ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι: ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι: ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Copyright: Dr Pipina D. Elles

(Chapter I.  from my PhD Thesis: The presence of Women in Kazantzakis’ Theatre Plays)

Εισαγωγή
Ο άνθρωπος ως κοινωνικό όν υφίσταται τις επιδράσεις του περιβάλλοντος στο οποίο γεννιέται και εν συνεχεία εξελίσσεται. Το περιβάλλον αυτό συνίσταται κατά προτεραιότητα από το άμεσο και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον και στην συνέχεια από το αντίστοιχο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό. Οι κοινωνίες των εθνών επιδιώκουν αμφίδρομες ισορροπίες για την επίτευξη στόχων οι οποίοι θα συμβάλλουν στην ευρωστία των επερχομένων γενεών και επομένως και στην διατήρησή τους. Ως εκ τούτου, το άτομο βρίσκεται σε εξάρτηση από τα κεκτημένα του περιβάλλοντος, που η κοινωνία στην οποία ζει του παρέχει και υφίσταται τις όποιες θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις του, οι οποίες πέρα από το DNA του, συντείνουν εν πολλοίς, στην διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Κατά συνέπεια, έχουν ουσιαστική σημασία στην εύρωστη ανάπτυξη ενός ατόμου, το κατά δύναμη ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον, η ειρήνη και ο πόλεμος, η ευημερία και η απορία, η ολοκληρωμένη παιδεία. Για να κατανοηθεί η προσωπικότητα του Ν. Καζαντζάκη, αιτείται η εξέταση όλων αυτών των επιδράσεων.

 

Η επίδραση του περιβάλλοντος στον Καζαντζάκη

Η Οικογένεια: Ο Ν. Καζαντζάκης από την τρυφερή του ηλικία και καθ’ όλη την διάρκεια των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, δέχεται επιδράσεις, αφενός, από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, όπου κυριαρχεί η προσωπικότητα του Μιχάλη Καζαντζάκη -του πατέρα του- και αφετέρου, από το ελληνοχριστιανικό περιβάλλον, στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη. Ο Καζαντζάκης περιγράφει τον πατέρα του στο έργο του Αναφορά στον Γκρέκο[1], στο κεφάλαιο Β’ το οποίο επιγράφεται, Ο κύρης[2]: “Ο πατέρας μου σπάνια μιλούσε, δε γελούσε, δε μάλωνε”, γράφει ανοίγοντας το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Στην προσπάθειά του να τον καταλάβει, προχωρεί σε βαθύτερη τομή και ανάλυση της προσωπικότητάς του, του αποδίδει βαρείς χαρακτηρισμούς και αναρωτιέται: “βαρίσκιωτος, αβάσταχτος […] Μισούσε τους παπάδες […] Βαριά η καρδιά του, ασήκωτη. Γιατί;”[3] Τον χαρακτηρίζει όμως και ως καλόν οικογενειάρχη, ο οποίος αγαπούσε και φρόντιζε τα παιδιά του, αδέξιoν όμως, στο να εκδηλώνει με τρυφερότητα, την αγάπη του προς αυτά. Τον περιγράφει επίσης ως γενναίο και αδίσταχτο άντρα, που παρείχε την συμπαράστασή του σε οποιονδήποτε ανήμπορο συμπολίτη του, εναντίον Τούρκου. Αναφερόμενος στην ριψοκίνδυνη φύση του πατέρα του και την αγέρωχη στάση του προς τον θάνατο, αντιπαραθέτει την δική του απορία, όταν ήταν παιδί και την προσπάθειά του να τον καταλάβει: ‘‘ ‘δε φοβάσαι το θάνατο πατέρα;’ τον ρώτησα μια φορά που ζώνουνταν πάλι τ’ άρματα μα δε μου αποκρίθηκε. Μήτε και στράφηκε να με δεί.”[4] Ως τέτοιος χαρακτήρας ο Μ. Καζαντζάκης παρακινεί τον γιο του Νίκο, να τρέφει αγάπη προς την πατρίδα και πολεμικό ήθος εναντίον του κατακτητή. Στο Αναφορά στον Γκρέκο, στην αλληλογραφία του με την Ελένη Σαμίου, στον Καπετάν Μιχάλη και στο Συμπόσιο, ο Καζαντζάκης αποκαλύπτει τις συνέπειες της πίεσης που ασκούσε πάνω του ο πατέρας του, την δική του αρνητική θέση έναντι των επιθυμιών αυτού και το εξ αυτής (της πατρικής πίεσης), άγχος του.

Όσον αφορά την μητέρα του, ο Καζαντζάκης αποκαλύπτει ότι κατέχεται από ένα τρυφερό συναίσθημα απέναντί της. Στο μυθιστόρημά του, ο Καπετάν Μιχάλης, η θέση της μητέρας του αντικατοπτρίζεται στην αντίστοιχη, της συζύγου, του ομώνυμου ήρωα. Ο Καζαντζάκης την περιγράφει ως αντίθετο προς τον πατέρα του χαρακτήρα, την αποκαλεί “άγια, γλυκύτατη γυναίκα’’ και καταθέτει με απορία: ‘‘Η μάνα μου ήταν μια άγια γυναίκα. Πώς μπόρεσε πενήντα χρόνια χωρίς να σπάσει η καρδιά της να νιώθει πλάι της την αναπνοή και το χνώτο του λιόντα; Είχε την υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γης.’’[5] Η Αναφορά στον Γκρέκο και ο Καπετάν Μιχάλης αποκαλύπτουν την θετική επίδραση της μητέρας του ευρύτερα, στις σχέσεις των μελών της οικογένειας, την από αυτήν απορρέουσα ισορροπία, σε αντιπαράθεση φυσικά, με την ένταση που δημιουργούσε ο αυταρχικός πατέρας του. Ο ποιητής που επιχειρεί να καταλάβει πώς η μητέρα του μπόρεσε να βιοπορήσει δίπλα σε ένα ‘‘θεριό’’ σαν τον πατέρα του, αναρωτιέται[6] για την συμβίωση των φύλων και κυρίως, όταν οι εκπρόσωποί του είναι αντίθετου χαρακτήρα, όπως ήταν οι γονείς του.

