Το Μακεδονικό Ζήτημα : Μακεδονία, 1904 -1913

 

Το Μακεδονικό Ζήτημα – Μακεδονία 1904[1]-1913

Από τον Δ’ Τόμο της τετράτομης σειράς ΜΕΛΕΤΕΣ, Σύδνεϋ 2018

Από το 1870 παρουσιάζονται σερβικές και βουλγαρικές διεκ­δικήσεις επί της Μακεδονίας. Η δημιουργία του IMRO (Internal Macedonian Revolutionary Organisation) από τον Goce Delkev και άλλους πέντε Βουλγάρους, στοχεύει στην εξουδετέρωση εξωτερικών επιδράσεων και στην διάσωση της Βουλγαρικής εθνικότητας (όπως καταθέτει ο Ivan Hadzhinicolov[2]), με την ίδρυση της «Μακεδονίας για τους Μακεδόνες». Στην πραγματικότητα όμως οι Βούλγαροι απέβλεπαν  στην μέλλουσα προσάρτηση της Μακεδονίας[3] στην χώρα τους τη Βουλγαρία, παρόμοια όπως είχε συμβεί και με την  Ανατολική Ρωμυλία (σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, το 1878). Ετούτο το κίνημα των Βουλγάρων ονομάστηκε Ilinden “Revolution”[4], και συνδέεται με τον παραπάνω συγκεκριμένο στόχο.  Επιπλέον εξυπηρετούσε  την ανάγκη ανοίγματος της Βουλγαρίας στο Αιγαίο – Μεσόγειο και διαδραματίστηκε ως εξής[5]: οι Βούλγαροι είχαν  συγκεντρώσει τις μεικτές δυνάμεις τους (Έλληνες, Σέρβοι, Αλβανοί και Βούλγαροι) στην Δυτική Μακεδονία και οι Τούρκοι μετέφεραν τις δικές τους δυνάμεις στα σύνορα της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι συνεπλάκησαν και προέβησαν σε καταστροφές αλλήλων και στην συνέχεια οι Τούρκοι προέβησαν στην εκδικητική  τιμωρία όλης της Δυτικής και Βόρειας Μακεδονίας,  καίγοντας είκοσι δύο (22) χωριά, καταστρέφοντας χωράφια με σοδειά, κλέβοντας τα ποίμνια των κατοίκων  της περιοχής και στερώντας σαράντα χιλιάδες ανθρώπους από την κατοικία τους.

Τον Μάιο του 1905 επί Ράλλη, Κ. Μαυρομιχάλη και Γ. Θεοτόκη, τίθεται επί τάπητος το καλούμενο «Μακεδονικό» ζήτημα.  Όπως ήδη αναφέρθηκε στην παραπάνω παράγραφο, από τις αρ­χές του 20ου αι. διαπιστώνεται  η όξυνση του αγώνα, καθώς οι Βούλγα­ροι προσπαθούν να «εκβουλγαρίσουν» τον Ελληνικό πληθυσμό.  Σπέρνουν πρωτοφανή τρομοκρατία στους κατοίκους της Μακεδονίας. Εις απάντηση των Βουλγάρων οι Μακεδονικοί σύλλογοι και η Πανίσχυρη «Εθνική Εταιρεία»[6], με την υποστήριξη της κυβέρνησης, σχηματίζουν μικρά ανταρτικά σώματα που εισβάλουν στην Μακεδονία. Το προξενείο της Θεσσαλονίκης[7] ενισχύει τον αγώνα και Έλληνες αξιωματικοί τίθενται επικεφαλής των ανταρτικών σωμάτων. Ο Βορειοηπειρωτικής καταγωγής αξιωματικός Παύλος Μελάς[8], πέφτει αγωνιζόμενος ηρωικά τον Οκτώβριο του 1914 και έκτοτε τιμάται ως Εθνικός Ήρωας.

Με τον σκληρό τους αγώνα οι Έλληνες κατορθώνουν να σταματήσουν την Βουλγαρική τρομοκρατία, αλλά οι Βούλγαροι απαντούν σε ετούτη την νίκη των Ελλή­νων, με τους αμείλικτους διωγμούς των Ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας. Παρά ταύτα το Ελληνικό φρόνημα των Μακεδόνων διατηρείται ακμαίο.

Και σε άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, παρατηρούνται νέες καταλήψεις. Τον Απρίλιο του 1912 οι Ιταλοί καταλαμβάνουν τα Δωδεκάνησα. Μετά από τους πολέμους στην Βαλκανική, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει επιπλέον τα προβλήματα της Β. Ηπείρου και των Δωδεκανήσων.

Τον Οκτώβριο του 1912, οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι, οι Έλ­ληνες και οι Μαυροβούνιοι ενώνονται εναντίον των Τούρ­κων (The Ilinden “Revolution”, όπως σε προηγούμενη παράγραφο). Όπως ήδη αναφέρθηκε τα πράγματα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιδιώξεις τους. Τον ίδιο χρόνο (1912) ο Ελληνικός στρατός υπό τον διάδοχο του Ελληνικού θρόνου, Κωνσταντίνο και τον επιτελάρχη του Π. Δαγκλή, στρέφεται στην Μακεδονία, πλην μίας μεραρχίας η οποία κατευθύνεται στην Ήπειρο υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Σαπουτζάκη. Χωρίς καθυστέρηση ο διάδοχος Κωνσταντίνος με τον επιτελάρχη του, καταλαμβάνουν την Ελασσόνα, νικούν τους Τούρκους στα στενά του Σαρανταπόρου και απελευθερώνουν την Κατερίνη, την Βέροια, την Νάουσα, την Έδεσσα και ύστερα από διήμερη μάχη στα Γιανιτσά (από την 19η – την 20ή Οκτωβρίου 1912), αποκλείουν τη Θεσσαλονίκη.

Ο Τούρκος στρατηγός Χασάν Ταχσίν, αποδεχόμενος τελεσίγραφο από τον Κωνσταντίνο, παραδίδει στους Έλληνες την Θεσσαλονίκη, στις 26 Οκτωβρίου 1912. Ο Κωνσταντίνος αφήνοντας 2 μεραρχί­ες στην Θεσσαλονίκη, στην συνέχεια  στρέφεται στην Δυτική Μακεδονία και αφού καταλαμβάνει την Φλώρινα και την Καστοριά, προ­χωρά προς την Κορυτσά (την 7η Δεκεμβρίου, 1912).

