον τρόπο μπορείς, όταν με χρειαστείς». Τα χέρια του πάτησαν τα πλήκτρα του κομπιούτερ με νεύρο. Σε λίγο είχε κατορθώσει να μπει στο διαδίκτυο και στη συνέχεια επεχείρησε να επικοινωνήσει  με τον Τζόσλυ. Έγραψε λίγες φράσεις  χωρίς να τις απευθύνει πουθενά…

«Φίλε μας, this is an emergency. Please, help us. We rely on you. I will be waiting for you to respond…» Μέσα του παρακάλεσε να βιαστούν. «Σε παρακαλούμε να μας βοηθήσεις άμεσα, εάν είναι δυνατόν.  Ο Τζόρτζ και η Τίνα έπεσαν απότομα στο κρεββάτι, έχουν χάσει εντελώς τη μυϊκή τους δύναμη!»

Σε ένα ή δύο λεπτά κατέφτασε η απάντηση: «Βιαστείτε στο Oxley Hwy, στο 15ο χιλιόμετρο, τώρα!  Θα σας πάρει δύο ώρες περίπου για να φτάσετε ως εκεί.  Θα σας περιμένω προσωπικά…» Ήταν το μήνυμα της ελπίδας. Υπήρχε κι αυτή η εκλογή και εξηρτάτο από αυτούς η συνέχεια. Ο Τζόσλυ υπήρξε περισσότερο από γενναιόδωρος μαζί τους.

Ο Λάμπρος πετάχτηκε από το κάθισμά του.  Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες και τα χέρια του ήταν σφιγμένα σε γροθιές.  Κινήθηκε προς το δωμάτιο της μητέρας του.

Στο μεσοδιάστημα φώναξε τη Μαίρυλιν, που έτρεξε αφήνοντας στο σαλόνι τον παππού που μίλαγε στο Τζορτζ, σα να μη συνέβαινε τίποτα.   Ο Λάμπρος, εξήγησε χαμηλόφωνα και με δυο λόγια στη Μαίρυλιν για την επαφή του με τον Τζόσλυ και τις οδηγίες του.  Η Μαίρυλιν είχε πολλές ερωτήσεις αλλά ο Λάμπρος τη συμβούλεψε εξ αρχής να τον ακολουθεί και να τον βοηθάει.  Μαζί λοιπόν, ήρθαν στο δωμάτιο της μητέρας τους.  Την έντυσαν και την έφεραν να καθίσει δίπλα στον Τζορτζ.   Τους είπαν ότι έπρεπε να κάνουν ένα μικρό ταξιδάκι για να επισκεφτούν ένα γιατρό έξω από την πόλη, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτούς.  Η Τίνα και ο Τζορτζ δεν ανταποκρίθηκαν.  Τα μάτια τους έδειχναν αγωνία, αλλά οι μυς τους αρνιόνταν να τους βοηθήσουν. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, μα τίποτα!  Ήταν σα να είχαν παραλύσει.  Κύτταξαν ο ένας τον άλλον με πόνο, ύστερα τα παιδιά τους, τον παππού και πάλι ξανά  τα παιδιά τους.

Οι  γιαγιάδες, η Μαίρη και η Λαμπρινή, απουσίαζαν. Εκείνο το πρωί, όπως είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους από την προηγούμενη, είχαν σηκωθεί, είχαν ετοιμαστεί ενωρίς και είχαν πάει στην εκκλησία.  Έπρεπε λοιπόν να τις ειδοποιήσουν μια και δεν ήταν μαζί τους.  Τα παιδιά άφησαν ένα σημείωμα.  «Γιαγιά και γιαγιά, πάμε το μπαμπά και τη μαμά στο γιατρό.  Θα σας εξηγήσει ο παππούς αργότερα, όταν θα επιστρέψει, γιατί εμείς μπορεί ν’ αργήσουμε λιγάκι να γυρίσουμε.  Φιλάκια Μαίρυλιν, Λάμπρος».   Ήταν μόνο εννέα το πρωί.

Σε λίγο με τη βοήθεια του παππού πήραν σηκωτούς στα χέρια έναν, έναν τους δύο ασθενείς και τους έβαλαν πίσω στη δεύτερη σειρά του wagon του Θάνου.  Δίπλα τους κάθισε η Μαίρυλιν για να τους προσέχει.  Ο Λάμπρος κάθισε στη θέση του οδηγού με τον παππού συνοδηγό.  O  Θάνος είπε ξαφνικά:

-Νομίζω ότι πρέπει να σταματήσουμε να πάρουμε τις γιαγιάδες σας, παιδιά.  Δε γίνεται. Ξεχάστε το σημείωμα… Δεν μπορώ να σας αφήσω να φύγετε χωρίς να δείτε τις γιαγιάδες σας. Ξέρω τι είπες Λάμπρο. Ότι δεν πρέπει να καθυστερήσουμε, στο ραντεβού μας.  Να καταλαβαίνεις όμως ότι κάποια πράγματα δεν μπορούν ν’ αποφευχθούν.  Και μη φοβάσαι δε θ’ αργήσουμε.  Ξέρω τι σου λέω.  Θα οδηγήσω εγώ μόλις πάρουμε τις γιαγιάδες σας.

Ο Λάμπρος είχε συγκινηθεί με την απόφαση του παππού.  Ήξερε τι εννοούσε.  Ο παππούς είχε καταλάβει ότι τα παιδιά είχαν αποφασίσει ν’ ακολουθήσουν τους γονείς τους, και ήθελε να είναι όλοι μαζί, στην τελευταία στιγμή της αναχώρησής τους, στην τελευταία πράξη της τραγωδίας που ίσως με τη βοήθεια του Σύμπαντος να ανατρεπόταν και να εξελισσόταν σε ιστορία ευτυχίας.  Εξάλλου ο Τζόσλυ είχε εξηγήσει ότι δεν ήθελε να διασπάσει εκ νέου την οικογένειά τους.  Αφού είχε σταλεί αυτό το μήνυμα στον παππού, είχε σταλεί και στους άλλους…  άρα…

Ο παππούς γνώριζε καλά την περιοχή και το δρόμο προς το Oxley Hwy.  Εργαζόταν κάποιο διάστημα κοντά στο Orange.  Αυτός θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να φτάσουν στο ραντεβού τους, στην ώρα τους.

 

Σταμάτησαν στην εκκλησία και η Μαίρυλιν έτρεξε μέσα.  Δεν άργησε να βγει με τις δύο γιαγιάδες που βιαστικές και σιωπηλές ανέβηκαν στο αυτοκίνητο, πίσω από τα παιδιά τους. Επικρατούσε βαριά ατμόσφαιρα. Είχαν συγκεντρωθεί στο μεγάλο τους πρόβλημα.  Στις γιαγιάδες είχαν πει: «πάμε στο γιατρό».  Όταν τελικά συναντούσαν τον Τζόσλυ, αυτό θα σήμαινε και τον σκληρό τους χωρισμό. Δεν τολμούσαν λοιπόν να πουν τίποτα, πέρα από ανόητες, πρόχειρες σκέψεις και μικροκουβεντούλες.  Η Τίνα και ο Τζορτζ είχαν καταλάβει, τι ακριβώς σήμαινε ετούτο το ταξίδι. Πήγαιναν να συναντήσουν τον Τζόσλυ. Ήταν αδύνατο να αντιδράσουν.  Όλη τους η δύναμη είχε απαλειφθεί. Η ικανότητα προφορικής επικοινωνίας είχε εκμηδενιστεί και μέσα σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, ήταν ευλογία που τα μάτια τους, τ’ αυτιά τους και τα συναισθήματά τους, συντελούσαν στο να αισθάνονται τυχεροί που ήταν ακόμα ζωντανοί.

 

Εκεί λοιπόν, στην περίφημη πλέον «στοιχειωμένη»  λεωφόρο, στο Oxley Hwy, τα είχαν καταφέρει να φτάσουν μόλις πριν κλείσει το δίωρο. Επικρατούσε μία εκκωφαντική γαλήνη.  Η φύση υποκρινόταν ότι κοιμόταν.  Η ζωή έσφυζε σιωπηλή, σαν την κουφόβραση…

-Πολύ περίεργο… δε νομίζεις; Κι αυτό εκεί, το ασυνήθιστο φως! Τι νά ‘ναι τάχατις; ρώτησε η κυρά Λαμπρινή η μητέρα  της Τίνας.

Ο Θάνος την κύτταξε και κούνησε το κεφάλι.

-Γυναίκα! Αυτό είναι που λένε το νεκροταφείο της φύσης, έστω κι αν αυτά τα φυτά είναι καταπράσινα, επομένως ολοζώντανα.  Όσο για το φως… δαίμονας ή παράδεισος… τι σε νοιάζει και τι σε σκιάζει, μεγάλη γυναίκα που είσαι;

-Βρε λείπουν και τα πετεινά… Τι άραγε να σημαίνει ετούτο; μήπως έρχεται κανένας σεισμός; είπε η μητέρα του Τζορτζ.

-Μπορεί και να φτάσαμε μετά από το σεισμό… είπε μυστηριωδώς ο Λάμπρος.

Ένα γλυκύτατο γαλαζοπράσινο χρώμα επικρατούσε σ’ όλη την ατμόσφαιρα.  Η ομορφιά της γαλήνης  θα πρέπει να ήταν στο αποκόρυφο της αποκάλυψής της. Η Τίνα κύτταξε τον «Τζόρτζη» με αγάπη.  Ήξεραν που βρίσκονταν. Το περιβάλλον ετούτο το είχαν ζήσει, το είχαν ονειρευτεί.

Σταμάτησαν σε μία στροφή.  Και τότε είδαν. Ήταν εκεί μπροστά τους εκείνος, όμορφος ψηλός με ξανθά μαλλιά που έλαμπαν θαρρείς, με μάτια που φάνταζαν σαν καταγάλανοι ουρανοί. Ντυμένος σε μία φωσφορίζουσα γαλαζοπράσινη στολή, στεκόταν στην άκρη του δρόμου, δίπλα στα πανύψηλα δέντρα και περίμενε… Τους περίμενε…

