Β’. Ταξιδεύοντας Ελλάδα

Β’. 1. Μακεδονία : γεωγραφική : ιστορική περιήγηση: προσωπικότητες (Σύδνεϋ 2006)

Εισαγωγή

Ως Ηπειρώτισσα, σκέφτηκα να αρχίσω ετούτο το νοερό ταξίδι στο χώρο της Μακεδονίας[1], από την Δυτική της πτέρυγα, έτσι ώστε να γίνει κατανοητή όχι μόνο η φυσική σύνδεση της συγκεκριμένης περιοχής με την Ήπειρο, αλλά επιπλέον και η από εδώ, ηθογραφική ή άλλη συγγένειά της με ετούτη, και κυρίως για να υπογραμμιστεί η ακριτική θέση των δύο ελληνικών διαμερισμάτων και οι όποιες συνέπειες, εξαιτίας  ετούτης, στην ελληνική επικράτεια της Βαλκανικής χερσονήσου.

Η σύνδεση των δύο ελληνικών διαμερισμάτων, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, πραγματοποιείται με διαδρομή η οποία ξεκινά από την ακριτική Ηπειρωτική κωμόπολη της γραφικής Κόνιτσας και συνεχίζεται μέσω της Μακεδονικής Νεάπολης[2] του Νομού Κοζάνης, εμπορικού και συγκοινωνιακού κέντρου. Πιστεύω ότι ετούτη η διαδρομή είναι ίσως μοναδική για την απευθείας σύνδεση της Ηπείρου με τη Δ. Μακεδονία. Στη συνέχεια της πορείας θα αναφερθώ στα ανατολικότερα τμήματα της Μακεδονίας.

Μία υπέροχη διαδρομή: Η διαδρομή ξεκινά από την Κόνιτσα και εξελίσσεται με την αναρρίχηση στα Δυτικά υψώματα του όρους Σμόλικα, το ψηλότερο στην οροσειρά της Πίνδου[3].  Η πορεία που εξελίσσεται σε κατωφερή, οδηγεί στην πεδιάδα του θρυλικού ποταμού Σαρανταπόρου, για να  συναντήσει στην συνέχεια το Πεντάλοφο, μία πολίχνη, που οφείλει το όνομά της στους απέναντί της λοφίσκους.  Χαρακτηριστικό του τόπου ετούτου είναι οι κατοικίες, που κτισμένες με πέτρα και με γκρίζες πλάκες στις σκεπές τους, ακολουθούν τον παραδοσιακό τρόπο κτισίματος και χρήσης υλικών, της Γείτονος Ηπείρου.  Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποια από τα κτίρια του Πενταλόφου, χρησιμοποιήθηκαν ως βάσεις της Βρετανικής Αποστολής για την Ελληνική Αντίσταση.

Από το Πεντάλοφο, η προς ανατολάς διαδρομή, εντυπωσιάζει, καθώς τα περάσματα που ακολουθεί, συντίθενται από πολλαπλά στρώματα ασβεστόλιθου και βράχου. Επόμενος σταθμός είναι η Σιάτιστα, που βρίσκεται σε μία παράκαμψη του δρόμου, που οδηγεί στην πόλη της Καστοριάς. Η Σιάτιστα βρίσκεται στην Δυτική πλαγιά του όρους Βέλλια[4], που αποτελεί συνέχεια του όρους Άσκιον ή Σινιάτσικον.  Πρωτοεμφανίζεται ως συνοικισμός ύστερα από τον 15ο αι., και την εγκαθίδρυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην περιοχή και την κατά συνέπεια καταφυγή των Χριστιανικών πληθυσμών  στις ορεινές περιοχές. Το 1600 έχει ήδη εξελιχθεί σε πόλη με σταθερή βιομηχανία. Τα προϊόντα της (γούνα και κρασί μεταξύ άλλων), φτάνουν σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης,  την Βουδαπέστη και την Βιέννη, ακόμη και στην Βενετία και στην Ρωσία.  Το 1697 είναι μητροπολιτική έδρα των Πρεσπών και της Οχρίδας, ενώ τον 18ο  και 19ο αι. ο πλούτος της την καθιστά στόχο επιδρομών, εκ μέρους των Τουρκαλβανών.  Εκείνο  όμως που έβλαψε τις επιχειρήσεις της Σιάτιστας και τις οδήγησε σε πτώχευση (ύστερα από την κρίση στην Αυστρία το 1800),  υπήρξαν οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι.

Στις αρχές του 18ου αι. οι έμποροι που ζούνε εκτός Μακεδονίας, πετυχαίνουν με τις δωρεές τους να κρατήσουν τα σχολεία της πατρίδας τους ανοιχτά και να βοηθήσουν στον αγώνα για την απελευθέρωση, παρόμοια όπως συνέβη στην Ήπειρο, χάριν της οικονομικής υποστήριξης των αποδήμων, στο εξωτερικό, Ηπειρωτών. Υπήρξε λοιπόν η γενέτειρα σπουδαίων ανδρών, κυρίως αγωνιστών, στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας της Μακεδονίας, τον 19ο και 20ο  αι.

Η Σιάτιστα διακρίνεται για τα «αρχοντικά» της, του 18ου αι., που ήταν οι κατοικίες των ηγετών του τόπου, της συγκεκριμένης περιόδου. Ετούτο επιβεβαιώνει την επικράτηση του φεουδαρχισμού στην κοινωνία της Σιάτιστας, κατά την διάρκεια των μέσων χρόνων της Τουρκικής κυριαρχίας. Τα πιο ενδιαφέροντα από ετούτα τα αρχοντικά, είναι των: Μανούση, Πούλικου και Νεραντζοπούλου. Η αρχιτεκτονική τους είναι η κοινή διαδεδομένη στην Δυτική Ελλάδα. Φέρουν δηλαδή δάπεδο από σκληρή πέτρα, τοίχους με σιδερόφρακτα ανοίγματα, αποθήκες και εργαστήρια. Το δεύτερο πάτωμα, είναι επίσης κατασκευασμένο από πέτρα, ενώ ένα τρίτο πάτωμα, φέρει βαμμένες γύψινες επιφάνειες, στηρίζεται με ξύλινες γωνίες και αποτελεί είδος καλοκαιρινού χώρου, που επιπλέον χρησιμοποιείται και ως αίθουσα υποδοχής.  Συχνά, οι τοίχοι και τα ταβάνια του τρίτου ορόφου,  φέρουν έντεχνη ζωγραφική.

Τελικά η Σιάτιστα, το άλλοτε κέντρο εμπορίου της γούνας, κατεργασίας δερμάτων, κέντρο παραγωγής οίνου και σταθμός των εμπορικών καραβανιών, ανάμεσα στην Βιέννη και τα Βαλκάνια, σταματά να  αναπτύσσεται και η ευημερία της υποχωρεί, ύστερα από την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Νοτιοδυτικά  της Σιάτιστας βρίσκεται η περιοχή των Γρεβενών. Το όνομα  υπάρχει από τον 10ο αι. Η δασώδης περιοχή των Γρεβενών προσελκύει πληθυσμούς μετά την Οθωμανική κατάληψη. Έτσι στις πλαγιές της Πίνδου ξεφυτρώνουν πολλά χωριά που με το πέρασμα των χρόνων, υποδέχονται νέους πληθυσμούς και κυρίως Βλάχους.  Αυτός ήταν και ο λόγος που η περιοχή εξελίσσεται σε κόμπο επικοινωνίας της Μακεδονίας, της βόρειο-Δυτικής Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπως διαπιστώνεται από τις γέφυρες και τα απομεινάρια δρόμων.

Τον 16ο αι. η περιοχή συνεπλάκη σε επαναστατικές δραστηριότητες. Το 1537 γίνεται μία πρώτη αναφορά στο αρματολίκι[5] των Γρεβενών, όπου είχε την βάση του, ο θρυλικός Καπετάν Βέργος. Η περιοχή υποβάλλεται σε προσηλυτισμό προς τον μωαμεθανισμό. Υπάρχει αναφορά ότι πρώην χριστιανικά χωριά, έχουν αργότερα καθαρά μουσουλμανικό πληθυσμό. Παρά τις προσπάθειες των Αρματολών -του Γέρο-Ζιάκα για παράδειγμα- και την εισχώρηση πολλών στη Φιλική Εταιρεία, η περιοχή δε είναι σε θέση να συμμετέχει στην επανάσταση του 1822. Αργότερα, πολλοί αγωνιστές όπως ο Θεόδωρος Ζιάκας, απομακρυσμένοι από τα αρματολίκια τους,  προσχώρησαν σε επαναστατικές  ομάδες  και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1854.  Το 1897 τα Γρεβενά, τόπος διενέξεων ανάμεσα σε ομάδες κλεφτών, επίσης και αργότερα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, ελευθερώθηκε τελικά, στην διάρκεια του Πρώτου από τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Ανατολικά της Σιάτιστας βρίσκεται η Κοζάνη η οποία ιδρύεται από Χριστιανούς που κατέφυγαν σε ορεινότερες περιοχές, μετά από την επικράτηση των Οθωμανών. Την ίδια περίοδο, η ασφαλής θέση της, προσελκύει  επιπλέον και Χριστιανούς που εκδιώχθηκαν από την Ήπειρο.  Από τα αρχαιολογικά ευρήματα διαπιστώνεται ότι η πόλη έχει κτιστεί στο χώρο αρχαίας πόλης.

Τον 17ο αι. παρουσιάζεται εδώ, οικονομική ανάπτυξη και αστικισμός[6]. Στα μέσα του 17ου αι. η πόλη της Κοζάνης λεηλατείται από Τούρκους της γύρω περιοχής, όμως δύο μεγάλα κύματα από Ηπειρώτες μετανάστες, αλλάζουν την όψη της.  Η ανάπτυξή της συνδέεται με τον Χαρίση Τράντα[7] (σε παλιό έγγραφο χαρακτηρίζεται «καλός μαραγκός και κτίστης που ήρθε να κτίσει μεγαλοπρεπείς κατοικίες δυορόφων»[8]),  ο οποίος είχε εξασφαλίσει προνόμια για την πόλη, υπάγοντάς την έτσι στην προστασία της μητέρας του Σουλτάνου[9].

Το 1664 κτίζονται τα θεμέλια  της μεγαλοπρεπούς εκκλησίας του Αγίου Νικολάουκαι η αγορά που φιλοξένησε τα εργαστήρια των ντόπιων μαστόρων,τα μαγαζιά της συντεχνίας και επιπλέον εκείνα των Ελλήνων εμπόρων από την κεντρική Ευρώπη. Η περαιτέρω εμπορική εξέλιξη τον 18ο και 19ο αι., συμβάλλει στην ανάπτυξη της παιδείας και των τεχνών.