Την περίοδο του 1921, ο Ν. Καζαντζάκης, εξακολουθεί να βασανίζεται από την αβεβαιότητά του για το καθήκον του έναντι του πατέρα του, ο οποίος είχε κάνει τόσα γι’ αυτόν και τον είχε σπουδάσει νομικό. Στο Συμπόσιο[7], και σε σχέση με την εκλογή της πορείας του στην ζωή, αντιμετωπίζει τον πατέρα του μέσα από όραμα. Ο ταγμένος στην επιτακτική φωνή της προσωπικής του ανάγκης, ποιητής, αρνείται να υποταχτεί στις προσδοκίες του πατέρα του, που είναι και οι προσδοκόμενες, από τις ελληνοχριστιανικές-κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούν στην Κρήτη. Η φύση του χαρακτήρα του, τον οδηγεί σε μόνιμη απομάκρυνση από εκείνον και τις συμπεριφορές του, απέναντί του. Η επιστολογραφία του με την Ελένη Κ. αποκαλύπτει ότι οι εμπειρίες του από την σχέση του με τον πατέρα του, υπήρξαν τραυματικές και ότι δεν επουλώθηκαν ως το τέλος της ζωής του πατέρα του, ακόμα και μετά τον θάνατο του: ‘‘Μου φαίνεται πως είμαι ένα όρνιο τώρα, που τού ‘κοψαν τα σκοινιά’’’[8], γράφει. Τελικά το οικογενειακό και κατ’ επέκταση, το κρητικό ελληνοχριστιανικό, κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής, απομακρύνουν τον Ν. Καζαντζάκη από την νήσο. Αποφασισμένος να προστατέψει τον εαυτό του αισθηματικά και ψυχολογικά, εγκαταλείπει αυτά τα δύο σημαντικά μερίδια επιρροών στην διάπλαση του χαρακτήρα του και παίρνει ακραίες αποφάσεις. Μία από αυτές είναι και ετούτη: να μην ενδώσει στην γυναίκα, που την θεωρεί καταλύτη του πνεύματός του, της σωματικής του ακεραιότητας και του χρόνου του. Έτσι φαίνεται ότι η μόνη γυναίκα που αγάπησε πραγματικά, ήταν η μητέρα[9] του, καθώς του πρόσφερε την αγάπη της ανιδιοτελώς και χωρίς να αιτεί ή να τον πιέζει, να απομακρυνθεί από τους στόχους του.

Κρήτη-Νάξος: Κατά την περίοδο του Κρητικού αγώνα, 1896-1899, εξ αιτίας της αγριότητας των Τούρκων, η οικογένεια του Μιχάλη Καζαντζάκη, καταφεύγει στην νήσο Νάξο. Ο Νίκος Καζαντζάκης στο έργο του   Αναφορά στον Γκρέκο[10], αναφέρεται στην περίοδο της προσφυγής της οικογένειάς του, στον τόπο της σωτηρίας τους, τη Νάξο. Ο νεαρός Νίκος εγγράφεται στην εδώ Γαλλική Καθολική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, ως ημιοικότροφος[11], φοιτεί από δεκατεσσάρων ως δεκαέξι χρονών και κάνει την πρώτη επαφή του με τα συγγράμματα των Ευρωπαίων κλασσικών και των συγχρόνων του διανοουμένων και φιλοσόφων. Εδώ ωριμάζει γρήγορα, κατανοεί την σημασία της μελέτης, την ουσία της απομόνωσης και της αυτοσυγκέντρωσης. Αξιολογεί την δύναμη, την επίδραση και την αποτελεσματικότητα του προφορικού και του γραπτού λόγου, χαρισματικού ανδρός. Αντιλαμβάνεται, ξεχωρίζει και υιοθετεί τους τρόπους που θα τον λυτρώσουν από εκείνα, από τα οποία επιθυμεί να απαλλαγεί. Σχεδιάζει και αποφασίζει μία πορεία ελευθερίας, η οποία έμελλε να αποβεί καθοριστική για την καριέρα του ως διανοούμενου, και παρά την επίγνωση ότι αντετίθετο στις επιθυμίες του πατέρα του. Αναγνωρίζει επιπλέον, ότι μία τέτοια πορεία απαιτεί περαιτέρω εκπαίδευση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Δεν αρκείται λοιπόν στην εκμάθηση της Γαλλικής γλώσσας και της Ιταλικής, που του προσφέρει η Εμπορική Σχολή της Νάξου. Βέβαιος ότι οι γλώσσες είναι απαραίτητα εργαλεία επικοινωνίας για έναν διανοούμενο, επιστρέφοντας στην Κρήτη, από την Νάξο, επιχειρεί την εκμάθηση της αγγλικής με την βοήθεια της “Ιρλαντέζας”[12]. Αργότερα μαθαίνει την Γερμανική, την Ρωσική ως ένα βαθμό, και την Ισπανική. Υπάρχει επιτακτική μέσα του η ανάγκη να φύγει στην Ευρώπη ώστε να ζήσει από κοντά το θαύμα της: ‘‘Ο πατέρας μού ‘χε υποσχεθεί ένα χρόνο ταξίδι, όπου θέλω, αν έπαιρνα με άριστα το δίπλωμά μου’’[13], γράφει, αποκαλύπτοντας την αγάπη του για τα ταξίδια[14], την ανάγκη του να πετύχει στην Σχολή Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και να περατώσει τις σπουδές του με το ποθούμενο αποτέλεσμα.

