Τι εστί μιζέρια…

Τι εστί μιζέρια… (από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία μου)

Γιάννινα – αρχές της  δεκαετίας του ‘50

Στην αρχή της άφιξης των ανταρτόπληκτων από τα χτυπημένα και κατεστραμμένα από τον ανταρτοπόλεμο χωριά, και ώσπου αυτοί να βρούνε το δρόμο τους μέσα στην μικρή και άγνωστη γι αυτούς πολιτεία, άφηναν τα παιδιά τους στο σπίτι ή στο δρόμο, από ανάγκη και επομένως χωρίς καμία επίβλεψη. Θα έλεγε κανείς πως ίσως και να μη νοιαζόταν αν θα τα εύρισκαν στην επιστροφή τους, ύστερα από την έξοδό τους, που σχετιζόταν κυρίως με την εξασφάλιση πόρων ζωής. Πολλά από τα παιδιά  κυκλοφορούσαν άπλυτα, ξυπόλυτα, χωρίς εσώρουχα – κυριολεκτικά “ξεβράκωτα”-, και πολλές φορές μάτωναν  τα κεφάλια τους από την ψείρα που τα κατάτρωγε. Είχαν μάτια τσιμπλιασμένα και μύτες που έτρεχαν, κάποτε σπυριασμένες. Με την άφιξή τους στην πολιτεία μας επανειλημμένα είχαν ξεσπάσει επιδημίες ψείρας στα σχολεία και πολλοί από τους συμπολίτες μας απέφευγαν κάθε επαφή ή επικοινωνία μαζί τους. Τους κυττούσαν με περιφρόνηση και τους σιχαίνονταν, καθώς οι δυστυχείς δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να αγοράσουν σαπούνι ή να πληρώσουν για το νερό. Η ελληνική πρόνοια ήταν πολύ φτωχή, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό της άφιξής τους. Το κράτος που παράπαιε από τα χτυπήματα του πολέμου, αδυνατούσε να τους βοηθήσει. Οι περισσότεροι από τους ντόπιους μόλις που επιβίωναν στην οδυνηρή αυτή οικονομική κατάσταση, που μάστιζε την πολιτεία μας και ακόμη χειρότερα τους νεοαφιχθέντες φτωχούς στην πολιτείας μας. Στις γειτονιές τα ντόπια παιδιά, προφανώς από άγνοια της ιστορικής πραγματικότητας και ακούγοντας την κριτική των μεγάλων στα σπίτια τους, κορόϊδευαν τους ανταρτόπληκτους συνομηλίκους τους στην ώρα των παιχνιδιών, με τη σκληρότητα που χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία. Το καλοκαίρι, κάπως πορεύονταν αυτοί οι δυστυχισμένοι και γενικότερα οι φτωχοί της πολιτείας μας.  Τον χειμώνα όμως;   Τον χειμώνα, η ζωή ομολογουμένως, γινόταν πολύ πιο δύσκολη για όλους, καθώς το κλίμα της πολιτείας μας ήταν αρκετά βαρύ: το φθινόπωρο μας μούσκευαν μέχρι το κόκκαλο οι βροχές, και στην  καρδιά του χειμώνα –Γενάρη και Φλεβάρη-  πλάκωναν τα κρύα και οι παγετοί, οι ομίχλες και τα χιόνια.  Αυτή λοιπόν η περίοδος του χρόνου ήταν η χειρότερη για τους φτωχούς και τους ανειδίκευτους, που περίμεναν να ζήσουν με το ελάχιστο μεροκάματο έστω και αν έπρεπε να ονειρεύονται για τα υπόλοιπα. Να μην αναφερθούμε εδώ στους ζητιάνους της πολιτείας μας, που ζώντας σε σπίτια φτιαγμένα πρόχειρα από κομμάτια τσίγκου, κάπου προς την Περίβλεπτο ή προς το εβραϊκό νεκροταφείο[1] αυτή την εποχή, σου σπάραζαν την καρδιά με την αθλιότητά τους. Συγκρίνοντας τον εαυτό σου με εκείνους, νόμιζες πώς ήσουν ένας υπέρ τυχερός, ένας ευνοούμενος της ζωής, και μάλιστα  χωρίς να το πολυσκεφτείς.

