Το Μακρύ Ταξίδι…

Το Μακρύ Ταξίδι… 

Copyright: Πιπίνα Δ. Έλλη (Pipina D. Elles)

Ποιητική Συλλογή

******

Αγαπημένη μου…
Έσκυψα και ασπάστηκα το ξάστερο μέτωπό σου,
στοχάστηκα το ψυχανέμισμά σου
αφουγκράστηκα τον ρυθμό της πνοής σου.
Μοσχομύριζες λεμονανθό κι αγιόκλημα
θυμάρι και μαστίχα…
«Καλώς σε βρήκα!» μουρμούρισα με ρίγος.
Η μορφή σου έλαμπε από την καλοσύνη
και οι κορδέλες στα ξέπλεκα μαλλιά σου
έφεραν τα χρώματα της ζωής,
της αισιοδοξίας, της ελπίδας…
Ο σταυρός στον βασανισμένο κόρφο σου
και τα αγριολούλουδα στην κώμη σου
ανέστησαν πρωτομαγιές,
περασμένων χρόνων,
της πρώιμης ηλικίας μου.
Το άγιο μέτωπό σου
πυκνές, και βαθιές ρυτίδες το αυλακώνουν
και οι παρειές σου σκαμμένες από το δάκρυ
της αέναης θλίψης, πώς πληγώνουν!
Οι μνήμες σου στα όνειρα,
γίνονται πρωινή προσευχή.
Κι αν στα βάθη των αιώνων, δε σώνει ο δρόμος σου
οι μνήμες μας φθείρονται – διαφθείρονται
στην επίγεια παραμονή τους!
Δεν νοείται η φθορά της τέτοιας μνήμης!
Είναι κρίμα!
Αχ, σε θωρώ κι αναστενάζω!

Γνωρίζω για τα’ ατέλειωτα ραπίσματα
μώλωπες στην περηφάνια σου.
Δε σου αξίζουν ποταπές αντιζηλίες
ή αστήριχτες εχθρότητες.
Λέμε πως είναι προίκα αλλοεθνών… Όμως όχι.
Τα παιδιά σου δε διαφέρουν από δαύτους!
Οι σαλπιγκτές και οι κήρυκες
χειρίζονται τα δηλητηριασμένα ‘βέλη’ τους
για να σε καταποντίσουν:
Πρώτα αυτοί –ανόσιοι Εφιάλτες-,
βάλλουν ενάντια στη μάνα τους.
Πουλημένοι στα συμφέροντα,
κι ετούτοι οι γυρολόγοι-ερανιστές της δύναμης.

«[…] Η θεομίσητη Διχόνοια που τον άνθρωπο χαλνά».
«Η Διχόνοια κατατρέχει την Ελλάδα· […]»
κλαίει, κλαίει, ο ποιητής!
Είσαι η ‘Μάνα’… προσδοκάς το σεβασμό,
την καλλιέργεια και την προστασία της μνήμης, στον αιώνα!
Μα πιότερο απ’ όλα διαψεύστηκε η ανταπόδοση
της απερίσπαστης αγάπης απ’ τα παιδιά σου.
Ορκίζομαι, δεν τις αξίζεις τις τέτοιες τιμωρίες!

Θα παλέψω, όσο μπορώ, ώστε τα σημάδια των ήλων σου,
να διατηρηθούν στη μνήμη, αιώνια.
Δεν είμαι μόνος· όπως πριν, τώρα και στον αιώνα
πολλές ψυχές θα ασπάζονται τη μεγαλοσύνη σου.

Τα πάθη των υιών του Προμηθέα συνεχίζονται…
Στη Γη σου, άλλοι είναι Τιτάνες
και άλλοι… υπηρέτες του Άδη!
Άλλοι «Σαμαρείτης», και άλλοι «Αρμαγεδδών»
Άλλοι ανασταίνουν και άλλοι αφανίζουν.
Δε θα μπορούσαμε να υπερβαίνουμε
τη νομοτέλεια της φύσης
όπου ο ισχυρός υπερτερεί του αδυνάτου;
Θα μπορούσαμε άραγε, χωρίς να δίνεται έμφαση
στα κίνητρα ή στο μέσο
της καταστροφής του δευτέρου;
Μία τέτοια διαδικασία, συμπεριλαμβάνει
όλες τις μορφές ύπαρξης.

Ας όψεται το κοινωνικό συμβόλαιο,
που χαράζει το όριο της συνοχής – ανοχής.
Όλα έχουν αποτύχει!
Κι εσύ αγέρωχη κυρία,
αγαπημένη, πολυτραγουδισμένη,
δεν τα κατάφερες τον γόνο ν’ απομακρύνεις
από τη δίνη της αυτοκαταστροφής.
Το ένα, οδυνηρότερο του άλλου.
Αναρωτιέμαι την ώρα ετούτη,
της κρίσης και της αυτοτιμωρίας
πώς θα λυθεί, ο ‘γόρδιος’ δεσμός!
Αναρωτιέμαι για το χτες, το σήμερα
ή το σκιώδες αύριο.
Έγνοια μου πάντα η νόηση
η διανόηση, η κληρονομιά μου
των παντοδύναμων λέξεων-όρων…
του Νου, του Έμμετρου Λόγου,
της Διαλεκτικής, του Λόγου του Αντίλογου
της Συλλογικής γνώσης, της Μίμησης του Χορού…
Οι αγώνες όλων όσων ορκίστηκαν στ’ όνομά σου
που έχυσαν το αίμα τους για την τιμή σου
δεν μπορεί να πάνε χαμένοι!
Τα λάβαρα του έθνους,
τα πανανθρώπινα σύμβολά σου,
θα τα ανυψώνουμε σε νέο Γολγοθά…
Στην κορύφωση του πάθους
μηνύματα αγάπης και αισιοδοξίας θα γεννηθούν,
στα τέσσερα σημεία της υφηλίου θα μεταδοθούν
θα γαληνέψουν τα βλαστάρια σου
θα καταλαγιάσει ο πόνος του ανθρώπου
θα έρθει η Ανάταση, η Ανάσταση!

Ξέρε το, τα απανταχού «ξένα» σου, σε αγαπούν,
σε μελετούν, σε προστατεύουν,
υπερασπίζονται τα δίκαιά σου.
‘Καθείς με τα όπλα του’, είπε ο ποιητής!
Τα σκορπισμένα στα πέρατα του κόσμου,
παιδιά σου, ως κλείνει ο κύκλος
του ενιαυσίου σκληρού μόχθου
να σ’ αγκαλιάσουν, τρέχουν
να εμβαπτιστούν ξανά στα άγια νάματά σου,
στο φως του ήλιου σου
στο οξυγόνο του βουνού σου
στη γαλανή σου θάλασσα…
Τρέχουνε για ν’ αναζωογονηθούν μέσα
από τη θαλπωρή σου
λυτρώνοντας το κορμί τους
-προσωρινά έστω-
από το πουκάμισο της ξενιτιάς!