Με αφετηρία την Σιάτιστα, ο προς  βορά δρόμος -ακολουθώντας την επάνω πεδιάδα του μακρύτερου ποταμού της Ελλάδας, του Αλιάκμονα[10]-, δεν αργεί να συναντήσει την λίμνη της Καστοριάς.  Η ομώνυμη πολιτεία κτισμένη επάνω  σε χερσόνησο, χωρίζεται στα δύο από την λίμνη της. Η επιβολή των Οθωμανών το 1386, οδήγησε πολλούς Χριστιανούς της Καστοριάς, να καταφύγουν στα γύρω βουνά, ενώ εκείνοι που έμειναν, περιορίστηκαν στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου.

Η Καστοριά  “zeamat”[11] το 1519 και “hass”[12] μετά το 1526/1528, υπήρξε έδρα  εκπροσώπου και το 1875 αρχηγείο: “kaza”.  Εξελίχθηκε δηλαδή σε διοικητική περιοχή τελικά. Το άνοιγμα σχολείου το  1614, οι επισκέψεις ιεραποστόλων, όπως του Οσίου Διονύσιου και του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και οι επαφές της πόλης με την Ευρώπη, μέσω των μεταναστών, συνέβαλαν στην πνευματική ανάπτυξη της πόλης. Η Καστοριά εμποδίστηκε ως προς την συμμετοχή της στην επανάσταση του 1822, εξαιτίας της παρουσίας των Οθωμανικών στρατευμάτων. Στις αρχές ωστόσο, του 20ου αι., απέβη χώρος πολεμικής δράσης, που στόχο είχε την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Η Καστοριά που βρίσκεται μεταξύ των ορέων Γράμμος και Βίτσι, είναι μία από τις γραφικότερες πόλεις της Βορείου Ελλάδας. Στα Βυζαντινά χρόνια, αποτελούσε το επαρχιακό κέντρο επεξεργασίας της γούνας και τα οφέλη αυτής της βιομηχανίας,  αντικατοπτρίζονται στα παλαιά αρχοντικά της (αν και τα περισσότερα από αυτά έχουν ερειπωθεί) και επίσης στις πάμπολλες εκκλησίες της (περίπου 54εις[13]), οι οποίες κτίστηκαν από πλούσιους «γουναράδες» της. Οι εκκλησίες ετούτες υιοθετούν την εκλεπτυσμένη τέχνη της επαρχίας, η οποία διαφέρει από την τέχνη των ναών της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης  που χαρακτηρίζεται για τα μεγαλοπρεπή, βασιλικά μωσαϊκά της.

Στο Β.Α. άκρο της Καστοριάς και όχι μακριά από τη λίμνη της, βρίσκεται η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, η παλαιότερη από τις εκκλησίες της. Κτίστηκε το 1018, από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο, για να εορτάσει τη νίκη του στον πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων.  Χαρακτηριστικά είναι τα φρέσκος[14]  των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, καθώς και των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού στο πλάι τους, στην Δυτική πρόσοψη της εκκλησίας.  Φρέσκος υπάρχουν επίσης και στο σκοτεινό εσωτερικό του ναού και ανάμεσά τους, ξεχωρίζουν του Αγίου Βασιλείου και μία σκηνή της Πεντηκοστής.  Σε ετούτο το ναό, απαντά για πρώτη φορά εντός του Ελλαδικού χώρου, η αρχιτεκτονική της «Τομής των Θόλων».

Στα Νότια της Καστοριάς, βρίσκεται η εκκλησία της Παναγιάς Κουμπελίδικης, η οποία επίσης ανήκει στον 11ο αι. και φέρει φρέσκος που καλύπτουν όλη την πρόσοψή της.  Διαφέρει από το ναό των Αγίων Αναργύρων, για τους ασυνήθιστα υψηλούς θόλους της, σε σχήμα ταμπούρλου. Στο νότιο μέρος της πόλης (παραλιακά), απαντά το Μοναστήρι της Μαβρότισσας.

Η τεχνική των φρέσκος απαντά και ακόμη  νοτιότερα, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κασνίτζη, «Βασιλικού ρυθμού», η οποία είναι απλή, φέρει δηλαδή μία πτέρυγα ή διάδρομο.  Νοτιότερα του Αγίου Νικολάου, βρίσκεται η εκκλησία Των Ταξιαρχών, που διακοσμείται εξωτερικά και εσωτερικά με φρέσκος. Εδώ βρίσκεται και το μνήμα του Ηπειρώτη Μακεδονομάχου, Παύλου Μελά[15], ο οποίος  σκοτώθηκε το 1904 βόρεια της Καστοριάς, στον αγώνα των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων.

Όπως στη Σιάτιστα, παρόμοια και στην Παλιά Πόλη της Καστοριάς, διακρίνονται τα καλοφτιαγμένα αρχοντικά της, του 17ου και 18ου αι., με τους χαρακτηριστικά ζωγραφισμένους απάνω ορόφους, που η κατασκευή τους επιτρέπει την θέα τους, και από τους κάτω ορόφους. Αν και τα περισσότερα έχουν ερειπωθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, κάποια έχουν διατηρηθεί όπως εκείνα των Ναζίμ και Εμμανουήλ.  Το τελευταίο έγινε παραδοσιακό μουσείο. Η πόλη διαθέτει επιπλέον και Βυζαντινό μουσείο.

Στην Καστοριά, η ξεχωριστή τέχνη της επεξεργασίας της γούνας, εξακολουθεί και στις μέρες μας να απασχολεί εκατοντάδες μικρά εργαστήρια, καθώς αυτή συμπεριλαμβάνει διαφορετικές επί μέρους ειδικότητες.  Η τέχνη της γούνας, έχει μία ιστορία πεντακοσίων χρόνων, ισάριθμα ίσως με την ύπαρξη των καστόρων, που κατοικούσαν  στην λίμνη της και που η γούνα τους αποτελούσε την πρώτιστη ύλη της. Κάποτε όμως και κυρίως λόγω έλλειψης ελέγχου, οι κάστορες λιγόστεψαν ή χάθηκαν τελικά, και οι Καστοριανοί για να συνεχίσουν τα πατροπαράδοτα επαγγέλματα, υποχρεώθηκαν να προμηθεύονται από την Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική, κομμάτια γούνας  που περίσσευαν (εκείνων) και να τα επεξεργάζονται με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο[16].

Βόρεια της Καστοριάς και κατά μήκος παραποτάμου του Αλιάκμονα, είναι οι λίμνες: Η Μεγάλη και η Μικρή Πρέσπα. Η Μικρή Πρέσπα βρίσκεται εντός της Ελλάδας, ενώ με την Μεγάλη Πρέσπα απλά συνορεύει. Αυτές οι φημισμένες λίμνες, φιλοξενούν δύο τύπους πελεκάνων, τον Δαλματικό και τον άγριο, που αιτούν την προστασία των ανθρώπων, για να επιζήσουν.

Ανατολικά των λιμνών Πρέσπα, η διαδρομή γίνεται μέσω Φλώρινας.  Πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού η Φλώρινα, είναι η τελευταία ελληνική πόλη που κείται στα σύνορα με την πρώην Γιουγκοσλαβία.  Έχει σχήμα Μπούμερανγκ και διαρρέεται κατά μήκος, από τον ποταμό Σακούλεβα.  Από τα αρχαιολογικά ευρήματα διαπιστώνεται ότι η ύπαρξή της ανάγεται  στην προϊστορική περίοδο και ίσως να συνδέεται με τον συνοικισμό Χλωρό, του Βυζαντίου.

Από το 1878 η δραστηριότητα ομάδων ανταρτών αυξάνεται και καθώς η Φλώρινα αποβαίνει κέντρο-κλειδί του Μακεδονικού Αγώνα, αναφανδόν δέχεται σκληρά χτυπήματα. Επιπλέον η πόλη αποτελεί την βάση των Ελλήνων στην διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913. Μετά το 1912 δέχεται την εγκατάσταση πολλών μετοίκων από το πρώην Ελληνικό Μοναστήρι (σήμερα Bitola, Σκόπια), γεγονός που συνέβαλε στην πνευματική και πολιτιστική ανανέωση της πόλης[17].  Στις ημέρες μας, η Φλώρινα έχει να επιδείξει ένα αρχαιολογικό μουσείο,  μία γκαλερί των Φλωρινιωτών καλλιτεχνών και το Μουσείο μοντέρνας τέχνης.

Σε απόσταση 70 χιλιομ. από την Φλώρινα, σε μία εσοχή της Μεγάλης Πρέσπας και πριν από τα τριπλά σύνορα, υπάρχει το τελευταίο χωριό, οι Ψαράδες. Το χωριό ξεχωρίζει για τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια του, που είναι διατηρητέα,  τις βάρκες των κατοίκων του, που είναι φτιαγμένες από κέδρο και βαλανιδιά  και  τις ασυνήθιστα μικρές αγελάδες του, στον Ελλαδικό χώρο.  Οι κάτοικοί του είναι ελάχιστοι, καθώς από τους λίγους που υπήρχαν αρχικά, οι περισσότεροι μετανάστευσαν στις ΗΠΑ της Αμερικής και στην Αυστραλία.  Από τους ξενιτεμένους των Ψαράδων, εξακόσιοι περίπου, ζουν στην Πέρθ της Δυτικής Αυστραλίας.

Στην συνέχεια απαντά η Εγνατία οδός, η οποία στους Ρωμαϊκούς χρόνους συνέδεε το Δυρράχιο[18] με την Κωνσταντινούπολη και ήταν σημαντικής στρατιωτικής και εμπορικής χρήσης. Βόρεια, το όρος Βόρας, απέβη σκηνικό αριθμού Βαλκανικών μαχών. Νότια της Εγνατίας οδού, βρίσκεται η λίμνη Βεγορίτις ή Οστρόβου).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και ως τους νεότερους χρόνους, πληθυσμοί από όλες τις κατευθύνσεις έκαναν επιδρομές με στόχο την κατάκτηση και την εκμετάλλευση ετούτης της περιοχής, ενώ στις αρχές του 20ου αι., αποτέλεσε το σκηνικό του Μακεδονικού Αγώνα, όπου οι Έλληνες αγωνίστηκαν κατά των Τούρκων και των Βουλγάρων.  Το πρώτο λοιπόν ήμισυ του 20ου αι., η περιοχή δοκιμάζεται από τις συνέπειες  του Μακεδονικού Αγώνα, 1900-1908, από τους Βαλκανικούς πολέμους, 1912-1913, από τους Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και από τον Εμφύλιο!