«Τζόσλυ!» ψιθύρισε η Τίνα χωρίς όμως ν’ αρθρώνει λέξη φωναχτά. «Ήρθες να μας πάρεις.  Φίλε μου δε θέλω να σ’ απογοητέψω, όμως δε θέλω ν’ αφήσω τα παιδιά μου και τους γέρους γονείς μας… Άσε μας να πεθάνουμε κοντά τους… Σε ικετεύω…» Έκπληκτη και πάλι η Τίνα άκουσε τον Τζόσλυ να της απαντάει: «Τίνα, δε θέλω να σου στερήσω τους αγαπημένους σου.  Όμως δε θα σε χαρούν για καιρό… πεθαίνετε εσύ και ο Τζορτζ και η μόνη ελπίδα σας είναι να έρθετε μαζί μας στον δικό μας πλανήτη.   Εκεί υποσχέθηκα στο Λάμπρο, ότι θα προσπαθήσουμε για την αγάπη τους προς εσάς και τη δική σας προς αυτά να κάνουμε ό,τι μπορούμε καλύτερο!  Ηρέμησε λοιπόν… Είναι προσωρινά τα μέτρα αυτά.  Κοιμήσου».  Ο Τζορτζ διαισθάνθηκε την επαφή της Τίνας με τον Τζόσλυ.  Τελικά άκουσε τον Τζόσλυ να τον καλεί να βοηθήσει την Τίνα να ξεπεράσει αυτό το στάδιο του πόνου… «Πώς;» ρώτησε ο Τζορτζ.  «Κύτταξέ την στα μάτια και θα καταλάβει» απάντησε  ο Τζόσλυ. Ο Τζορτζ κύτταξε την Τίνα επίμονα στα μάτια με μια πρωτόγνωρη λατρεία. Την αγαπούσε και ποτέ ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει πόσο θα του έλειπε, όταν θα τους χώριζε ο θάνατος. Ήταν καταπληκτικό αυτό που τους συνέβαινε. Ξαφνικά μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη της και να επικοινωνεί μαζί της. «Είναι γιατί πεθαίνουμε;» ρώτησε τον Τζορτζ η Τίνα. «Όχι βέβαια! Είναι γιατί έχουμε γίνει κομμάτι σαν τον Τζόσλυ.  Μας μετέφερε τις ικανότητές του τηλεπαθητικά. Είναι υπέροχο!.. Θέλω να σου πω ότι σ’ αγαπάω και θέλω να γίνουμε καλά και να ξαναζήσουμε φυσικά τη ζωή μας… εδώ στη γη ή σ’ άλλον πλανήτη… αδιάφορο… Με κατάλαβες;»  Η Τίνα χαμογέλασε αχνά: «Θαρρώ πως ναι… είσαι ανεπανόρθωτος καλέ μου!»  «κι εσύ πολύ γλυκειά, καλή μου!» απάντησε ο Τζορτζ χαρούμενος κιόλας γι αυτή τη σπουδαία τηλεπικοινωνία.  «Είμαι πολύ κουρασμένη.  Θέλω να κλείσω τα μάτια μου!» «Όχι δεν μπορείς. Σε λίγο θ’ ανταμώσουμε τον Τζόσλυ από πολύ κοντά, και θα δεις την θετική εξέλιξη των πραγμάτων.  Πλησιάζουμε…  Ένα μόλις βήμα, μία στιγμούλα μόνο απέχουμε από την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Υπομονή.  Μην αφήνεις στιγμή το νου σου να αποτραβηχτεί από τον δικό μου. Μ’ ακούς; Δεν μπορώ να ζήσω στιγμή χωρίς εσένα.  Θα το κάνεις λοιπόν για χάρη μου.  Πρέπει να ζήσεις για μένα!..»

Η Τίνα άνοιξε τα μάτια της.  Είχε χάσει το κοντρόλ τους. Τον κύτταξε με παράπονο. «Κουράστηκα θέλω να κοιμηθώ καλέ μου. Λυπήσου με!»  Ο Τζορτζ έσφιξε την παλάμη της με μία ύστατη προσπάθεια.  Βρήκε τη δύναμη και τη φίλησε στα μαλλιά και τα δάκρυά του κύλησαν ζεστά στις δικές της παρειές.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στον Τζόσλυ. Ο Λάμπρος και ο παππούς άνοιξαν βιαστικά τις πόρτες.  Ο Τζόσλυ μετακινήθηκε ήρθε κοντά τους.

-Όλα έτοιμα; ρώτησε σιγανά.

-Ναι, όλα έτοιμα, είπε ο Λάμπρος. Έλα Μαίρυλιν.  Ελάτε λοιπόν.

Ο παππούς οι γιαγιάδες και η Μαίρυλιν  βγήκαν γρήγορα από το αυτοκίνητο.

-Που πάμε γιε μου; ρωτησε η γιαγιά από τη μεριά της Τίνας.

-Θα μεταφέρουμε τη μαμά και τον μπαμπά στο νοσοκομείο γιαγιά.  Και μας χρειάζονται όλους αλήθεια.

-Με τι θα πάμε παιδί μου;

-Με αεροπλάνο γιαγιά.

-Και ύστερα;

-Δεν υπάρχει ύστερα γιαγιά! Περίμενε και θα δεις.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο της. Ένα μεταλλικό ιπτάμενο όχημα που έμοιαζε με λεωφορείο είχε προσγειωθεί αθόρυβα, καταμεσής του δρόμου, εκεί σε απόσταση λίγων βημάτων.  Ο Τζόσλυ ακούμπησε την παλάμη του δίπλα στην είσοδο. Ένα φως έλαμψε και αμέσως ύστερα η είσοδος στο ασυνήθιστο ετούτο όχημα, άνοιξε.  Δύο άνθρωποι με απόκοσμο ύφος σιωπηλοί και ευκίνητοι έσπευσαν να βοηθήσουν τους δύο ασθενείς.

«Όλοι έτοιμοι λοιπόν;» ρώτησε ο Τζόσλυ τα δύο αδέρφια τηλεπικοινωνιακά.  Εκείνα ένευσαν καταφατικά.

Σε πέντε-επτά λεπτά όλοι είχαν επιβιβαστεί.  Το όχημα, εγκατέλειψε το δάπεδο του δρόμου ήσυχα και  ξαφνικά, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί. Ο Τζόσλυ παρακολουθούσε και επέβλεπε τα πάντα μέσα σ’ εκείνο το μεταφορικό μέσο.  Η Τίνα και ο Τζορτζ μεταφέρθηκαν σε ένα ιδιαίτερο τμήμα του οχήματος, που χωριζόταν από τους άλλους με ημιδιάφανη συρτή πόρτα.  Η Μαίρυλιν δάγκωνε τα χείλια της νευρικά και ο Λάμπρος προσπαθούσε να ηρεμήσει τις γιαγιάδες.

-Μα γιε μου, δεν ακούω, δεν βλέπω τίποτα.

-Έχεις δίκιο κυρά συμπεθέρα! είπε ο Θάνος στη μητέρα του Τζορτζ.

-Λάμπρο μου πού είμαστε παλικάρι μου; Δεν πιστεύω να μας έχουν απαγάγει aliens; ρώτησε πάλι εκείνη.

Ο παππούς γέλασε.

-Μπράβο συμπεθέρα!  Από πού τά ‘μαθες εσύ αυτά;  ρώτησε χαμογελώντας ο  Θάνος.

-Τι λες συμπέθερε; Πού ζούμε; Πίσω στο χωριό πενήντα χρόνια πριν; Τόσα έργα βλέπουμε.  Τόσα διαστημικά. Έτσι κι αλλιώς αυτό που έγινε με τον Τζόρτζη και την Τίνα ακόμη δεν το έχουμε καταλάβει.

Ο παππούς γελάει.

-Ε… και τι θα λέγατε γερόντισσες αν πηγαίναμε μία βολτίτσα στο διάστημα.  Ε;

-Θα έλεγα ότι θα ήταν υπέροχα.  Αφού είμαστε όλοι μαζί… τι σημασία έχει; Και στου διαόλου θα πήγαινα αν είμαστε μαζί… Τι θαρρείς; Φοβάμαι; απάντησε η γυναίκα του και η μητέρα του Τζορτζ διαφώνησε κουνώντας την κεφαλή της

-Αχ, μωρ’ συμπεθέρα να με σχωρνάς… αλλά είναι αμαρτία να μιλάς έτσι.

-Συγγνώμη συμπεθέρα μου  έχεις δίκιο.  Φταίει ο άντρας μου που μου λέει ανοησίες.  Ανοησίες λέει, ανοησίες θ’ ακούσει, είπε η μητέρα της Τίνας.

-Έλα γιαγιά κι εσύ γιαγιά Μαίρη… Σας παρακαλώ ηρεμήστε.  Ό,τι κάνουμε το κάνουμε για τον μπαμπά και τη μαμά.  Όπου και να πάνε ή να πάμε… αρκεί να τους δούμε και πάλι καλά, είπε η Μαίρυλιν με υπομονή.

-Ναι θυγατέρα μου.  Έτσι είναι.

Ο παππούς απευθύνθηκε στο Λάμπρο.

-Πώς σου φαίνεται γιε μου αυτό το ιπτάμενο λεωφορείο;

-Πολύ όμορφο παππού, πολύ αναπαυτικό και πολύ ήσυχο; Κι εσένα; ρώτησε με τη σειρά του ο Λάμπρος.

-Ναι θα συμφωνήσω μαζί σου. Να σε ρωτήσω γιε μου.  Αυτός ο  Τζόσλυ… τι μέρος του λόγου είναι; Τον άκουσα κομμάτι στο όνειρό μου, τα κουβεντιάσαμε –δε λέω- αλλά να, ξέρω κι εγώ; Εσύ που με νιώθεις… δυσκολεύομαι να καταλάβω κάποια πράγματα. Καλό παλικάρι φαίνεται… λιγομίλητο… έτσι; ρώτησε τελικά ο παππούς.

Ήταν μάλλον νευρικός, αγχωμένος ο παππούς ο Θάνος.

-Ο σωτήρας των γονιών μου, είναι παππού.  Και ετοιμάζεται να μας βοηθήσει άλλη μια φορά, απάντησε ο Λάμπρος σιγανά.

-Ναι καλά… αυτό το κατάλαβα… Πού πάμε γιε μου; Πες μου την αλήθεια, είπε ο  Θάνος.

-Στον πλανήτη Άρτεμη παππού.

-Πού είναι αυτό το μέρος παιδί μου; Το όνομα είναι δικό μας, αρχαιοελληνικό. Μπας και με δουλεύεις Λάμπρο μου;  επέμενε να ρωτάει με νευρικότητα ο παππούς.

-Οι περιστάσεις δεν το επιτρέπουν αυτό παππού και το γνωρίζεις. Είναι ένα πειραματικό χωριό… Νομίζω, δεν είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Θα μας φιλοξενήσει για λίγο ώσπου να δούμε πώς θα βοηθηθούν οι γονείς μου.

-Και εμείς; έπρεπε να έρθουμε κι εμείς;

-Ναι παππού. Γιατί δεν ξέρουμε πόσος καιρός χρειάζεται γι αυτή την υπόθεση. Πώς να σας αφήναμε ολομόναχους πίσω;  Ο Τζόσλυ υπήρξε πολύ γενναιόδωρος και φιλόξενος παππού.  Δε νομίζεις;

Ο παππούς έχει και δεν έχει πειστεί με όλα όσα συμβαίνουν τόσο γρήγορα και χωρίς επιπλοκές.  Κάθεται όμως σιωπηλός και με μισόκλειστα μάτια σκέφτεται. Παρακολουθεί τη γυναίκα του και τη συμπεθέρα του.  Η αλήθεια είναι ότι δεν του άρεσε να ταξιδεύει στον αέρα και τώρα πήγαινε στο διάστημα. Δεν ήταν όπως εκείνα που έβλεπε στον κινηματογράφο ή στα επίκαιρα.  Εδώ ταξίδευαν χωρίς μάσκες, χωρίς προβλήματα… Δεν ήταν ενδιαφέρον; Σκέφτηκε τις γερόντισσες…

«Κακομοίρες! Δεν μας λένε ολάκερη την αλήθεια!  Όμως τι σημασία έχει;  Όλα γίνονται από αγάπη στον Τζορτζ και στην Τίνα μας… Επομένως…» σκέφτεται με συμπόνοια.