Στο μέτωπο της Ηπείρου, καταλαμβάνονται, αμέσως το Γρίμποβο, η Φιλιππιάδα και η Πρέβεζα. Ύστερα από πέντε η­μέρες, καταλαμβάνεται η θέση «Πέντε Πηγάδια». Τα Ιω­άννινα (ή Γιάννινα) προστατεύονταν από τα οχυρά του Μπιζανίου[9], που είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί για τους Τούρκους. Τελικά το Μπιζάνι «πέφτει» και παραδίνεται στα νικηφόρα στρατεύματα των Ελλήνων, από τους Τούρκους. Ο Εσσάτ Πασάς αναγκάζεται με την σειρά του να παραδώσει την δεινοπαθούσα για αιώνες πόλη των Ιωαννίνων, στον διάδοχο Κωνσταντίνο στις  21 Φεβρουαρίου 1913.  Και ενώ ο μεγαλύτερος όγκος του Ελληνικού στρατού συγκεντρώνεται στη Θεσσαλονίκη εξαιτίας  των Βουλγάρων, μία μεραρχία του Ελληνικού στρατού, «ξεκαθαρίζει» την Βόρειο Ή­πειρο από τους αντιπάλους.

Ακολουθεί η κατάληψη της Στρώμνιτσας, του Σιδηροκάστρου, των Σερρών και της Δράμας από τον Ελληνικό στρατό. Στις πόλεις που απελευθερώνονται συμπεριλαμβάνονται επίσης η Καβάλα, η Αλεξανδρούπολη, η Ξάνθη και η Κομοτηνή. Οι πρώην κατακτητές, οι Βούλγαροι, υποχωρώντας σφάζουν τους κατοίκους[10] των υπό την κυριαρχία τους μέχρι τότε, πόλεων, και τις πυρπολούν. Παράλληλα με τις επιτυχίες του Ελληνικού στρατού ο εν ενεργεία Ελληνικός στόλος, υπό τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, απελευθερώνει  από τις νήσους του Αιγαίου τη Χίο, τη Λέσβο, τη Θάσο, την Ίμβρο και επιπλέον το Άγιο Όρος. Τέλος διενεργεί αποκλεισμό στα στενά του Ελλησπόντου και σταματά τοιουτοτρόπως τις αποβάσεις των Τούρκων.

Τον Ιούνιο του 1913, οι Έλληνες νικούν τους Βουλγάρους στο Κιλκίς και κατόπιν στην Γευγελή. Στις 28 Ιουλίου 1913 με την συνθήκη του Βουκουρεστίου τα Ελ­ληνικά σύνορα επεκτείνονται μέχρι τον Νέστο ποταμό. Οι Βούλγαροι κρατούν τη Δυτική Θράκη με την Αλεξανδρούπολη και χάνουν την Δοβρουτσά.

Τον Σεπτέμβριο του 1913, οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησίες[11] στη Βόρειο Ήπειρο.  Τον ίδιο μήνα, το Σεπτέμβριο, του 1913, οι Μεγάλες Δυνάμεις, με την απαίτηση της Αυστρίας και της Ιταλίας, αποφασίζουν την ίδρυση Αλβανικού κράτους εις βάρος των Ελλήνων οι οποίοι κατοικούσαν στην Βόρειο Ήπειρο και στην νήσο Σάσων.  Η απόφαση γνωστοποιείται στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1914.  Η Ελλάδα, ανίσχυρη  ως είναι από την μακροχρόνια τουρκική κατοχή, τους διαρκείς πολέμους και τις εξ αυτού κακουχίες, αναγκάζεται να υποχωρήσει.  Οι Βορειοηπειρώτες ωστόσο, με κυβέρνηση συγκροτημένη α­πό τον Γ. Ζωγράφο, αρχίζουνε απεγνωσμένο στρατιωτι­κό αγώνα.  Καταλαμβάνουν την Κορυτσά, ενώ στην Χείμαιρα και το Αργυρόκαστρο, κερδίζουν  την αυτονομία τους. Αποτέλεσμα ετούτης της προσπάθειας των Βορειοηπειρωτών, είναι η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, το Μάιο του 1914, με το οποίο αναγνωρίζονται προνόμια στη Βόρειο Ήπειρο. Το νεοσύστατο όμως Αλβανικό κράτος, έχει πολλές εσωτερικές συγκρούσεις και τελικά οι Μεγάλες Δυνάμεις επιτρέπουν στην Ελλάδα την ανακατάληψη της Βόρειας Ηπείρου και την προστασία των κατοίκων της.

Την 31 Ιανουαρίου του 1914, οι Μεγάλες  Δυνάμεις συμφωνούν να κρατήσει η Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου που είχαν ήδη προσαρτηθεί στην κυριαρχία της, πλην της Ίμβρου και Τενέδου που παραμένουν στα χέρια των Τούρκων.

Το 1913-1914 σημειώνεται το τέλος των Βαλκανικών πολέμων και η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ετούτη την περίοδο οι Έλληνες  γεμάτοι ενθουσιασμό και ελπίδα προσπαθούνε να ανασυγκροτηθούν και να δημιουργήσουν τις βάσεις για πρόοδο.  Όμως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος που ξεσπά, δημιουργεί πληθώρα νέων προβλημάτων για την Ελληνική Χερσόνησο και τους Έλληνες.

Ακολουθεί η περίοδος 1914-1915.  Τον Οκτώβριο του 1915, κηρύσσεται από τους συμμάχους ο πόλεμος εναντίον της Τουρκίας. Επίσης, τον Οκτώβριο του 1915, εισέρχεται και η Βουλγαρία στον πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα καταφθάνουν στη Βαλκανική με τα στρατεύματα τους, οι Γερμανοί. Οι επίσης εμπλεκόμενοι στον πόλεμο Σέρβοι, καταρρέουν και τα λείψανα του σερβικού στρατού με τον βασιλέα Πέτρο, διαπεραιώνονται στην Κέρκυρα. Συγχρόνως σχεδόν, υποκύπτει και το Μαυροβούνιο και οι Ιταλικές Δυνάμεις συντάσσονται στην Αυλώνα της Β’. Ηπείρου.

Το 1916 οι Ιταλοί στρέφονται στο νότο της Αλβανίας για να εφαρμόσουν το αποκαλούμενο «Αδριατικό πρόγραμμά» τους[12] και αφικνούνται  στα Ιωάννινα, ως σύμμαχοι.

Στις 27 Ιουνίου 1919, με την συνθήκη του Νεϊγύ, η Βουλ­γαρία παραχωρεί στην Ελλάδα την Ανατολική Μακε­δονία και την Δυτική Θράκη.