Η διαδρομή μας συνεχίζεται με μία στάση στην Έδεσσα, η οποία διαφέρει από τις άλλες ελληνικές πόλεις, και κυρίως για τους καταρράκτες  της. Ο θόρυβος του ρέοντος στοιχείου ετούτων, φτάνει στα αυτιά των περιπατητών ακατάπαυστα, ακόμη και  όταν ετούτοι κατεβαίνουν τους συνοικιακούς δρόμους της πόλης ή κάθονται στην πλατεία της.  Στο βόρειο μέρος της Έδεσσας, υπάρχει μία Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή γέφυρα, που άλλοτε χρησίμευε ως αρωγός της Εγνατίας οδού.

Κρεμασμένη στα υψώματα  της Μακεδονικής γης, η Έδεσσα, σημειώνει την άκρη της και ταυτόχρονα την άκρη-σύνορο, ολόκληρης της ελληνικής γης και επιτρέπει στον ταξιδιώτη να ατενίσει από την τοποθεσία της, την καλλιεργημένη πεδιάδα, που απλώνεται προς την μεριά της Θεσσαλονίκης, μέχρι την θάλασσα. Πριν ανακαλυφθούν οι βασιλικοί τάφοι της Βεργίνας, επικρατούσε η αντίληψη ότι η Έδεσσα ήταν η αρχαία πόλη Αιγαί[19].

Εβδομήντα πέντε χιλιόμετρα δυτικά της Θεσσαλονίκης, στον δρόμο για την Βεργίνα βρίσκεται η Βέροια, η πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας. Ο τίτλος της:  «Μικρή Ιερουσαλήμ» οφείλεται στις εβδομήντα εκκλησίες της. Σήμερα στην Βέροια υπάρχουν παλιές τουρκικές κατοικίες, κατεστραμμένες, καταβάλλεται όμως προσπάθεια για την αναστήλωση και  διατήρησή τους, από την ελληνική πολιτεία.

Η Βέροια πέρα από το ότι είναι κέντρο παραγωγής ροδακινιών, είναι γνωστή για τα κρασιά της, που μαζί με εκείνα της Έδεσσας, είναι από τα καλύτερα εξαγόμενα ελληνικά. Φημίζεται επίσης για τις πηγές της, πόσιμου νερού. Το αρχαιολογικό μουσείο της φέρει ευρήματα από τους τάφους της Βεργίνας και της αρχαίας Λευκάδειας.  Είναι γνωστό ότι ο Απόστολος Παύλος επισκέφτηκε τη Βέροια, στο 2ο και 3ο ταξίδι του[20].

Επόμενη πόλη (μεταξύ Θεσσαλονίκης-Έδεσσας), είναι η Πέλλα, που βρίσκεται δίπλα στον δρόμο. Ο Αρχέλαος, βασιλιάς των Μακεδόνων[21] (413-399 π. Χ.), μετέφερε την πρωτεύουσα του βασιλείου του από τις Αιγές (Βεργίνα), στην Πέλλα. Αν και επί των ημερών μας, η πόλη δε θυμίζει την αλλοτινή της λαμπρότητα, ωστόσο δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός, ότι στα  παλάτια της[22], τον 4ο αι. π. Χ., κατοίκησε ο Φίλιππος, ο αρχηγός των Ελλήνων, ότι εδώ σχεδίασε την μέθοδο επικράτησής του μεταξύ των Ελλήνων και ακόμη, ότι εδώ γεννήθηκε ο γιος του,  Αλέξανδρος, ο μετονομασθείς «Μέγας». Εδώ ο Αλέξανδρος ασκήθηκε στα άρματα και διδάχτηκε από τον δάσκαλό του Αριστοτέλη, μαθήματα πειθαρχημένης στρατηγικής και μεθόδους επιβολής, με τρόπο ώστε να αποβεί ο θαυμαστός στρατηγικός Νους, ο κατακτητής της Ανατολής, εκείνος που θα απάλλασσε την Ελλάδα από τις εκστρατείες των εξ Ανατολών εχθρών της, των Περσών.

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, δίπλα στα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά κατάλοιπα, εκτίθενται ευρήματα της Σίνδου και της Βεργίνας.  Αναφερόμενοι στα ευρήματα της  Βεργίνας, εύλογα εννοούμε τους θησαυρούς  που σύμφωνα με τον Μανώλη Ανδρόνικο που  επιμελήθηκε τις ανασκαφές εδώ,  ανήκουν σε βασιλικό τάφο που ανακάλυψε ο ίδιος το 1977 και που ανήκει στον Φίλιππο Β’. Ο Φίλιππος Β’, υπήρξε και ο ιδρυτής της πόλης των Φιλίππων, που εξελίχθηκε μάλλον κατά την ρωμαϊκή περίοδο και όχι επί της βασιλείας του. Στους Φιλίππους υπάρχει επίσης καλοδιατηρημένο θέατρο, που χτίστηκε από τον Φίλιππο το Β’.

Στα μέσα του 1ου αι. που η Ελλάδα είχε αποβεί το αμφιθέατρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι Φίλιπποι[23] είχαν γίνει περιζήτητοι λόγω της θέσης τους  επί της  Εγνατίας οδού.  Ύστερα από την δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα  το 44 π. Χ.,  από τους Βρούτο και Κάσιο,  αυτοί, οι εκτελεστές του, ανέλαβαν  την εξουσία του ρωμαϊκού στρατού,  που βρισκόταν στην Μακεδονία και τις περιοχές γύρω από αυτή.  Το 42 π. Χ. αντιμετώπισαν τις δυνάμεις του Μάρκου Αντωνίου, έμπειρου λοχαγού του Καίσαρα και τον 19χρονο Οκτάβιο, ανιψιό  και διάδοχο του δολοφονηθέντος αυτοκράτορα,  Ιουλίου Καίσαρα.

Η πόλη των  Φιλίππων υπήρξε η πρώτη Χριστιανική πόλη της Ευρώπης.  Το 49 π. Χ. στο επίνειό της, την Νεάπολη -σημερινή Καβάλα-, κατέφθασε ο Απόστολος Παύλος για να προσηλυτίσει τους πολυθεϊστές και ειδωλολάτρες Ευρωπαίους, στον Χριστιανισμό.  Εδώ φυλακίστηκε και αυτό επανελήφθη και σε άλλες πολιτείες, στα χρόνια που ακολούθησαν.

Η Βεργίνα που απαντά στην διαδρομή προς την Βέροια, υπήρξε η πρωτεύουσα του Φιλίππου, πριν από την Πέλλα και παρέμεινε ο εκλεγμένος χώρος ταφής των Μακεδόνων Βασιλέων, πλην του Μ. Αλεξάνδρου. Εδώ  δολοφονήθηκε ο Φίλιππος το 336 π. Χ. στον γάμο της θυγατέρας του Κλεοπάτρας. Βασιλικοί τάφοι ανακαλύφθηκαν και στο Δίον, που βρίσκεται στους πρόποδες του Ολύμπου και διατέλεσε τόπος λατρείας του Δία, εκ μέρους των Μακεδόνων Βασιλέων.  Το 1937 η περιοχή απέβη το πρώτο εθνικό πάρκο της Ελλάδας.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ως πρώτον ιστορικό βασιλιά της Μακεδονίας και των Μακεδόνων, τον Περδίκκα Α’ (7ο αι. π. Χ.)[24].  Μεταξύ αυτού και του Αμύντα Α’ (τέλη 6ου αι.) μεσολαβεί χρονικό διάστημα για το οποίο δεν έχουμε πληροφορίες, ούτε για τους τέσσερις βασιλείς πριν από τον Αμύντα Α’, για τους οποίους μιλεί ο Θουκυδίδης (2.100, 2). Για τον γιο του Αμύντα Α’, τον Αλέξανδρο τον Α’, μας πληροφορεί αρκετά ο Ηρόδοτος[25]. Ακολουθεί ο υιός του Περδίκκας ο Β’, που προσείλκυσε στην πρωτεύουσα του κράτους, τον διθυραμβοποιό Μελανιππίδη και τον μέγα γιατρό Ιπποκράτη.  Υιός αυτού ήταν ο Αρχέλαος. Επί της βασιλείας του, η Μακεδονία προήχθη ως προς τον πολιτισμό.  Η τοποθεσία Δίον στην Πιερία, στους πρόποδες του Ολύμπου (όπου κατά επικρατούσα πίστη, κατοικούσαν οι Μούσες και επίσης ότι εκεί είχε ενταφιαστεί ο Ορφεύς), απέβη η νέα Μακεδονική Ολυμπία.  Εκεί τελούνταν μουσικοί και γυμναστικοί αγώνες κατά το πρότυπο των εορτών στην Ολυμπία.

Ο Αρχέλαος επωφελούμενος από τις ταραχές στην Θεσσαλία εκστράτευσε εναντίον της και κατέλαβε τμήμα της. Μετά το θάνατό του το 399[26] π. Χ.,  ακολουθεί μία ταραχώδης περίοδος και δολοφονίες βασιλέων, για την διαδοχή του μακεδονικού θρόνου και διαρκεί μέχρι την ανάληψη της βασιλείας, από τον Φίλιππο Β’. Ο Φίλιππος ο Β’, ήταν γιος του Αμύντα του Γ’[27] και ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας νεότατος  -μόλις  23ών  χρονών-  αρχικά ως επίτροπος του ανηλίκου ανιψιού του, γιου του Περδίκκα, γρήγορα όμως αναδείχτηκε βασιλιάς του κράτους.  Τελευταίος βασιλεύς της Μακεδονίας, ήταν ο Περσέας  (179-168 π.Χ.)

Β.Α της Θεσσαλονίκης  βρίσκεται το Κιλκίς και ο δρόμος που το ενώνει με αυτή, συναντά την Κολχίδα, γνωστή από την ελληνική μυθολογία και τον μύθο: Φρίξου-χρυσόμαλλου δέρατος -Ιάσωνα[28]. Πιο πάνω, από το Κιλκίς απαντά η παραλία της λίμνης Δοϊράνης, που ανήκει κατά το ήμισυ μόνο, στην Ελλάδα.

α. Θεσσαλονίκη, η Νύμφη του Θερμαϊκού : Άλλες ενδιαφέρουσες πόλεις της Μακεδονίας

Στο περαιτέρω κείμενο  εξετάζεται χωριστά  η όμορφη πρωτεύουσα της Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, την οποία ο λαϊκός τραγουδιστής την αποκάλεσε «Μεγάλη Φτωχομάνα![29]» αλλά και μερικές άλλες πόλεις ή τοποθεσίες της Μακεδονίας, με ιδιάζοντα γεωγραφικό, ιστορικό ή  Θρησκευτικό χαρακτήρα: Σέρρες, Δράμα, Κοστί, Στάγειρα Αμφίπολη, Άγιον Όρος, Καβάλα….