Σε φιλώ καλή μου σταυρωτά,
προσκυνητής – υπασπιστής
και αγγελιοφόρος σου,
ενόσω αναπνέω…

Καλώς σε βρήκα και πάλι,
γλυκιά μου!

******

Αθήνα…
Να κονσερβοποιείσαι σε airbus,
-διάβολε, όσο πάει συρρικνώνεται ο χώρος του!-
να αιωρείσαι στον αέρα
εικοσιτετράωρο και βάλε,
δεν είναι αλήθεια, αστείο.
Ύστερα από το μακρύ πέταγμα,
η προσγείωση λειτουργεί σαν λύτρωση…
Πατώντας πόδι στο ‘εξευρωπαϊσμένο’ αεροδρόμιο
– αυτό τουλάχιστον πιστεύουν οι Αθηναίοι –
ελπίζεις πως οι θυσίες σου, κατευοδώνονται τελικά!
Ωστόσο από την πρώτη κιόλας αχόρταγη ματιά
διαπιστώνεται πως η γλυκόπνοη
προστατευμένη της γλαυκομάτας,
εξελίχτηκε σε γερασμένη κυρία
που τα προσωρινά καλλυντικά
δε την μπορούν…
Ορόσημά της αλλοτινά,
η Ακρόπολη, τα Μουσεία,
το Θέατρο του Ηρώδη του Αττικού…
τα αειθαλή μνημεία της·
οι διαμαρτυρίες, οι κουκουλοφόροι,
τα ξηλωμένα μάρμαρα
και οι άντρες τιμωρίας,
-πάλαι ζημιογόνοι-,
στις μέρες μας!

Αχ, κυρά μου!
Ακόμη και το γλυκό σου κλίμα, παραβλέπεται!
Πώς να σβήσω το δάκρυ μου
το δάκρυ σου;
Πώς να δικαιολογήσω τις τέτοιες συμπεριφορές
στους Λαιστρυγόνες;

******

Ιντερμέδιο, ένα…
Αντίο
Άγγιξες παλιές πληγές, αδερφέ μου!
Έφυγα μακριά γιατί δε με χωρούσε
η αγκαλιά της μάνας μας.
Τώρα κλαίω σε ξένης, αγκαλιά,
και συχνά ξημερώνω από τους εφιάλτες της.
Ξένος εκεί… ξένος κι εδώ!
Με δέχτηκε η θετή…
μου έδωσε ευκαιρίες…
στήριξε τον αγώνα μου,
μ’ έκανε ανεξάρτητο
τα πόδια μου στεριώνοντας!
Ίσως δεν είναι τέλεια
όμως ούτε ‘κείνη που άφησα,
ήταν!
Αλήθεια, οι μάνες θέλουν το καλύτερο
για τα παιδιά τους
όμως εμείς τους δένουμε τα χέρια,
με τον εγωκεντρισμό, την αυταπάρνηση, την έχθρα
στον δίπλα, στον απέναντι, κι ας είναι αδερφός.
Ίσως προϋπόθεση της ένωσής μας -των αδερφών-,
είναι ο όποιος ‘βάρβαρος’
και η επικινδυνότητά του εναντίον μας.
Ποια τα οφέλη μας τελικά;
Κι αν απουσιάζω;
Εσύ, πρώτος από όλους, με ξέγραψες!
Εσύ, που κι έτσι ακόμα,
λες πως σου χρωστάω,
γιατί έφυγα, γιατί επέστρεψα
και δεν πλήρωσα απανωτά τα διόδια!

Ίσχυε ανέκαθεν η πίστη ότι
‘τα πλούτη στον τόπο της αυτοεξορίας,
φυτρώνουν σε καταπράσινα κλαδιά’
και ότι κομμάτι τους ανήκει και σε σας,
τους ‘τυχερούς’,
που μείνατε στην πατρίδα…

Ως αδερφός μου έκανες κάποιες χάρες
και θεωρούμαι αχάριστος
που σ’ ευχαρίστησα όπως μπορούσα
και όχι όπως περίμενες!
Τώρα που οι σχέσεις μας αγγίξανε
το ‘ως εδώ και μη παρέκει’,
τώρα που οικειοθελώς χωρίσαμε τις μοίρες μας,
κοιτάζω πίσω μου και διαπιστώνω
πως πέρασαν αιώνες από τότε.
‘Μάτια που δεν βλέπονται…’ Έτσι!..
Λέω λοιπόν ένα στερνό αντίο
και θα πορευτώ χωρίς πάθος
και χωρίς φόβο…
Αν μπορέσω να δώσω στην ‘Μάνα’ μας,
μόνο τότε θα υποχωρήσω απέναντί σου…
Η ιδέα της γης μου είναι ριζωμένη μέσα μου.
Θα ζει ενόσω ζω!

******

Γιάννινα
Είναι μια αγαπημένη συνήθεια ετούτη
από τα χρόνια τα εφηβικά μου…
Ένας περίπατος ως την πλατεία…
κάθοδος μετά στην Παμβώτιδα,
καφές στης «Κυρά Φροσύνης…»
-στην προεξοχή της παραλίμνιας καμπής
δίπλα στον υγρό τάφο της Κυράς
και των δεκαεπτά νεανίδων!

Φροσύνη, Ευφρόσυνη, άλογη και παράλογη!
Το φόρεμά σου άδειασες,
αδειάσανε τα μάτια σου…
Ήτανε χρόνοι χαλεποί
και η ‘αλεπού’ σα δεν μπορούσε
αλλιώς, να σ’ αποκτήσει,
στηρίχθηκε στης ‘νύφης’ το παράπονο.

Δεν ήταν ο Μουχτάρ,
ούτε η απιστία του…
Αχ, σε λιμπίστηκε κυρά μου, η ‘αλεπού’,
και… όλα τα παραμέρισε
και τη ζωή σου ακόμα!

******

Ιντερμέδιο, 2.…
Ο θυμός σου
Δεν γνωρίζω τα του θυμού σου, φίλε!
Αποζητώ την ηρεμία.
Η κουκουβάγια δεν στεναχωριέται για τα πεζά…
Μας παρακολουθεί με μάτι αεικίνητο, αστραφτερό
και σπάνια κράζει.
Γνωρίζει την ανόητη συμπεριφορά μας
κι αναστενάζει, χωρίς να είναι γκιώνης!
Κατέχει τα καμώματα θεών τε και θνητών.
Την αδυναμία τους, της μάθησης,
και την άλλη, της κατανόησης των φαινομένων
σε βάθος χρόνου…
Γι’ αυτό χτυπούν -αιώνα στον αιώνα-
το κεφάλι τους στον τοίχο!
Γι’ αυτό αναρωτιούνται σήμερα
–έγινε πια συνήθεια-
πώς, να περάσουνε αλώβητοι
τις Συμπληγάδες του 21ου αι.