Είναι «δαρμένος κορμός» ο παππούς που αντέχει πιότερο στη συμφορά και στον πόνο.  Δεν είναι σπουδαίο το μυστικό του. Απλά έχει τη συνταγή του να είσαι άνθρωπος. Έχει αποδεχτεί ότι «η ανθρώπινη μοίρα σ’ ένα μόνο τους εξισώνει όλους πάνω στη «ρημάδα τη γη: στο θάνατο!» Κανείς δεν ξέφυγε ποτέ από αυτόν, γιατί αυτή είναι η σειρά εκείνου που γεννιέται: να ζει και να πεθαίνει… τα υπόλοιπα είναι μικροπράγματα που καρυκεύουν το χρόνο για να περνάει, εφόσον η ανθρώπινη αποστολή έχει έρθει σε πέρας με την αναπαραγωγή, όπως ορίζει η όλη αυτή υπόθεση.  Μαθές είναι το έξυπνο κόλπο της Φύσης, ένας κύκλος που αν δεν τον αποδεχτείς, γίνεσαι πολύ δυστυχισμένος καθώς όλοι οι αγαπημένοι σου κάποια στιγμή σ’ αφήνουν ή τους αφήνεις. Αιώνιος ύπνος είναι αδερφέ! Αυτός είναι και μην το ψάχνεις παραπέρα!» έλεγε ο παππούς συλλογισμένος, όταν άκουγε ότι κάποιος αποδημούσε στο όνειρο! Το είχε φιλοσοφήσει το «θέμα» και αυτή τη στιγμή πετώντας για ένα άλλον πλανήτη σκεφτόταν ότι «ο θάνατος είναι μία πολυτέλεια στην τελική!»

 

Ένας Αρτεμίσιος -έμοιαζε με τον Τζόσλυ-, ευγενικός και σιωπηλός εμφανίζεται σπρώχνοντας ένα τρόλεϊ με ράφια. Σε κάποια από  αυτά υπάρχουν καλυμμένα πλαστικά σκεύη. Φαίνεται να εμπεριέχουν τροφή.  Σε άλλα είναι αραδιασμένα σφραγισμένα πλαστικά κύπελλα, με φανερά πόσιμο περιεχόμενο. Ευγενικά ρωτάει τον παππού αν είναι καλά και αν θέλει να φάει ή να πιει κάτι.  Ο παππούς σκέφτεται μία στιγμή και ύστερα μπαίνει στον πειρασμό να πει «ναι».  Όχι γιατί πεινάει αλλά από περιέργεια. Για να δει τι είδος τροφών ή ποτών περιέχουν, αυτά τα πλαστικά σκεύη.  Ένα πράγμα δεν βλέπει: μαχαιροπήρουνα, κουτάλια… Ο άνθρωπος που φέρει το όνομα Ταλ σε είδος σφραγίδας πάνω στη στολή του, απλώνει το χέρι του και ακουμπώντας το κάθισμα του παππού στο μπράτσο της πολυθρόνας του, βοηθάει στο να παρουσιαστεί ένα τετράγωνο, σαν τραπεζάκι. «Πού να το φανταστώ αυτό;» σκέφτεται ο παππούς, και προσπαθεί να κρύψει την έκπληξή του από εκείνο το ξαφνικό.  Οι δυο ηλικιωμένες γυναίκες κυττάζουν με απορία.  Δεν ήταν ότι δεν ήξεραν από αεροπλάνα, «αλλά όλο αυτό το πράγμα, ήταν κομμάτι αλλιώτικο», έτσι είχε πει κάποια στιγμή η γιαγιά Μαίρη στη συμπεθέρα της τη Λαμπρινή, τη μητέρα της Τίνας.

-Μωρ’ συμπεθέρα μου, τι μας μέλλεται να ιδούμε ακόμα; λέει η Λαμπρινή σκύβοντας προς τη μεριά της Μαίρης.

-Νεωτερισμοί συμπεθέρα μου! απαντά εκείνη ήσυχα.

Ο Ταλ σερβίρει σε όλους ένα καλυμμένο σκεύος και ένα κύπελλο.

Προχωράει στη Μαίρυλιν και στον Λάμπρο.

-Ευχαριστώ… μόνο το κύπελλο, λέει η Μαίρυλιν.

-Παρακαλώ πάρτε και το σκεύος. Χρειάζεστε το περιεχόμενό του. Ταξιδεύετε σε άλλον Γαλαξία, συμβούλεψε ο Ταλ.

-Μωρέ γιε μου, τι σόι προζύμι είναι ετούτο; ρωτάει ξαφνικά ο παππούς, τη στιγμή που οι δύο ηλικιωμένες γυναίκες κύτταζαν σαστισμένες το περιεχόμενο  του σκεύους, που ο ευγενής  Ταλ τους είχε προσφέρει.

Ο Λάμπρος ψύχραιμα, ανοίγει το δικό του και πιάνοντας με τα δάχτυλά του τον κύβο, που αλήθεια μοιάζει με ζύμη, το μασουλάει χωρίς να μιλάει. Η Μαίρυλιν  τον ακολουθεί.  Οι υπόλοιποι κυττάζουν σαστισμένοι.

-Έλα παππού! Ξέρεις ότι μόνο σωστά πράγματα προσφέρει το ευγενές προσωπικό του αεροσκάφους.  Δοκιμάστε και θα δείτε, είπε ο Λάμπρος

Μια ευφορία κατέλαβε τον Λάμπρο.  Λες και είχε ξαφνικά αναζωογονηθεί.  Στην πορεία πήρε το κύπελλο και το άνοιξε προσεκτικά.  Ένα ροζ υγρό -μύριζε μούρα- έλαμπε μέσα στο κύπελλο.  Το ήπιε αργά.  Ήταν τόσο δροσιστικό!

– Λάμπρο!  Ξέρεις τι μου θυμίζουν αυτά;  Το μάνα και το νέκταρ…  είπε σιγανά η Μαίρυλιν.

Ο Λάμπρος κούνησε το κεφάλι του.

-Δε θ’ απορούσα αν μου έλεγαν ότι όντως είναι αυτά.

Η γιαγιά Μαίρη κύτταξε τη συμπεθέρα της τη Λαμπρινή.

-Συμπεθέρα, ξέρεις τι λένε οι γραφές για το μάνα! Λες να πετάμε στον Παράδεισο; είχε ακούσει το διάλογο των νέων.

-Πού να ξέρω η κακομοίρα; απάντησε η Λαμπρινή.

Δεν μπορούσε να το βάλει στο στόμα της εκείνο το πράγμα. Ένιωθε πως αμάρταινε για το χατίρι του «ανθρώπινου» φαγητού. Να μην πιει όμως κάτι; Άνοιξε λοιπόν προσεκτικά το κύπελλο. «θα το δοκιμάσω κι ό,τι βγει», σκέφτηκε και ακούμπησε το κύπελλο στα χείλια της.

-Είναι πολύ καλό συμπεθέρα μου! Δοκίμασέ το, πιες το, σου λέω αλήθεια, είπε η Μαίρη που την έβλεπε διστακτική.

Ο παππούς μεσολάβησε.

-Δεν βλέπετε τ’ αγγόνια μας; Τι φοβάστε γριές γυναίκες;

-Καλά λες Θάνο μου, είπε η Λαμπρινή και αφού δοκίμασε λίγο από το ποτό, άρχισε τώρα  να μασουλάει αργά τον κύβο που ήταν μέσα στο σκεύος απάνω το τραπεζάκι της.

-Δεν είναι καλό; Ε; ρώτησε ο Θάνος τη γυναίκα του.

-Έχεις δίκιο άντρα μου! Φαίνεται… βιταμινούχο! Τι λες; Αισθάνομαι κιόλας καλύτερα, είπε εκείνη ψευτοχαρούμενη.

-Έτσι ε; Για να δούμε! γέλασε η Μαίρη  και δάγκωσε κι εκείνη ένα μικρό κομματάκι από εκείνο που της έμοιαζε με μισόστεγνη μαγιά.  Καμία σχέση όμως με την όποια μαγιά.  Αυτό ήταν «μια χαρά νόστιμο», έτσι ακριβώς, όπως είχε πει η Μαίρυλιν για να τους πείσει να το φάνε.

Έτσι όπως αναπαύονταν  στις πολυθρόνες τους, τους αγκάλιασε ο ύπνος.  Δεν υπήρχαν όνειρα, παρά μόνο ένας ύπνος βαθύς, ευεργετικός, αναζωογονητικός, θαυματουργός. Ένα είδος σταθερού παραβάν σύρθηκε αυτόματα και χώρισε το χώρο των ηλικιωμένων, από εκείνο των νέων.

Ο Τζόσλυ συνοδευμένος από τον Ταλ και ένα τρίτο μέλος  του πληρώματος, τον Μόρνο, ήρθε και στάθηκε έξω και μπροστά από το θάλαμο όπου όλη η οικογένεια είχε αποκοιμηθεί χωριστά από εκείνο τον ιδιαίτερο χώρο όπου νοσηλεύονταν ο Τζορτζ και η Τίνα, ακριβώς απέναντί τους.

-Τι νομίζεις Μόρνο; Θα τα καταφέρουμε μαζί τους; ρώτησε ο Τζόσλυ.

-Καπετάνιε ανησυχώ για τους γέροντες, απάντησε ο Μόρνο.

-Γέροντες! Αυτοί που αποκαλείς «γέροντες», είναι ακμαιότατοι.  Τι νομίζεις ότι είναι ο Τζορτζ και η Τίνα αυτή τη στιγμή; Δύο αναστημένοι νεκροί που μέχρι τη στιγμή που ήρθαν και μας βρήκαν, τραβούσαν κατ’ ευθείαν  στον αφανισμό.  Είναι μία σπουδαία ευκαιρία να δοκιμάσουμε σε αυτούς τον ορό της «μακροζωίας», το Αρτεμίσιο 2.  Οι γέροντες δε θα αρρωστήσουν ή θα υποφέρουν, αν διατηρήσουμε κάποια ισορροπία στο περιβάλλον τους και τη δίαιτά τους. Το ζεύγος Λαβίδη είναι που χρειάζεται την προσοχή μας καθώς η περίπτωσή τους είναι εξαιρετικά σπάνια. Αν το Αρτεμίσιο 2  επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα, τότε θα μας δοθεί η ευκαιρία να διαπιστώσουμε κατά πόσον είναι εφικτό να μακροημερεύσουν οι γήινοι. Επιπλέον γεννάται η πιθανότητα  της παροχής αυτού του αγαθού στους γήινους, κάποια στιγμή στο μέλλον, αν και όταν αυτοί θα έχουν ωριμάσει. Στην χειρότερη περίπτωση ίσως να περιοριστεί η προσπάθειά μας στη μύηση της «αρτεμίσιας μέθοδου μακροζωίας με limitations».

Ο σπόρος της φυλής μας, αν και αδερφός εκείνου των Ελλήνων του Υπερπέραν, έχοντας εξελιχθεί στον πλανήτη μας, έχει τα προνόμια της μακροβιότητας και της ευφυΐας. Η διαφοροποιημένη σύνθεση της Γης, ως πλανήτη και η ατμόσφαιρά της, καθορίζουν τη βραχυπρόθεσμη διαβίωση των κατοίκων της. Για την επιτυχία αυτής της επαναστατικής μεθόδου, όπως γνωρίζεις,  εργάστηκαν και αγωνίστηκαν για δεκάδες χρόνια οι προκάτοχοί μας και εμείς -οι συνεργάτες μου και εγώ- συνεχίζουμε το αξιόλογο έργο τους και για τα δύο στάδια αυτού του βιολογικού πειράματος, πρωταρχικά για το Αρτεμίσιο 1, που εφαρμόστηκε στην περίπτωση του Τζορτζ και της Τίνας, είπε ο Τζόσλυ και συνέχισε σε τόνο που επιβεβαίωνε την έγνοια του:

-Είναι δύσκολο να οργανώσει κανείς τους σημερινούς εκπροσώπους του αρχαιοελληνικού στοιχείου και τους λοιπούς γήινους, γενικά.   Όπως είπα και πριν, τα γονίδια του  αρχαιοελληνικού στοιχείου έχουν αλλοιωθεί με την είσοδό τους στο γήινο περιβάλλον. Επικράτησε μία κατάσταση που επιδεινώθηκε με την πάροδο του χρόνου.  Οι αντιξοότητες που αντιμετώπισαν οι αληθινοί απόγονοί τους, συνετέλεσαν, ώστε σήμερα, μαζί με τους άλλους κατοίκους της Γης, να υστερούν ως  προς τα χαρίσματα που τους διέκριναν αρχικά  και κυρίως ως προς την αντικειμενικότητα, τη γενναιοδωρία… «την ανθρωπιά», όπως λένε μονολεκτικά.