Γενικά: Επιστρέφοντας στον ίδιο δρόμο ερχόμαστε τώρα στην Θεσσαλονίκη, την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, η οποία  ιδρύθηκε το 315 π. Χ. από τον Μακεδόνα βασιλιά Κάσσανδρο, γιο του στρατηγού Αντίπατρου.  Το αρχαιότερο όνομα της Θεσσαλονίκης είναι Θέρμη, εξ ου και η ονομασία του κόλπου της, Θερμαϊκός. Ο ίδιος ο Κάσσανδρος την βάφτισε Θεσσαλονίκη, δίνοντάς της το όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, θυγατέρας του Φιλίππου του Β’ και αδερφής του Μ. Αλεξάνδρου,  από άλλη μητέρα.  Η Θεσσαλονίκη γεννήθηκε όταν ο Φίλιππος επιδιδόταν επιτυχώς  στην επέκταση του κράτους του στην Θεσσαλία.  Επιστρέφοντας νικητής στην Πέλλα, ανήγγειλε ότι το νέο του παιδί θα ονομαζόταν Θεσσαλονίκη, δηλαδή:  «Νίκη στην Θεσσαλία».

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί την κορωνίδα της Ελλάδας στην βόρεια  επικράτειά της, και επεκτείνεται μεταξύ του Ιονίου πελάγους Δυτικά, και του Έβρου, Ανατολικά.  Ως η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας, θεωρείται η συμπρωτεύουσά της,  δίπλα στην πρωτεύουσά της Αθήνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βρίσκεται υπό την σκιά της ή ότι την αμιλλάται.  Η Νύμφη του Θερμαϊκού έχει τον δικό της χαρακτήρα, τουτέστιν, ζωηρή νυχτερινή ζωή, καλά μουσεία, σκόρπια ρωμαϊκά ερείπια και σπουδαίες Βυζαντινές εκκλησίες. Ολόκληρη η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της γραφικής Χαλκιδικής χερσονήσου, απλωμένη καθώς είναι ως την Μεσόγειο, προσφέρει οράματα προόδου. Για τον ίδιο λόγο οι Αθηναίοι και οι Χαλκιδείς της Ευβοίας, αποίκησαν την Χερσόνησο τον 7ο αι. π. Χ., εξ ου και το όνομά της (Χαλκιδική).

Με την επιβολή των Ρωμαίων το 168 π. Χ., η Θεσσαλονίκη αποβαίνει πρωτεύουσα της Μακεδονίας.  Η θέση της επί του Θερμαϊκού, οδήγησε στην κατασκευή της Εγνατίας οδού από τους  Ρωμαίους, ώστε να διευκολύνεται η όποια είδους επικοινωνία από την Αδριατική ως τον Ελλήσποντο, ή τα Δαρδανέλλια. Λόγω της στρατηγικής θέσης τους η Θεσσαλονίκη και η γύρω περιοχή, υπέστησαν τις συνεχείς επιδρομές και τις καταστροφές των σλαβικών φύλων από το Βορρά  και επιπλέον των Γότθων και των Γαλατών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της βαθμιαίας παρακμής, της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου.

Ιστορικές περίοδοι: Αξίζει να σημειωθούν εδώ, κάποιες σημαντικές ιστορικές περίοδοι της Θεσσαλονίκης καθώς και η ικανότητά της να εξασφαλίζει συχνά κάποια προνόμια ή κάποιες ευνοϊκές συνθήκες, με τους εκάστοτε κατακτητές της, για την διατήρηση των παραδόσεών της.  Καταγράφω λοιπόν χρονολογικά, όσες υπέπεσαν στην αντίληψή μου:

           *Το 904, ο Λέων ο Τριπολίτης,  Άραβας ναύαρχος, από την Τρίπολη της Φοινίκης, κυριεύει και λεηλατεί την Θεσσαλονίκη.

           *Το 1185 η Θεσσαλονίκη λεηλατείται από τους Νορμανδούς και

           *Την περίοδο 1204-1207 αποβαίνει φέουδο – βασίλειο του Μαρκήσιου Βονιφατίου του Μομφερατικού (1154-1207), ενός από τους αρχηγούς της Δ’ Σταυροφορίας.

*Το 1205, ο σταυροφόρος αυτοκράτορας Βονιφάτιος, εγγυάται με επίσημα σφραγισμένο έγγραφο, την φύλαξη των εθίμων του λαού της Θεσσαλονίκης και την ελευθερία της πόλης[30].

*Το 1243,  η Θεσσαλονίκη διαπραγματεύεται με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη, για την επιστροφή της στους κόλπους της Αυτοκρατορίας και πετυχαίνει εκ νέου μία εγγύηση για την διατήρηση των δημοτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών της[31].

*Το 1246, η Θεσσαλονίκη υπεισέρχεται εκ νέου στο Βυζάντιο (όπως στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο).

*Το 1343, η πόλη παραδίνεται στην λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου και επικρατεί το επαναστατικό καθεστώς των «Ζηλωτών»[32].

*Το 1423, ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος παραδίνει την πόλη εν ονόματι του και εν ονόματι του ονόματος των πολιτών της, στους Βενετούς,  με τον όρο τον οποίο αποδέχεται η Βενετία, ότι ως οι νέοι κύριοι της πόλης, θα εγγυούνταν μεταξύ άλλων και την διαφύλαξη των πατροπαράδοτων ηθών και εθίμων των κατοίκων[33].

Η γεωγραφική της θέση και το κόστος της: Η Θεσσαλονίκη είναι σημαντικότατο κέντρο διασταυρώσεων του Νότου με τον Βορά, της Δύσης με την Ανατολή. Και όταν αποβαίνει η δεύτερη μεγαλύτερη πολιτεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βενετοί σταυροφόροι και διάφοροι άλλοι, θαλασσοπορούν,  πλέοντας  και ακολουθώντας  τις ακτές που εκτείνονται μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινούπολης. Όταν οι Οθωμανοί Τούρκοι ξεκινούν τις επιδρομές τους από την Ανατολή, περικυκλώνουν τα Βαλκάνια, κατακτώντας πρώτα τα εδάφη της Μακεδονίας και της  Θράκης. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Μουράτ Β’, λαμβάνει χώραν το 1430, είκοσι τρία χρόνια ενωρίτερα από την κατάληψη της Βασιλεύουσας.

Στις ημέρες μας, ο επισκέπτης που καταφθάνοντας από την θάλασσα, εισέρχεται στον Θερμαϊκό, εντυπωσιάζεται από την όψη της συγκεκριμένης πλευράς της πολιτείας. Συγκροτήματα πολυκατοικιών (χαρακτηριστικό των Μεσογειακών παραθαλασσίων πόλεων) ορθώνονται κατά μήκος της παραλιακής  ζώνης, δηλαδή της Λεωφόρου Νίκης, ξεκινώντας από το λιμάνι στα δυτικά και  ως τον Λευκό Πύργο ανατολικά. Βορείως του Λευκού Πύργου βρίσκεται η περιοχή, όπου ετησίως λαμβάνει χώρα η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.  Το Πανεπιστήμιό της επίσης, βρίσκεται βόρεια. Οι άλλες σπουδαίες κεντρικές οδοί της πόλεως, η Μητροπόλεως, Τσιμισκή και Ερμού, είναι παράλληλες της παραλιακής Λεωφόρου Νίκης. Από τον Λευκό Πύργο ξεκινάει η  Λεωφόρος Μεγάλου Αλεξάνδρου και αποτελεί την λεωφόρο της Θεσσαλονίκης κατά μήκος της Νέας Παραλίας. Ετούτη η λεωφόρος διασχίζοντας όλο το μέτωπο της Νέας Παραλίας, καταλήγει στο ‘Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης’. Διασταυρώνεται δε, με τους κεντρικούς άξονες της 3ης Σεπτεμβρίου, της 28ης Οκτωβρίου, Μάρκου Μπότσαρη και Γεωργίου Παπανδρέου. Παλαιότερα ο ίδιος οδικός άξονας έφερε την ονομασία Λεωφόρος Τζων Κένεντι.

Στις αρχές του 20ού αι. η ίδια περιοχή χαρακτηριζόταν από την παρουσία μιναρέδων που καταστράφηκαν, είτε στην μεγάλη πυρκαγιά του 1917, όπου σχεδόν τρία τέταρτα της πόλης έγιναν στάχτη, είτε από  τους Έλληνες, σε κάποιες διαφορετικές περιπτώσεις (όταν δοθείσης ευκαιρίας οι Έλληνες προέβησαν σε αντεκδικήσεις, εξαιτίας του αφανισμού των δικών τους εκκλησιών), είτε από αλλόθρησκους (σε μεγάλο ποσοστό).  Στην πυρκαγιά του 1917, καταστράφηκαν 9.500  σπίτια και 70.000 κάτοικοι βρέθηκαν άστεγοι. Προς το τέλος του 1920, η πόλη επανασχεδιάστηκε και χτίστηκε με ευρείς δρόμους και μεγάλες πλατείες. Τα προβλήματα οξύνθηκαν εκ νέου με την εισροή Ελλήνων  προσφύγων από τη Μ. Ασία -συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του Πόντου-, όταν έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών το 1923.

Το 1977,  η Θεσσαλονίκη εξελέγη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Το 1978, δοκιμάστηκε από δυνατό σεισμό, κατά τον οποίο πολλά νέα κτίρια, υπέστησαν  σοβαρές  ζημίες, και παρόμοια πολλές Βυζαντινές  εκκλησίες, από τις οποίες κάποιες -και ίσως οι περισσότερες-, δεν έχουν ακόμη διορθωθεί.

Ιστορικά κατάλοιπα της πόλης: η Παλιά Άνω Πόλη, το Κάστρο, ρωμαϊκά κατάλοιπα, οι μονές της Θεσσαλονίκης: Το παλαιότερο τμήμα της πόλης της Θεσσαλονίκης είναι το Κάστρο.  Εδώ βρίσκεται η παλιά τουρκική συνοικία, που οι στενοί δρόμοι της στριμώχνονται γύρω από ένα Βυζαντινό φρούριο στις πλαγιές του όρους Χορτιάτη.  Είκοσι λεπτά από το κέντρο και μέσα στην Ακρόπολη, υπάρχουν σήμερα καλές ταβέρνες. Τον 14ο αι. ο λόφος αυτός ήταν καλυμμένος με μικρά μοναστήρια. Ετούτον τον αιώνα, η μονή των Βλαττάδων της  Θεσσαλονίκης, αποβαίνει Πνευματικό  κέντρο και ενόσω η πόλη βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή.   Τα μοναστήρια του λόφου γενικά δεν έχουν διασωθεί.  Ορισμένες  εκκλησίες, όπως η εκκλησία του Αγίου Νικόλα του Ορφανού, η οποία φέρει εξαιρετικά φρέσκος, έχουν διατηρηθεί. Οι εκκλησίες του Αϊ-Ηλια και της Αγίας Αικατερίνης, αντιπροσωπεύουν ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην αρχιτεκτονική του Σταυρωτού Τρούλου, ο οποίος αποκορυφώνεται (αρχιτεκτονικά) στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Τα καλής ποιότητας μωσαϊκά των Αγίων Αποστόλων -με σκηνές από τη ζωή του Χριστού- είναι τόσο ψηλά, που για να τις δει κανείς οφείλει να χρησιμοποιήσει  κιάλια.