Αθήνα: Στην Αθήνα, ο Ν. Καζαντζάκης, ασχολείται περαιτέρω, με την μελέτη κειμένων της ελληνικής Γραμματολογίας (Αρχαίας, Βυζαντινής και Νεοελληνικής). Μελετά τον Όμηρο, τους αρχαίους φιλοσόφους[15]: Παρμενίδη, Αναξαγόρα, Ηράκλειτο, τον Βυζαντινό Πλήθωνα Γεμιστό[16] και τους Νεοέλληνες, Δ. Σολωμό[17], Μακρυγιάννη, Ψυχάρη[18], Ίωνα Δραγούμη[19], Κ. Παλαμά. Από τους Ευρωπαίους κλασσικούς ξεχωρίζει τον Δάντη και τον Σαίκσπηρ, από τους μεταγενέστερους, τον Ουγκώ, τον Ρουσώ και άλλους, από τους συγχρόνους του, τους Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Σοπενχάουερ[20], Βάγκνερ, Νίτσε, Μπερξόν, Στρίντμπεργκ, Πιραντέλο, Γκόγκολ, Ζουέιγκ, Φρόυντ, Χάιντεγκερ και άλλους. Ασχολείται με την μελέτη των συγγραμμάτων τους και κάποτε τους μεταφράζει. Τον επηρεάζουν στην προσπάθειά του να χαράξει την πορεία του για τον Σκοπό του και τον Αγώνα του στην ζωή. Επιδιώκει να εμπεδώσει την δική του φιλοσοφική άποψη για τον άνθρωπο, την φύση του και τον θάνατο. Ανάμεσα στα πιστεύω του κυριαρχεί η πίστη, ότι η υπέρβαση και η διαιώνιση του ατόμου επιτυγχάνονται με την υψηλή πνευματική δημιουργικότητα, που αιτεί την απομόνωση, την αυτοσυγκέντρωση, την απομάκρυνση από τις ανθρώπινες “Ανάγκες”, ανάμεσα στις οποίες, ξεχωρίζει η γυναίκα.

Φοιτητής ακόμη της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Καζαντζάκης, αποκαλύπτει την προτίμησή του για την πνευματική δημιουργικότητα[21] και την αγάπη του για την ποίηση[22]. Πιστεύει στην ελληνική παράδοση, στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου του και στις μνήμες του λαού του. Η άποψή του για την Ιστορία του τόπου του, κυρίως σε σχέση με την Δύση, είναι σημαντική. Έχει συνειδητοποιήσει την ποικιλία μορφής των διαδεχομένων στρωμάτων της ελληνικής ιστορίας και επιχειρεί να φανερώσει την βαθύτερη έννοια που τα ενώνει. Ξεπερνάει τον εαυτό του, την “οντότητα” του ανθρώπου της στιγμής[23], το Dasein του M. Heidegger[24], ή το “εγώ” του Jean-Paul Sartre[25].   Ασπάζεται το κλασσικό γνωμικό για την αρμονικότητα της σχέσης του υγιούς σώματος, με το υγιές του νου[26] και αποβλέπει στο να υπηρετήσει την ζωή με την πνευματική δημιουργία, χωρίς να καλύπτει την αλήθεια της. Διψά να μάθει περισσότερα, να δημιουργήσει, να εκφράσει γνώμη, να επηρεάσει. Αυτές είναι οι ‘‘Ανάγκες’’ του και όλα τα άλλα, συμπεριλαμβανομένης της γυναικείας παρουσίας, απλά υπάρχουν γύρω του και τα προσέχει εφόσον πρόκειται να τον εξυπηρετήσουν στην ανωφερή πορεία του.

 

Ευρώπη: Το πολιτικό κίνημα της Γαλλικής Δημοκρατίας, πυρήνας και αφετηρία των σοσιαλιστικών-κοινωνικών ζυμώσεων σε όλη την Ευρώπη, από τις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξε προϊόν του έργου φιλοσόφων και συγγραφέων από τον 18ο αι.[27] Οι ποιητές Ουγκώ και Χάινε, αντιστοίχως τον 18ο και τον 19ο αι., επικρίνοντας με τα έργα τους την άρχουσα τάξη, για τις αδικίες τους κατά των λαϊκών τάξεων, πετυχαίνουν να τις επηρεάσουν αποτελεσματικά. Οι επιδράσεις στις λαϊκές μάζες που συνεχίζονται και στις αρχές του 20ου αι., βασίζονται κυρίως στην βιομηχανική επανάσταση που ξεκινά από το τέλος του 18ου αιώνα. Παρουσιάζεται παράλληλα μία νέα κίνηση ιδεολογικών ζυμώσεων. Οι Μαρξ και Έγκελς θεμελιώνουν την νέα οικονομική και πολιτική θεωρία του Επιστημονικού Σοσιαλισμού-Μαρξισμού[28]. Η θεωρία τους συντελεί στην παγκόσμια κινητοποίηση της εργατικής μάζας εναντίον της αστικής τάξης, σε όλα τα επίπεδα: στο παραγωγικό, στο κοινωνικό και στο πνευματικό. Στο νέο κίνημα προσχωρούν ο Τολστόι στην Ρωσία (εκπροσωπεί τον κρατικό Σοσιαλισμό), ο συμμαθητής του Μπερξόν, ο Ζαν Ζωρές, στην Γαλλία (ηγεύει του κινήματος) και ο Bernard Shaw (ιδρυτικό μέλος του Fabian Society) στην Αγγλία. Στην Ελλάδα, το σοσιαλιστικό κίνημα παρατηρείται την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, αν και έχει ξεκινήσει το 1797, με τον Ρήγα Φερραίο[29].