Κατ’ αρχήν στερούνται της ομόπνοιας. «Τρώγονται» για τα προσωπικά τους συμφέροντα και αφήνουν τη ζήλεια να προκαλεί χάσματα ανάμεσά τους. Δεν προοδεύουν για το καλό του συνόλου ή του τόπου αλλά για το άτομό τους. Η φράση «γιατί αυτοί και όχι εμείς… όχι εσύ αλλά εγώ!..» απέβη σύνθημα  που αποδεικνύει την κοντοφθαλμία τους.  Οι κλίκες και τα μικροσυμφέροντα, το ρουσφέτι και η λασπολογία, διαφαίνονται στην καθημερινότητα και αυτό το συνονθύλευμα, βάζει φρένο στην πρόοδο του έθνους, και του κάθε έθνους, εννοείται. Εν ολίγοις… συμβάλλουν αρνητικά  στην πολιτική ζωή του τόπου. Αυτό το νεωτερίζον καθεστώς οδηγεί τις νέες γενεές να σκύβουν το κεφάλι, να σηκώνουν τα χέρια ψηλά και να υποκύπτουν στο κατεστημένο… έτσι μοιρολατρικά.

Μιλάμε για τους απογόνους των αρχαιοελλήνων και γενικότερα για τους γήινους… Ναι… Είναι ακόμη κομμάτι θερμόαιμοι, ξεροκέφαλοι… τυφλοί. Και όταν ακόμη δεν είναι άχρηστοι για τον εαυτό τους ή για την κοινωνία, δε βλέπουν με διορατικότητα το μέλλον και επαναλαμβάνουν λάθη, που ιστορικά θα έπρεπε να τους είχαν καταστήσει σοφούς. Η ασυνειδησία τους σκοτώνει. Όσο για τους άλλους, τα άλλα «σπουδαία» και μη, έθνη… έχουν παρόμοια και χειρότερα προβλήματα…

-Τελικά πόσοι είναι Ο.Κ. από αυτούς; Πώς μπορεί κανείς να διαπιστώσει και να αξιολογήσει πέρα από τα γενικά χαρακτηριστικά, που δεν ακούγονται καθόλου ενθαρρυντικά, για την οποιαδήποτε προσέγγιση σε σχέση με τους ορούς της μακροημέρευσης;  ρώτησε τελικά ο Μόρνο.

-Έχεις δίκιο να θέτεις ένα τέτοιο ερώτημα.  Πέρα από τις  εναντίον «καταγγελίες», οφείλουμε να δοκιμάσουμε.  Πιστεύω  ότι και αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλοί εκλεκτοί απόγονοι των αρχαιοελλήνων αναμφίβολα και αρκετοί από τους άλλους που ανήκουν σε άλλες εθνικότητες. Όταν το λέω αυτό εννοώ  την ανάγκη για την περαιτέρω εξακρίβωση ύπαρξης τέτοιων μονάδων.

Είπα παραπάνω, ότι οι σημερινοί Έλληνες, οι νεοέλληνες διακρίνονται για τα πολλά ελαττώματά τους. Θα ήταν άδικο αν δεν λέγαμε και για την άλλη όψη του ιδίου νομίσματος:  λέμε λοιπόν την ίδια στιγμή ότι χαρακτηρίζονται  και για τα σπάνια προτερήματά τους: τη φιλοξενία τους για παράδειγμα, την αγάπη προς τη ζωή, την εκτίμηση του γέλιου, την προτίμηση της διαλεκτικής για χάρη της φιλοσοφίας… Ένα χαρακτηριστικό τους είναι η αδελφοσύνη τους έναντι ενός κοινού αντιπάλου, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.  Τότε παραμερίζοντας τα μεταξύ τους, συσπειρώνονται και αυτό είναι ίσως από τα πιο δυνατά φαινόμενα που έχω διαπιστώσει στη ζωή μου.  Υπάρχει και κάτι άλλο… ίσως μοναδικό… η γενναιοδωρία κάποιων χαρισματικών Νεοελλήνων προς  το έθνος, προς τους συμπατριώτες τους, σε μέρες δυστυχίας.

Ο Τζόσλυ μιλούσε με συμπάθεια και θέρμη. Ήταν ολοφάνερο ότι το γένος των Ελλήνων, η προέλευσή τους, η μυθιστορία και η ιστορία τους τον συγκινούσαν ιδιαίτερα. Ο Μόρνο όμως ήθελε να μάθει περισσότερα για τις απόψεις του Τζόσλυ.  Είχε υπόψη του πολλά από εκείνα που ο Τζόσλυ είχε εκθέσει με έγνοια. Εξέφερε τη γνώμη του για τις σκέψεις του Τζόσλυ.

-Τζόσλυ, με όλο το σεβασμό, θα μου επιτρέψεις να πω τη γνώμη μου.  Παρόλα όσα είπες λοιπόν, πολύ φοβάμαι ότι το δώρο της μακροζωίας δε θα επιφέρει καλό στον πλανήτη Γη.  Είναι απαράδεκτα τα πάθη, τα μειονεκτήματα εν γένει, που τους χαρακτηρίζουν. Δε θα μπορέσουν να τιθασεύσουν την κατάσταση στον πλανήτη τους, όπως επετεύχθη με τον δικό μας. Έχουν πορευτεί χιλιάδες χρόνια με τον τρόπο αυτό. Το θέμα αυτοσεβασμού και αλληλοσεβασμού -ανθρώπινη μονάδα προς ανθρώπινη- και προς το συγκεκριμένο σύστημα, είναι θέμα εσωτερικού πολιτισμού. Έχουν εξελιχθεί και τα βιώματά τους αποδεικνύονται πολύ ισχυρά. Είναι σχεδόν αδύνατον να εκτροχιαστεί ένα όχημα από την πορεία του, όταν οι τροχοί του ζεμένοι για αιώνες, ταυτίστηκαν μαζί του!  Αν σήμερα ζουν μέχρι τα ογδόντα χρόνια τους –αρκετοί, τέλος πάντων- η δυνατότητα πεντακοσίων χρόνων ζωής -όπως συμβαίνει στον πλανήτη μας- μου φαίνεται τερατώδης.  Δε θα λειτουργήσει… εφόσον λείπει η αυτοσυγκράτηση και αποβαίνουν έρμαια των παθών τους. Αφού αδιαφορούν για το ότι η υπερβολή φέρνει την αυτοκαταστροφή, τότε και η  μακροζωία θα αποβεί καταστρεπτική. Θα δημιουργήσει φριχτές καταστάσεις σε έναν πλανήτη όπου δεν υπάρχει αλληλοσεβασμός.  Όλα τα προτερήματα ή χαρακτηριστικά που διακρίνουν ένα  πολιτισμένο πλανήτη σαν τον δικό μας ή τους άλλους, τους παρόμοιους με τον δικό μας στον Γαλαξία μας, αποτελούν ουτοπία για τη Γη.  Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε όταν κάποιοι ισχυροί γήινοι με προσβάσεις, πληροφορηθούν και αντιληφθούν περί τίνος πρόκειται, από την πρώτη κιόλας στιγμή θα επιδιώξουν την απόκτησή του και την μονοπώλησή του. Αν δεν επιτύχουν την αποκλειστικότητα του «φοβερού  μυστικού» τότε θα φροντίσουν να αφανίσουν τους «εκλεκτούς», με τρόπους που μόνο αυτοί γνωρίζουν καλά…

Να σου θυμίσω αυτό που ήδη κατέχεις. Η γήινη επιστήμη επιδιώκει εδώ και χιλιάδες χρόνια να ανακαλύψει το μυστικό της μακροζωίας ή και της αθανασίας.  Και μόνο οι «κάποιοι» άγγιχτοι είχαν πάντα το προνόμιο να το δοκιμάσουν. Να μιλήσουμε για την ταρίχευση ή  μουμιοποίηση;  Για τις δοξασίες για την μετά τον θάνατο ζωή και τα επακόλουθά τους;  Η Γη δεν δύναται να φιλοξενήσει ένα Σούπερ Γένος.  Κατάλαβέ το Τζόσλυ.  Εξάλλου αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα.  Εμείς οι ίδιοι δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουμε στα μεγάλα σύνολα να εισχωρήσουν στη ζώνη διαρκείας της ζωής.  Τελικά δεν είναι σοφό να παίξουμε με τη μοίρα των ανθρώπων του πλανήτη της Γης, επιμένει ο Μόρνο.

Ο Τζόσλυ κουνάει το κεφάλι του σκεφτικά. Ο Μόρνο έχει δίκιο.  Είναι ένας σοφός μελετητής της αναζήτησης για την αιωνιότητα, διακεκριμένος στον πλανήτη τους και σε όλο τον Γαλαξία τους.  Συνεργάζονταν οι δυο τους για μακρά περίοδο στο χώρο της επιστήμης για τη βελτίωση της μακροζωίας και της ποιότητάς της.  Γνωρίζουν και σέβονται ο ένας τον άλλον για δεκάδες χρόνια.  Η επιστήμη τους δεν είναι τυχαία. Οι πρόγονοί τους, χιλιάδες χρόνια πριν, είχαν θέσει τις βάσεις της γι αυτό και είχε προοδεύσει και τα θαυμαστά αποτελέσματά της είχαν εφαρμοστεί με επιτυχία πρώτα στον δικό τους πλανήτη και αργότερα και σε άλλους εντός του Γαλαξία τους.

Τώρα σε αυτό το μόριο του χρόνου είχαν καταλήξει στο πόρισμα ότι όφειλαν χάριν της επιστήμης  και πειραματικά, να τα δοκιμάσουν και σε όντα  αλλότριων πλανητών, εξωαρτεμισίων. Ήταν όμως αλήθεια λογικό; Ή ήταν ρομαντισμός που αν εφαρμοζόταν θα είχε ολέθριες συνέπειες;

 

Ο Τζόσλυ επικεφαλής του τμήματος της επιστημονικής μονάδας για την μακροβιότητα και την ποιότητά της, είχε αντιμετωπίσει τις αρχές του πλανήτη τους και τελικά είχε αποφασιστεί, η γνώση των αποτελεσμάτων των ερευνών τους, να μείνει εντός  της επιστημονικής μονάδας.  Υπερίσχυσε η άποψη ότι η γνωστοποίηση και η διαθεσιμότητά του θα είχαν οδυνηρά αποτελέσματα για το κατεστημένο του πλανήτη Άρτεμη. Όφειλαν να προστατεύσουν τον κόσμο τους και να φανούν αυτάρκεις σε ό,τι αφορούσε περαιτέρω σχετικές απόπειρες και πειράματα για ένα μεγάλο διάστημα.  Δεν μπορούσαν να προείπουν  για μελλοντικά σχέδια ή μέτρα.