Πίσω από την παραλιακή  ζώνη των πολυκατοικιών, η Παλιά Άνω Πόλη περικυκλωμένη από ρωμαϊκά και Βυζαντινά τείχη και σκορπισμένη μέσα στις κυκλοφοριακές αρτηρίες, και επίσης  με τα δρομάκια που προορίζονται για τους πεζούς, φυλά με ζήλο τον ιστορικό θησαυρό της σύγχρονης πολιτείας, που απλώνεται  στα πόδια της, τουτέστιν: ρωμαϊκά ερείπια, βυζαντινές εκκλησίες και εβραϊκοί τάφοι, που χάνονται στο πράσινο των πλατειών ή τα χρωματισμένα σπίτια της.

Η Θεσσαλονίκη παρότι είναι γνωστή  ως Βυζαντινή πόλη, αξιοθέατο σύμβολό της είναι ο γνωστός και όχι τόσο «λευκός»- Πύργος της, ο οποίος κτίστηκε τον 15ο αι. και χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.  Εδώ το 1826, και κατά διαταγή του  Σουλτάνου Μαχμούτ του Β’, έγινε η σφαγή  των γενιτσάρων  της φρουράς του, οι οποίοι είχαν επαναστατήσει  εναντίον του.  Τότε ο Πύργος αιματοκυλίστηκε και όταν τελικά καθαρίστηκε, ονομάστηκε ‘Λευκός’ και απέβη τελικά αξιόλογο Βυζαντινό Μουσείο, το οποίο επιδεικνύει στους επισκέπτες του, ενδιαφέροντα φρέσκος και εικόνες.  Εσωτερικά ο Πύργος έχει σκαλοπάτια που ακολουθούν το κυκλικό του σχήμα, ενώ στα τοιχία του, παρεμβαίνουν παράθυρα τα οποία επιτρέπουν την θέα τμημάτων της πόλης.  Ολοκληρωμένη θέα της ιστορικής πολιτείας της Θεσσαλονίκης, προσφέρουν οι επάλξεις του Πύργου.

Όσον αφορά τα ρωμαϊκά κατάλοιπα της πόλης, ετούτα μοιράζονται κατά μήκος δύο κυρίων λεωφόρων, της Εγνατίας και του Αγίου Δημητρίου, οι οποίοι οδηγούν στην παραλία. Τα συγκεκριμένα κατάλοιπα, ανήκουν στην ρωμαϊκή  Αγορά[34] και στο Ωδείο του συγκροτήματος του Παλατιού του Γαλέριου, το οποίο βρίσκεται κατά μήκος της οδού Δημητρίου Γούναρη.  Όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε χωριστεί επίσημα σε ανατολική και Δυτική, ο Γαλέριος, κατέστησε την  Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος.  Με ετούτη την κίνηση, η πόλη έγινε η 2η σημαντική (πόλη) του Βυζαντίου και σαν τέτοια γνώρισε πνευματική και οικονομική ανάπτυξη.  Ο Γαλέριος έχτισε το συγκρότημα του παλατιού (τον 4ο αι.), έχοντας επιλέξει την Θεσσαλονίκη ως τόπο της κατοικίας του.  Τα ερείπια του παλατιού είναι σκορπισμένα στην μέση της πλατείας Ναβαρίνου.  Ας σημειωθεί ότι η Στοά Θριάμβου (συνώνυμη του Γαλέριου), κτίστηκε το 303 μ. Χ., εις μνήμην της νίκης του Γαλέριου εναντίον των Περσών, το 297.  Ο Γαλέριος έγινε γνωστός για τις άδικες καταδίκες που επέβαλε  στους  Χριστιανούς, καθώς και για το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη (280-305), μετέπειτα πολιούχου της πόλης.

Δίπλα στα ρωμαϊκά τείχη συνυπάρχουν τα βυζαντινά. Στα βόρεια, τα τείχη μήκους πέντε μιλίων και ύψους από 30-36 πόδια,  ενώνονται με τα τείχη της Ακρόπολης. Τα τείχη ξανακτίστηκαν τον  4ο  και 5ο αι.  από τον Οσμίδα, ενώ επιδρομές των βαρβάρων τον 5ο αι.  και 6ο αι., ανάγκαζαν τους ενίοτε άρχοντες να τα ενισχύουν.  Η ευκολία με την οποία οι Σαρακινοί κατέλαβαν την πόλη το 904,  λόγω της απροσεξίας των κατοίκων, οδήγησε στην εκ νέου ενίσχυσή τους, και κυρίως για την αντιμετώπιση του κινδύνου που προέβαλαν οι Βούλγαροι.  Τον 13ο και 14ο αι. η δυναστεία των Παλαιολόγων  έκανε επιδιορθωτικές εργασίες στα τείχη[35] και στο Επταπύργιον[36] (Ακρόπολη). Η αδιαφορία της Βενετίας  συνέβαλε στην κατάληψη της Θεσσαλονίκης  από τους Τούρκους, που με την σειρά τους έδωσαν μεγάλη σημασία στα τείχη της  Θεσσαλονίκης.

Το σπουδαιότερο κτίριο στο παλατιανό σύμπλεγμα του Γαλέριου είναι η Ροτόντα και αποτελεί υπόδειγμα της κυκλικής ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.  Ο Γαλέριος επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει την Ροτόντα ως μαυσωλείο του. Σκοτώθηκε όμως σε μάχη και το σώμα του δεν επεστράφη από τους εχθρούς του, ώστε να ενταφιαστεί στν Θεσσαλονίκη. Με την εγκαθίδρυση του Χριστιανισμού, η Ροτόντα μετατράπηκε σε εκκλησία από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’, στα τέλη του 4ου αι. Έτσι δημιουργήθηκε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου τον 4ου αι.,  η παλαιότερη από τις εκκλησίες που ακολούθησαν.  Οι αγιογραφίες ανάγονται στις αρχές του 5ου αι.  καθώς οι άγιοι που εικονίζονται απέβησαν μάρτυρες  επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού.  Αργότερα, και κατά την διάρκεια της Τουρκικής κατοχής, οι αγιογραφίες καταστράφηκαν, και διατηρήθηκαν μόνο εκείνες  που υπήρχαν  κάτω από τον Θόλο.  Ο ναός  του Αγίου Γεωργίου, μεταβλήθηκε σε μωαμεθανικό τέμενος, από τον Σουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη, το 1590, και τότε προσετέθη μιναρές, που έχει απομείνει μισός. Σήμερα ο συγκεκριμένος ναός λειτουργεί ως μουσείο, καθώς συμπεριλαμβάνεται στα ‘Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, ως «Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ»[37].

Στην Πάνω Πόλη, βρίσκονται επίσης διάφορες εκκλησίες, όπως του Οσίου Δαυίδ, ο οποίος θεωρείται ότι κτίστηκε από την Θεοδώρα, θυγατέρα του Βαλέριου.  Τα μωσαϊκά της είναι του 5ουαι. και η ομορφιά του καλλιτεχνήματος προέρχεται από το όραμα του Ιεζεκιήλ, από την  παράσταση του νεαρού Χριστού, από τα εκλεπτυσμένα χρώματα και από τον συνδυασμένο συμβολισμό.   Δύο ακόμη εκκλησίες του 5ουαι. είναι: 1. η βασιλικού ρυθμού,  εκκλησία της Παναγίας Αχειροποίητου, (που σημαίνει «φτιαγμένη χωρίς χέρια»[38]),  2. η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου[39], η μεγαλύτερη ελληνική εκκλησία που χτίστηκε τον 7ο αι., στον τόπο του μαρτυρίου του Αγίου, και είναι επίσης, βασιλικού ρυθμού.  Η κρύπτη του Αγίου Δημητρίου θεωρείται ότι έχει χτιστεί εκεί όπου άλλοτε ήταν τα ρωμαϊκά λουτρά, χώρος εντός του οποίου μαρτύρησε ο Άγιος.   Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι οι παραπάνω εκκλησίες: Η Παναγία η Αχειροποίητος,  και εκείνη του Αγίου Δημητρίου, φέρουν αρχιτεκτονική η οποία μιμείται το κλασσικό ελληνικό οικοδόμημα.

Μία άλλη εκκλησία, εκείνη  της Αγίας Σοφίας, κτίστηκε τον 8ο αι. και  εκπροσωπεύει την πρώτη απόπειρα αλλαγής του Βασιλικού ρυθμού, σε αρχιτεκτονική Θόλου.  Ο θόλος της διακοσμείται με καλοδιατηρημένα μωσαϊκά που αναπαριστάνουν την Ανάληψη και εικονίζει τους 12 Αποστόλους σε συζήτηση, δύο Αγγέλους και την Παρθένο Μαρία, παραστάσεις που χωρίζονται μεταξύ τους, με δέντρα και οι άγιοί τους θεώνται τον Παντοκράτορα, τον Παντοδύναμο Χριστό.

Παρενθετικά θα πρέπει ίσως  να τονιστεί το γεγονός, ότι τον 9ο αι.  αιώνα που ακολουθεί, και κατά την διάρκεια της περιόδου της Μακεδονικής Δυναστείας ([867-1057], ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο Βασίλειος ο Μακεδόνας [867-886]), η Θεσσαλονίκη δεν ήταν σημαντική πόλη. Επιπλέον, στην διάρκεια ετούτης της Βυζαντινής περιόδου, η πολιτεία ζει δύο μεγάλες θεολογικές διενέξεις όπως ακολουθούν:  1. Την Εικονοκλασία[40], τον 8ο και τον 9ο αι. και πολύ αργότερα.  2. Τον Ησυχασμό[41], που εισηγήθηκε από τους μοναχούς του Όρους Άθως, τον 14ο αι. με κύριο εκπρόσωπό του τον Γρηγόριο Παλαμά.