Υπό την επίδραση των παραπάνω ιδεολογικών ζυμώσεων, η Γαλλία λαμβάνει θέση υποστηρικτού έναντι της επανάστασης στην Κρήτη, όταν το 1908 ο Πισσώ[30], υπουργός των Εξωτερικών, υποστηρίζει στην Γαλλική Γερουσία, το δικαίωμα της Ελληνικής Κυβέρνησης να επέμβει στην νήσο. Η συμπάθεια και η συμπαράσταση των Γάλλων διανοουμένων και του γαλλικού τύπου, επεκτείνονται και στον αγώνα των ελληνικών ομάδων στην Μακεδονία. Ο Καζαντζάκης κρίνοντας θετικές τις θέσεις της Γαλλίας, έναντι των αγώνων για την απελευθέρωση της Κρήτης και της Μακεδονίας, έρχεται στο Παρίσι το 1907, για να μελετήσει τα κοινωνικά-πολιτικά-πνευματικά ρεύματα, στο κέντρο τους. Η βιολογική και ιστορική καταγωγή του ποιητή, δημιουργούν τρομερές αντιφάσεις στην προσωπικότητά του[31]. Ενωρίς επισημαίνει ότι το Παρίσι, όπου ζει και φοιτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, αποτελεί το κέντρο της σύγχρονης παγκόσμιας πνευματικής, φιλοσοφικής και κοινωνικής ζύμωσης και ότι είναι πατρίδα της Δημοκρατίας των νεωτέρων χρόνων, με πρότυπό της την αρχαία Αθηναϊκή. Ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα, ο Καζαντζάκης, δεν επαναπαύεται στο παρελθόν, ούτε αρκείται στα εγκόσμια. Έχει επίγνωση των ικανοτήτων του και κατέχεται από φιλοδοξίες αναγνώρισης και κατάταξης στις μεγάλες ευρωπαϊκές φυσιογνωμίες. Πιστεύει ότι γεννήθηκε για να συμπεριληφθεί μεταξύ των παγκόσμια ανεγνωρισμένων διανοούμενων[32] και καθαγιάζει την κοσμοθεωρία του, όπως άλλωστε είναι καθιερωμένο στον υψηλό πνευματικό κύκλο της εποχής του. Βλέπει τον εαυτό του[33] ως κοινωνικό αναμορφωτή και ηγέτη μαζών[34], πνευματικό οδηγό του λαού[35].

Η Γαλλία έχει ήδη περάσει σε περίοδο ηθικής και πνευματικής παρακμής, που τελικά οδηγεί στις ταξικές συγκρούσεις ως το 1910. Το 1914 σημειώνεται από την δολοφονία του ηγέτη του Γαλλικού Σοσιαλισμού, Ζαν Ζωρές. Ο Καζαντζάκης θεωρούσε τον Ζαν Ζωρές σπουδαία πολιτική προσωπικότητα. Είχε ακούσει τους πολιτικούς λόγους του στην Γαλλική Βουλή, και είχε πειστεί για την ορθότητά τους και για την ικανότητά του Ζαν Ζωρές, να επαναφέρει την Γαλλία στην αίγλη της, στην εποχή δηλαδή που ακολούθησε την Επανάσταση του 1789[36]. Όμως προχωρεί. Επηρεασμένος από τον Ζολά και την “φυσιοκρατική του αντίληψη”, γράφει το θεατρικό του Ξημερώνει, και εξομολογείται στο έργο του Αναφορά στον Γκρέκο: “[…] δεν ξέρω γιατί άναψε μια μέρα το αίμα μου κι έγραψα ένα φλογερό ερωτικό δράμα, όλο μελαγχολία και πάθος. Τό ‘λεγα Ξημερώνει. Θαρρούσα πως έφερνα στον κόσμο ηθικότερη ηθική και πιο μεγάλη ελευτερία.”[37] Σε αυτό το έργο του, προβλέπει την από την Δύση επερχόμενη νεωτεριστική αλλαγή στην Ελλάδα, από δημιουργούς της δικής του περιωπής. Η θεωρία του Bergson (καθηγητού του), ‘‘Evolution of Life’’, σύμφωνα με την οποία, ύπαρξη σημαίνει αλλαγή προς την ωρίμανση και ωρίμανση σημαίνει διαρκής δημιουργία και εξέλιξη[38], είναι ευοίωνη. Διδάσκει ότι το παρόν εμπεριέχει το παρελθόν και ό,τι υπάρχει την δοθείσα στιγμή, καθώς υπήρξε ήδη εν εξελίξει[39]. Η Μπερξονική θεωρία επιδρά στις τάσεις του Καζαντζάκη και αποβαίνει καταλυτικός παράγων στην διάπλαση και στην διαμόρφωση της σκέψης του. Στο δοκίμιό του για τον Μπερξόν, αναλύει με σαφήνεια την έννοια του “διαρρέοντος χρόνου” και την σχέση του με την ελευθερία, και αναπτύσσει την βάση της φιλοσοφίας του καθηγητού, το ‘‘Elan Vital’’[40].

Στη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι ο Καζαντζάκης ολοκληρώνει την μελέτη του και διαπιστώνει τον εθνισμό του[41]. Είναι ολόψυχα δοσμένος σε όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο ως σύνολο, άσχετα με την εθνικότητά του. Οι ανάγκες του της ουσίας, έχουν ριζώσει μέσα του και τον καθοδηγούν. Τα σκαλοπάτια της ανωφέρειάς του αποκαλύπτονται στα βιβλία του. Η αφύπνισή του που αρχίζει στην Νάξο πραγματώνεται στην Γαλλία. Διαπιστώνει ότι εντός του γαλλικού κοινωνικού κατεστημένου, οι Έλληνες φοιτητές, θεωρούνται συγκριτικά[42], κατώτεροι. Και ενώ ο Καζαντζάκης παρεξηγεί την συμπεριφορά των Γάλλων[43], αντιθέτως οι Γάλλοι[44] τον τιμούν. Η αυτή εποχή σημαδεύεται στην Ελλάδα από τους αγώνες του Ι. Δραγούμη[45], ηγέτη της “Φιλικής εταιρείας” στον Μακεδονικό χώρο. Σε άρθρο του στην εφημερίδα το Νέον Άστυ[46], συγκρίνει και δηλώνει, ότι ενώ στην Γαλλία οι Δημιουργοί της Δημοκρατίας έχουν περάσει στην παρακμή, στην Ελλάδα, αν οι νέοι της Φιλικής Εταιρείας συνεργαστούν, θα φέρουν το “Μεγάλο Ξημέρωμα”. Η πεποίθησή του αποδεικνύεται έγκυρη τελικά.