Η ζωή των ανθρώπων τους ήταν μακρά, όμορφη, δημιουργική.  Το γήρας, οι ασθένειες, οι επιδημίες ήταν άγνωστα στην προστατευτική ατμόσφαιρα που οι Αρτεμήσιοι είχαν πετύχει να δημιουργήσουν από αιώνες.  Ο θάνατος ήταν αποδεκτός ως το κλείσιμο ενός φυσικού βιολογικού κύκλου. Ψυχιατρικοί ασθενείς δεν υπήρχαν, κι αν παρουσιάζονταν, η μέθοδος θεραπείας τους ήταν αποτελεσματική καθώς η ανθρωπιστική, προσωπική προσέγγιση του ασθενούς είχε τα επιθυμητά αποτελέσματά της.  Το κοινωνικό σύστημα δεν άφηνε κενά για τη δημιουργία βιοπορισμού μετ’ εμποδίων, δυστυχίας, άγχους και   παρανόησης.  Τι άλλο θα μπορούσε να θέλει οποιοσδήποτε, οπουδήποτε στο Σύμπαν;

Οι Αρτεμίσιοι παντρεύονταν νέοι και ως  ένα όριο ηλικίας, για την καλή σύλληψη της νέας ζωής και την υγιεινή ανάπτυξη του εμβρύου.  Γεννιούνταν λοιπόν τα παιδιά, από ανθρώπους νέους και ήταν φυσικό να μεγαλώνουν μαζί με τους γονείς τους,  ώστε ως νεαροί βλαστοί να αποκομίσουν τα μέγιστα από το οικογενειακό περιβάλλον κατ’ αρχήν και από το κοινωνικό στη συνέχεια, απαραίτητα συστατικά ώστε να αποβούν με τη σειρά τους άξιοι γόνοι των πατέρων τους και άξια μέλη του πλανήτη Άρτεμη.

Τα διδασκαλεία τους ήταν ένας μικρόκοσμος του μεγάλου και η επιμόρφωση των βλαστών τους άρτια.  Η εισαγωγή στα ανώτατα ιδρύματα ήταν εκλογή και απόφαση  των σπουδαστών.  Υπήρχαν τόσα διαφορετικά είδη σπουδών και μία ισορροπημένη διανομή των μαθητών, που αποδείκνυε την αποδοχή της  αξίας όλων των γνώσεων.

Οι τέχνες και οι επιστήμες θριάμβευαν και ο κοινωνικός βίος κυλούσε στα όρια της ευπρέπειας και της ευτυχίας.

Τα κέντρα συγκέντρωσης και ψυχαγωγίας ήταν εκείνα που βοηθούσαν στην αποδοχή και συμμετοχή του κοινωνικού πλαισίου του Άρτεμης. Οι κυνηγοί κυνηγούσαν τα χαριτωμένα ζώα τους όχι για να τα σκοτώσουν, αλλά για να τα συλλάβουν και να τα αφήσουν εκ νέου ελεύθερα. Οι ψαράδες ψάρευαν στα όμορφα ποτάμια τους για να απολαύσουν ψάρια ιδιόμορφα, διαφορετικά από εκείνα του πλανήτη Γη.  Οι βοσκοί τους ήταν επιστήμονες που εξέτρεφαν όμορφα και υγιή ζώα, ενώ οι πτηνοτρόφοι ευδοκιμούσαν ως επιστήμονες παρέχοντας αληθινή τροφή στα πουλερικά και ελευθερία σε αυτά, ώστε να μην αρρωσταίνουν.  Η εμπορία διεξαγόταν με χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Πουλούσαν τα προϊόντα τους και το συνάλλαγμα ήταν νομίσματα από ασήμι και χρυσό.

Τα κακοποιά στοιχεία ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, οι συνωμοσίες αδιανόητες και οι εξωτερικοί εχθροί προέρχονταν από πολύ μακριά: από το Σκότος του Μύθου, την αντίπαλη μερίδα του Άρτεμη, μερικά εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά, που όμως συρρικνώνονταν σαν απόσταση, εξαιτίας  της ταχύτητας της μεταφοράς τους, που την εξασφάλιζαν με τη βοήθεια του ηλιακού φωτός.  Για την αντιμετώπιση των εχθρών τους, οι Αρτεμίσιοι χρησιμοποιούσαν για να «κονταροχτυπηθούν», το Ουράνιο Αλώνι. Τα διαστημόπλοιά τους μικρά και αποτελεσματικά, διέθεταν ακτινοβολία που αφάνιζε το αντίπαλο σκάφος.  Οι ελάχιστοι αντίπαλοί τους δεν είχαν τολμήσει για γενεές να διανοηθούν επίθεση εναντίον του πλανήτη Άρτεμη.  Έτσι ο πλανήτης τους, άξιος του τίτλου του, είχε αρκετούς λόγους να πιστεύει ότι ήταν άρτια οργανωμένος.

Πώς αλήθεια είχε ευνοηθεί ο σπόρος τους; Δεν ταλαιπωρήθηκε ενώ ταξίδευε micro-κόκκος στην κοσμική σκόνη;  Ή μήπως είχε ευνοηθεί από την ίδια τη «Θεά»;  Ποια Θεά, την Άρτεμη; Αν και μιλάμε για μύθο του αδερφού σπόρου των Αρχαιοελλήνων και όχι για την πραγματικότητα, άραγε το όνομα που είχε πάρει ο πλανήτης τους είχε σχέση με το όνομα της Θεάς; Αν και ήταν δύσκολο να απαντηθεί,  ωστόσο  η Άρτεμη που προς τιμήν της ο πλανήτης τους είχε πάρει το όνομά της, υπήρξε σημαντική προπατορική προσωπικότητα του πλανήτη τους, μία επιστήμων όμοια όπως ο αδερφός της Απόλλων. Ίσως λοιπόν από αυτούς τους δικούς τους επιστήμονες, Την Άρτεμη και τον Απόλλωνα είχαν γεννηθεί οι ομώνυμοι Θεοί των Αρχαιοελλήνων!

Όπως  είχε πει ο Τζόσλυ, ο πλανήτης τους είχε μνήμη του γένους των Αρχαιοελλήνων και κατά συνέπεια συνεχίστηκε να διατηρείται το αρχικό ενδιαφέρον των προγόνων τους και στους μεταγενέστερους.  Προέρχονταν από μία φυλετική οικογένεια;  Ήταν αδερφοί; Κανείς δεν ήξερε.  Το ατέλειωτο σύστημα των files  των, αναγόταν σε χιλιάδες δικά τους χρόνια και όμως δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη αναφορά… παρά αργότερα και μέσω της επιστήμης των, γεννήθηκε η βεβαιότητα στους μετέπειτα ότι ναι, θα πρέπει να υπήρχε κάποια συσχέτιση μεταξύ του γένους των Αρτεμισίων και του γένους των Αρχαιοελλήνων.  Η ονομασία σήμαινε κάτι πολύ πιο σπουδαίο, που όμως δεν είχαν κατορθώσει μέχρι τότε να το εξιχνιάσουν. Τότε που οι Έλληνες ζούσαν στο Υπερπέραν, ήταν άραγε τόσο κοντά τους, ώστε οι Αρτεμίσιοι να  διατηρούν τόσο δυνατή τη μνήμη του Ελληνικού Πάνθεου;  Ήταν αργότερα που η κοινή αυτή μνήμη μεταφέρθηκε από το αρχαιοελληνικό γένος και με τρόπους παρόμοιους με τους  δικούς τους, στον πλανήτη Γη;

Παρόμοια με το αρχαιοελληνικό γένος, είναι δυνατόν και οι Αρτεμίσιοι -χιλιάδες χρόνια πριν- να πίστευαν στους δώδεκα Θεούς. Όμως ακόμη κι αν ήταν έτσι, είχε αλλάξει! Η πίστη τους ήταν τόσο πολύπλοκη όσο και το κοινωνικό τους σύστημα. Ένας αριθμός κωδίκων διέπονταν της τάξης που επικρατούσε  στην κοινωνία τους και το μυστικό της αρμονίας του πλανήτη τους ήταν ο αλληλοσεβασμός και η απόλυτη συνεννόηση.  Είχε πάρει χιλιάδες χρόνων προσπάθεια και καλή θέληση για να φτάσουν εκεί που βρίσκονταν.   Χωρίς λοιπόν οι ίδιοι να πιστεύουν στο αρχαιοελληνικό Πάνθεο, είχαν πειστεί για την κοινότητα των δύο κόσμων: του αρχαιοελληνικού και των Αρτεμισίων.  Οι τελευταίοι, είχαν δανειστεί από τους πρώτους ό,τι είχαν θεωρήσει ωραίο και ικανό να προσαρμοστεί στο δικό τους γένος και να ταυτιστούν μαζί του.

Ήταν ο πλανήτης τους η ουτοπία των γήινων; Οι Αρτεμίσιοι χωρίς εγωισμό θα έλεγαν αναμφίβολα: είμαστε ευτυχισμένοι να είμαστε εμείς. Ο πλανήτης τους ήταν μικρός και χαριτωμένος τυλιγμένος σε μία άϋλη γαλαζοπράσινη, προστατευτική σφαίρα.  Τα επιβλαβή αέρια και τα όποια υλικά που κυκλοφορούσαν στον Γαλαξία τους, ξαφνικά ή απρόβλεπτα ή ακόμη και εκείνα τα συνηθισμένα, αδυνατούσαν να διαπεράσουν την υπέροχη αυτή αιθέρια ασπίδα. Οι χώροι στους οποίους ζούσαν ήταν εκ νέου προστατευμένοι με ένα άλλο αέρινο θόλο που είχαν εφεύρει οι πρόγονοί τους χιλιάδες χρόνια πριν από εκείνους τους σημερινούς.

Τα πάντα απάνω στον πλανήτη Άρτεμη είχαν ένα ζωηρό χρώμα κάτι που τον έκανε να διαφέρει από τη γη.  Δεν είχε όμως σημασία. Αν και το χρώμα τους ήταν κάπως χλωμότερο από εκείνο των ανθρώπων, ένιωθαν ότι πλησίαζαν τους κατοίκους της και  ιδιαίτερα τους Έλληνες.

 

Ο  Τζόσλυ  αν και είχε τις αγάπες του, τις αδυναμίες του, ήταν δίκαιος όπως όλοι σχεδόν, οι Αρτεμίσιοι. Πολλές φορές είχε καθίσει και είχε σκεφτεί πολλά και διάφορα για τη γη και τους ανθρώπους της γενικά, και για τους Έλληνες. Ήταν αξιολάτρευτο το γένος των Ελλήνων… χιλιάδες χρόνια πριν είχαν επιδείξει φοβερή νοημοσύνη μέσα σε εκείνη την κακοτράχαλη γωνιά του πλανήτη Γη.  Η τάση για ταξίδια για την εξασφάλιση μίας ζωής ευοίωνης, ευτυχισμένης, είχε κάνει τον Έλληνα να θέλει να βγει από τα σύνορά του και να ταξιδέψει, για να δρέψει τους θησαυρούς που είχε τάξει στον εαυτό του, και να επιστρέψει στον τόπο του ταλαιπωρημένος ίσως και γερασμένος, όχι όμως ηττημένος.  Αυτός και η ομάδα του όπως οι προκάτοχοί τους, είχαν παρακολουθήσει με αγωνία στους γήινους αιώνες, τον αγώνα για την διάσωσή τους και την επιβίωσή τους, με τους εκάστοτε επιδρομείς από όλες τις πλευρές.  Βάλλονταν από ξηράς και από θαλάσσης για αιώνες.  «Τι γένος ανδρείο και άξιο!»  Κάποιος έπρεπε τελικά να τους βοηθήσει…

Ο Τζόσλυ είχε σκεφτεί πολλές φορές πόσο θα ήθελε να κάνει κάτι για τους απογόνους εκείνων των ωραίων, των γενναίων ανδρών.  Όμως η Γη δεν ήταν πλέον ο πλανήτης με τους περιορισμένους αριθμούς -συχνότερα νομάδων- των επιδρομέων για την κατάκτηση της Γης. Είχαν μεσολαβήσει τόσα πολλά στις χιλιετίες που είχαν διαβεί.  Είχαν αλλάξει το πρόσωπό της δραματικά. Είχε αυξηθεί ο πληθυσμός της υπερβολικά.  Ο κάματος παίδευε τους πολλούς και η αδικία ρήμαζε εκατομμύρια ψυχές. Οι νέοι σκλάβοι ήταν τα εκατομμύρια των ανθρώπων που πάσχιζαν να επιζήσουν με τη σκληρή δουλειά αν ήταν τυχεροί, ή να σέρνονται στην έρημο όπως σε εκείνη  της Αφρικής.