Συνεχίζω με την ίδια περίοδο –αρχές της δεκαετίας του 1950- και πριν ακόμη πάω στο σχολείο[2]. Συγκεκριμένα, θυμάμαι την ανταρτόπληκτη οικογένεια που είχε ενοικιάσει ένα μεγάλο δωμάτιο σε ένα ερειπωμένο διώροφο στη γωνία του δρόμου μας και την κόρη τους, που ήταν στην ηλικία μου, την Καλλιόπη ή Πόπη, που αδύνατη και κατάχλωμη καθώς ήταν, νόμιζες πως από στιγμή σε στιγμή θα κατέρρεε. Τα μάτια της ήταν μόνιμα τσιμπλιασμένα, η φωνή της φοβισμένη, αδύνατη, κυριολεκτικά “ψόφια”, τα μαλλιά της αχτένιστα και μπερδεμένα. Η χωριάτικη προφορά της, ένδειξη της προέλευσής της, χειροτέρευε τα πράγματα.  Ο πατέρας της, είχε κάποια αναπηρία στο ένα χέρι, που άχρηστο πλέον το κάλυπτε με  μαύρο γάντι.  Αν και αρκετά νέος, έφερε όλα τα σημάδια των δεινοπαθημάτων τους.  Ήταν γερασμένος και καμπούρης, αναμφίβολα από τα βάρη των ευθυνών που είχε επωμιστεί και από όλα τα βάσανα που είχε περάσει  αυτός και η οικογένειά του.  Η μητέρα της μία ψηλή και όμορφη γυναίκα, ήταν υπερβολικά αδύνατη, κατάχλωμη και μαραζωμένη και έφερνε στο πρόσωπό της, μόνιμη τη σφραγίδα του πόνου.  Είχε γεράσει πριν από την ώρα της και έμοιαζε σα να υπέφερε από φυματίωση ή «χτικιό» όπως ονόμαζαν την αρρώστια τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα.  Υπήρχε και ένα αγοράκι στην οικογένεια, που από την υπερβολική του αδυναμία είχε μεγάλο κεφάλι, δυσανάλογο προς το υπόλοιπο σώμα του.

Κάθε φορά που θυμάμαι εκείνη την περίοδο των παιδικών μου χρόνων, πρώτη πάντα  παρελαύνει μπροστά μου, η οικογένεια της Πόπης. Είναι ένα χαρακτηριστικό υπόδειγμα ανθρώπων, όλων των ηλικιών, κατασπαραγμένων από την αδελφοκτονία του εμφύλιου.  Δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα πρέπει να χαράζουν οι άνθρωποι τη μνήμη αυτών των τραγικών ιστορικών γεγονότων μέσα τους, ώστε να λαβαίνουν τα κατάλληλα μέτρα για να μην επαναλαμβάνονται στο μέλλον.  Όμως βλέπω -όπως όλοι μας πιστεύω- ότι εξακολουθεί να επικρατεί  ένας απαράδεκτος κυνισμός, που  βολεύει τον άνθρωπο που στέκει καλά, και τον κάνει να κλείνει τα μάτια του στη δυστυχία των εξαθλιωμένων  στη σύγχρονη κοινωνία, για της οποίας την κατάντια ευθύνεται, αφού δυσανάλογα έτσι μόνο εξασφαλίζεται η δουλεία που καλύπτεται με την ελάχιστη μισθοδοσία και την πολλή δουλειά. Οι λίγοι υπεύθυνοι ως χαρακτήρες, οι κάποιοι ευεργέτες έγιναν σπάνιο είδος, δυσεύρετο αλίμονο.

 ****

Υποσημειώσεις

[1] Ακόμη και σήμερα στο ίδιο ακριβώς μέρος: στην οδό Σπύρου Λάμπρου.

[2] Στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...