Ήπειρος  : σύντομη γεωφυσική γνωριμία

Β’. 2.Ήπειρος  : σύντομη γεωφυσική γνωριμία

©Δρ Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου – Elles

Από το βιβλίο της Τετράτομης σειράς ΜΕΛΕΤΕΣ, ΤΟΜΟΣ Δ’, που μόλις εκδόθηκε, στο Σύδνεϋ, τον Ιούνιο 2018. Το νέο βιβλίο μόλις εστάλη στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Καμπέρας και στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Σύδνεϋ.

********  

Απόσπασμα Μελέτης για την Ήπειρο. Περίληψή της παρουσιάστηκε στην «Ηπειρωτική Εβδομάδα», Παρασκευή 24/2/2006,  Σύδνεϋ. Ολόκληρο το κείμενο απαντά στις ΜΕΛΕΤΕΣ  ΤΟΜΟΣ  Δ’, Σύδνεϋ 2018

 ********

Γενικά

Η Ήπειρος είναι το πλέον ορεινό διαμέρισμα της Ελλάδας, καθώς τρία τέταρτα της γης της είναι κορυφές και απότομοι λόφοι. Οι πέντε οροσειρές της και τα  δάση της, διακόπτονται από ποτάμια και πηγές.

Η διαμόρφωση του εδάφους, εκτός του ότι δημιουργεί μυαλά που δίνονται και δημιουργούν Τέχνη, όπως την ξυλογλυπτική ή την ασημουργία, γεννάει επίσης μία ιδιαίτερη τάση για την γνώση και την καλλιέργειά της, γεγονός που διαπιστώνεται  από τις προσωπικότητες των Γραμμάτων[1] και των Τεχνών που γεννήθηκαν στην Ηπειρωτική Γη και διακρίθηκαν Πανελλαδικά.  Είναι επίσης γεγονός ότι στο Ελληνικό αυτό διαμέρισμα η καλλιέργεια της Χριστιανοσύνης ως μοναδικού Θρησκεύματος, συνετέλεσε στην προέλευση πολλών από τους Οικουμενικούς Πατριάρχες, της Κωνσταντινούπολης[2].

 

Κίνηση, μετακίνηση, ξενιτιά, Δημοτικό τραγούδι

Η διαμόρφωση του εδάφους της Ηπείρου ανέκαθεν αποτέλεσε τον καταλυτικό παράγοντα ως προς την ανάγκη των κατοίκων της να ψάχνουν για άλλη γη, με μόνη την προοπτική να τους παρέχεται η δυνατότητα να εργάζονται και δικαίως να εισπράτουν το αντίτιμο του μόχθου τους. Η ξενιτιά υπήρξε είτε εσωτερική, δηλαδή εντός του Ελλαδικού χώρου, προς τα ελληνικά διαμερίσματα της Δυτικής Μακεδονίας[3], υπό την τουρκική κατοχή, ή στην Πελοπόννησο, είτε εξωτερική, όπως στην Αμερική, στην Γερμανία, στην Αυστραλία και αλλού.

Είναι κοινή γνώση ότι η ξενιτιά αντιμετωπίστηκε από τον Ηπειρωτικό λαό με θρήνους χωρισμού, παρομοίους εκείνων  για το χωρισμό από θάνατο, και ότι οι θρήνοι αυτοί, ανέδειξαν την Ήπειρο ως την μάνα του Δημοτικού Τραγουδιού[4].  Κάποια  στιγμή, που το ελληνικό Έθνος βρισκόταν σε μία δύσκολη ιστορική καμπή και είχε την ανάγκη υποστήριξης στο μέγα θέμα της αμφισβήτησης της ελληνικότητάς του, τα Δημοτικά τραγούδια, έπαιξαν καθοριστικό, θετικό ρόλο.  Δίπλα σε άλλα αδιάσειστα τεκμήρια, απέδειξαν σε ανθέλληνες, όπως ήταν ο Fallmerayer, την συνέχιση του Ελληνικού Γένους, καθώς τα γλωσσικά, ηθογραφικά και εθιμοτυπικά στοιχεία τους, απέδειξαν ότι οι ρίζες τους ανάγονταν στον αρχαιοελληνικό κόσμο.