Ναι ήταν αλήθεια ότι η Γη εδώ και χιλιάδες χρόνια είχε γνωρίσει τη βία, την καταστροφή και τη μανία της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους. Οι πόλεμοι δημιουργούσαν χιλιάδες δούλων που απομακρύνονταν από τον τόπο τους και απέβαιναν εκμεταλλεύσιμη ύλη μέχρι θανάτου.  Επαναστάσεις και καταστάσεις είχαν πετύχει κάποια πράγματα, όμως τώρα που οι άνθρωποι είχαν όπλα μαζικής καταστροφής, για την επίτευξη των συμφερόντων τους, δεν δίσταζαν να τα χρησιμοποιούν σκοτώνοντας γυναικόπαιδα και γέρους και ας κατηγορούνται κάποιοι άλλοι, ως χειρότεροι από τους ίδιους, ως ένοχοι γενοκτονιών.  Η δύναμη του ενός είναι η καταστροφή του άλλου.  Ξεκινούν από τη δική τους χώρα και πολεμούν μία ξένη για τα συμφέροντά τους: να πουλήσουν αυτό το ίδιο υλικό που χρησιμοποιούν πανάκριβα -τίθεται ως θέμα ζωής και θανάτου- και επιπλέον αποβλέπουν να εκμεταλλευτούν τα υλικά της Γης των κατακτημένων.  Ω! μα ο μικρός αυτός πλανήτης που λέγεται Γη, έχει εξελιχτεί σε άντρο κακών και δαιμόνων!  Μεγαλύτερη η γνώση, μεγαλύτερη και η εγκληματικότητα. Δεν ήταν αλήθεια παράξενο;  Η Γη να αποβεί το άντρο ολίγων και πανίσχυρων «κακοποιών», που θα ήθελαν να εξουσιάζουν τους πολλούς τους σύγχρονους σκλάβους τους, των οποίων τον ιδρώτα έφτυναν και καταπατούσαν τα δίκαιά του; «Ναι μα την αλήθεια έτσι ήταν!..»

Είχε δίκιο ο Μόρνο, για τους γήινους εν γένει. Οι Έλληνες είχαν υποφέρει για χιλιετίες εξαιτίας του τόπου όπου είχε αναστηθεί ο σπόρος τους.  Κάποτε όταν ξύπνησαν οι βάρβαροι και είδαν τη θάλασσα γύρω του, αναγνώρισαν τους λόγους και τα αίτια της επιτυχίας των Ελλήνων… και τότε θέλησαν να τον κλέψουν απο αυτούς. Έτσι έγινε… Ο Μ. Αλέξανδρος δεν έπαψε ακόμη και σήμερα, να αποτελεί το μήλο της έριδος… «Πόσο χαμηλή είναι η διανόηση των γήινων!» είχε σκεφτεί φωναχτά ο Τζόσλυ και ο Μόρνο είχε συμφωνήσει μαζί του.

-Αγαπητέ μου! διαπιστώνεται ότι ένα τέτοιο  πολύτιμο δώρο μας θα έκανε κακό στη Γη. Θα έπεφτε στα χέρια των λίγων δυνατών-κακών στ’ αλήθεια -γιατί η δύναμη μεταμορφώνει τις υπάρξεις σε κακές, μοχθηρές- και καταλαβαίνεις τι θα γινόταν σ’ ολόκληρη τη Γη;  Επαναστάσεις και καινούργιοι πόλεμοι για την απόκτηση του πολύτιμου ορού, και δολοφονίες και κλοπές και καταστροφές πυρηνικές. Γι’ αυτή την «αθανασία» καταναλώθηκαν περιουσίες στον πλανήτη της κακομοιριάς όπως είπες κι εσύ και τώρα τι θα κάνουμε εμείς;  Θα τον αποτελειώσουμε;  Δεν θέλουμε να βλάψουμε τη Γη, ένα πεδίο μελέτης χιλιάδων χρόνων, που μας αποκάλυψε και μας φόρτωσε γνώση… Άλλωστε οι Έλληνες είναι αδερφή ύπαρξη… Όχι δεν αρνούμαι για χάρη τους, αλλά για χάριν εκείνων που έχουν φύγει εδώ και χιλιετίες.  Οι νέοι Έλληνες πρέπει να αποδείξουν ότι είναι αντάξιοι των προγόνων τους, όταν πάψουν να τρώγονται μεταξύ τους έστω και αν αυτό γίνεται με τρόπο μυστικό ή υπόγειο.  Το κράτος και ο λαός πρέπει να εναρμονίσουν τις ενέργειές τους και όχι ο ένας να υποδαυλίζει τη θέση του άλλου… Οι πολιτικοί οφείλουν να μάθουν και να διαφοροποιούνται από τους κακούς των άλλων κρατών.  Ο Έλληνας δεν μπορεί να μιμείται τους άλλους, γιατί αυτός μετέδωσε τα φώτα του πολιτισμού στη γη. Για τον λόγο αυτό και μόνο, οφείλει να σταθεί στο ύψος του. Οι προδότες που τους παρασύρουν με υποσχέσεις θα πρέπει να εξοστρακιστούν και όχι να καταλαμβάνουν τις ψηλές θέσεις για να ικανοποιούν τους δυνατούς της χώρας τους και γενικά τους δυνατούς της εποχής τους, όπου κι αν αυτοί υπάρχουν».

Ο φιλόσοφος, ο φιλάνθρωπος Τζόσλυ αναστέναξε.  Είχε παρασυρθεί και είχε αφήσει να φανεί η απογοήτευσή  του.

-Ύστερα από όλα αυτά Τζόσλυ, τι νομίζεις, θα κάνουμε τον ορό Αρτεμίσιο 2 στους Έλληνες  που έχουμε μαζί μας;  ρώτησε ο Μόρνο κυττάζοντάς τον με κατανόηση.

-Ναι επιβάλλεται.  Καθώς ξέρεις έχει επιτραπεί από τη Σύγκλητο του Πειραματικού σώματος, για λόγους φιλανθρωπίας. Οι άνθρωποί μας είναι εκλεκτοί και φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά που χρειάζονται για να αξιωθούν της χάριτος να επιζήσουν της τραγικής τους περιπέτειας.  Δεν έκαναν ποτέ κακό σε κανέναν. Εμείς από την αρχή της ιστορίας παίζουμε το ρόλο των «από μηχανής θεών»!  Είναι υπόσχεση, αν όχι καθήκον! πρόσθεσε ο Τζόσλυ.

-Και κάτι ακόμα Τζόσλυ.  Τη στιγμή που πάμε να κάνουμε  αυτό  με τους γονείς Λαβίδη, δεν μπορείς ν’ αφήσεις έξω τους υπόλοιπους.  Θα πρέπει να γίνει κάτι και με αυτούς.

-Ναι βέβαια Μόρνο. Για να είμαι ειλικρινής με πρόλαβες.  Είχα σκοπό να σου ανακοινώσω ότι στην απόφαση έχει ήδη συμπεριληφθεί όλη η οικογένεια.  Θ’ αρχίσουμε με την Τίνα και τον Τζορτζ,  και στην πορεία…

 

ίμαστε έτοιμοι Τζόσλυ, λέει ο Μόρνο. Ο Τζόσλυ πατάει έναν συνδυασμό στο πλάι του κουβούκλιου της Τίνας και το διάφανο bubbly κάλυμμα άνοιξε μόνο του.

Κρατάει ένα πλαστικό kidney like δοχείο, με δύο σύριγγες-ενέσεις και δύο πλαστικά μπουκάλια με ένα πρασινωπό υγρό, δύο κομμάτια ινώδες υλικό σαν γάζα και ένα μικρό σα μπουκάλι, με διαφανές υγρό.  Ο Τζόσλυ υγραίνει με το διαφανές υγρό το ένα κομμάτι γάζας που κρατάει και σκουπίζει το μπράτσο της  Τίνας, που μοιάζει σχεδόν φευγάτη. Ακουμπάει επάνω το υγρό κομμάτι γάζας και σκουπίζει το μπράτσο της απολυμαίνοντας το σημείο εκείνο.  Ύστερα φέρνει τη σύριγγα με ένα πρασινωπό υγρό το οποίον αποκαλεί Αρτεμίσιον 2, και πιέζοντας τη βελόνη της κατεβάζει αργά τον μοχλό ωθώντας το υγρό στο μπράτσο της.  Ο Μόρνο παρακολουθεί.  Έρχεται η σειρά του Τζορτζ. Φαίνεται να κοιμάται, στην ουσία όμως έχει βυθιστεί σε κώμα.  Ο Τζόσλυ επαναλαμβάνει το ίδιο.  Ανοίγει το διαφανές bubbly κουβούκλιο  Επαναλαμβάνει την ίδια διαδικασία εμβολιασμού όπως είχε κάνει με την Τίνα και περιμένει.  Κυττάζει πότε την Τίνα και πότε τον Τζόσλυ με φανερή ανυπομονησία. Καμία αλλαγή. Δεν υπάρχει άμεση επίδραση.

-Come on! Come on! παρακαλάει σιγανά ο Τζόσλυ, αποκαλύπτοντας το άγχος του.

-Κάνεις ό,τι μπορείς Τζόσλυ! Κρίμα που η πρώτη φορά δεν είχε τα ποθητά αποτελέσματα. Ελπίζω αυτή η φορά να  συμβεί, είπε ο Μόρνο, αδειάζοντας το kidney like δοχείο, και παρακολουθώντας ανελλιπώς τα δύο γήινα πρόσωπα.

-Ήταν νεκροί Μόρνο, ήταν ένα τρελό πείραμα.

-Και τώρα τι είναι;   Καλή η προσπάθεια, δε λέω…

-Έχω πίστη στο προϊόν μας. Το δοκιμάσαμε στο δρακάκι μας και πέτυχε.

-Ναι αλλά εκείνο ήταν ένα ζωάκι, που ζει μαζί μας σε ένα προστατευτικό για τη ζωή περιβάλλον.

-Έχεις δίκιο, όμως θυμάσαι το μισοπεθαμένο joey που βρήκαμε μέσα στην τσέπη της νεκρής καγκουρώ; Μια χαρά είναι, το παρακολουθώ στην οθόνη σχεδόν μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Να είναι καλά το «τσιπάκι» μέσα του. Αν δεν είχα κάνει το ίδιο και με τους Τζορτζ και Τίνα θα είχαν πεθάνει και δε θα ξέραμε αν το πείραμα της νεκρανάστασής τους είχε πετύχει.

-Τζόσλυ… Η Τίνα… λέει ο Μόρνο και τα μάτια του έχουν καρφωθεί στο πρόσωπο της Τίνας.