Την 15η Ιανουαρίου 1920, λαμβάνει χώρα συνέδριο των Κουμμουνιστικών κομμάτων των Βαλκανίων στη Σόφια και δημιουργείται η καλούμενη Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (BCF). Στη διάρκεια του 3ου Συνεδρίου  του BCF, στη Μόσχα, στις 19-21 Ιουλίου  1921,  ο Kolarov  αρχηγός των Βουλγάρων κομμουνιστών αίρει το θέμα της αυτονομίας για την Μακεδονία, συνισταμένης από την ‘Γιουγκοσλαβική’, την ‘Βουλγαρική και την Ελληνική Μακεδονία (Vardarion, Pirin and ‘Aegean’)[13].

Στις 10 Αυγούστου 1920, με τη συνθήκη των Σεβρών, η Ελλάδα λαμβάνει την Ανατολική Θράκη μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, την Ίμβρο, την Τένεδο και την περιοχή της Σμύρνης. Η συνθήκη δεν συμπεριλαμβάνει την Βόρειο Ήπειρο, η οποία είχε ήδη καταλη­φθεί από τους Ιταλούς, στον πόλεμο. Με την απόφαση της Πρεσβευτικής Διάσκεψης των Παρισίων τον Νοέμβριο 1921, η περιοχή της Βορείου Ηπείρου, παραχωρείται στην Αλβανία.

Στις 14 Ιουλίου 1923, με την συνθήκη της Λωζάννης, παραχωρούνται στους Τούρκους, η Ανατολική Θράκη και οι νή­σοι Ίμβρος και Τένεδος.

Το 1940, στις 28 Οκτωβρίου, η Ιταλία επιτίθεται στην Ελλάδα. Από τον Νοέμβριο του 1940, μέχρι τον Μάρτιο του 1941 τα Ιταλικά στρατεύματα οπισθοχωρούν, εξήντα (60) μίλια στα Αλβανικά εδάφη, αμυνόμενα στον Ελληνικό στρατό.

Την 6η Απριλίου 1941, η Γερμανία εισβάλλει στην Ελλάδα και την 28η του ιδίου μηνός, εισέρχονται στην Αθήνα.

20ή  – 28η  Μαΐου 1941 διεξάγεται η περίφημη Μάχη της Κρήτης.

Το 1941 χαρακτηρίζεται από την τριπλή κατοχή της Ελλάδας, από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βουλγάρους. Οι Βούλγα­ροι απλώνονται στην Μακεδονία με την εισβολή των Γερμανών και των Ιταλών, με την ελπίδα πραγματοποίησης των παλαιών σχεδίων τους.

Στην τρομακτική περίοδο κατοχής του 1941-1942 στην  Ελλάδα και κυρίως στις μεγαλουπόλεις της, αφανίζονται από την πείνα τριακόσιες χιλιάδες (300-000) άνθρωποι.

Κατά την περίοδο του 1941-1944 δημιουργούνται στην Ελλάδα τα μεγάλα αντιστασιακά κινήματα ΕΑΜ και ΕΔΕΣ. Οι Γερμανοί αναγκάζονται  συχνά νa περιοριστούν στις μεγάλες κυρίως, πόλεις.  Καθώς η επίδραση και η δύναμη του ΕΑΜ μεγαλώνει,  ο Churchill σταματά να το εφοδιάζει και πηγαίνει με το μέρος του ΕΔΕΣ.

Τον 1944 γίνονται δύο συμφωνίες: η Συμφωνία του Λιβάνου, τον Μάιο και η Συμφωνία Casserta, τον Σεπτέμβριο.  Ετούτες οι συμφωνίες συνδράμουν στη δημιουργία προσωρινής Κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και επίσης στη δημιουργία νέου ενωμένου εθνικού στρατού και την προοπτική ελεύθερων εκλογών. Επίσης το κίνημα ΕΑΜ συμφωνεί για την επιστροφή στην Ελλάδα της  εξορισμένης Ελληνικής Κυβέρνησης του βασιλέως Γεωργίου. Οι δυνάμεις της  θα είναι υπό τη νέα Κυβέρνηση στην οποία  θα εκπροσωπείται και το ΕΑΜ.

Τον Οκτώβριο του 1944 τα Ρωσικά στρατεύματα απελευθερώνουν τις Βαλκανικές χώρες από τους Γερμανούς και οι Άγγλοι αποβιβάζονται στην Ελλάδα.  Τον Οκτώβριο, επίσης του 1944, καθώς οι Γερμανοί αποχωρούν από την Ελλάδα, δημιουργείται η υπό τον Γ. Παπανδρέου κυβέρνηση. Σημειώνεται έντονη η παρουσία του Βρετανικού στρατού υπό τον στρατηγό Scobie.  Το Νοέμβριο του 1944 το ΕΛΑΣ στήνει δικά του δικαστήρια για να δικάσει Έλληνες, συνεργάτες των Γερμανών.  Το Δεκέμβριο  του ιδίου έτους, 1944, μέλη του ΕΑΜ διαγράφονται από την Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου. Στην Αθήνα σώματα του ΕΛΑΣ επιτίθενται στα αστυνομικά τμήματα, ο στρατηγός Scobie διατάζει τη διάλυση του  ΕΛΑΣ και κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος. Από εδώ ξεκινά η μάχη μεταξύ των Βρετανών και των μελών του ΕΛΑΣ.  Τον ίδιο μήνα και χρόνο, το Δεκέμβριο του 1944, καταφθάνει στην Ελλάδα ο Churchill για τον συμβιβασμό ή την συμφιλίωση των αντιπάλων.

Τον Ιανουάριο του 1945 διορίζεται ως πρωθυπουργός ο στρατηγός Πλαστήρας. Υπογράφεται συνθήκη και το ΕΛΑΣ απομακρύνεται από την Αττική.

Τον Φεβρουάριο του 1945 κατά την συμφωνία της Βάρκιζας λαβαίνουν χώρα: δημοψήφισμα για την αποκατάσταση της μοναρχίας και την διεξαγωγή ελευθέρων εκλογών, το ΕΛΑΣ ορίζεται να διαλυθεί, αφού πρώτα παραχωρείται αμνηστία σε όλες τις ομάδες  που πολέμησαν κατά των Γερμανών και επιπλέον νομιμοποιείται το κομμουνιστικό κόμμα. Η συμφωνία υπογράφεται από το ΕΑΜ και η κυβέρνηση του  Πλαστήρα οι Άγγλοι και το ΕΑΜ,  συμφωνούν ώστε το ΕΑΜ να μη έχει εκπροσώπους στην Κυβέρνηση μέχρι τις νέες εκλογές.