 

 

[1] Ο Ν. Καζαντζάκης περιγράφει τον πατέρα του στο Αναφορά στον Γκρέκο, ο. π., Β’ κεφ. που επιγράφεται: “Ο κύρης”, σσ. 32-34. Ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει το έργο του Αναφορά στον Γκρέκο, ως την πνευματική του αυτοβιογραφία. Ο Πρεβελάκης δηλώνει γι’ αυτό το έργο: “Τη θεωρώ ως το σπουδαιότερο πεζογράφημα του Καζαντζάκη εκείνο όπου βρήκε τον αληθινό τόνο του.” Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Ε. Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 1984, ο. π., σ. λγ’. (στην αλληλογραφία των δύο, ο ποιητής αποκαλεί τον Πρεβελάκη “αδερφό”, τίτλο που υιοθέτησε στην Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Νάξο, και που ταίριαζε επίσης με την έκφραση “σύντροφος”, των μεταγενεστέρων σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων).

[2] Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ο. π., σ. 32.

[3] Περιγράφει τον πατέρα του με τρόπο που πλησιάζει περισσότερο την γνώμη του Γ. Φανουράκη, στο βιβλίο των: Ε. Αλεξίου, Γ. Στεφανάκης, Ν. Καζαντζάκης, γεννήθηκε για τη δόξα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983, ο. π., σ. 334. Οι απόψεις του Ν. Καζαντζάκη μαρτυρούνται στην αλληλογραφία του με τον πατέρα του ή με την οικογένειά του, στο κείμενο του Γ. Στεφανάκη, και έχουν γραφτεί στην περίοδο του 1902-1908, Ε. Αλεξίου, Γ. Στεφανάκης, Ν. Καζαντζάκης, γεννήθηκε για τη δόξα, ο. π., σσ. 335-346.

[4] Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ο. π., σ. 34.

[5] Αυτόθι, στο Γ’ κεφ. Η μάνα, σ. 35.

[6] “Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν νά ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη, μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και νά ‘ναι νεράϊδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς τη σιωπηλά, η νεράϊδα που λεν στα παραμύθια,[…]”, Στο Γ’ κεφ, Η μάνα, αυτόθι, σ. 39.

[7] Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιο σσ. 79-84, έτος 1922.

[8] “[…] ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, ένας ίσκιος· κόπηκε το μυστικό, αόρατο σκοινί που μ’ έδενε με την υποταγή και με το φόβο· μπορούσα τώρα να πω και να γράψω και να πράξω ό,τι ήθελα, δεν είχα πια να δώσω λόγο σε κανένα· έφυγε ο κηδεμόνας, αποβασίλεψε το μάτι που έβλεπε και δε συχωρνούσε, σκίστηκε το δουλοχάρτι· ήμουν τώρα λεύτερος, απελεύτερος.”, Ν. Καζαντζάκης Αναφορά στον Γκρέκο, ο.π., σ. 470. Επίσης σε επιστολή στην Ε. Καζαντζάκη: 5.1.1933, βράδυ, Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης, ο Ασυμβίβαστος, σσ. 323-325.

[9] “Μαδρίτη, 3 Δεκέμβρη (1932), βράδυ” επιστολή στην Ελένη, Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης, ο Ασυμβίβαστος, ο.π., σσ. 315-316.

[10] Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ο.π., σ. 59.

[11] Ο ποιητής αφιερώνει το κεφ. ΙΑ΄ του βιβλίου του Αναφορά στον Γκρέκο, στην Νάξο και στις εμπειρίες του από την Φράγκικη Σχολή.

[12] Το σχετικό επεισόδιο, πιθανόν μυθοποιημένο, παρουσιάζει την ανάγκη του να εξυπηρετηθεί με δύο τρόπους. Προφανώς ο δεύτερος της στενής επαφής, αποτυγχάνει, Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ο.π., σ. 128.

[13] Αυτόθι, Κεφ. ΙΖ΄, Προσκύνημα στην Ελλάδα, ο. π., σ. 155.

[14] “Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα”, γράφει, αυτόθι, Κεφ. ΚΘ΄, Ο Ζορμπάς, σ. 441.

[15] Οι αρχαίοι φιλόσοφοι: Παρμενίδης ο Ελεάτης (515-440 π.Χ.) προσωκρατικός φιλόσοφος, θεμελιωτής της οντολογίας και γνωσιολογίας, Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές (500-448 π.Χ.) διδάσκαλος των: Περικλή, Ευριπίδη και Σωκράτη, Ηράκλειτος ο Εφέσιος (540-480 π.Χ.), ο οποίος θεωρεί ότι αρχή όλων των όντων είναι το “πυρ”, και ότι τα “πάντα ρει” (η θεωρία του της αδιάκοπης ροής των αντιθέτων φαινομένων, ζωής και θανάτου).

[16] Πλήθων Γεμιστός, 1360-1452, Βυζαντινός φιλόσοφος από την Κωνσταντινούπολη.

[17] Στο Ταξιδεύοντας Αγγλία, ο Καζαντζάκης συναντάται με τον Πέτρο Βλαστό και μιλά μαζί του για την μοναξιά και την τέχνη. Κάνουν συντροφιά για ώρες και μιλούν για “το μεγάλο έρωτα” της ζωής τους, την Δημοτική γλώσσα, και μεταξύ άλλων ο Καζαντζάκης αναφέρει την φράση του Σολωμού: “Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;” (σσ. 99-102). Κατέχει την γνώση του αγώνα για την επικράτηση της Δημοτικής Γλώσσας. Προκάτοχοί του όπως ο Σολωμός ή ο Μακρυγιάννης αλλά και οι: Αλέξανδρος Πάλλης και Ψυχάρης έδωσαν τον δικό τους αγώνα για την γλώσσα του λαού (Αλέξανδρος Πάλλης ή Λέκας Αρβανίτης Μαλλιαρός στο Κούφια Καρύδια, όπου ο καθαρευουσιάνος Χατζηδάκης, φέρει πράσσο στο στόμα), Λίβερπουλ 1915, Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, γρ. 188, ο.π., σσ. 403-404, υπ. 6.