Η ξενιτιά των Ηπειρωτών  δε σήμαινε σε καμία περίπτωση ότι αυτοί θα διέγραφαν την πατρίδα τους  και ότι δε θα επέστρεφαν κάποια στιγμή πίσω, είτε για να εγκατασταθούν, είτε για να την επισκεφθούν με σχέδιο και σκοπό, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον πλούτο τους για την ανακαίνιση των οικογενειακών τους εστιών  στα χωριά και στις πολιτείες τους ή και άλλων κτισμάτων, πέραν  αυτών.  Ακολουθώντας μάλιστα τον πατροπαράδοτο τρόπο κτισίματος, οι Ηπειρώτες, δένονταν με την γη τους ακόμη και όταν έπρεπε να αποχωρίσουν, με στόχο πάντα την επιστροφή. Έτσι αναδημιουργήθηκαν και  αναστήθηκαν χωριά όπως τα Ζαγοροχώρια και έτσι γεννήθηκαν οι μεγάλοι Ευεργέτες του τόπου: Γ. Αβέρωφ, Μ. Θ. Τοσίτσας, Ν. Στουρνάρης από το Μέτσοβο, οι Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης από το Μονοδένδρι, ο Αναγνωστόπουλος από το Πάπιγκο και πολλοί άλλοι, οι περισσότεροι γνωστοί σε όλους μας.

 

Γέφυρες ή Γεφύρια ή Γιοφύρια

Η Ήπειρος είναι γνωστή για τα γραφικά, τα καμαρωτά (κατασκευασμένα με καμάρες), τα πέτρινα γεφύρια, που ζεύουν τα ποτάμια και απαλύνουν την ερημία του μοναστικού  περιβάλλοντος, καθώς αποδεικνύουν την συνύπαρξη της φύσης και των ανθρώπων, του συνδυασμού του ήμερου με τα φυσικά φαινόμενα.

Κατασκευασμένες με μεράκι οι γέφυρες, δεν δείχνουν απλά την μαστοριά των κτιστών της, αλλά και το καλόπιασμα των ποταμών της. Είναι γνωστή η πίστη των αρχαίων Ελλήνων για την ύπαρξη  θεοτήτων,  νυμφών ή νεραϊδών που είχαν υπό την κυριότητά τους και την προστασία τους, το υγρό στοιχείο. Το πάντρεμα  της πλαγιάς βουνών με γεφύρια, με στόχο την ασφαλή διάβαση των ποταμών, σωτήριο και πρακτικό από κάθε άποψη για τους ανθρώπους εκείνων των εποχών, σήμερα αποτελεί πολιτιστικό στοιχείο και αντικείμενο μελέτης.

Από τα γραφικά και τραγουδημένα γεφύρια, το γεφύρι της Πλάκας[5] στον Άραχθο ποταμό, είναι το πλατύτερο πέτρινο γεφύρι της Ηπείρου και ίσως όλης της Ελλάδας.  Με τη μεγάλη καμάρα του και με το άνοιγμα των 40 μέτρων, υψώνεται πάνω από τον ποταμό 18-20μ. Ανάμεσα στις υπόλοιπες γέφυρες, ξεχωρίζουν εκείνη της Κόνιτσας -πέτρινη με μία καμάρα-, καθώς και το πολυτραγουδησμένο από το λαό Γιοφύρι της Άρτας.

Στον δρόμο από τους Κήπους (Ζαγοροχώρια) και σε παραπόταμο του Βοϊδομάτη,  στο χωριό  Νεγάδες, απαντά ένα ακόμη γραφικό γεφύρι.

Γύρω από τους  Κήπους (38 χιλιομ. από τα Γιάννινα), συγκεντρώνονται τα περισσότερα πέτρινα γεφύρια της περιοχής. Από αυτά το ομορφότερο είναι το τρίτοξο Καλογερικό ή του Πλακίδα (1814), το μονότοξο του Κοντοδήμου ή Λαζαρίδη (1753), στη χαράδρα Βικάκι λιγο πριν από την είσοδο στο χωριό Βίκος. Επίσης τα γεφύρια του Μύλου (1748) και Πιτσιώνη (1830), στη ρεματιά του Μπαγιώτικου, 800 μ. περίπου ΝΑ των Κήπων.

Άλλα γεφύρια (εκτός της περιοχής των Κήπων) είναι του Καμπέρ Αγά, πάνω στο Ζαγορίτικο, και της Τσίπιανης πάνω στον Βάρδα, κοντά στην είσοδο της Μπαλντούμας.  Το πιο ονομαστό γεφύρι είναι της Βωβούσας πάνω στον Αώο ποταμό, που ενώνει τις δύο συνοικίες του χωριού.

Το πλέον κατεστραμμένο γεφύρι είναι της Γκάνας  (κοντά στις Καρυές-Καβαλλάρι)[6]. 

Ζαγοροχώρια

Μόνο 25 χιλ. από τα Γιάννινα τα Ζαγοροχώρια που αριθμούν 46, καθώς κρέμονται σε απότομες πλαγιές μοιάζουν με φωλιές αετών.