Κατά την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου – Ιουλίου 1945, διαδραματίζονται αξιοσημείωτα γεγονότα.  Μεταξύ αυτών είναι και ετούτο σύμφωνα με το οποίο ο Άρης Βελουχιώτης[14] απορρίπτει τη συμφωνία της Βάρκιζας  και επιστρέφει στα βουνά. Σκοτώνεται την περίοδο του Ιουνίου. Η Κυβέρνηση συλλαμβάνει τους οπαδούς των ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις λαμβάνουν χώρα). Ο Ν. Ζαχαριάδης επιστρέφει στην Ελλάδα και αναλαβαίνει την αρχηγία του ΚΚΕ. Ο Ναύαρχος Βούλγαρης, αντικαθιστά τον Πλαστήρα ως Πρωθυπουργός. 

Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των επαναστατών δεν ήταν κομμουνιστές αναμφίβολα το ΚΚΕ όριζε και καθοδηγούσε τις κινήσεις του καλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού». Η διαίρεση των Ελλήνων σε αριστερούς και σε δεξιούς και το ανάμεσά τους μίσος,  διακρίνεται πολύ ενωρίτερα στο Νοέμβριο  και Δεκέμβριο του 1944 όταν είχε ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Βρετανικών στρατευμάτων. Η κατάσταση οξύνεται όταν δεξιές ομάδες σκοτώνουν μέλη του ΕΛΑΣ (την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 1945 και Μαρτίου 1946).

Τον Οκτώβριο του 1945 διορίζεται ως πρωθυπουργός ο Θεμιστοκλής Σοφούλης  και κηρύσσει τις εκλογές  στις 31 Μαρτίου 1946.

Τον Ιανουάριο του 1946 η Σοβιετική Ένωση  ζητά από τα Ηνωμένα Έθνη την αποχώρηση των Βρετανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Στις 31 Μαρτίου του 1946 γίνονται εκλογές και από τα δύο κόμματα της δεξιάς παράταξης (Τσαλδάρης) και της κεντρώας (Γ. Παπανδρέου), επικρατεί η δεξιά παράταξη  και εκλέγεται η κυβέρνηση των βασιλικών υπό τον Τσαλδάρη (η επιτυχία του Τσαλδάρη οφείλετο στην επίθεση του κομμουνιστικού κόμματος στο Λιτόχωρο) που  μποϋκοτάρεται από το Κομμουνιστικό  Κόμμα, το οποίο υιοθετεί τον ανταρτοπόλεμο στα βουνά. Οξύνονται οι σκοτωμοί από τους δεξιούς  και από τους αριστερούς.

Τον Αύγουστο του 1946 ο Μάρκος Βαφειάδης παίρνει στα χέρια του την αρχηγία των «Δημοκρατικού Στρατού[15]» στα βουνά, έχοντας υπό τις διαταγές του τέσσερις χιλιάδες (4.000) επαναστάτες. 

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1946 ο λαός επαναφέρει τον βασιλέα Γεώργιο Β’  στον θρόνο  στις 27 Σεπτεμβρίου.

Τον Δεκέμβριο του 1946 η Ελλάδα καταθέτει διαμαρτυρία στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την παροχή βοηθείας προς τους αντάρτες από την Γιουγκοσλαβία, την Βουλγαρία και την Αλβανία Τα Ηνωμένα Έθνη (UN) οργανώνει επιτροπή έρευνας, η οποία υποστηρίζει την θέση της Ελληνικής Κυβέρνησης.  Ιδρύεται κατά γενική συνεδρία η ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με τα Βαλκάνια   (UNSCOB), για την εφαρμογή των προτάσεων της επιτροπής.  

Τον Φεβρουάριο του 1947, τα Βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα, αντικαθίστανται από τα Αμερικανικά.

Τον ίδιο χρόνο, τον Μάρτιο  του 1947, διαδραματίζονται εκ νέου, φοβερά γεγονότα στην Ελλάδα. Ο Βαφειάδης επεκτείνει την εξουσία του «Δημοκρατικού  Στρατού» σε μεγάλες περιοχές της επαρχίας, ενώ ο Κυβερνητικός Στρατός έχει υπό την εξουσία του, τις πόλεις.  Οι Έλληνες αλληλοσκοτώνονται και ενόσω ο Τίτος είναι με το μέρος του Στάλιν, οι επαναστάτες μπαινοβγαίνουν στην Αλβανία-Γιουγκοσλαβία όπου εφοδιάζονται με όπλα και χαίρουν ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Κατόπιν της απομάκρυνσης του Τίτου από τον Στάλιν, το 1948, τα σύνορα της Γιουγκοσλαβικής επικράτειας κλείνουν και οι επαναστάτες δεν μπορούν να μπαινοβγαίνουν ή να ανεφοδιάζονται με πυρομαχικά και όπλα και να συνεχίσουν να επιτίθενται. 

Οι Σλάβοι “Μακεδόνες” αποτελούσαν υπολογίσιμο τμήμα του «Δημοκρατικού Στρατού». Αυτοί σχημάτισαν τα  τμήματα   του Σλαβικού Μακεδονικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (SNOF). Ανάμεσα στο SNOF και στα άλλα τμήματα του «Δημοκρατικού Στρατού», ξεκίνησαν συγκρούσεις καθώς στόχος του SNOF ήταν  ο αγώνας για μία αυτόνομη «Μακεδονία», ενώ μεγάλο μέρος από τους επαναστάτες αγωνίζονταν πάντα για την Ελληνική Δημοκρατία και όχι για την διάσπασή της.

Το Μάρτιο του 1947, ο πρόεδρος της Αμερικής Τρούμαν, ανακοινώνει σχετικά με την κολοσσιαία βοήθεια προς την Ελλάδα.  Την 1η Απριλίου του ιδίου έτους αποβιώνει ο Γεώργιος ο Β’ και κηρύσσεται βασιλεύς ο Παύλος Α’. Τον Νοέμβριο του 1947, δημιουργείται Ελληνοαμερικανικό Επιτελείο. Στις 7 Δεκεμβρίου 1947, εφαρμόζεται ο Στρατιωτικός Νόμος.

Το 1947 τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται από την Ιταλία, στην Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1948 δημιουργείται προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση της Ελλάδας. Στην εξουσία της συμπεριλαμβάνεται το ένα τρίτο της Ελλάδας, ιδρύει σχολεία και εξασφαλίζει υποδομές. Την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου του ιδίου χρόνου, διαδραματίζονται μάχες μεταξύ του καλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού» και των  Κυβερνητικών Δυνάμεων, για την επικράτηση της εξουσίας  στις ορεινές περιοχές του Γράμμου και του όρους Βίτσι στη Βορειοδυτική Ελλάδα. Στον αγώνα επικράτησης μεταξύ Ζαχαριάδη και Βαφειάδη επικρατεί ο πρώτος. 