[18] Ο Ν. Καζαντζάκης αναφέρεται στο διήγημα του Ψυχάρη Η σαρκοανάφτρα, για το οποίο λέει: “[…] χαριτωμένα κι αλαφρά γραμμένο, μα άτιμο, προστυχότατο.” Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, γρ. 91, ο. π., σ. 148 και επίσης: “Θάμα είναι αυτός ο γέρος, και κανένας δεν έχει τόσο κέφι, δύναμη, χάρη και δηλητήριο, στην πολεμική του, σαν αυτόν. Ό,τι δημιουργικό γράφει, δε μ’ ενδιαφέρει.” αυτόθι, γρ. 93, σ. 160.

[19] Για τον Δραγούμη και τον Βλαστό λέγει ο Καζαντζάκης: “[…] οι δυο άνθρωποι που περισσότερο τίμησα κι αγάπησα στη ζωή μου.” Ν. Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας Αγγλία, ο.π., σ. 102.

[20] Στο κεφ. Νίτσε (σ. 312-334), του Αναφορά στον Γκρέκο, αναφέρεται στους Νίτσε, Σοπενχάουερ (σσ. 317, 319-320), Βάγκνερ (σσ. 317-324), Μπερξόν (σσ. 325,328), Άγιο Φραγκίσκο (σ. 325) και άλλους, καθώς και στο βιβλίο του Ταξιδεύοντας Αγγλία (σσ. 178-190).

[21] Σε επιστολή του στον Ανεμογιάννη δηλώνει, ότι προσπαθεί και ελπίζει “να αγαπήσει τα Νομικά”, όμως η ποίηση είναι εκείνη που τον “μαγεύει”. Τονίζει ότι την ώρα που του γράφει, κρατάει μπροστά του ανοιχτά τα κείμενα του Δάντη και του Manzoni, ενώ το γραφείο του στολίζεται από τον Ουγκώ και τον Σολωμό. Επιστολή στον Ανεμογιάννη στις 19-11.1902, Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Γύρω στον Καζαντζάκη, Μελετήματα, Αθήνα 1985, σσ. 20-21.

[22] Στο τέλος του 19ου-αρχές του 20ου αι, διάφοροι συγγραφείς και φιλόσοφοι θεωρούν την ποίηση ως μέσον έκφρασης “αρρήτων βιωμάτων”, ως όργανο “γνώσης των υπεραισθητών”, Αρθούρος Ρεμπώ σε επιστολή του το Μάιο του 1871 προς τον Paul Demeny, Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, Τρία Κεφάλαια βιογραφίας κι ένας πρόλογος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984, σ. 40.

[23] Στο θέμα της φιλοσοφίας του Καζαντζάκη για την Ιστορία, ο Β. Καραλής διακρίνει τρεις περιόδους δραστηριοτήτων των κοινωνιών: την δημιουργική, την στατική και την μεταξύ των δύο αυτών, ακαθόριστη περίοδο. Μέσα από την τελευταία ετούτη περίοδο, ο Καζαντζάκης ενορά το παλίμψηστο της ελληνικής ιστορίας, και αποπειράται να φέρει μία ισορροπία στα στοιχεία που συγκρούονται εντός της. Για να επιτύχει την σύνδεση των αντιπαραθέσεων εντός της πολύπτυχης Ιστορίας, γράφει και με την δημιουργία του ανασύρει το παρελθόν στο παρόν, όπου παράλληλα υψώνονται και πολλές άλλες φωνές. Ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζεται από τον Β. Καραλή, ως ο δημιουργός “που επιχείρησε να μορφοποιήσει τα νέα σχήματα της ανθρώπινης σκέψης” με την χρήση του ελληνικού λόγου. Αναγνωρίζει την σύγχυση των Νεοελλήνων για το αν ανήκουν στην Δύση ή στην Ανατολή. Ξεχνώντας ή αγνοώντας την ιδιαιτερότητά τους, εντοπίζει το φαινόμενο και εκφράζει αυτήν την ιδιαιτερότητα, μέσω του χρόνου, καθώς και την πολιτιστική προσφορά της Ελλάδας, παγκόσμια. Βρασίδας Καραλής, Ο Νίκος Καζαντζάκης και το παλίμψηστο της Ιστορίας, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1994 σσ. 9-15, σ. 11, σσ. 12-13, σ. 14, σσ. 26-27.

[24] “Dasein”=“being there”, but also designates “the entity”, man himself”, Richard Appignanesi and Oscar Zarate, Introducing Existentialism, Icon books UK totem Books USA, Text copyright R. Appignanesi, printed in Australia, Victoria, p.69. Also about “Dasein”: Martin Heidegger, Basic Writings, from Being and Time (1927), to the Task of Thinking (1964), Edited by David Farrell Krell, Rutledge, London, 2000, p. 53.

[25] Jean-Paul Sartre, Basic Writings, Existentialism, Edited by Stephen Priest, Routledge, London & N. York 2001, p.p. 28-29, 31, 40, 44, 51, 55. Ο Jean-Paul Sartre, θεωρεί ότι κάθε εποχή εξελίσσεται σύμφωνα με τους διαλεκτικούς νόμους και ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται από τα δεδομένα της εποχής τους, και όχι από την ανθρώπινη φύση, Jean – Paul Sartre, Basic Writings, Existentialism, ο. π., σ. 55.

[26] “Ποτέ οι Έλληνες δεν δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη. Πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή. Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά, για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου.” Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ο. π., σσ. 168-169.