Αλλά ουδείς αναμάρτητος!
Μόνο που και σήμερα έλαβα
νέο μήνυμα άτοπης συμπεριφοράς
και αναρωτιέμαι πόσο παίρνει κάποιον
να απορρίψει τον άνθρωπό του.

Ναι… σήμερα η κρέμα του καπουτσίνο
ήταν πικρή
και σαν παραπονέθηκα
μου εξήγησαν πως ήταν ιδέα μου,
και πως αν δε μου κάνει,
να μην τον πιω,
όφειλα όμως να τον πληρώσω.
«Τι έφταιγαν αυτοί
αν η αίσθησή μου της γεύσης
με πρόδωσε;» αναρωτηθήκανε.
Ρωτάω λοιπόν, σοφή της νύχτας
αν υπάρχει απάντηση
σε όλα ετούτα τα γελοία.

Α, ναι… ακόμα δεν κατάλαβα
τα του θυμού σου… φίλε!

******

Αχ, θάλασσα, θάλασσα!
Σύβοτα…
Μεσημέρι στα φωτεινά Σύβοτα…
Το μάτι του θεού αγκαλιάζει τη θάλασσα
φτιάχνει την αλμύρα εντονότερη,
το φύκι να χρυσίζει.
Το μελτεμάκι σηκώνει, σκορπίζει οσμές…
Πιάσαμε μια γωνιά
τσιμπήσαμε χωριάτικη,
τη φέτα, το ψαράκι,
και Ζύθο ελληνικότατο
και τέλος… καφεδάκι!

Το καραβάκι π’ άραξε
ξεφόρτωσε μισόγυμνους τουρίστες
-ψημένοι αστακοί στην άμμο, ήταν!
Παραμερίζοντας τον κάματο
των αγαθών του Ιονίου,
βιαστήκαν στις περίφημες σειρήνες,
εδεσμάτων!
Πιαστήκανε καρέκλες και τραπέζια
και τα ελάχιστα ‘παιδιά’ των μαγαζιών,
τρέχουνε πέρα – δώθε
στο μπαρ ή στην κουζίνα.

Το menu αφορά
Βαβέλ γεύσεων:
γερμανικής, ιταλικής,
ισπανικής… και βάλε!
Σαν ηρεμήσουν οι σιαγόνες,
και το αίσθημα της πείνας
το αντικαταστήσει η ‘χορτασιά’
ρεμβάζουνε νωχελικά…
Εύχονται να ήταν δικός τους
ετούτος ο παράδεισος της σύνθεσης
θάλασσας και βουνού
ταβέρνας και παρέας.
Να είχαν στ’ ακροδάχτυλα
το γούστο, το κέφι, το μεράκι…
Αχ! Να ‘τανε Έλληνες κι αυτοί!

******

Ιντερμέδιο, 3…
Ο γέροντας
Ο γέροντας πέρασε απαρατήρητος.
Αλλάξανε οι καιροί.
Οι νέοι δυσκολεύονται
να κοιτάξουν κατά πρόσωπο, τον διπλανό.
Φοβούνται τα ξένα μάτια στα δικά τους.
Γιατί τα μάτια καθρεφτίζουν την ψυχή.

Οι ηγεμόνες προσποιούνται πως πασχίζουν…
πλουταίνουν κολλημένοι στις καρέκλες
και ρίχνουνε τα σεντς που περισσεύουν
στους υποστηρικτές τους…
Και ενώ Νομπέλ ειρήνης και τα παρόμοια,
προσφέρονται σε επιστήμονες, ανθρωπιστές
και λογοτέχνες…
–όχι σπάνια σε ανίδεους ή ασχέτους-,
εμείς αλλάξαμε στους αιώνες, ριζικά,
και από ελεύθεροι του πνεύματος
γίναμε υπόδουλοι των λίγων…
Ο άνεμος που φύσηξε ευνόησε
τα φτερά της ανικανότητάς μας, τελικά.
Έβλεπες φτωχό και τον λυπόσουν
τώρα τον βλέπεις και τον σιχαίνεσαι.
Πετάς τρόφιμα γιατί δεν νοιάζεσαι
να τα προσφέρεις στον ανήμπορο…

Έληξε η ημερομηνία τους…
και η δική μας φίλε…, του ανθρώπου.

******

Ηγουμενίτσα, συνοικισμός αλλοτινός
Ελλήνων, προσφύγων-Μικρασιατών!
«Ελιές μάζευα γλυκιά μου…
Έπρεπε να ζήσουμε…
και ύστερα ήρθαν άλλα, χειρότερα…
και… ήμουν ολομόναχη…
Τα πράγματα ήταν έτσι,
σ’ ετούτη τη Γης,
που κι ο αδερφός ακόμα αλλάζει,
και γίνεται εκμεταλλευτής!
Δεν ξέρω γιατί οι σοφοί
δεν κατόρθωσαν να επηρεάσουν
στο ελάχιστο,
ετούτους τους ‘αγροίκους’!
Ο παππούς σου είχε αρνηθεί
να ενδώσει στον ευτελισμό
στην ντροπή αδυσώπητης
προσφυγιάς…
Έφυγε… μ’ άφησε ολομόναχη
με τέσσερα μωρά και ένα αγέννητο,
στην επικράτεια της Αφροδίτης,
της Κύπριδας …
Ούτε το μέρος όπου αναπαύεται,
να θυμηθώ μπορώ, τώρα πια!»
Κάθε φορά που η γιαγιά μου ιστορούσε
κομμάτια από το παρελθόν της…
άκουγα με προσοχή, αλλά δεν καταλάβαινα.
Μέσα μου όμως, ένιωθα έναν παράξενο πόνο
στα λόγια της που σα μοιρολόγια αναδύονταν
από ημερολόγιο απερίγραπτης φρίκης…

Ύστερα άκουσα για τον Παναγιώτη Ε.
του Γιώργου, τον πατέρα.
Τον εκτελέσανε οι Γερμανοί
– κι ήταν εκεί, στο εκκλησάκι Πέτρου και Παύλου
στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου-,
κι από κοντά έναν παππά
και ένα δάσκαλο!
Τελούμε επιμνημόσυνη επίσκεψη
στον χώρο.
Το ελάχιστο της προσφοράς
στη μνήμη των αδικοχαμένων!

Όμως ο τόπος αφήνει και ευχάριστες εντυπώσεις.
Όταν περπατούμε ξυπόλυτοι
στην καυτή άμμο του Δρέπανου,
όταν βουτάμε στο Μακρυγιάλι…
ή όταν ξεκουραζόμαστε,
αποθέτοντας της ξενιτιάς
τη πουκάμισο, κατάχαμα…
Αγναντεύοντας τον γαλάζιο ορίζοντα
μέσα από τα φυλλώματα δέντρων…
ή τη γαλανή σκέπη του ουρανού
αιωρούμεθα σε άλλες διαστάσεις!
Να πώς γιατρεύουμε τα άλγη μας
της ξενιτιάς.