Ο Τζόσλυ νιώθει ένα πετάρισμα στο στήθος του. Πραγματικά η Τίνα γυρίζει πέρα-δώθε το κεφάλι της, σα να βλέπει κάποιον εφιάλτη.  Μουρμουρίζει ακαθόριστα.

-Υποφέρει Τζόσλυ.

-Ναι… είναι όμως προσωρινό. Είναι η αντίδραση στο Αρτεμίσιο 2.  Το γήινο σώμα της δεν το δέχεται αμέσως, γιατί είναι ασυνήθιστο σε αυτό και γιατί βρίσκεται σε μία διαφορετική ατμοσφαιρική πίεση.  Είμαι βέβαιος ότι μέχρι να περάσει η περίοδος της προσαρτέρμισής της, θα έχει συνέλθει.

Τα συμπτώματα της αντίδρασης στο εμβόλιο είναι ηπιότερα στον Τζορτζ. Η ελπίδα του Τζόσλυ είναι πολύ μεγάλη.  Πιστεύει στα θαύματα της επιστήμης. «Αν το σώμα τους δεχτεί αυτό το καινούργιο μείγμα, το Αρτεμίσιο 2, θα έχει γίνει το ακατόρθωτο, το επαναστατικό… αλήθεια!»

-Τζόρτζη!.. γιατί… γιατί… με βασανίζεις;

Η Τίνα τραντάζεται ξαφνικά ολόκληρη, σπαράζεται λες και διαπερνάει το κορμί της ηλεκτρικό ρεύμα.  Ο Τζόσλυ την παρακολουθεί ψύχραιμα, ενώ ο Μόρνο τον κυττάζει με ανησυχία.  Τα ερωτήματά του είναι πολλά.  Έχει μάθει όμως να περιμένει και να σέβεται τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων και των ανωτέρων του. Είναι καταπληκτικό αυτό που μαρτυρούν αυτή τη στιγμή.  Η Τίνα έχει ησυχάσει.  Το πρόσωπό της -χλωμό ακόμα- φαίνεται να έχει επανακτήσει την ελαστικότητά του. Τα χέρια της είναι ενεργά και η αναπνοή της σχεδόν κανονική.  Ο Τζόσλυ σκύβει απάνω της.  Αναπνέει αν και με κάποιες διαλείψεις.  Γυρνάει στον Μόρνο.

-Παρακολούθησε για πέντε μονάδες τον Τζορτζ.  Μου φαίνεται πολύ ήσυχος.

Ο Μόρνο βαδίζει πέντε βήματα και βρίσκεται δίπλα στον Τζορτζ. Τον παρακολουθεί έτσι όπως είναι καλυμμένος. Είναι πολύ ήσυχος.  Το χρώμα του φαίνεται καλό.  Ακούει την αναπνοή του στο μεγάφωνο του κουβούκλιου.  Είναι κανονική.  Τα χέρια του φαίνονται να κινούνται κάπου και που. Ο Τζορτζ είναι  ήρεμος. Παρακολουθεί τον πίνακα αναφοράς: Θερμοκρασία καλή.  Αναπνοή σχεδόν καλή.  Χρώμα: μέτριο…  Κινητικότητα μόλις πάνω από το μηδέν.  Λειτουργία εγκεφάλου πολύ αργή.  Ο Τζόρτζ αν και δεν είναι σε κώμα, πλησιάζει πολύ κοντά σε αυτό.  Μόλις που λειτουργεί το σώμα του.  Ο Τζόσλυ περιμένει διαβάζοντας τον πίνακα της αναφοράς της Τίνας.  Τα αποτελέσματα στα σημεία αναφοράς πλησιάζουν εκείνα του Τζορτζ.

-Αν και η Τίνα πρώτη είχε τα συμπτώματα της αποσύνθεσης του οργανισμού της τώρα βρίσκεται στο ίδιο σημείο αναφοράς με τον Τζορτζ.  Αυτό λέει κάτι: το εμβόλιο δρα ομοιόμορφα στους δύο ακόμη και όταν η Τίνα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη του Τζορτζ.

Το Αρτεμίσιο 2 είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα μέχρι εκείνη τη στιγμή.  Οι δύο άντρες κυττάζονται ευχαριστημένοι.  Τι θα ήταν η όλη προσπάθεια χωρίς  το Αρτεμίσιο 2;

 

ποφάσισα να μείνω με τη μαμά και τον μπαμπά, είπε ο Λάμπρος.  Πιστεύω ότι το ίδιο θα κάνουν και οι γιαγιάδες μας και ο παππούς.  Εσύ;  Τι θα κάνεις;  Έχεις και τον Ντίνο να σκεφτείς.

-Δεν μπορώ να σκεφτώ τον Ντίνο.  Θέλω να είμαι μαζί σας. Δε νομίζω ότι θα μπορώ να λειτουργήσω χωρίς την οικογένειά μου.  Απλά θα επικοινωνήσω με τον Ντίνο και θα του εξηγήσω.  Δεν περιμένω να με καταλάβει.  Όμως είναι τοσο απάνθρωπο να ζήσω ολομόναχη σ’ εκείνο το σπίτι μας, το φορτωμένο χιλιάδες αναμνήσεις.  Θα πρέπει ν’αντικρίσει τη ζωή χωρίς εμένα. Δε θα του πω λοιπόν πού βρίσκομαι. Δεν ξέρω πώς θα επικοινωνήσω την απόφασή μου σ’ αυτόν, χωρίς τη βοήθεια του Τζόσλυ,  είπε η Μαίρυλιν λυπημένη.

Ο Λάμπρος λυπόταν την αδερφή του.  Ο Ντίνος ήταν καλός άνθρωπος, υπήρξε βοηθητικός προς τη Μαίρυλιν, όταν είχαν πληροφορηθεί την εξαφάνιση των γονιών τους. Η Μαίρυλιν τον εκτιμούσε  και τον αγαπούσε  και ήταν ευτυχισμένη κοντά του.  Όμως τι μπορούσε να πει;  Μόνη της όφειλε να ζυγίσει τα συναισθήματά της και ν’ αποφασίσει για την παραμονή της εκεί, όπου κατευθύνονταν το αεροσκάφος.

-Πιστεύεις ότι θα μπορούσαμε να ζήσουμε πολύν καιρό στον πλανήτη που ταξιδεύουμε; ρώτησε πάλι ο Λάμπρος.

-Από πού να το ξέρω αυτό; Οι πληροφορίες που έχω είναι περίπου στο μηδέν.

-Χμ!  Αν η ζωή είναι μία περιπέτεια ίσως θα πρέπει  και να την βλέπουμε σαν τέτοια.  Εγώ δε φοβάμαι τίποτα.  Θέλω να δω τον πλανήτη Άρτεμη και να γνωρίσω κάποια πράγματα, έστω κι αν δε γυρίσω ποτέ πίσω στη Γη. Αν όλοι είναι σαν τον Τζόσλυ και τους συνεργάτες του -κακά τα ψέματα- μου αρέσουν.

Η πόρτα μπροστά τους ανοίγει και εμφανίζεται ο συμπαθέστατος Τζόσλυ.

-Έχω να σας ανακοινώσω κάτι πολύ ευχάριστο.  Οι γονείς σας δε θ’ αργήσουν να σας επισκεφτούν.  Είναι κιόλας πολύ καλύτερα από πριν.  Πολύ, πολύ καλύτερα.

Ο Λάμπρος κύτταξε τη Μαίρυλιν που με τη σειρά της κυττούσε τον Τζόσλυ, σα να μην καταλάβαινε τι ακριβώς τους έλεγε.  Ο Λάμπρος σηκώθηκε με τα χέρια του απλωμένα προς τον Τζόσλυ.  Τα έπιασε και τα έσφιξε.

-Ευχαριστούμε. Πώς αλήθεια να το κάνουμε αυτό, παρά μόνο δείχνοντάς σας την ευγνωμοσύνη μας;  Κι αυτό ακόμη δεν ακούγεται επαρκές, γιατί στην ουσία δεν γνωρίζω παρά ελάχιστα για  σας.  Κι όμως, γνώρισα την διάθεσή σας να μας βοηθήσετε.  Δεν εξετάζω τους λόγους,  είμαι ευγνώμων!

-Λάμπρο! ήταν ο Τζορτζ.

Ο Λάμπρος μαρμάρωσε από το αναπάντεχο.

Είχε εμφανιστεί ξαφνικά πίσω από τον Τζόσλυ. Περπατούσε αργά αλλά είχε κιόλας καλυτερέψει αφάνταστα. Πίσω του φάνηκε η Τίνα. Η Μαίρυλιν πετάχτηκε και έτρεξε πάνω τους με ανοιχτή αγκαλιά φωνάζοντας απελπισμένα:

-Μπαμπά… μαμά μου!

Τους αγκάλιασε σπασμωδικά και τους δύο κλαίγοντας.

Ο Λάμπρος γέλασε με μάτια που έλαμπαν από χαρά κι ας έτρεχαν τα δάκρυά του χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό.  Ήταν ένα θαύμα… «μα τω Θεώ»!

Η ευτυχία κρυβόταν πίσω από την ευχάριστη έκπληξη, την απίστευτη κατ΄ ουσίαν. Ο Τζορτζ έκλαιγε από τη συγκίνησή του και η Τίνα φιλούσε την Μαίρυλιν μέσα στα δακρυσμένα μάτια της. Ο Λάμπρος μάταια  προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Τα δάκρυά του ανάβλυζαν ασταμάτητα καθώς έσφιγγε όλους τους δικούς του: τον πατέρα του,  τη μάννα του και την αδερφή του. Ο Τζόσλυ κύτταξε τον Μόρνο που στεκόταν δίπλα του.  Τα μάτια του γυάλιζαν.  Ο Μόρνο ήταν συγκινημένος.  Ο Λάμπρος τον έσφιξε στον ώμο.

Κάποια στιγμή που η χαρούμενη παρέα συγκεντρώθηκε στα δικά της, ο Μόρνο απευθύνθηκε στον Τζόσλυ:

-Καλή δουλειά φίλε μου. Αξίζει να βλέπεις τον άνθρωπο –συνάνθρωπο θα έπρεπε να πω-  ευτυχισμένο!

Ο Τζόσλυ συμφώνησε μαζί του κουνώντας το κεφάλι του.  Ένα χαμόγελο ικανοποίησης φώτιζε το πρόσωπό του.

 

ιαγιά… Γιαγιά… Παππού… Ελάτε… ξυπνείστε πια! είπε μαλακά η Μαίρυλιν, κουνώντάς τους έναν-έναν.

-Τι έγινε κοριτσάκι μου; Φτάσαμε κάπου; ρώτησε ο παππούς.

-Ναι παππού, φτάσαμε. Φτάσαμε στην ευτυχία παππού! είπε λάμποντας από την αναπάντεχη, την απίστευτη ευτυχία.

Οι γιαγιάδες αγουροξυπνημένες σταυροκοπήθηκαν…

-Ποια ευτυχία κορίτσι μου;

Τι είχε συμβεί και το παιδάκι τους έλαμπε;  Το θαύμα που ήλπιζαν;

-Τι λες Μαίρυλιν παιδί μου;

Κυττάζονταν μεταξύ τους χαμογελώντας χαρούμενοι, μόνο και μόνο για τη χαρά  που φώτιζε το πρόσωπο της εγγονής τους.  Και τότε μόνο κατάλαβαν, όταν αντίκρισαν την Τίνα και τον Τζορτζ στο κατώφλι της πόρτας που μόλις είχε συρθεί.