[27] Οι Ρουσώ, Βολταίρος, Ντιντερό, Ελβέτιους, Χόλμπαχ επηρέασαν και συνέβαλαν με τα κείμενά τους στην αστική-δημοκρατική ζύμωση και στην εξέγερση του γαλλικού λαού, το 1789 (J. J. Cosgrove and J. K. Kreiss, An outline of History from 1789 to 1953, The influence of the French Revolution, chapter 2, pp. 54-55). Εδώ θα αναφερθεί παρενθετικά ο Έλληνας διανοούμενος Αδαμάντιος Κοραής (1748-1883), ο οποίος γεννήθηκε στην Σμύρνη και στόχος του όπως και των: Βούλγαρη, Κοσμά του Αιτωλού, Βηλαρά και Ψαλίδα, ήταν η Παιδεία. Ο Κοραής αφού σπούδασε Ιατρική στο Montpellier της Γαλλίας έρχεται στο Παρίσι σα γιατρός το 1788, και εκεί καταγίνεται με την μελέτη των Ελλήνων κλασσικών. Έχοντας ζήσει στο Παρίσι για μεγάλο διάστημα, αναγνωρίζει την δύναμη της πνευματικής παραγωγής των φιλοσόφων και συγγραφέων και τον ρόλο της στην αφύπνιση του Γαλλικού λαού, που οδήγησε τελικά στην Επανάσταση του 1789. Με ετούτο υπόψη, προσπαθεί κάτι ανάλογο για την σκλαβωμένη στους Τούρκους, Ελλάδα: την εκτύπωση ελληνικών κλασσικών έργων με τη χρηματική βοήθεια των Ηπειρωτών Ζωσιμάδων και την διοχέτευσή τους στον Ελληνικό λαό, με στόχο την αφύπνισή του και την αντίδρασή του εναντίον του τουρκικού ζυγού. Παρατηρώντας την στάση των λογίων, του ανώτατου κλήρου και την προστασία των Φαναριωτών εξ ιδίων, σε σχέση με τα προνόμια που τους είχαν παραχωρηθεί από την Τουρκική Μηχανή, και με περιφρόνηση ανάλογη εκείνης που είχαν επιδείξει ετούτοι προς την ελληνική κλασσική κληρονομιά, προχωρεί σε ενέργειες για την πάταξη της διχόνοιας των Ελλήνων μεταξύ τους, για το δίκαιο και την αρετή. Είναι ο πρωτοπόρος της Ελληνικής Επανάστασης, Κ.Θ.Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Νέα Έκδ., Τρίτη Έκδ., Ίκαρος, 1964, σσ. 193-213.

[28] Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κυκλοφορεί το 1847 (Manifesto of the Communist Party, Preface by Friedrich Engels, p. 415, translated by Samuel Moore, Great Books, Volume 50, 26th edition 1984. Επίσης στο βιβλίο των: J. J. Cosgrove and J. K. Kreiss, Two Centuries, An Outline of History from 1789 to 1953, chapt. 12, p.p. 218-221.

[29] Η επαναστατική προκήρυξη του Ρήγα Φερραίου (1757-1798) είναι έμπνευση από τις αρχές του Δημοκρατικού Συντάγματος της Γαλλίας, της 24ης Ιουνίου 1791. Ο Φερραίος (ψευδώνυμο του Αντώνη Κυριαζή, που γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας) ο οποίος είχε σπουδάσει δάσκαλος, στην Ζαγορά του Πηλίου, καταφεύγει στον Όλυμπο, καταδιωγμένος από τους Τούρκους και ζώντας με τους κλέφτες, ετοιμάζει εκεί τον στρατό της Επανάστασης. Έρχεται στο Άγιο Όρος και μυεί τους Χριστιανούς καλόγερους, στην Ιδέα της Επανάστασης. Το 1797 έρχεται στην Βιέννη και επιδίδεται σε εκδοτικές εργασίες, Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Λογοτεχνίας, ο. π., σσ. 166-169. Εξ αιτίας των ιδεών του περί ισότητας και ελευθερίας, αντιμετώπισε εκτός από τους Τούρκους, τον λογιωτατισμό της εποχής και το Πατριαρχείο, Ι. Κορδάτος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Ιστορία της της Ελληνικής Επανάστασης, Ιστορία του Βόλου, Κομμούνα της Θεσσαλονίκης), Βιβλιοδετική Αθήνα 1928, σ. 106). Εκδιδόμενος στους Τούρκους από τους Αυστριακούς στο Βελιγράδι, στραγγαλίστηκε με εφτά συντρόφους του στις 24/6/1798. Το Επαναστατικό Μανιφέστο του Ρήγα (1797), ακολούθησε την ίδρυση της “Μυστικής Εταιρείας” και τυπώθηκε στα Ελληνικά. Αποτελείτο από τα μέρη: “Επαναστατική Προκήρυξη”, “Τα Δίκαια του ανθρώπου”, “Σύνταγμα” και τον “Θούριο του Εθνικού Ξεσηκωμού”. Οι στόχοι του Ρ. Φερραίου συμπεριελάμβαναν όλους τους Τουρκοκρατούμενους. Ο Ν. Πουλιόπουλος συγκρίνει τον Ν. Καζαντζάκη με τους: Ρήγα Φερραίο και Αδαμάντιο Κοραή, ως προς τον αγώνα του για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την θέση του λογιωτατισμού και της εκκλησίας απέναντί του, Νίκος Πουλιόπουλος: Ο Νίκος Καζαντζάκης και τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, Η κοσμοθεωρία του – η πολιτική του ιδεολογία και δράση, Α’ Τόμος Αθήνα 1972, σσ. 415-419.

[30] Αυτόθι, Η Ελληνική εφημερίδα Το Νέο Άστυ 13 Ιανουαρίου 1908, χαιρέτησε την δήλωση του Πισσώ, σσ. 66-67.

[31] Ο Andre Mirambel θεωρεί ότι σε κάθε Έλληνα βρίσκει κανείς τρία στοιχεία που συντελούν στην υπόστασή του: το τοπικό, το εθνικό και το οικουμενικό. Θεωρεί ότι ο Καζαντζάκης αποτελεί εξαίρεση καθώς “το τοπικό του είναι η Kρήτη, το εθνικό του η Ελλάδα, το οικουμενικό του η αιώνια έρευνα”. Καθώς η Κρήτη κατέχει γεωγραφική θέση, ώστε σκοπεύει σε τρεις ηπείρους, αυτές που ο Καζαντζάκης εξερεύνησε: “ο τοπικισμός του συγγραφέα ως και ο τοπικισμός της Κρήτης επηρεάστηκαν από τέτοια τριωπία”, συμπληρώνει, Andre Mirambel, Η σημερινή Ελλάδα μέσα στο έργο του Ν. Καζαντζάκη, Νέα Εστία, 1959, τεύχος, 779 (σσ.106-113) ο. π., σ. 107.