Το 1948 αποσπάται η Γιουγκοσλαβία υπό την επιρ­ροή της Ρωσίας.  Με την άμεση ήττα των επαναστατών το 1948 αρχίζει και η εκστρατεία της απομάκρυνσης από την Ελλάδα, Ελληνοπαίδων ηλικίας 2 μέχρι 14 χρονών και η μεταφορά τους στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ (την περίοδο 1948-1949), με πρόφαση την προστασία τους. Τα μισά από αυτά οδηγούνται στην Γιουγκοσλαβία. Το σχέδιο της απομάκρυνσης 28.269, παιδιών από τις οικογένειές τους και από τα σπίτια τους, είχε στόχο να δημιουργηθεί μία νέα γενιά αφοσιωμένη στην μεταμόρφωση της Ελλάδας σε δορυφόρο της Μόσχας. Σύμφωνα με εκείνους που πολέμησαν με το ΕΑΜ, τα παιδιά απομακρύνθηκαν από την Ελλάδα για την ασφάλειά τους από τον πόλεμο[16] και για την εκπαίδευσή τους, και όχι με στόχο να αποβούν ένα άλλο είδος Γενίτσαρων (όπως είχε συμβεί άλλοτε με τους Τούρκους στην υπό την κατοχή τους  Βαλκανική Χερσόνησο) που θα μισούν την Ελλάδα και θα ενεργούν εναντίον της. Ένα τρίτο από ετούτα τα παιδιά, μιλούσαν δύο γλώσσες την Ελληνική και τη Σλαβική τοπική διάλεκτο. Τα υπόλοιπα παιδιά μιλούσαν την Ελληνική, προέρχονταν από την Ήπειρο και δεν είχαν καμία σχέση με τους Σλάβους,  όπως υποστήριξαν οι Σλαβομακεδόνες.  Μερικά από τα παιδιά ήταν παιδιά των ανταρτών που σκοτώθηκαν στους αγώνες με τις στρατιωτικές δυνάμεις της Κυβέρνησης ή είχαν συλληφθεί ή είχαν καταφύγει στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ.  Οι τελευταίοι είχανε χάσει την ελληνική τους υπηκοότητα και μέχρι την δεκαετία του 1990 δεν τους επιτρεπότανε να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Οι αμετανόητοι από αυτούς δεν δηλώνουν αφοσίωση στην Ελλάδα και δεν μπορούν να επιστρέψουν σε αυτήν.  Ετούτοι και τα παιδιά που άλλοτε απήχθηκαν από τους κομμουνιστές και δεν επέστρεψαν τότε και έγκαιρα στις οικογένειές τους, είναι αυτοί οι οποίοι εκπροσωπούν την τάση του αλυτρωτισμού, για την προσάρτηση της  Ελληνικής Μακεδονίας, στην ΦΥΡΟΜ. Αυτοί αποκαλούν τους εαυτούς των «Aegean Macedonians», εφεύρεση προς εξυπηρέτηση των στόχων τους, ενώ είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει τέτοια εθνική ή τοπική ταυτότητα[17].

Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις και ιδιαίτερα η δικτατορία Μεταξά 1936-1941, εφάρμοσαν άκαμπτες συμπεριφορές στην προσπάθειά τους να σταματήσουν τους Σλαβόφωνους να χρησιμοποιούν το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, που ήταν Βουλγαρική διάλεκτος ανάμεικτη με Ελληνικές, Αλβανικές και Βλάχικες λέξεις. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά των Ελλήνων δεν δικαιολογείται, καθώς ετούτοι οι Σλαβόφωνοι αισθάνονταν τόσο Έλληνες, ώστε οι Βούλγαροι και άλλοι Σλάβοι τους αποκαλούσαν Γρεκομάνους. Τιμωρήθηκαν ωστόσο για την συμπεριφορά προς τους Γρεκομάνους, καθώς αριθμός από τους τελευταίους πήγε με το μέρος των Βουλγάρων ακόμη μία φορά, όταν οι βούλγαροι πήγαν με το μέρος των Γερμανών.  Μεγάλος αριθμός ετούτων κατέφυγε στο ΚΚΕ  και αγωνίστηκε με την χαμένη μερίδα στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο. Αποτέλεσμα ετούτων των γεγονότων υπήρξε το ακόλουθο: ετούτοι οι Σλαβόφωνοι πέρασαν τα ελληνικά σύνορα και υπήρξαν η αιτία της δημιουργίας του κράτους «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (FYROM).  Επίσης αριθμός αυτών των Σλαβόφωνων αρνήθηκε να προσχωρήσει στο SNOF και παρέμεινε στην Ελλάδα, αποδεικνύοντας εκ νέου την Ελληνική τους Συνείδηση.  Αυτοί οι Σλαβόφωνοι ζούνε κυρίως στην περιοχή της Φλώρινας. Σύμφωνα με το  USΑ, υπάρχουν 10.000 ως 50.000 Έλληνες υπήκοοι που προέρχονται από Σλαβόφωνους προγόνους, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτούς τους  Έλληνες πολίτες, θεωρούνε τον εαυτό τους «Μακεδόνες» [18].

Τον Ιανουάριο του 1949, ο στρατηγός Παπάγος ορίζεται Αρχηγός των Κυβερνητικών Δυνάμεων. Ο αποκαλούμενος «Δημοκρατικός Στρατός» νικιέται  την  περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου το 1949,  και 100.000 άτομα  περνούν τα σύνορα και έρχονται στις σοσιαλιστικές χώρες  αυτής της εποχής. Τέλος το ΚΚΕ κηρύσσει τέλος στις εχθροπραξίες.

Στο διάστημα  1945 – 1949 η Βαλκανική Χερσό­νησος διέρχεται ταραχώδεις καταστάσεις. Στο τέλος ετούτου του κειμένου ετούτο, στις σελίδες 67-70, παρατίθενται κείμενα από την εγκυκλοπαίδεια Britannica, έκδοση του 1984, από το κείμενο: History of Balkans, Spread of Cοmmunism.  Σε ετούτα τα κείμενα παρουσιάζεται από τους Ιστορικούς η κατάσταση στα Βαλκάνια, το κομμουνιστικό κίνημα και οι εξ αυτού συνέπειες για την Ελλάδα. Η Ελλάδα, με την βοήθεια της Αμερικής, κατορθώνει να ορθοποδήσει και να οραματιστεί με πεποίθηση, το μέλλον της.