Νωρίς το μεσημέρι,
στην ταβέρνα της αλμύρας,
τρώμε γαύρους,
ψημένους στη θράκα
χωριάτικη σαλάτα,
πίνουμε σιάντι!
Στο λιμάνι μας περιμένει
ο γέρο- Παντοκράτορας.
Μαζί του παίρνουμε το δρόμο
για το ραντεβού μας
με τη γοργόνα του Ιονίου
το νησί της φιλόξενης Ναυσικάς…

Τόσοι ξένοι… τόσες γλώσσες…
τόσες ηλικίες…
Κι εμείς ανάμεσά τους,
οι πάντα ξένοι!

******

Ιντερμέδιο 4…
Ξέρεις…
Πιστεύουμε στις αλήθειες
τις κρυμμένες στα παραμύθια.
Εδώθε ξεκινά η πίστη μου
στους άρχοντες – ήρωες,
στις καλές νεράιδες,
στους γενναιόδωρους – πλούσιους,
στους καλούς Σαμαρείτες!..
Ξέρεις τι έγινε τελικά;
Η πορεία μου στη ζωή,
τα αποκωδικοποίησε όλα.

Κάποιες από τις συγκυρίες της με δίδαξαν
πως όμοια με τον πιστό σκύλο
που στην αρρώστια του, δαγκώνει
τον ευεργέτη του,
παρόμοια και ο συνάνθρωπος…
Ο φίλος μου και ο σκύλος μου
είχαν ένα κοινό…
Με έγλειφαν… με έγλειφαν…
όμως κάποια στιγμή που
τους κανάκευα
γύρισαν και με δάγκωσαν.
Έκτοτε ούτε φίλοι, μήτε σκύλοι
με περιτριγυρίζουν….
Και καθώς η ευγένεια δεν βλάπτει,
την έκανα ασπίδα μου έναντι εκείνων
που πλησιάζουν με το πρόσχημα της φιλίας!

Το κατήγγειλα κι αυτό, κι αλήθεια, πώς ξαλάφρωσα!

******

Στο Νησί της Ναυσικάς
Η μια φορά κι έναν καιρό,
φιλοξενία του Οδυσσέα
στη γη των Φαιάκων, γεννά τη διάθεση
της γνωριμίας της.
Το Κάστρο της…
το ρομαντικό Αχίλλειο,
το Κανόνι, το Ποντικονήσι
ή το Μπαστούνι με την σπουδαία θέα…
όλες αυτές και ακόμα περισσότερες
οι ομορφιές της… αληθινό χάρμα οφθαλμών!

Από μικρός την ταξιδεύω,
ασπάζομαι τον ‘Άγιο’
-φόρεσα ξέρεις φυλαχτό από τις περπατημένες,
τις φυκιασμένες παντόφλες του-,
αγαπώ την κοσμοπολίτικη ‘Πλατεία των Λιστών’,
Την πολυχρωμία της και την κίνησή της.
Στο στενό του Άγιου περπατώ
χαζεύω στα μικρομάγαζα
-παράδεισος του τουρίστα-
Χώνομαι σε ένα μικρό,
διαλέγω, από ‘μαντόλες’ και ‘μαντολάτα’
ως ‘cum cuat’, γλυκό ή και ποτό.
Τι λιχουδιές για όλους!
«Πέλοπας»
Πώς βρέθηκαν τα κινέζικα ‘cum cuat’
τα φρούτα της ευνοϊκής τύχης
-για τόσους χρόνους τώρα-
στο αρχαίο νησί των ‘Φαιάκων’;

Συνεχίζω, μπαίνω – βγαίνω
σε άλλο και σε άλλο…
τεκμήρια διαφορετικού παράδεισου.
Αγοράζουμε, κουβαλάμε…
και έτσι κουρασμένους
μας βρίσκει η 12η ώρα
σε ελκυστικό ‘καφέ’
στην Πλατεία των Λιστών
με τα παμπάλαια φανάρια…

Καθισμένοι ανάμεσα στις κολόνες
τρώμε καρυδόπιτα με παγωτό
και πίνουμε φραπέ!

Ύστερα τρέχουμε στο Κανόνι,
χαζεύουμε ξανά στα τουριστικά είδη…
και για λίγο με τα αεροπλάνα
-προσγειώνονται – απογειώνονται, διαρκώς-
και φωτογραφίζουμε για άπειρη φορά
το σαγηνευτικό τοπίο.

Τρώμε στιφάδο κόκορα
γευόμαστε κρασάκι
και ευχόμαστε να σταματήσει ο χρόνος!
Επιστρέφουμε για να χαζέψουμε με το κρίκετ…
«Κρίκετ;» Δεν το πιστεύουν ‘οι βάρβαροι’
στους Αντίποδες,
γιατί δεν γνωρίζουν από «Κέρκυρα,
ή «τον πολιτισμό της!..»

Στη Λευκίμη θα μας φιλέψουνε οι φίλοι
το σταφύλι, το ντόπιο το κρασί…
δίπλα στο καυτερό μπουρδέτο…
Και πού να σταματήσω;
Τι απόλαυση κι ετούτη η μικροαστική ζωή!
Εκείνη όμως τη νύχτα του ‘74
που πλημμύρισε η Λευκίμη
ήμασταν με τα μικρά μας…
σε όμορφο μπανγκαλόου.
Είχαμε παίξει όλοι μαζί με την άμμο
είχαμε τσαλαβουτήσει στα νερά του Ιονίου
και κουρασμένοι είχαμε παραδοθεί στον ύπνο.
Το πρωί κινήσαμε για την πόλη…
Τι ήταν όμως εκείνο το κακό
που είχε συμβεί τη νύχτα;
Είχε βρέξει απανωτά και ραγδαία
και η θάλασσα είχε ενωθεί με τα νερά της βροχής
στον κάμπο με τις ελιές
και στον άλλο, με το σταφύλι.
Ένα ψηλό τρακτέρ πέρασε
και συνέχισε το δρόμο του… άνετα.
Ρωτήσαμε κι εμείς,
μας είπανε ότι είναι εντάξει…
Όμως δεν ήταν έτσι…
Με φρίκη διαπιστώσαμε
την άνοδο του νερού…
στο μικρό μας VW!
Είχαμε μαζί μας τον Άγιο
και το βίαιο ρέμα
δε παρέσυρε το μικρό μας VW,
στη θάλασσα!
Έτσι δεν απέβησαν
η λατρευτή νήσος και το Ιόνιο
η τελευταία μας περιπέτεια!
………………………………………………………..
Το προσκύνημα στην Κέρκυρα είναι ετήσιο…