[32] Ε. Αλεξίου, Γ. Στεφανάκης, Ν. Καζαντζάκης, Γεννήθηκε για τη δόξα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983, σσ. 121-126.   Επίσης στον Andre Mirambel, Η σημερινή Ελλάδα μέσα στο έργο του Ν.Καζαντζάκη, ο. π., σ. 110.

[33] Α. Σικελιανός, Λυρικός Βίος, τόμος Α’, Πρόλογος, Αθήνα Ίκαρος, 1981, σσ. 14-15.

[34] Οι συμβολιστές του 20ου αιώνα, υποστηρίζουν ότι οι ποιητές κατέχουν εμπειρίες και ικανότητες που άλλοτε ήταν προνόμιο των μάντεων και των μυστικοπαθών και ο Νίτσε θεωρεί την ποίηση όργανο, που συντελεί στην χαλάρωση. Απαραίτητο στοιχείο της ικανότητας των ποιητών θεωρεί την ικανότητα να προλέγουν τα μελλούμενα, F. Nietzsche, Morgenrote, αφορισμός 507, Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, Τρία Κεφάλαια βιογραφίας κι ένας πρόλογος, ο. π., σσ. 41-42, υποσ. 33.

[35] Ως ο Ποιητής, ο Στοχαστής, ο Μυστικός ή ως ο Φιλόσοφος-Ποιητής-Προφήτης, Ερατοσθένης Καψωμένος, Αφηγηματικές τεχνικές στα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, σσ. 212-213, (ανάτυπο, από τα Πεπραγμένα Επιστημονικού Διημέρου, Νίκος Καζαντζάκης, Σαράντα Χρόνια από το Θάνατό του, Χανιά, 1-2 Νοεμβρίου 1997, Έκδοση της Δημοτικής Πολιτιστικής Επιχείρησης Χανιών, Χανιά, 1998).

[36] Είχε μελετήσει τα έργα του Ζαν Ζωρές: Σοσιαλισμός και Πατρίδα (1905), Σοσιαλισμός και Δημοκρατία (1906), Σοσιαλισμός και διεθνισμός (1907), Ν. Πουλιόπουλος, Ο Νίκος Καζαντζάκης και τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, Η κοσμοθεωρία του – η πολιτική του ιδεολογία και δράση, ο. π., σ. 65.

[37] Ο Καζαντζάκης γράφει στο Αναφορά στον Γκρέκο, (σ. 140) για το πρώτο θεατρικό του.

[38] The World’s Great Thinkers, Man and the Universe: The Philosophers of Science, Henri Bergson, Edited by Saxe Commins & Robert N.Linscott, Pocket Books Inc. New York, 1954, σ. 284.

[39] Αυτόθι, ο. π., σ. 290.

[40] Ν. Καζαντζάκης, Henri Bergson, περιοδ.: Καινούρια Εποχή, Φθινόπωρο 1958, σσ. 12-30.

[41] “[…] να ολοκληρώσει τη μελέτη του, του Νίτσε και να συνειδητοποιήσει για πρώτη φορά τον εθνισμό του.” Λέει ο Κατσίμπαλης και επίσης: “[…] κολακευότανε να λέει πως ήταν μαθητής του Bergson και παρακολουθούσε τις παραδόσεις του στο College de France, αλλά δεν του αφιερώνει ούτε μια ανταπόκριση, ούτε δυο λόγια δε βρίσκει να τον ξεχωρίσει.” τονίζει ο Κατσίμπαλης, Ο άγνωστος Καζαντζάκης, “πεζά ποιήματα”, Ν. Εστία, Τόμος ΞΔ’ 1958, (τεύχ. 7444-755) σ. 1208.

[42] Ανταπόκριση στο Νέο Άστυ στις 8/5/1908, με το ψευδώνυμο Ακρίτας, Ν. Πουλιόπουλος, Ο Ν. Καζαντζάκης και τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, Η κοσμοθεωρία του, ο. π., σ. 75.

[43] Αυτό φαίνεται στην ανταπόκριση του Ν. Καζαντζάκη στο Νέο Άστυ στις 8/5/1908, με το ψευδώνυμο Ακρίτας, όπως στην υποσημείωση 42.

[44] Ο Γ. Πετρέας τονίζει την τιμητική αναφορά προς τον Καζαντζάκη, στο Παρίσι, για την συνέχιση του έργου του σε μεγάλη ηλικία: “[…] δίδασκαν στο Νεοελληνικό Τμήμα της Σχολής Ανατολικών Γλωσσών, στο Παρίσι: “ότι ο Νίκος Καζαντζάκης, σε ηλικία 70 ετών, συνεχίζει τις σπουδές του…” για να δείξουν ότι “δεν έπαυε τις μελέτες και τις έρευνές του για όλα τα ζωντανά προβλήματα του καιρού μας.” Γ. Πετρέας, Ο Καζαντζάκης στην Αντίπολη, Ν. Εστία, Τόμος 1ος, 1959 (σσ. 201-202).

[45] Ο Ίων Δραγούμης υπήρξε αδερφικός φίλος του ποιητή και της Γαλάτειας, όπως μας λέει η Έλλη Αλεξίου, στα σχόλιά της στην εισαγωγή στις επιστολές του ποιητή προς την Γαλάτεια, Ν. Καζαντζάκης, Επιστολές προς Γαλάτεια, Δίφρος 1984, Αθήνα, Εισαγωγή Έλλης Αλεξίου, σ. 26α.

[46] Νέο Άστυ στις 30/6/1908, Ν. Πουλιόπουλος, Ο Ν. Καζαντζάκης και τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, Η κοσμοθεωρία του, ο. π., σ. 80.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...