Συνεχίζοντας με την αναφορά στα μεσαιωνικά θρησκευτικά μνημεία, από Παλαιοχριστιανικά χρόνια (από τον 4ο αι.)  έως και την Υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-14ος αι.), και στους ναούς που έχουν ήδη αναφερθεί: της Παναγίας Αχειροποίητου (5ος αι.),  του Αγίου Δημητρίου  (7ος αι.)  και της Αγίας Σοφίας (8ος αι.),  παρουσιάζονται χρονολογικά αυτή την φορά και οι ναοί, που σε προηγούμενη σελίδα ετούτου του κειμένου, αναφέρονται σε σχέση μόνο με τον ρυθμό της αρχιτεκτονικής τους ή την  διακόσμησή τους  και είναι: της Παναγίας των Χαλκέων (11ος αι.), της Αγίας Αικατερίνης (13ος αι.), του Αγίου Παντελεήμονα  (14ος αι.),  των Αγίων Αποστόλων (14ος αι.),  του Αγίου Νικολάου του Ορφανού (14ος αι.), του Σωτήρος (14ος αι.), η Μονή Βλατάδων (14ος αι.),  ο ναός του Προφήτη Ηλία (14ος  αι.) και τα βυζαντινά λουτρά (14ος  αι.)[42]

Σύγχρονη εποχή:  Όσο για την σύγχρονη Θεσσαλονίκη, ετούτη διακρίνεται για το φημισμένο Πανεπιστήμιό της,  που γεμίζει την πολιτεία ζωή και κίνηση με το φοιτητόκοσμό που συχνάζει στα μπαράκια και στα καφέ  γύρω από το Λευκό Πύργο.

Ανάμεσα στα μεγάλα συγκροτήματα διαμερισμάτων που χαρακτηρίζουν την πρόσοψη της Θεσσαλονίκης στον αφικνούμενο από την θάλασσα ταξιδιώτη, διακρίνονται κάποια παλιά μέγαρα, από τα οποία ξεχωρίζει εκείνο που φιλοξενεί το Δημοτικό Μουσείο Τέχνης και μαρτυρεί με τα περιεχόμενα, την ποικιλότητα των κατοίκων της.

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης -όπως έχει ήδη αναφερθεί- προσθέτει στην πόλη την αίγλη εμπορικού κέντρου, καθώς προσελκύει πάμπολλους επισκέπτες από τα λοιπά διαμερίσματα της Ελλάδας και από διάφορες χώρες των Βαλκανίων.

Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει και το τούρκικο σπίτι με τον ξύλινο σκελετό –μουσειακής, τρόπον τινά, φύσης-, στην οδό Αποστόλου Παύλου 17, όπου  φημολογείται, ότι το 1880, γεννήθηκε ο Κεμάλ Αταρτούκ (πέθανε το 1938) ο ιδρυτής του Τουρκικού κράτους. Το «σπίτι του!», που έχει επισκευαστεί, έχει εξελιχθεί σε μουσείο, και ο  όποιος πιθανός επισκέπτης του, οφείλει να επισκεφτεί την Τουρκική Πρεσβεία (γωνία Αγίου Δημητρίου) και να παρουσιάσει  το διαβατήριό του.  Στις ημέρες μας ωστόσο,  φημολογείται ότι ο Αταρτούκ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριουδάκιέξω από τον Λαγκαδά, καλούμενο, Χρυσαυγή[43]. Οι πληροφορίες κατατίθενται από τους Πομάκους της Θράκης και αλλαχού στη Μακεδονία, όπως παρουσιάζεται από τα κείμενα στην ηλεκτρονική τους διεύθυνση: zagalisa.gr.

Συνεχίζουμε… Διάφοροι δρόμοι οδηγούν Ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Στα Β.Α. της, βρίσκονται οι Σέρρες και ανατολικότερα, η Δράμα. Οι δύο πόλεις υπήρξαν ιδιαίτερης σημασίας στην Βυζαντινή και στην Οθωμανική περίοδο, και εξακολουθούν να είναι εύπορες, επαρχιακές πόλεις. Ωστόσο και οι δύο δοκιμάστηκαν από τις επιδρομές των Βουλγάρων,  οι οποίοι το 1913, στην υποχώρησή τους, παράδωσαν τις Σέρρες στις φλόγες.

Η γη και τα χωριά που βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ Σερρών και Δράμας, και εκείνη προς την θάλασσα, είναι κυρίως αγροτικές.  Χαρακτηριστική είναι η συγκέντρωση των Σαρακατσάνηδων[44] στα περίχωρα των Σερρών και της Δράμας, για τον εορτασμό των Αγίων: Κωνσταντίνου και Ελένης, την 21η Μαΐου.  Οι πιστοί επιδίδονται σε μία ιεροτελεστία στο χωριό Λαγκαδάς, τα ‘αναστενάρια’[45], όπου κρατώντας την εικόνα των Αγίων, περπατούν ξυπόλυτοι πάνω  σε μισοσβησμένα κάρβουνα. Διατηρήθηκε στην περιοχή σαν έθιμο, από τους απογόνους προσφύγων από το χωριό Κοστί (το όνομα αποτελεί συντομογραφία του [ονόματος] Κωνσταντίνου), της ανατολικής Θράκης.

Αφήνουμε πίσω μας αυτές τις πόλεις και ερχόμαστε  στην ενδιαφέρουσα για πολλούς λόγους, περιοχή της  Χαλκιδικής. Στην Χαλκιδική κατ’ αρχήν ανήκει η γενέτειρα του Αριστοτέλη, τα Στάγειρα. Το μαρμάρινο άγαλμά του κοιτάζει από εδώ στον κόλπο της Ιερισσού. Η χερσόνησος της Χαλκιδικής, μοιάζει με ακρωτηριασμένη παλάμη, που εκτείνει τα τρία δάκτυλά της  στο Αιγαίο, και ίσως  περισσότερο από ποτέ, τα τελευταία χρόνια ελκύει πολλούς τουρίστες αλλά και πληθυσμό που εγκαθίσταται  στις περιοχές της. Έτσι έχει δημιουργηθεί μία αξιοσημείωτη πολεοδομική και τουριστική ανάπτυξη. Δίπλα στα ξεχωριστά αρχαιολογικά, βυζαντινά, πολιτιστικά χαρακτηριστικά της, ξεχωρίζει η γνωστή σπηλιά των Πετραλώνων, όπου βρέθηκαν απολιθώματα και ένα κρανίο Νεάντερταλ 700.000 χρόνων, αποδείξεις παρουσίας συνοικισμού στην Παλαιολιθική περίοδο, από τις παλαιότερες στην Ευρώπη. Η σπηλιά Πετράλωνα, φέρει σταλαγμίτες και σταλακτίτες.

Στην κλασσική περίοδο, οι Αθηναίοι και οι Χαλκιδείς είχαν δημιουργήσει αποικίες στην Χαλκιδική χερσόνησο. Ετούτες απέβησαν πεδία μαχών του Πελοποννησιακού πολέμου.  Η Ποτίδαια ήταν εκείνη που είχε προκαλέσει τον πόλεμο εκ μέρους  της Σπάρτης του 432  π. Χ., και εδώ διεξήχθη η αποφασιστική μάχη για την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου.  Η μάχη της Αμφίπολης[46] έθεσε τέλος σε ετούτη την διένεξη, δέκα χρόνια αργότερα. Εκείνη την μακρά πολεμική περίοδο των πενήντα χρόνων, τα ελληνικά στρατεύματα  συγκρούστηκαν κατά μήκος της ελληνικής γης και οι στόλοι τους ναυμάχησαν στις ακτές της. Ευρήματα φυλάσσονται στο μουσείο του Πολύγυρου.

Η Αμφίπολη, είναι παραθαλάσσια, και έχει το συνώνυμο λιμάνι το οποίο βρίσκεται στον κόλπο Ορφανού ή Στρυμονικό, και ιδρύθηκε από τους Αθηναίους τον 5ο αι. π. Χ., σε Θρακική περιοχή που ονομαζόταν «Οι εννέα Δρόμοι».  Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο,  οι Πέρσες κατά την εκστρατεία τους  εδώ, είχαν συλλάβει εννέα αγόρια και ισάριθμα κορίτσια και τα έθαψαν ζωντανά, ως εξιλαστήρια θυσία,  για τον κατευνασμό των Θεών τους.  Η ονομασία της, «γύρω από την Πόλη», οφείλεται στην θέση της, σε θηλιά του ποταμού Στρυμόνα.  Η τοποθεσία της  Αμφίπολης υπήρξε στρατηγική καθώς επέβλεπε  την κίνηση του λιμανιού  και τα ζηλευτά μεταλλεία χρυσού, στο όρος Παγγαίον.  Στις μέρες μας, το σε τραπεζοειδές σχήμα, πλατό της πόλης, είναι διάσπαρτο από μέλη σπασμένων αγαλμάτων, φέρει μωσαϊκά της ελληνιστικής περιόδου  και θεμέλια Χριστιανικού ναού Βασιλικού ρυθμού.

Από τους τρεις δακτύλους της Χαλκιδικής Χερσονήσου, στο πιο Ανατολικό βρίσκεται το όρος Άθως (ετούτο είναι γνωστό στους περισσότερους από τους Έλληνες ή και τους Ξένους), από το οποίο και μετονομάστηκε η περιοχή. Η φήμη του Όρους οφείλεται στα μοναστήρια, στα οποία μονάζουν ερημίτες μοναχοί, άγιοι -τρόπον τινά- άνδρες, εξ ου και το όνομα Άγιον Όρος.  Εδώ, τον 9ο αι. περίπου, αρχίζουν να καταφεύγουν μοναχοί και εκατό χρόνια αργότερα ιδρύθεται το πρώτο μοναστήρι,  της Αγίας Λάβρας, από τον Άγιο Αθανάσιο, το 963 μ. Χ.  Ο Άγιος Αθανάσιος, ήταν φίλος και συμβουλάτορας του πρώτου ευεργέτη του Αγίου Όρους, του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά[47]. Αργότερα πλήθυναν τα μοναστήρια, καθώς οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου υποστήριζαν την ίδρυσή τους με χρήματα, παροχή γης  και θησαυρών.  Με τον τρόπο αυτόν όλα τα μοναστήρια απέβησαν πλούσια. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου μνημονεύονται ακόμα στις εκκλησίες του Αγίου Όρους και οι αυτοκρατορικοί κατάλογοι φυλάσσονται με αφοσίωση στις βιβλιοθήκες, εκάστου μοναστηριού.