Τα Ζαγοροχώρια, είναι προσφιλής περιοχή-προορισμός, όχι μόνο στους  επισκέπτες από άλλα μέρη της Ελλάδας ή από το εξωτερικό, αλλά κυρίως των Γιαννιωτών, που επειδή βρίσκονται τόσο κοντά τους καταφεύγουν σε αυτά για να γευτούν, πέρα από την άγρια ομορφιά του τοπίου και την οξυγονούχα ατμόσφαιρα, το κατσικάκι στην γάστρα ή το κουκουλωτό στο Μεγάλο Πάππιγκο, ή  στην Βίτσα για να ευφρανθούν με τις καταπληκτικές τυρόπιττες, σπανακόπιτες ή κοτόπιτες.

Στο Μονοδέντρι, ο επισκέπτης, πέρα από την θέα προς  την  χαράδρα του Βίκου, από το καταπληκτικά τοποθετημένο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μπορεί να επισκεφτεί την Ριζάρειο Σχολή, το Μουσείο του τόπου και το καλοφτιαγμένο Αμφιθέατρο.  Δίνεται στον επισκέπτη η ευκαιρία, να απολαύσει το καταπληκτικό περιβάλλον, την τέχνη του «πετροπελεκητή», να δοκιμάσει την φιλοξενία του χώρου και τα εγχώρια παραδοσιακά γλυκά κουταλιού.

 

Τζουμέρκα

Τα Τζουμέρκα[7] αριθμούν 47, και εκτείνονται στους Νομούς Ιωαννίνων, Άρτας και μερικά από αυτά στο Νομό Τρικάλλων.  Αν και λιγότερο γνωστά από τα Ζαγοροχώρια, διακρίνονται για τα εντυπωσιακά πολιτιστικά μνημεία τους, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες, τα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια και τα μουσεία. Εδώ γεννήθηκε ο Κατσαντώνης, ο Πρωθυπουργός  Κωλλέτης και ο ποιητής Κρυστάλλης.

Τα Τζουμέρκα όπως και τα Ζαγοροχώρια, περιτριγυρίζονται από χαράδρες, φαράγγια, γκρεμούς και απόκρημνα βουνά.  Στην περιοχή αυτή  ο Άραχθος, ένα από τα μεγαλύτερα ποτάμια της Ηπείρου, και ο Καλαρρύτικος, προσφέρουν ευκαιρίες στους ανθρώπους που αγαπάν τα σπορ.

Αξιοθέατα είναι το γεφύρι της Πλάκας, οι πηγές Κλίφκης με τους φυσικούς καταρράκτες  Καλεντζίου, και άλλα.

******** 

[1] Δάσκαλοι του Γένους  υπήρξαν οι: Παρθ. Καζιούλης και Ν. Τζαρτζούλης από το Μέτσοβο και ο Γ. Γεννάδιος που μεγάλωσε στα Δολιανά Πωγωνίου.

[2] Μεταξύ άλλων ήταν και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, που καταγόταν από το Βασιλικό Πωγωνίου.

[3] Από έγγραφο διαπιστώνεται, ότι στα μέσα του 17ου αι., αξιόλογοι τεχνίτες και  μάστορες από την Ήπειρο,  ήρθαν ομαδικά στην Κοζάνη υπό τον Χαρίση Τράντα, ο οποίος χαρακτηρίζεται, «καλός μαραγκός και κτίστης που ήρθε να κτίσει μεγαλοπρεπείς κατοικίες δύο ορόφων».  Το έγγραφο αποδεικνύει ότι ο Χαρίσης Τράντας, είχε εξασφαλίσει προνόμια για την Κοζάνη, υπάγοντάς την στην προστασία της μητέρας του Σουλτάνου.

[4] Η μάννα του ξενιτεμένου (165), Ξενιτεμένο μου πουλί (168),  η Μάγισσα (172) και άλλα, Ν. Πολίτη, Το ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, Παραδοσιακά Τραγούδια, Π. Ιωάννου, Αθήνα 1989,  σσ. 215-220.

[5] Ως γνωστόν, επί των ημερών μας, το γεφύρι ετούτο καταστρέφεται σιγά-σιγά, καθώς ή πολιτεία δεν μεριμνά!

[6] Περιοδικό «Διακοπές»,  στην εφημερίδα, Τα Νέα, Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2005, σσ. 21 και 22.

[7] Ο όρος εκπροσωπεύει το συλλογικό όνομα γραφικότατων, παραδοσιακών οικισμών και χωριών.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...