Πετάχτηκαν από τις πολυθρόνες τους, αποβάλλοντας και το τελευταίο ίχνος του ύπνου που είχαν αρπάξει γι’ αρκετό χρόνο και έτρεξαν προς τα πολυαγαπημένους τους.

Αχ και να μην τέλειωνε εκείνη η στιγμή της ευτυχίας… που έγινε τελικά αιώνια στις καρδιές τους όσο επιτέλους έζησαν… και οπουδήποτε τελικά πραγματοποιήθηκε ετούτο το αγαθό… εκεί όπου η ζωή έγινε δώρο… και όπου οι έννοιες και οι πόνοι απέβησαν η εμπειρία ενός άλλου κόσμου… μακρινού τώρα πια,  ενός αξέχαστου και πολύ περίεργου ονείρου!

Ναι… η «μνήμη» δεν πρέπει να πεθαίνει… γιατί άλλως, είναι σα να πεθαίνει ο ίδιος ο εαυτός μας και ό,τι καλό ή κακό εμπεριέχεται σε αυτόν… Αιωνία λοιπόν ας μείνει  με τα όποια συστατικά της: τα οδυνηρά ή τα άλλα που είχαν κάποτε γίνει μεράδι της όποιας ευτυχίας!..

 

 

 

Ο Ζούκο μισο-σηκώθηκε στο ανάκλιντρό του. Ανησυχούσε για τις συνέπειες καθώς το σχέδιό του είχε αποτύχει.  Το κλεμμένο χημικό αντι-Αρτεμίσιο 1, σε δόση για δύο, είχε αναμφίβολα τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Ο Τζόσλυ και η ομάδα  του  είχαν αντιληφθεί τα φοβερά συμπτώματα των Λαβίδη και τα είχαν εκλάβει ως αντιδράσεις του σώματός τους κατά την επιστροφή τους στη Γη.  Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι οι εξετάσεις των υγρών των Λαβίδη, θα αποδείκνυαν υπολείμματα της παρουσίας του αντι-Αρτεμίσιο 1. Θα ακολουθούσε έρευνα και οι διασταυρώσεις πληροφοριών παράλληλα με την διαπίστωση της αφαίρεσης των δύο ορών του αντι-Αρτεμίσιο 1, θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η ομάδα τους είχε κατασκόπους.  Ίσως και να υπέθεταν ότι κάποιοι ισχυροί από άλλον παλανήτη πιθανόν να είχαν εξαγοράσει έναν ή και μερικούς δικούς τους.

Θα έφταναν ύστερα στο συμπέρασμα ότι δικοί τους επιστήμονες επεδίωκαν την αποκοπή των όποιων πειραματικών προγραμμάτων σε σχέση με  τον πληθυσμό του πλανήτη Γη.  Η αντιπαράθεση ολίγων με επικεφαλής το Ζούκο επί του θέματος –ήταν ένθερμος υποστηρικτής του προγράμματος μακροζωίας–ευθανασίας μόνο για τους κατοίκους του πλανήτη τους- αν και είχε ξεπεραστεί με την πλειοψηφία των επιστημόνων, είχε ωστόσο εκληφθεί σοβαρά και είχε καταγραφεί. Αυτοί οι λίγοι  είχαν απογοητευτεί για τη συμπαράσταση της πλειοψηφίας σε ένα -κατά τη γνώμη τους- επικίνδυνης υφής πρόγραμμα.  Η άποψη ότι οι γήινοι ήταν ένας ανεξέλεγκτα μεγάλος πληθυσμός που  είχε την κακοτυχία να τραβιέται προς τις πιο αντίξοες κατευθύνσεις και την καταστροφή, δεν είχε την προσδοκώμενη ανταπόκριση.  Ο Ζούκο είχε τονίσει τα προβλήματα και είχε θεωρήσει ρομαντισμό την προσπάθεια που προγραμματιζόταν για το καλό της επιστήμης και των γήινων.  Ήξερε καλά την ιστορία του πλανήτη τους και εκείνη του πλανήτη της Γης.  Ο ίδιος πίστευε ότι το αδερφό προς το δικό τους γένος, το γένος των αρχαιοελλήνων, είχε στην ουσία απαλειφθεί με την αιμομιξία του με άλλους, βάρβαρους λαούς.  Παρά την προσπάθεια των συναδέλφων τους να τους πείσουν να μελετήσουν την προϊστορία του θέματος, ο Ζούκο και οι ομόπνοοί του είχαν αποκλίνει. Ήταν ήδη πεπεισμένοι ότι οι απόψεις τους έπρεπε να εφαρμοστούν αποκλειστικά για το καλό του πλανήτη τους.

Τελικά ο Ζούκο έκανε το φοβερό διάβημα:  όταν το ζεύγος Λαβίδη κατά την επιστροφή τους στη Γη, βρέθηκαν να κοιμούνται μέσα στο αυτοκίνητό τους, υπό την επήρεια ναρκωτικού,  ο Ζούκο που είχε παρακολουθήσει ανελλιπώς  το πείραμα, βοηθούμενος από προσωπική ιπτάμενη μηχανή, έκανε την εμφάνισή του στο συγκεκριμένο σημείο στο Oxley Hwy και με γρήγορες κινήσεις εμβολίασε με  τον αντι-Αρτεμίσιο 1, το ζεύγος Λαβίδη. Από εκείνη τη στιγμή  ήταν βέβαιο πώς η υγεία των δυο γήινων θα εξελισσόταν αρνητικά.

Ο Ζούκο, ως εκτός, του συγκεκριμένου προγράμματος, δεν είχε γνώση των λεπτομερειών του πειράματος με τους δύο γήινους.  Δεν γνώριζε για παράδειγμα ότι με την επιστροφή του ζεύγους Λαβίδη στη Γη, δεν τελείωνε η προσπάθεια.  Δεν είχε υπόψη του ότι η επαγρύπνηση για αντιδράσεις συνεχιζόταν, και από πολύ κοντά, και ότι ο Τζόσλυ ήταν σε διαρκή επικοινωνία μαζί τους.  Δεν είχε υπόψη του επίσης ότι με τα μέτρα που είχε λάβει ο Τζόσλυ, είχε πετύχει να γνωρίζει τις κινήσεις και την εξέλιξη των προσπαθειών των Λαβίδη και στη συνέχεια όλης της οικογένειας, για την πλήρη ενταξή τους πίσω στην οικογένειά τους και πίσω στην κοινωνία τους.

Ο Τζόσλυ έχοντας αντιληφθεί τη σοβαρή αντίθεση του Ζούκο και εκείνων που συμφωνούσαν μαζί του στο συγκεκριμένο  πρόγραμμα, είχε περιορίσει την ομάδα των συνεργατών του σε τέσσερα πέντε άτομα, αποκλείοντας  το Ζούκο και τους ακολούθους του.

Αν και η μυστικότητα του προγράμματος είχε τα τρωτά της  και υπήρξε η συγκεκριμένη διαρροή, δεν είχαν ωστόσο συμβεί τα παρόμοια με τα λοιπά δεδομένα του πειράματος.  Η ομάδα λοιπόν του Ζούκο είχε αποτύχει σε όλα τα άλλα, και αυτό το αντιλήφθηκε ο ίδιος στο άκουσμα της επιστροφής στον πλανήτη τους, αυτή τη φορά ολόκληρης της οικογένειας Λαβίδη.  Η επιχείρηση διάσωσης των Λαβίδη ήταν πολύ σοβαρότερη από ότι αυτός και η ομάδα του είχαν πιστέψει.  Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: οι γήινοι είχαν την καλή τύχη να γνωρίσουν μία δεύτερη ευκαιρία. Πάνω απ’ όλα αυτό σήμαινε ότι θα επιζούσαν, ακόμη και αν μεταφέρονταν κάποια στιγμή πίσω στη Γη.

 

Η πόρτα του θαλάμου του Ζούκο ανοίγει.  Δύο μέλη του Σώματος Κατά Του Εγκλήματος,  εισέρχονται.  Ακολουθούν πίσω τους ο Τζόσλυ και ο Μόρνο.

-Καθηγητά Ζούκο… Εν ονόματι του δικαίου αυτής της επικράτειας,  είστε υπό κράτηση, κύριε.

Σιωπηλός ο Ζούκο αφήνει το ανάκλιντρό του  και ακολουθεί την ομάδα των τεσσάρων αντρών.  Είχε ηττηθεί στις επιδιώξεις του.  Δεν ωφελούσε λοιπόν καμμία αντίδραση, καμμία δήλωση.

 

Το αντι-Αρτεμίσιο 1, είχε τα τρωτά του και το σοβαρότερο από όλα ήταν η επιμονή της παρουσίας του για μεγάλο χρονικό διάστημα, στα υγρά του σώματος του εμβολιαζόμενου με αυτό και στην προκειμένη περίπτωση των: Τζορτζ και Τίνας.  Όταν η ομάδα του Τζόσλυ προχώρησε σε λεπτομερείς εξετάσεις και αναλύσεις, πιστοποιήθηκε η παρουσία του αντι-Αρτεμίσιο 1. Τα πράγματα δεν περιορίστηκαν εκεί.  Οι κάμερες και τα μετρημένα αποθέματα  απέδειξαν ποιοι είχαν αφαιρέσει τους δύο ορούς.  Οπωσδήποτε ήταν ατυχία το γεγονός ότι δεν γινόταν τακτική παρακολούθηση των εμφυτευμένων στο ζεύγος Λαβίδη τσιπς, έτσι δεν έγινε αντιληπτή  η στιγμή που έπεφταν θύματα του αντιδραστικού Ζούκο και των συνεργατών του. Αλλά και αν ακόμη ο Τζόσλυ και η ομάδα του γίνονταν μάρτυρες  του εγκλήματος του Ζούκο, ήταν αδύνατον να δράσουν εξίσου άμεσα  για να τους σταματήσουν. Οι αποδείξεις  ούτως ή άλλως επικυρώθηκαν και χωρίς ετούτη την πολύτιμη μαρτυρία, καθώς τελικά πέτυχαν την εξομολόγηση της ομάδας του Ζούκο. Οι επιστήμονες Τζόσλυ και Μόρνο μαζί με το Σώμα Κατά Του Εγκλήματος του πλανήτη τους προχώρησαν σε αποφάσεις και εκείθεν σε συλλήψεις.  Ήταν βέβαιο ότι η μισαλλοδοξία του Ζούκο  και των συνεργατών του λίγο έλειψε να κοστίσει στο πολύπονο Πρόγραμμα Μακροζωίας-Ευθανασίας της επιστημονικής ομάδας του Τζόσλυ, όχι απλά την απογοήτευση αλλά και τον κλονισμό  της εμπιστοσύνης αυτών των ιδίων ως προς τη θετική αποτελεσματικότητα των ορών: Αρτεμίσιο 1 και Αρτεμίσιο 2.

 

Αυτό που ανησυχούσε τον Ζούκο, συνέβη τελικά.  Πέρα από τις πολλές και δυσάρεστες συνέπειες, η απομάκρυνσή του από το επιστημονικό σώμα, ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί σε έναν επιστήμονα του πλανήτη Άρτεμη.

Από το άλλο μέρος, ο Τζόσλυ και οι συνεργάτες του, είχαν περισσότερες από μία αιτία να είναι ευτυχισμένοι. Επιτέλους είχαν μπροστά τους τα θετικά αποτελέσματα της επίμονης προσπάθειάς τους: το «Θαύμα Λαβίδη»!

«Όλα καλά… τέλος καλό», όπως λένε οι γήινοι.

 

ΤΕΛΟΣ

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...