******

Ιντερμέδιο 5…
Τον είδα…
Τον είδα ξανά στην αχλή του ονείρου…
«βασιλικότερος του βασιλέως» κι εδώ.
Τον χαιρέτησα και απάντησε
«να περάσεις!»
Ξύπνησα ταραγμένος
«Άκου λέει ‘να περάσω!’»
Γιατί; Για να μιλήσω με άτομο
ουσιαστικά ανύπαρκτο;
Η μάσκα ευφορίας,
συνώνυμη της υποκριτικότητάς του,
αποκάλυπτε την ίδια περιφρόνηση.
«Να περάσεις!» είπε, καθώς ο ίδιος
δεν επρόκειτο να περάσει, ποτέ,
για να με δει!
Δε με χρειάζεται, μου το είπε καθαρά
με την επανάληψη.
Ξέχασε όμως κάτι: τα πράγματα αλλάζουν
και τελικά, κι εγώ μπορώ να τον μιμηθώ
χρησιμοποιώντας την αδύνατη προστακτική:
«να περάσεις!»
Όμως αρχίζω τον τελευταίο κύκλο του παιχνιδιού
της απόρριψης:
«Γιατί; Με θέλεις για κάτι;»
Εκείνος με χτυπά με το γάντι του…
Ο αναιδής! Με καλεί σε μονομαχία!
Ανταποδίδω την πρόκληση.
«Τέλος η κωμωδία!
Δε σε ξέρω… δε με ξέρεις…
δε μου χρωστάς… δε σου χρωστώ…
Δε θα περάσω … δε θα περάσεις…
Ναι, δε θα περάσω. Ακούς;
Κλείνω έτσι το δεφτέρι με τα βερεσέ…
δε σου χρωστώ δε μου χρωστάς…
Είμαστε πάτσι!»
Είπα και ο άνθρωπος ζάρωσε,
έγινε τόσο μικρός, ξαφνικά!

Έκτοτε… τον βλέπω κάποτε ν’ ανηφορίζει το δρόμο
με το μάτι καρφωμένο στην άσφαλτο!
Και… άκου να δεις…
έτσι μού ‘ρχεται να τρέξω να του πω,
«περασμένα ξεχασμένα… να περάσεις… θα περάσω!»
Όμως… δε μπορώ! Με κρατά πίσω,
η μνήμη της ναρκισσιστικής μάσκας του…

******
Στο Μέτσοβο…
Βασίλειο αετογεννημένων, είναι…
Σκουτάρια, στείρες βελέντζες και καραμελωτές
στολίζουν ακόμα τους καναπέδες
και τζάκια θερμαίνουν τις παγωμένες γωνιές,
και μες στην καρδιά του Οκτώβρη!

Το κοκορέτσι ψήνεται φρέσκο…
«Περιμένετε αν μπορείτε,
αν θέλετε να το γευτείτε»
συμβουλεύουν.
Φρέσκο – ζυμωμένος, ζεστός άρτος
κόβεται στο τραπέζι και δίπλα η χωριάτικη
και η αγαπημένη
από ντόπια αγριόχορτα!
Χοιρινό κοντοσούβλι και άλλα σπιτίσια,
πίτες με χόρτα ή με ανθότυρο…
Αχ! Ετούτη είναι αληθινή ζωή!
Το Μετσοβίτικο κλίμα,
είναι το οξυγονούχο ελιξίριο της ζωής!

Στα μικρομάγαζα μας πιάνει πανικός!
Υπάρχουν όμορφα, φτιαγμένα από χέρια, ντόπια.
Όμως υπάρχουν και τα άλλα, τα… εισαγόμενα
κι αυτό πονάει αλήθεια!
Απαξιώνεται το χέρι του Έλληνα τεχνίτη
και αφανίζεται η πολιτιστική κληρονομιά μας.
Παινεύω λοιπόν τη νοημοσύνη των ενηλίκων και υπερηλίκων
που δεν απαρνιούνται το παραδοσιακό τους ένδυμα!
Έλληνες και Ελληνίδες στην ψυχή και στην παράδοση
φοράνε τη μαντήλα στο κεφάλι με γούστο και με σκέρτσο
την κεντημένη την ποδιά, άνοιξη στο χειμώνα!

******

Ιντερμέδιο 6 
Μια πεταλούδα, μια ψυχή…
Δες την… πετά στο όνειρο…
Πλησιάζει τη φλόγα που τσουρουφλίζει
που απολυμαίνει!

Τόσο μικρή και δροσερή…
μία ψυχή… μία ψυχή!
ύπαρξη, αθώα,
αιχμάλωτη της αγνωσίας!
Γνωρίζει πού κατευθύνεται;
Ξέρει για το αύριο της επιλογής της;

Ετούτη την πεντάμορφη,
την πεταλούδα ετούτη,
την περιμένει Δράκος!

Την υποδέχεται χαμογελαστός,
με ανοιχτές αγκάλες
γοητευτικός, όπως αρμόζει σε οικοδεσπότη.
Και η πεντάμορφη, τρέμοντας
στην επιθυμία της συντροφιάς του
πλησιάζει μ’ εντροπή
της βουλιμίας το χάος.

‘Ήτανε…’ ψυχούλα…
και ο Δράκος διέθετε ποικίλες μάσκες.
Εύκολα πέτυχε τη σύληση των αγαθών,
της πεντάμορφης,
της πλουμιστής ψυχούλας…
Εύκολα την πέταξε
στην άκρια του δρόμου
-άδεια με τσακισμένα τα φτερά-
Έτσι ποδοπατήθηκε απανωτά…
Η επαφή της με το φως… κατέστη αδύνατη.
Ο χώρος της, μεταμορφώθηκε σε γκρίζα ζώνη
και μόνιμα αντικρίζει απέναντί της,
τους μάγους των ‘ουσιών’.
Ακολούθησαν και άλλοι δαίμονες
από τα Τάρταρα.
Όλοι απαιτούσαν την πρόχειρη,
τη στεγνή χρήση της δεκάρας.
Εκείνο το πρωί, που ο ήλιος είχε πλημμυρήσει την οικουμένη
και το άπλετο φως του είχε ζωντανέψει τις απόκρυφες χαραμάδες,
ο γνωστός καθαριστής ανακάλυψε το χέρι της
να κρέμεται έξω από κάδο σκουπιδιών.
Διαπίστωσε τον ολοκόκκινο βρόχο
στο λαιμό της…

Κανείς δεν την αποζήτησε
κανείς δεν έκλαψε την ψυχή
που στα δεκάξι της
πέταξε αμετανόητη για την ‘τελική λύση’.
Είχε ζήσει ατόφιο
τον κυνισμό του ανθρώπου.

******

Από το Βίκο στα Μετέωρα
Στη χαράδρα ετούτη εφησυχάζουν οι αετοί
φυτρώνουν μαγικά άνθη
και ζωντανεύουν κάποια ερπετά!
Η Αγία Παρασκευή η προστάτισσά τους
μας επιτρέπει να σκύψουμε πάνω του
να αναπνεύσουμε το θυμάρι του,
να ακούσουμε την ηχώ της φωνής μας…
Εδώ εξουσιάζει το βάθος
εδώ περνά ο Βοϊδομάτης…

Στα Μετέωρα ορίζει τους κανόνες το ύψος!
Απροσδόκητα μεγαλοπρεπείς όγκοι,
που σκουφιά τους καμαρώνουν
τα μοναστήρια, ορθοδοξίας…
Σύμβολα αποστατούντος Νου
προσκολλημένου στα πνευματικά
επανδρώνουν με υψηλά οράματα
παρηγοριάς και ελπίδας
τις ψυχές στα χθαμαλά.
Ξεκορμισμένα μέλη, αστέρων,
-εξ ουρανού ή από θαλάσσης;-
θρονιάσανε σε κάμπο,
στη γη των Ελλήνων-Θεσσαλών!