Τον Μάρτιο του  1950 ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρα εκλέγεται Πρωθυπουργός Κυβέρνησης, που σχηματίζεται από τα επικρατέστερα κόμματα. Ακολουθεί μία περίοδος πολιτικής αστάθειας μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952, οπότε τα εκλογικά αποτελέσματα ορίζουν ως πρωθυπουργό, τον Αλέξανδρο Παπάγο.

***

*Μία τελική παρένθεση

Το επιπλέον κείμενο (στην αγγλική) που ακολουθεί, παρατίθεται για την διαπίστωση των θέσεων και καταθέσεων των ΗΠΑ, την περίοδο που ετούτο εκδόθηκε (1984). Ο αναγνώστης θα βρεθεί στη θέση να κρίνει και να συγκρίνει τα σχετικά με την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων στη Βαλκανική και μέχρι των ημερών μας.

*******

“Spread of Cοmmunism[19]. In 1945 and 1946, through a series of diplomatic notes, the Soviets tried to browbeat the Turks into giving them military bases on the straits between the Black Sea and the Aegean. In addition, Tito and other Balkan Communists, most notably Georgi Dimitrov of Bulgaria, set about actively implementing their ideal of Balkan confederation. A first step was to federalize Yugoslavia itself. A new constitution, closely modeled on that of the U.S.S.R., was accordingly promulgated in January 1946; it established six federal re­publics (Serbia, Slovenia, Croatia, Montenegro, Macedonia, Bosnia) and several autonomous regions. King Peter lost his throne, and Communist Party control came fully into open.

A second step was to bring a reliable Communist regime to power in Albania. The Yugoslavs sent troops and technical advisers to help Albanian revolutionaries seize firm control (January 1946). Soon the entire country began to behave much like another constitutive republic of Tito’s emerging Balkan super state.

The next item on the Communists’ agenda was never realized; the creation of a united Macedonia that would combine the portions of that land belonging to Greece, Bulgaria, and Yugoslavia into a single whole. Bulgaria did in fact briefly cede Pirin Province to the new Macedonia, but the Greeks refused to cooperate. Accordingly Tito sent Greek veterans of the wartime guerrilla force (who had retreated into Yugoslavia at the end of the war) back to Greece, where they formed the core around which fresh bands of guerillas quickly formed in 1946 and 1947.

The Greek government’s efforts to repress this renewal of guerilla activity were ineffective; British resources were too straitened at home to permit fresh involvement in Greece. Hence, for a few months – until the United States committed itself fully to stopping the Communist advance – Tito’s revolutionary policy seemed on the verge of paying off.

Such heady prospects encouraged the Yugoslavs to be aggressive along their frontier with Italy, demanding further territory to unite all Slovenes in the new Slovene republic. They also entered into negotiations with the Bulgarians (and perhaps also with Romania Communists) for merging their countries into the proposed Balkan federal state.

Communist regimes in Romania and Bulgaria. Tito’s activity antagonized the United States and was a potent factor in persuading the U.S. Congress to support the embattled Greek government in 1947. Tito’s effect on Soviet policy remains a matter for speculation; Stalin probably backed the idea of abandoning the popular-front tactic and the placing of out-and-out Communist regimes in power. Soviet diplomatic agents played the key role in driving King Michael from the Ro­manian throne (December 1947), thus instituting Communist Party dictatorship in that country. Bulgarian Communists needed no outside help to achieve the sa­me result by the end of 1947. For further information see also INTERNATIONAL RELATIONS (1945 to c. 1970).

Tito’s break with the Soviet Union. Eventually, Tito’s efforts to overthrow the royal government in Greece and to press ahead with Balkan federation alienated the Soviets. Perhaps Stalin feared Tito’s independence or attributed the United States’ involvement in Greece and Turkey to what he saw as Tito’s recklessly revolutionary policies.

At any rate, in 1948 the Soviet dictator decided to call Tito to heel. With characteristic guile, Stalin set out to overthrow Tito by stirring up an intrigue within the ranks of the Yugoslav Communist Party. It did not work; Tito’s prestige inside his own country was too great for an outsider – even Stalin – to succeed in unseating him.

When the quarrel between the Soviet Union and Tito came out into the open (June 1948), the entire strategic situation in the Balkans altered abruptly. Albanian Communists, warmly backed by the Soviet Union, broke away from Tito and unceremoniously evicted all the Yugoslav experts and advisers who had until then been running the country. Bulgaria and Romania disclaimed all sympathy for Tito and hurried to participate in Sta­lin’s economic blockade and propaganda war against the stubborn Yugoslavs (all the more energetically be­cause of their previous associations with the new heretic).

In Greece, the Tito-Stalin split meant, first of all, the cessation of Yugoslav aid to the Greek guerrillas. This crippled the guerrilla cause, then, in an effort to get the Macedonians to imitate the Albanians and secede from Tito’s dominion, the Cominform (Communist Information Bureau, established in 1947) announced its program of a united Macedonia. Radio broadcasts failed to stir the Yugoslav Macedonians to action; but the news did create consternation in the ranks of the Greek guerrillas, who were unwilling to flight for a cause that it now appeared, would lead, if successful, to the surrender of Greek territory to a Slav people. Greek Communist morale therefore collapsed, so that Greek government tro­ops – equipped, advised, and assisted by a large American military mission – found it easy to win a decisive victory in the summer of 1949.

Changes caused by the war. By August 1949, therefore, active military operations in the Balkans ceased; ne­arly a decade of war thus came to a conclusion. By that date Communist Party dictatorships were firmly esta­blished in all the Balkan countries except Greece and Turkey.

Confirmation of national states. Yet, in spite of this fact, the changes World War II brought to the Balkans were distinctly less drastic than those that came during the 20th century’s earlier decade of Balkan fighting, 1912-23. Boundaries shifted only slightly after 1945; and war or postwar population movements wiped out or greatly reduced the numbers of some national minorities – Germans and Jews in particular. The effect was to confirm and enhance the sorting out of Balkan populations into territorially defined national states, according to the patterns of 1918-19. From a political and social point of view the one-party regimes of the northern Balkans, set up by Communists, proved a little more ruthless and persistent in pursuit of the same goals that interwar Balkan governments had pursued: economic and political mobilization of the peasant mass – by police hectoring and controlled elections if need be – to hasten the development of Industries and cities.