Ο Άγιος Πέτρος ο Αντωνίτης, είναι ο περισσότερο γνωστός καλόγερος της περιοχής, θεωρείται ότι έζησε σε σπηλιά του Αγίου Όρους,  επί πενήντα χρόνια. Κάποιοι από τους μοναχούς, ακολουθούν το παράδειγμά του (του Αγίου Πέτρου του Αντωνίτη), ζούνε δηλαδή φτωχικά και σπάνια εμφανίζονται δημόσια.  Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, δεν ζούνε όλοι σε ετούτα τα μοναστήρια, τα οποία αριθμούν είκοσι. Ζούνε σε κελιά ή ‘σκήτη’, είναι παραρτήματα των μοναστηριών, και χρησιμοποιούνται ως ερημητήρια των μοναχών, και βρίσκονται σε διάφορα μέρη της χερσονήσου (του Αγίου Όρους). Είναι επίσης γνωστό ότι στο Άγιον Όρος, απαγορεύεται η προσέλευση γυναικών και οι άρρενες που επιθυμούν να το επισκεφτούν, υποχρεώνονται να υποβάλλουν αίτηση για την αποδοχή τους.

Διασταυρώνοντας τον Στρυμόνα Ποταμό με γέφυρα, που φυλάσσεται από το Λέοντα της Αμφίπολης, ένα τεράστιο άγαλμα που ανακατασκευάστηκε από τα κομμάτια του 4ου και 5ου αι. π. Χ., ο δρόμος οδηγεί προς την Καβάλα.  Διατρέχει την όμορφη πράσινη κοιλάδα ανάμεσα στα όρη Παγγαίον και Σύμβολον και περνά από χωριά, με σπίτια που φέρουν στέγες με πλάκες μολυβένιες  και έχουν πανοραμική θέα.  Η Καβάλα  που σε σχήμα αμφιθεατρικό, επεκτείνεται από το λιμάνι ως τους πευκοφυτευμένους λόφους της, είναι μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδας. Στην αρχαιότητα υπήρξε αποικία της Θάσου έφερε το όνομα Νεάπολις, και εξελίχθηκε σε σπουδαίο λιμάνι κατά την περίοδο των Ρωμαϊκών και των Χριστιανικών χρόνων, καθώς επικοινωνούσε με την πόλη των Φιλίππων

Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων η Καβάλα βρίσκεται υπό  την κατοχή των Βουλγάρων επί επτά μήνες.  Ελευθερώνεται την 6 Ιουνίου 1913 και ενσωματώνεται με την Ελλάδα.  Στα νεότερα χρόνια αποβαίνει το κέντρο επεξεργασίας και εξαγωγής του ταμπάκου που καλλιεργείται στις γύρω περιοχές.  Οι αποθήκες του ταμπάκου βρίσκονταν στην παραλιακή ζώνη της πόλης.  Σήμερα ετούτη η αλλοτινή δραστηριότητα στην Καβάλα μαρτυρείται σε ένα πολύ ενδιαφέρον μουσείο.

Η εξέλιξη της πόλης και η οικονομική της ευημερία που της επέτρεψαν να απορροφήσει 25.000 πρόσφυγες από την Θράκη και την Μ. Ασία, διακόπηκε μόνο από την αναστάτωση που προκάλεσε η Βουλγαρική κατοχή στην διάρκεια των Α’ και Β’ Παγκοσμίων πολέμων.  Η Καβάλα έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα,  οργανώνοντας ομάδες Ελλήνων ανταρτών και αποβαίνοντας σταθμός για την μεταφορά και απονομή στρατιωτικών εφοδίων και όπλων. Η εφημερίδα  Σημαία, υπήρξε η φωνή που υποστήριξε την ελευθερία της Μακεδονίας.

β. Προσωπικότητες της Μακεδονίας

Μετά αυτή την σύντομη περιήγηση στον χώρο της Μακεδονίας, περνάμε σε έναν άλλο χώρο, εκείνον των προσωπικοτήτων της, οι οποίοι προέρχονται από τις διάφορες πόλεις της και οι οποίοι διακρίνονται για τα ποικίλα προσόντα τους. Σε ετούτη την αναφορά τηρείται μία χρονολογική πορεία που ξεκινάει από τον 5ο αι. με τον Στοβαίο Ιωάννη, γραμματικό και συγγραφέα Ανθολογίας της Ελληνικής Γραμματείας.   Ακολουθούν δύο άντρες, με το όνομα: Ποσείδιππος, οι οποίοι έζησαν τον 4ο και 3ο αι.  Ο ένας από ετούτους, καταγόταν από την Κασσάνδρεια της Χαλκιδικής και ήταν ποιητής της νέας Αττικής κωμωδίας, ενώ ο δεύτερος Ποσείδιππος, ήταν επιγραμματοποιός[48] και καταγόταν από την Πέλλα.

Τον 4ο αι.  γεννιέται ο Αριστοτέλης,  ο περίφημος Σταγειρίτης  διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο συγγραφέας  του γνωστού έργου Αθηναίων Πολιτεία. Ο Αριστοτέλης κατέφθασε στην Αθήνα το 367, στην εφηβική ηλικία των δεκαεπτά (17) χρονών.   Μαθήτευσε δύο χρόνια στην  Σχολή του Πλάτωνα και ύστερα από  τον θάνατο του διδασκάλου του, επισκέφτηκε τον συγγενή του Ερμεία, ηγεμόνα του Αταρνέως στην Τρωάδα και από εκεί ήρθε στην Μακεδονία, κατόπιν πρόσκλησης του Φιλίππου, για την ανάληψη της εκπαίδευσης του Αλεξάνδρου.

Το έργο του Αριστοτέλη χαρακτηρίζεται για την σαφήνειά του, την πρακτικότητα της σκέψης και την σοφή διάταξη. Το έργο του είναι τεράστιο, καθώς κανένα πεδίο γνώσης,  δεν του ήταν άγνωστο.  Οι επιστήμες, Αστρονομία, Μετεωρολογία, Φυσική, Ζωολογία, Βοτανική, Λογική, Ψυχολογία, Αισθητική, Ρητορική, Ποιητική, Πολιτικά, Ηθική, υπήρξαν αντικείμενα της έρευνας του φιλοσόφου, με την καθολική διάνοια. Και ενώ ο Πλάτων με την θεωρία των Ιδεών επιχειρεί να γεφυρώσει τα γήινα με τα υπεραισθητά, ο Αριστοτέλης καθιστά την φιλοσοφία γήινη.  Ο Πλάτων δεν αποδέχεται την ύλη, ενώ ο Αριστοτέλης έχει ως κύριο αντικείμενο της μελέτης του, την ύπαρξη του αισθητού κόσμου και προσπαθεί να ερμηνεύσει και να υποτάξει με τα αισθητήριά του, τις «έννοιες»[49].  Ο Αριστοτέλης ήταν επίσης εκείνος, ο οποίος έκανε την σημαντική παρατήρηση για τους Έλληνες ως χαρακτήρες, τουτέστιν: «ότι ζώντας σε ένα κλίμα που μετέχει και από την Ασία και από την Ευρώπη, συνδυάζουν και των δύο ομάδων τα προτερήματα»[50].   Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι ο ανιψιός του Αριστοτέλη, ο καλούμενος Καλλισθένης, καταγόταν από την Όλυνθο της Χαλκιδικής και ήταν ιστοριογράφος, σύγχρονος μάλιστα του Μ. Αλεξάνδρου.

Από την π. Χ. περίοδο περνάμε στον 13ο-14οαι., περίοδο όπου έζησε ο Πανσέληνος Μανουήλ, Βυζαντινός Αγιογράφος της Μακεδονικής Σχολής.  Μία άλλη προσωπικότητα την ίδια χρονική περίοδο (13ος-14ος αι.),  υπήρξε ο Βλαστάρης Ματθαίος, Βυζαντινός λόγιος μοναχός και κοινωνιολόγος από την Θεσσαλονίκη.

Το 1675, ο Μακεδόνας λόγιος Γεώργιος Κονταρής, δημοσιεύει σε απλή γλώσσα μία Ιστορία για την αρχαία Αθήνα. Αφιερώνει το έργο του σε δύο πλούσιους Αθηναίους  και στην προσφώνησή του, υπογραμμίζει και εξαίρει το δέσιμο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας με τη νέα ελληνική, όταν προσφωνεί: «είμεσθεν απόγονοι τοιούτων μεγάλων και σοφών αντρών». Στο έργο του χαρακτηρίζει τους Τούρκους ως «ασεβές και βάρβαρο έθνος» και στο τέλος εκφράζει μία εκ βαθέων ευχή του: να καταστρέψει ο Θεός τους Τούρκους και να ξαναδώσει στο Γένος την ελευθερία[51].

Αντίθετα από τον λόγιο Γεώργιο Κονταρή, ο Μανολάκης Καστοριανός, πλούσιος έμπορας και ένας από τους γουναράδες της Καστοριάς, ανήκει στους πρώτους Έλληνες εμπόρους, οι οποίοι εργάστηκαν συστηματικά για την σύσταση σχολείων και την καλλιέργεια των γραμμάτων[52], στην υπόδουλη Ελλάδα. Είναι οι χρόνοι μιας εποχής, που οι Έλληνες του εξωτερικού, όχι μόνο αποκτούν πολλά χρήματα, αλλά χρησιμοποιούν την ευπορία τους για την προώθηση της παιδείας στην πατρίδα τους.  Παρατηρείται έντονο το φαινόμενο της ευεργεσίας εκ μέρους των εκπατρισθέντων Ελλήνων, προς τον τόπο της καταγωγής τους και προς την Ελλάδα εν γένει.

Από την εύπορη Καστοριά είναι και ο Θωμάς Μανδακάσης[53], γιατρός, ο οποίος ζούσε και ασκούσε το λειτούργημά του στην Λειψία. Η αγάπη του για την Ελλάδα τον οδήγησε να αφιερώνει τα κέρδη του στην έκδοση ελληνικών βιβλίων, καθώς και ο ίδιος ήταν συγγραφέας.  Το 1760 εκδίδει το βιβλίο του «Περί των αοράτων  δια των ορατών εννοουμένων πραγμάτων», τίτλος που παρά το γεγονός ότι ενθυμίζει τη θεωρία των «Ιδεών» του Πλάτωνα, δεν έχει καμία σχέση μαζί της. Ο Θωμάς Μανδακάσης, αποβαίνει ηθικολόγος όταν γράφει το ακόλουθο: «οι άνθρωποι πολλά την σήμερον πολιτικοί είναι, και δε θέλουν κατά πρόσωπον να πτύουν υποκριτάς και ψεύστας». Και αλλού: «την σήμερον οι άνθρωποι τους πλουσίους αυτών, άρχοντας ψευδώς τους ονομάζουν». Κάποτε ο Μανδακάσης  γράφει και στίχους, ο σκοπός των οποίων είναι καλύτερος από την έκφρασή τους.  Γράφει και δικαιολογώντας τη λόγια γλώσσα του Καισάριου  Δαπόντε, τιμά την κοινή[54]:

Συ δε την γλώσσαν την απλήν, μην την καταφρονήσης,

ότι αρίστη και αυτή ως θέλει την γνωρίσης.