Και η μικρή πολίχνη
προσφέρει λιχουδιές αταίριαστες
και παγωτά… δυσεύρετα
στο πλήθος των επισκεπτών που πηγαινοέρχεται!

*****

Ιντερμέδιο 7 
Τα παιδιά…
Τα παιδιά, είχαν στρωθεί κατάχαμα
στα πόδια απρόσωπου κτηρίου.
Παραπλανούσε ο λήθαργος τα μάτια,
χέρια και πόδια μαριονέτας…

Η γριά πλησίασε
σκούντηξε με το πόδι της
το άλλο που συνάντησε μπροστά της.
«Καλώς τον α τον χάρο!» γόγγυσε το παιδί
και η γριά ματιάζοντας το γύρω
έβαλε στην παράλυτη παλάμη, ‘ραβασάκι’.
«εδώ… τσέπη…» είπε το παιδί…
Εκείνη βούτηξε στην τσέπη του, το χέρι της
και έσυρε κουβάρα το χαρτονόμισμα.

«Εντάξει» είπε,
χωρίς δάγκωμα στην ψυχή
χωρίς ίχνος οίκτου,
κρατώντας στα χέρια,
την ικανοποίηση
του άτιμου κέρδους.
Όλοι ευχαριστημένοι…
τα παιδιά εξασφάλιζαν
τη μεταλαβιά του σκότους, της τρέλας
και η γριά, είχε να φάει…

Αυτό αποκαλείται πρόνοια παρακράτους…
του όποιου κράτους τελικά!

******

Η νύμφη του Θερμαϊκού
Η Ελένη του Μενελάου
είχε προκαλέσει εμφύλιο
παρά το γεγονός ότι άπαντες οι Έλληνες
είχαν ενωθεί εναντίον της Τροίας,
που οι κάτοικοί της ήταν εξίσου Έλληνες!

Η αδερφή του Αλεξάνδρου
έγινε μήλο της έριδας μεταξύ Ελλήνων
και των σφετεριστών της ιστορίας τους!
Μήτε ο Άη- Δημήτρης, δεν μπόρεσε να εξαιρεθεί!
Σε ναό του, στους Αντίποδες,
βαπτίστηκε άγιος της Βαρντάσκας!…

Η Ολυμπιάς… κι αυτή είναι πολυπόθητη.
Οι κάτοικοι της πρώην Ιλλυρίας,
τη κάνανε δική τους
και από κοντά, το γιο της, τον Αλέξανδρο.
Αναρωτιέται κανείς πώς πέσανε τόσο χαμηλά,
ώστε να γίνουν ερανιστές, δανειολήπτες
κι αδιάντροποι σφετεριστές ξένης ιστορίας
ξένου πολιτισμού και δη του ελληνικού.

Και οι ηττημένοι του Β’ Παγκόσμιου
είχαν κατασκάψει την υπό κατοχή Ελληνίδα γη
ως λάτρεις της αρχαίας-ελληνικής τέχνης
και είχαν αναλάβει εξ ιδίων
να κουβαλήσουν πέτρα-πέτρα
τα κτήρια της αποικίας των Ελλήνων, Μιλήτου
δήθεν για να τα προστατέψουν
από τους γνωστούς άσπονδους γείτονες….

*****

Θεσσαλονίκη μου, αλλοτινή ‘Μεγάλη Φτωχομάνα’,
αναρωτιέμαι γιατί στην ‘Αριστοτέλους’
ο καφές σκαρφάλωσε ψηλά…
Ο επιχειρηματίας της ‘Φτωχομάνας’
είχε βαλθεί ν’ αρμέξει τα βαλάντια!
Ο αρχαίος ‘άγιος’ και Μέγας δάσκαλος
θα μπορούσε να πει δυο λόγια σοφά, τσουχτερά…
Όμως δεν οργίστηκε αρκετά
ώστε να αφήσει το μαρμάρινο μνημείο του
καταμεσίς στη συνώνυμη πλατεία!
Εξακολουθεί λοιπόν να θωρεί
τους περαστικούς που αγαπούν
τη φυσιογνωμία του και θαυμάζουν
το μεγαλόπνοο στον αιώνα, έργο του…
με αυστηρότητα!

Υπερασπίζομαι άκρως το πνεύμα
με το οποίο διατυπώνονται ετούτες οι γραμμές!

*****

Ιντερμέδιο 8
Μίνωα θεέ και βασιλιά…
Κύρη της Αριάδνης,
εκπροσώπου και θεάς
της μαγικής σελήνης
και διαδόχου σου,
αμαζόνας και μετόχου στα ταυροκαθάψια
-του ρόλου της αντάξια!-
Πόσοι πρίγκιπες, όπως εκείνος με τα κρίνα,
σε έφεραν σε θέση απελπισίας…

Η τιμωρία των Θεών ήταν διπλή…
έχασες τη διάδοχό σου,
εξαιτίας του βέβηλου Αθηναίου
που χρησιμοποιώντας τον έρωτα της
πέτυχε την απόσβεση του φόρου των Αθηναίων,
τη θυσία των νέων στον βασίλειο του Μινώταυρου!
Γυναίκα η διάδοχός σου
κι εσύ θεός που πίστευες
πως μπορούσε να αλλάξεις το DNA της!
Όμως ούτε η Πασιφάη σε λογάριαζε
και είχε γεννήσει με άλλον, τον Μινώταυρο…
Τώρα η Κνωσός κουβαλά τη μνήμη
τόσων μύθων που θέλουν στη μείξη
θεούς τε και ανθρώπους …

Μία Κνωσός ερειπωμένη
που αδυνατεί να κρατά θαμμένα
τα βασιλικά πάθη, τα λάθη ή την τιμωρία τους!
Αν γίναμε κάπως σοφότεροι
είναι γιατί ακολουθούμε το γνωστό
«το δις εξαμαρτείν…»
… προσπαθούμε, μάλλον…

******

Στη Λευκάδα
Στον Αϊ-Γιάννη, γνώρισα την υφή της θάλασσας.
Σε σπηλιά του το νερό ήταν γλυφό
πιότερο από αλλού…
Το ράντιζε η θάλασσα, το στέγνωνε ο ήλιος
το βασάνιζε ο αγέρας…
Ο ήλιος… μ’ έστελνε μακριά από την αμμουδιά.
Ανέβηκα πεζούλα την πεζούλα
και βρέθηκα στην ‘άκρη’ του Προμηθέα.
Ο άνεμος μάστιζε το βράχο
και το κύμα ούρλιαζε οργισμένο
μάταια… Δεν έφτανε ως εκεί!
Ουρανός και θάλασσα πάλευαν
για την πρωτιά.
Κι εγώ είχα ζαρώσει στο δίπλα
παρακολουθούσα έντρομος
την πάλη των Τιτάνων!