All in all, the major crisis of transition from a traditional peasant and premodern style of life apparently took place in the Balkans before and after World War I, whereas after 1949 somewhat more stable patterns of modernization and mobilization established themselves in Greece as well as in Communist lands. The waning force of revolutionary movements of every kind, marked feature of the post-World War II Balkan scene, is an index of this basic transformation.”

ΤΕΛΟΣ

Υποσημειώσεις

[1] 1904-1908 διεξάγεται με επιτυχία  ο σκληρός αγώνας για την απελευθέρωση της  Μακεδονίας.

[2] A Child’s Grief  A Nation’s Lament  Amodern Greek tragedy 1946-1949, Sydney Australia 1995 (by P. Diamandis, G. M. Karagiannakis, G. P. Karagiannakis, T. Papachristopoulos, T. Tsanis, K.Vardakis, V. Vasilas, C. Vertzayias ), p. 6.

[3] Οι Βούλγαροι είχαν αναγνωρίσει ήδη από το 1903, ότι χωρίς την συμμετοχή των Ελλήνων Μακεδόνων που αποτελούσαν την πλειοψηφία του μεικτού πληθυσμού της περιοχής, ο λοιπός μεικτός πληθυσμός που αποτελείτο από Σέρβους, Αλβανούς, Βούλγαρους,  δεν θα επαναστατούσε  και επομένως δε θα υπήρχε «Μακεδονία για τους Μακεδόνες», A Childs Grief  A Nations Lament  A modern Greek tragedy 1946-1949, ο. π., σ.6. 

[4] Αυτή η επανάσταση άσχετη εντελώς με το κράτος των  Σκοπίων (FYROM) θεωρείται από τους υπηκόους του, ως η αφορμή για την γέννηση του «Μακεδονικού» έθνους, όπως λένε, και από τους Βούλγαρους θεωρείται ως Βουλγαρική εθνική επανάσταση,  A Childs Grief  A Nations Lament  A modern Greek tragedy 1946-1949, ο.π., σ. 5.

[5] A Child’s Grief  A Nation’s Lament  A modern Greek tragedy 1946-1949, ο.π., σ. 7.

[6] Ίων Δραγούμης, ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος. Ο Ίων Δραγούμης καταγόταν από το Βογατσικό της Νότιο-Δυτικής Μακεδονίας και  ονομάστηκε από τον εκδότη Μανώλη Μπαρμπουνάκη «μεγάλος λόγιος του Μακεδονικού Αγώνα». (Από την εισαγωγή του βιβλίου του Κωσταντίνου Α. Βακαλόπουλου: Ίων Δραγούμης, Παύλος Γύπαρης, Κορυφαίες Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα  1902-1908, Πιπίνα Έλλη, Ίων Δραγούμης: Διανοούμενος, πολιτικός ιδεολόγος, εθνικιστής, μία μελέτη στο εδώ βιβλίο  με τον τίτλο Α’.3.Ίων Δραγούμης: Διανοούμενος, πολιτικός ιδεολόγος, εθνικιστής.

[7] Λάμπρος Κορομηλάς γεννήθηκε στην Αθήνα (1856 – 1923) και υπήρξε διαπρεπής Έλληνας οικονομολόγος, πολιτικός και διπλωμάτης.  Αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικές προσωπικότητες του Μακεδονικού Αγώνα. Ως Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας του συγκεκριμένου Αγώνα. Μετείχε στην Κρητική επανάσταση του 1896 και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών μεταξύ του 1897 και 1899.  Τον Ιανουάριο 1904 διορίστηκε Πρόξενος στην  Φιλιππούπολη.  Εκεί μελέτησε τα ζητήματα της Μακεδονίας και γνώρισε εκ του σύνεγγυς την βουλγαρική ανθελληνική προσπάθεια και προπαγάνδα. Τον Μάιο του 1904, όταν διορίστηκε Γενικός Πρόξενος στην Θεσσαλονίκη, είχε ήδη μία καθαρή εικόνα του κινδύνου που απειλούσε τον ελληνισμό της Μακεδονίας.  Κατά την περίοδο από τον Σεπτέμβριο/Μάιο του 1904 έως το καλοκαίρι του 1906, οργάνωσε και συντόνισε τις δραστηριότητες των ελληνικών σωμάτων στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Στα τρία χρόνια της θητείας του στην Θεσσαλονίκη ο Kορομηλάς, κατόρθωσε να συντονίσει όλες τις ελληνικές οργανώσεις της Μακεδονίας, ώστε να δραστηριοποιηθούνε αποτελεσματικά, και υπό είδος ενιαίας διοίκησης, Web., Ένωση Διπλωματικών Υπαλλήλων ΕΔΥ 1978,  Ιστορικές Φυσιογνωμίες της Ελληνικής Διπλωματίας, Τελευταία ενημέρωση Πέμπτη, 18 Σεπτέμβριος 2008.

[8] Ο Παύλος Μελάς, ήταν Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και ήταν ανάμεσα στους πρώτους που οργάνωσαν και συμμετείχαν στον Ελληνικό Αγώνα για την Μακεδονία. Γεννήθηκε στην Μασσαλία της Γαλλίας (Marseille, France)  από Βορειοηπειρώτες γονείς στις 29 Μαρτίου το 1970 και πέθανε στην Καστοριά στις 13 Οκτωβρίου, 1904.  Είχε αποφοιτήσει από την Ελληνική Στρατιωτική Ακαδημία, το 1891 (Οι βιογραφικές πληροφορίες για τον Π. Μελά, από το Wikipedia). Κατ’ άλλους Παύλος Μελάς, κατάγεται από τον Παρακάλαμο Ηπείρου.  Την Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013, μάλιστα, ο Συντάκτης/τρια της Ηπειρωτικής-Γιαννιώτικης εφημερίδας,  ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ,  αναφέρεται σε εκδηλώσεις στον Παρακάλαμο, με τον τίτλο: «Εκδηλώσεις τιμής και μνήμης για τον Ηπειρώτη Μακεδονομάχο Παύλο Μελά έγιναν στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων, απ’ όπου προέρχονται οι ρίζες του».  Ο ΗΛΙΑΣ ΜΑΚΟΣ γράφει σχετικά για την συγκεκριμένη εκδήλωση, την εορτή  προς τιμήν του Παύλου Μελά στον Παρακάλαμο, και επίσης γράφει ότι αναφέρεται από ομιλητή   στην εκδήλωση ότι ο πατέρας του ήρωα ήταν Γιαννιώτικης καταγωγής, και επίσης ότι ο νεαρός Μελάς επηρεασμένος από τις ιστορίες του πατέρα του ποθεί την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Αξιοσημείωτο είναι και το ακόλουθο: ο Παύλος Μελάς, ήταν γαμπρός από αδερφή, του διπλωμάτη αγωνιστή και λογοτέχνη Ίωνα Δραγούμη (έργα του Ι. Δραγούμη: Το Μονοπάτι [πρώτο νεανικό του έργο], Όσοι ζωντανοίΜαρτύρων και ηρώων Αίμα [έργο της ωριμότητάς του]. Για τον Ι. Δραγούμη έχει γράψει σχετικά και ο Ν. Καζαντζάκης στο βιβλίο του: Συμπόσιο, όπου ο Ι.Δ., παρίσταται ως ο Κοσμάς. Ο Καζαντζάκης παρουσιάζει την πνευματική βιογραφία, τις σπουδές του Ι. Δραγούμη στην Ευρώπη και τον προσηλυτισμό του στην φιλοσοφία του Νίτσε).