Ο Ποσειδώνας χτύπαγε με μάνητα την τρίαινα
και ο άνεμος επικροτούσε την αναμέτρησή του
με το Δία. Η λάμψη του κεραυνού του Θεο – βασιλιά
διέσχισε τον σκοταδιασμένο ορίζοντα,
και εγώ χτυπήθηκα από τον πανικό της τιμωρίας.
Ήταν ασέβεια να καταγράφεις
το πείσμα των Θεών.
Όταν τα φτιάξουν μεταξύ τους
εσένα τον θνητό, θα κυνηγήσουν.

Στη Βασιλική αισθάνθηκα ασφαλής.
Πολυκοσμία, αλαλούμ…
Δεν ήτανε παζάρι, ο ανήφορος
ένα συνονθύλευμα μαγαζιών,
ξενοδοχείων ήταν
και στάθμευσης πλοίων
που μετέφεραν τουρίστες
και ντόπιους, στη Ζάκυνθο
κι αλλού!

Όμορφη ετούτη η Λευκάδα,
όμορφη η εκκλησιά της Παναγιάς
πάνω στα ‘ράχτα’ σαν εκείνη του Μυριβήλη…

Ώρα να πάρουμε τον καφέ μας…
με ένα τοστ τομάτας και τυριού…
μικρές λιχουδιές που δίνουν μεγάλη ικανοποίηση!
Γυρνάμε Γιάννινα!

*****

Ιντερμέδιο 9
Φτηνά πράγματα…
Μη μιλάς για φτηνά πράγματα…
Νομίζεις πως το στόλισμά σου,
της ‘φρεγάτας’, εντυπωσιάζει;
Το κοκκινάδι στις παρειές σου
ή στα χείλια σου,
το στήθος το γυμνό, το μίνι σου
το άρωμά που παρά – χρησιμοποιείς;
Γιατί αλήθεια νομίζεις πως ετούτα
σε κάνουν σπουδαία;
Ποιος το ‘πε πως μ’ αυτά
θα επιτύχεις στη ζωή;

Μιλάς για φτηνά πράγματα
βαριέσαι να το ακονίσεις το μυαλό.
Και όμως, εκ φύσεως ετούτο πεινά
για τη γνώση, γνώση, γνώση!
Αυτή εκλεπτύνει, ευαισθητοποιεί,
κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει.

Χρησιμοποίησε λοιπόν με σύνεση
το χρόνο σου.
Νέος άνθρωπος, είσαι
έχεις ζωή μπροστά σου!
Άκουσέ με, κάτι ξέρω…

******

Ταξίδι στη χώρα της πάστας και του προσιούτο!
Περιμένουμε και περιμένουμε
στο λιμάνι Ηγουμενίτσας.
Πλησιάζουν μεσάνυχτα.
Αγοράζουμε νερό…
μια σοκολάτα…
να καταπολεμήσουμε
τη νύστα που έρπει…
Περιμένουμε και περιμένουμε…
το πλοίο για την Ιταλία.
Είναι πολύ αργά
για τις μικρές συνήθειες μας.
Διαπιστώνουμε πως άλλα μας είπανε
και άλλα συμβαίνουν, τελικά…
Είναι ‘ίδιον’ χαρακτηριστικό
της ελληνικής κουλτούρας!

Άγνωστοι παρακολουθούν τους ‘αγνώστους’, εμάς,
με προσποιητή αδιαφορία.
Αλλά και ομάδα συμπατριωτών
δε κρατάει τα προσχήματα.
Υπάρχει αλαζονεία στις συμπεριφορές τους,
κι ας είμαστε όλοι Έλληνες…
κι ας συνταξιδέψουμε, ή θα φάμε παρέα
και θα κοιμηθούμε στα ίδια ξενοδοχεία…
Γιατί άραγε; Τι τρέχει;

Στην Ιταλία οι ξένοι, είναι παντελώς ‘ξένοι’!
Επιχειρούμε την επικοινωνία στην Αγγλική, τίποτα!
Τότε καταφεύγουμε στην Ιταλική!
‘Thank God, it works!’
Ακόμα και τα Νέα του CNN
αναμεταδίδονται στην Ιταλική!
Κατά τα άλλα… λένε ότι είμαστε…
una fatza, una ratza?
Το προσιούτο είναι αλμυρό,
και το νερό ακριβό…
Δεν πειράζει βέβαια,
μια και μας αποζημιώνει
η Τέχνης της αντιγραφής
των πελωρίων αγαλμάτων
θεών τε και θεαινών
της κλασσικής εποχής….
Οι καραμπινιέροι βηματίζουν αργά
κρατώντας αυτόματα
έτοιμα να ξεράσουν τη φωτιά τους.
Πανέτοιμοι λοιπόν για την εισβολή
των λαθρομεταναστών την όποια στιγμή…
Έχουμε πρόβλημα;
Όχι, άμεσα… μόνο που η εικόνα θυμίζει
εποχές αλλοτινές… ίσως και μέλλουσες!
Η Βενετία και η Πομπηία δημιουργούν
αντιφατικές εντυπώσεις και όμως συζούνε
στην ίδια επικράτεια.
Κάτι μου λένε όλα αυτά…

*****

Ιντερμέδιο 10
Η επαφή…
Ο άντρας ομολόγησε πως η ζωή υπήρξε ανελέητη…
Δεν αγαπήθηκε ποτέ με την ‘αφέντρα του κάστρου’.
Κοινό λάθος τους, η σιωπηλή τους συμφωνία.
Καθένας τους πίστευε, τον άλλο πως θ’ αλλάξει.
Εκείνη απαιτούσε, εκείνος
διαφωνούσε, διαφωνούσε, διαφωνούσε!
Οι υπομονές έχουν τα όριά τους…
Έτσι κλειδώθηκαν οι πόρτες
και η ‘αφέντρα του κάστρου’ ζήτησε διαζύγιο.
Ο άντρας συμφώνησε, συμφώνησε, συμφώνησε!
Είχαν εκδιωχθεί από τον παράδεισο
της συζυγικής εστίας.
Και το παιδί πού ‘χε φυτρώσει ανάμεσά τους;
Α, ναι, το παιδί!..

******

Πίσω στους Αντίποδες, ξανά και πάλι…
1. Μελβούρνη
Στον ποταμό Γιάρα,
δεν ενδιαφέρεται ο χρόνος
να σε δει να απολαμβάνεις, να χαίρεσαι…
Πρέπει να γνωρίζεις πού να πας…
Όλα έχουν μετρητή που καταγράφει το πέρασμα.