[9] Το Μπιζάνι βρίσκεται 15 λεπτά έξω από τα Γιάννινα με την αστική  συγκοινω­νία.

[10] Απεχθείς υπήρξαν οι σφαγές που έλαβαν χώρα στο Δοξάτο και στη Δράμα Μακεδονίας.

[11]Τα Ελληνοτουρκικά ζητήματα ρυθμίζονται με την συνθήκη των Αθηνών, την 1η Νοεμβρίου του 1913.

[12] (= mare nostrum).

[13] Nicolaos K. Martis, The Falsification of Macedonian History, ibid 82.

[14] O Άρης Βελουχιώτης -το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Κλάρας- γεννήθηκε στη Λαμία την 27η  Αυγούστου 1905 και πέθανε στη Μεσούντα Άρτας, την 15η  Ιουνίου 1945. Ήταν καπετάνιος του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ). Ήταν ηγετική, και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενη, μορφή της Εθνικής Αντίστασης, κατά την περίοδο της γερμανικής και ιταλικής κατοχής της Ελλάδας. Ήταν ο κατ’ ουσία  ιδρυτής και καθοδηγητής του ΕΛΑΣ και από τους περισσότερο επίμονους υπέρμαχους για τον αντιστασιακό αγώνα και την ελεύθερη διενέργεια δημοψηφίσματος μετά την απελευθέρωση, που θα αποφάσιζε για την επιστροφή του βασιλιά και τον τύπο του πολιτεύματος. «Υπήρξε μια από τις τραγικότερες και πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας», γράφει το Βικιπαίδεια.

[15] Αν και ονομάστηκε έτσι ο επαναστατικός στρατός δεν αποτελείτο μόνο από κομμουνιστές. Οι Αμερικανοί υπολογίζουν ότι οι τελευταίοι ήταν το 30% περίπου. Η εφημερίδα  London Times  στις 18 Ιουλίου 1949, γράφει: “The bulk of the guerrilla forces… are not bandits but men who believe they are fighting  for the same cause that inspired them, during the war!” Αυτοί οι συγκεκριμένοι επαναστάτες μάχονταν για την Ελευθερία, την Δημοκρατία, την Δικαιοσύνη και την ισότητα.  Πολλοί από ετούτους δεν  είχαν ιδέα από πολιτικά.  Πολέμησαν για να ελευθερώσουν την Ελλάδα από τους Γερμανούς.  Επιπλέον σε ετούτους συγκαταλέγονταν και οι αληθινοί ιδεαλιστές οι οποίοι  πίστευαν ότι αγωνίζονταν για έναν καλύτερο κόσμο. Οι ηγέτες όμως των  ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ  ήταν κομμουνιστές.  Οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν για τα ιδανικά τους, πιέστηκαν να πολεμήσουν εναντίον των αδερφών τους.  Η αποξένωση ακόμη και ανάμεσα στα  μέλη  οικογενειών υπήρξε φαινόμενο με μακροχρόνιες συνέπειες.

Από την άλλη πλευρά οι πολίτες που πολέμησαν με τα στρατεύματα της Ελληνικής Κυβέρνησης πίστευαν ότι ο αγώνας ήταν για την δάσωση της χώρας από το ολοκληρωτικό  σκοτάδι.  Και οι δύο πλευρές δεν δικαιώθηκαν.  Οι μεν «δημοκράτες» θα συνέβαλαν στην απώλεια μέρους της Ελληνικής επικράτειας και σαράντα χρόνια υπό το Σιδηρούν Παραπέτασμα, οι δε Κυβερνητικοί  έσωσαν μεν την Ελλάδα από το προηγούμενο κακό, όμως η Δύση χρησιμοποίησε την Ελλάδα για τα δικά της γεωπολιτικά συμφέροντα.  Και αυτό αποδείχτηκε με τα τραγικά γεγονότα  της Κύπρου και με την περίπτωση της Μακεδονίας.  Σχετικά μάλιστα με τη Μακεδονία οι ΗΠΑ, άσκησαν πίεση στην Ελλάδα να γίνουν φίλοι με τον Τίτο, όταν εκείνος έκοψε σχέσεις με τον Στάλιν.  Τότε ειπώθηκε στην Ελλάδα να μην αντιδράσει στη χρήση του ονόματος Μακεδονία για την «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» που ήταν μία από τις Δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, καθώς η Ελλάδα είχε βοηθηθεί από τους Αμερικανούς και όφειλε να ανταποκριθεί θετικά στο αίτημά τους και να ανταποδώσει τη βοήθειά τους.  Η Ελλάδα τιμωρήθηκε από τους εταίρους της για την αλληλεγγύη και την αφοσίωσή της προς αυτούς και είναι η μόνη χώρα που ζημιώθηκε από τον καλούμενο Ψυχρό Πόλεμο, παρά το γεγονός ότι έχυσε τόσο αίμα για να αποφύγει αυτό ακριβώς.  A Child’s Grief  A Nation’s Lament  A modern Greek tragedy 1946-1949, ο.π., σ. σ. 32-33.

[16] Οι Αμερικανοί είχαν χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά, πειραματικά εναντίον των επαναστατών, napalm bombs,  A Childs Grief  A Nations Lament  A modern Greek tragedy 1946-1949, ο. π., σ. 34.

[17]  A Child’s Grief A Nation’s Lament A modern Greek tragedy 1946-1949, ο.π., σ. 34.

[18] Country Reports on Human Rights, United States State Department 1992 (paragraph 1, p. 1129), A Child’s Grief A Nation’s Lament  A modern Greek tragedy 1946-1949, ο.π.

[19]Από το κείμενο: History of Balkans, Macropaedia, Knowledge in Depth, Volume 2, of Encyclopedia BRITANNICA, Inc.,1984, p.p. 637-638.

***********

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...