Οι γέφυρες αποδεικνύουν την κουλτούρα
της διασύνδεσης και της ανοχής,
και τα μικρά φέρυ γλιστρούν
στο ήρεμο νερό του Γιάρα σαν κύκνοι
που γνωρίζουν τα κατατόπια του.
Χαίρεσαι το ταξίδι για την προσφορά της δροσιάς
στο αγκάλιασμα του ήλιου…
Γλυκιά, ‘ζεστή’, Μελβούρνη,
φιλόξενη στα χνώτα ποικιλίας,
αγκαλιάζεις τους ξένους, τους δικούς…
Μοιράζεις τον επιούσιο με ξεχωριστή πρόνοια…
θα ήθελα να ζω κοντά σου…

******
Ιντερμέδιο 11
Γνωρίζω κάποιον…
Κάποιος στολίζει τα γραμματοκιβώτια της γειτονιάς
με τριαντάφυλλα…
Λένε πως είναι τρελός!
Ότι έχει τόσα πολλά τριαντάφυλλα
που δεν ξέρει τι να τα κάνει,
πώς προσφέροντάς τα
δεν περνά απλά, την ώρα του!
Λένε πως προσπαθεί
να χειραγωγήσει τους γείτονες…
να συνάψει φιλίες
με γένους θηλυκού άτομα!
Ότι οι κινήσεις του ‘κηπουρού’
αποβλέπουν και σε άλλα…
ότι θέλει ίσως να πολιτευτεί…
Λένε… λένε… και ας μην τον έχουνε δει…

Μία γυναίκα στην κορφή της γειτονιάς
ζει μονάχη με τις τριανταφυλλιές της…
Κουβεντιάζει μαζί τους
παρακολουθεί την υγεία τους
τις τρέφει με αγάπη…
τις ποτίζει με βρόχινο νερό
τις προστατεύει από κακότροπες υπάρξεις
ακόμη και από εκείνες τις κόκκινες,
με τις μαύρες κηλίδες.

Στο χάραγμα, κόβει τα μεστά μπουμπούκια
γεμίζει το καλάθι της με δαύτα, και τα προσφέρει
ακουμπώντας τα, στα γραμματοκιβώτια.
Τη συνάντησα κείνο το πρωινό
και την ευχαρίστησα από καρδιάς.
Και εκείνη με κάλεσε να περάσω
από την αυλή της και να δοκιμάσω
το γλυκό της από τριαντάφυλλο!

******
1. Σύδνεϋ
Η πολιτεία έχει δημιουργήσει έναν γίγαντα
που ζει, δημιουργεί, τρέφεται και κοιμάται…
Έχει τόσες μορφές
όσα τα άνθη στον παράδεισο του Βοτανικού,
δίπλα στα πανιά της Όπερας!
Η Γη των όμορφων ηλιοκαμένων παιδιών,
κολυμπά στον Ειρηνικό.
Είναι ο χώρος όπου τα τύμπανα, τα πνευστά ή τα έγχορδα,
ξέρουν να ζουν και να δημιουργούν
δίπλα στους ρυθμούς του τζιντιριντού.
Οι όμορφοι μελαψοί επισφράγισαν
την παρουσία τους στον αιώνα
με τα αποτυπώματα
φτυμένης, με φυσική, λευκή χροιά, παλάμης τους!
Θα την βρείτε στα σπήλαια
δίπλα στις παραστάσεις γηγενών ζώων ή φυτών.

Εδώ και ελάχιστους αιώνες ήρθαμε κι εμείς
παιδιά ποικιλίας λίκνων
στη Γη τους…
απρόσκλητοι από τους ιδιοκτήτες,
ναι… με το έτσι θέλω !
Μόνο που ο νέος πολίτης το αντιλαμβάνεται
καθυστερημένα στην πορεία… και δε βοηθά.
Δεν ξέρουμε για το αύριο.
Τα παιδιά μας γεννιούνται, ζούνε, εδώ και θα μείνουν
και εμείς ευχόμαστε να πλάσουν
μαζί με τους ιδιοκτήτες της Γης
τα καλύτερα…

******

Ιντερμέδιο 12
Θεέ μου, τι νερό!
Έριξε τόσο νερό που πλημμύρισε η γειτονιά,
ξεχείλισαν οι ποταμοί,
πλημμύρισαν οι κάμποι,
τα σπίτια υποχρεώθηκαν να κολυμπήσουν απάνω τους.
Κάποια δεν τα κατάφεραν, βούλιαξαν αύτανδρα!

Τώρα πια, γέμισε ο γκρίζος ουρανός
θρήνους και κοπετούς,
δε νοιάστηκε όμως!
Έτσι κουφός, τυφλός και άκαρδος, μας κοίταζε μόνο
λες και μας άξιζε η τέτοια τιμωρία.
Άλλοτε οι Δευκαλίωνες ή οι Νώε αράξανε τις κιβωτούς σε λόφους
ή σε χώρους ανομβρίας,
στήσανε φωτιά να στεγνώσανε τα κορμιά τους και μετρήσανε τους νεκρούς…
Ύστερα, το σφουγγάρι του χρόνου έσβησε όλες τις καταστροφές
και όλους τους θανάτους.

Το στέγνωμα της γης που ακολούθησε
είχε κοστίσει κι εκείνο, ζωές, ζώα, χρήμα…
Και η επόμενη βροχή θεωρείται θεόσταλτη…
Πλυθήκανε ξανά, οι στέγες, τα αυτοκίνητα,
λούστηκαν δέντρα και ανθοί,
έλαμψαν οι πολύτιμοι λίθοι στου ήλιου τις ακτίνες!
Η ζωή συνεχίζεται…
Ένας επίλογος
Ξέρεις… δεν πήρα το αεροπλάνο για να ακροβατήσω
ή για να γνωρίσω το thriller μιας παράνοιας.
Ήθελα να ‘ρθω κοντά σου.
Δεν γνωρίζω πώς το βλέπεις, ως εγχείρημα.
Εγώ βλέπω μία απορία… ή μία περιέργεια εκ μέρους σου.
Ίσως αναρωτιέσαι γιατί κουβαλήθηκα εδώ.
Ίσως ακόμα, τι ακριβώς κάνω στη χώρα της εξορίας.
Και για το βαλάντιό μου… Είμαι αλήθεια αυτός που λέω;
Και τι θα μπορούσες ίσως να αποκομίσεις
από ετούτη την Οδύσσεια;
Ή από την όποια ικανοποίησή μου ή και το αντίθετο;
Ε, λοιπόν, εγώ, θα σε απαλλάξω από το βασανιστήριό σου.
Απλά δε θα με ξαναδείς…
Βέβαια… όχι, γιατί δεν επιστρέφω στη μάνα μας
για να εγκατασταθώ αλλά για να την ξαναδώ!
Είναι και το άλλο: έρχομαι για διακοπές και ξεκούραση!
Απλά εσένα δε θα σε συναντήσω.
Δε χρειάζομαι άλλες αναλύσεις του χαρακτήρα μου
ή των επιδιώξεών μου!…

Τέλος

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...