Και τόσας χάριτας γλυκάς και νοστιμάδας έχει,

όπου και όλων των εθνών τας γλώσσας υπερέχει.

Τον 18ο αι. παρατηρείται ότι το ενδιαφέρον για την ιστορία γενικά, παίζει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της εποχής.  Επεκτείνεται πέρα από την πολιτική ή την θρησκευτική ιστορία.  Επικρατεί μία συγγραφική δραστηριότητα, αρκετά όμως από τα σημαντικά έργα που δημιουργούνται, μένουν ανέκδοτα. Παράδειγμα αποτελεί η εργασία του Γεωργίου Ζαβίρα, Νέα Ελλάδα.  Ο Γεώργιος  Ζαβίρας (1744-1804), Μακεδόνας έμπορας,  έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Δύση, και κυρίως στην Ουγγαρία. Αγαπούσε τα γράμματα, συνέγραψε πολλά πράγματα και επίσης μετάφρασε κείμενα. Ατυχώς όλα σχεδόν τα γραπτά του έμειναν ανέκδοτα και κατά συνέπεια πολλά από αυτά χάθηκαν. Διασώθηκε μία Περιήγησή του στη Γερμανία. Στο έργο του Νέα Ελλάδα, ο συγγραφέας καταθέτει βιογραφική αναγραφή των Ελλήνων λογίων επί της Τουρκοκρατίας.  Το έργο αυτό δημοσιεύτηκε μεν το 1872, όταν όμως ήταν ακόμη χειρόγραφο, είχε χρησιμοποιηθεί από πολλούς.

Την τελευταία  εικοσαετία του 18ου αι., δραστηριοποιείται συγγραφικά και ο Μακεδόνας Γεώργιος Ρουσιάδης[55] (1783-1854), που πέρα από άλλα έργα του, μετάφρασε και τον Όμηρο. Η κριτική των συγχρόνων του γι’ αυτή την μετάφραση, δεν υπήρξε αρκετά επιεικής.

Από τους  συγγραφείς που γράφουν τον 19ο αι., πολλοί είναι Μακεδόνες, που γνωρίζονται και τιμούν αλλήλους.  Ο Μιχαήλ Περδικάρης[56], ένας ακόμη από αυτούς, μολονότι η καταγωγή του ανάγεται στην Κεφαλονιά, είναι γέννημα και θρέμμα της Κοζάνης. Παρόμοια όπως οι άλλοι της εποχής του, έγραψε αρκετά έργα, τα οποία όμως έμειναν αδημοσίευτα. Μπόρεσε και εξέδωσε τον Ερμήλο του το 1817 ή Δημοκριθηράκλειτο[57] και τον ίδιο χρόνο ένα πεζό με τον τίτλο, Προδιοίκησις εις τον Ερμήλον.

Ο Δημοκριθηράκλειτος είναι ποίημα σε ένα τόμο 460 σελίδων, και παρουσιάζεται ως πρώτος τόμος.  Είναι μία δυνατή σάτιρα για την κοινωνία της εποχής του ποιητή.  Φαίνεται να έχει γραφτεί το 1806.  Ο Μ. Περδικάρης ελέγχει τον κλήρο και την άρχουσα τάξη με τρόπο που είναι δύσκολο για κάποιον άλλον, να επαναλάβει τους στίχους του. Ελέγχει τους Νεοϊδεάτες, αποκαλεί τους αρχιερείς γενίτσαρους, χτυπάει τη νηστεία και χλευάζει τις ευχές των ιερέων.  Γράφει και για τον Βολταίρο, χαρακτηρίζοντάς τον με τα ακόλουθα επίθετα: «αχρείος, σαρκολάτρης, κακόφρων και στραβός».  Κατακρίνει ακόμα και τον Καταρτζή[58], ο οποίος γεννημένος την περίοδο μεταξύ του 1720-1725, σταδιοδρόμησε στις Αυλές της Μολδοβλαχίας, έφτασε στο αξίωμα του Μεγάλου Λογοθέτη, και πέθανε το 1807. Φέρεται και εναντίον  του Ρήγα γράφοντας μεγάλο βιβλίο με τον τίτλο: Κατά Ψευδοφιλελλήνων.  Το θέμα του ποιήματος έχει παρθεί από τον Λούκιο (όνομα Αγίων και Παπών), ο οποίος μνημονεύεται και στο έργο. Καθώς το περιεχόμενο   του ποιήματος  άρεσε στο αναγνωστικό κοινό της εποχής, κυκλοφόρησε με επιτυχία και ιδιαίτερα στην Μακεδονία. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, το πρόσεξε και η Εκκλησία, η οποία όμως το καταδίκασε.

Ο Γεώργιος Σακελλάριος[59] (1765-1838), γνωστός του Μ. Περδικάρη, συμπατριώτης του, γιατρός και ποιητής, δεν είναι ηθικολόγος στιχουργός, μήτε διδακτικός, περιγραφικός ή αλληγορικός. Οι φιλοδοξίες του είναι λογοτεχνικές. Εκτός από έργα για την επιστήμη του όπως μία Ελληνική Αρχαιολογία, μεταφράζει επιπλέον τον Ανάχαρση και άλλα ιστορικά έργα. Παράλληλα με τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, ο Σακελλάριος, ενδιαφέρεται και έχει μία συλλογή αρχαίων νομισμάτων.  Υπάρχουν πληροφορίες που υποστηρίζουν ότι το 1789, εισήγαγε στην Ελλάδα τον ‘σαικσπηρισμό’, με το έργο του Ρωμαίος και Ιουλία, τραγωδία σε πεζό, σε πέντε πράξεις.

Το ποιητικό έργο του Γ. Σακελλαρίου εμπεριέχεται σε τόμο που δημοσιεύτηκε το 1817 με τον τίτλο, Ποιημάτια.  Ετούτα διακρίνονται για την θλίψη του ποιητή, η για την συγκίνηση την οποία προκαλεί ο ανθρώπινος πόνος και όχι η τέχνη. Αλλού πάλι, ετούτα τα ποιήματα χαρακτηρίζονται για  την πατριωτική τους έμπνευση. Στην συλλογή Ποιημάτια (μεταγενέστερο ποιητικό έργο), του Γ. Σακελλαρίου διαπιστώνεται μία ποιοτική βελτίωση, συγκριτικά με την πνευματική παραγωγή των προηγουμένων ποιητικών του συλλογών. Ο Σακελλάριος σχετίζεται με τον Περδικάρη, με τον Βηλαρά και τον Χριστόπουλο. Θαυμάζει τον τελευταίο (Χριστόπουλο), τον οποίον θεωρεί ως άλλον νεότερο Ανακρέοντα, δεν εγκρίνει όμως τον τόνο του.  Ο  ίδιος  είναι αυστηρός ως προς τις πεποιθήσεις του και εστραμμένος στην μελαγχολία και τον στοχασμό στην ζωή. Στο έργο του Αντιβακχικά «κατά των Βακχικών του κυρίου Χριστόπουλου» γράφει:

       Έξω έξω τα κροντήρια,

έξω πλόσκες και ποτήρια.

Στην λογοτεχνική κίνηση που παρατηρείται την περίοδο του 18ου αι., οι Μακεδόνες  μετέχουν ενεργά με την συνεισφορά τους. Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος[60], θεωρήθηκε ο μεγάλος ποιητής της γενιάς του.  Σύγχρονος του Γ. Σακελλαρίου, γεννήθηκε στην Καστοριά το 1772, και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Βουκουρέστι, όπου και πέθανε το 1847. Κατάγεται από εκλεκτή Φαναριώτικη οικογένεια. Το πέρασμα των χρόνων και η διδασκαλία του Καταρτζή, τον οδηγούν σε μία φυσικότερη γλώσσα. Αν και αρχίζει την συγγραφική σταδιοδρομία του, με το έργο του: Γραμματική της Αιολοδωρικής, το 1805, τον ίδιο χρόνο ακολουθεί το δράμα του, ο Αχιλλέας.  Το πνεύμα του έργου, σύμφωνο με το πνεύμα της εποχής, θίγει την διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων, ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που απασχολεί και ανησυχεί την ελληνική διανόηση της εποχής.

Όταν είμεσθ’ ενωμένοι, κ’ η Ελλάς ευδοκιμεί

Και καμμία δεν την βλάφτει εχθρική επιδρομή.

Το 1811 εκδίδονται τα Λυρικά του Χριστόπουλου, στα οποία πιστεύεται ότι ανήκει και μία σάτιρα για την γλώσσα, η οποία τιτλοφορείται: Όνειρο και με την οποία ο συγγραφέας στρέφεται κατά του Κοραή. Οι άκρως Δημοτικιστές της εποχής στους οποίους ανήκει, πολεμούν τον ‘κοραϊσμό’. Από ετούτο το κύμα αντίθεσης, γεννιούνται έργα, όπως το Όνειρο του Χριστόπουλου ή τα  Κορακίστικα του Νερουλού.  Τον ίδιο χρόνο (1811), ο Χριστόπουλος εγκωμιάζει σε επιστολή του την κωμωδία του Νερουλού.

Ο Χριστόπουλος πέρα από το ποιητικό του έργο, έχει συγγράψει και πεζά τα οποία αποκαλύπτουν την λογιότητά του. Έγραψε αρχαιολογικές μελέτες[61], ασχολήθηκε με θέματα της αρχαίας φιλοσοφίας, με θέματα ιστορικής φύσεως, αλλά και πολιτικά θέματα.  Έκανε επίσης μεταφράσεις αποσπασμάτων από την Ιλιάδα του Ομήρου και από τα βιβλία του Ηρόδοτου.

Ο Χριστόπουλος μελετήθηκε και επηρέασε λογοτέχνες όπως τον: Διονύσιο Σολωμό[62], ο οποίος έχει υπόψη του τα γλωσσικά βιβλία του Χριστόπουλου, ή τον Βηλαρά,  ο οποίος τον μιμείται μεν, αλλά το ποίημά του Άνοιξη, υπερτερεί της δικής του δουλειάς, όπως αναφέρει ο Νικόλαος Δραγούμης[63] στα απομνημονεύματά του. Ο δε Ηλίας Τανταλίδης, Φαναριώτης (1818-1876), ο οποίος σύμφωνα με τον Δημαρά[64], μπορεί να θεωρηθεί ο τελευταίος Φαναριώτης ποιητής, στα πρώτα του ποιήματα, δέχεται με την σειρά του την επίδραση του Χριστόπουλου, από ποιήματα για παράδειγμα, στα οποία προτιμάει μεν την  καθαρεύουσα, αλλά γράφει και «χυδαϊκά».

Ένα άλλος αξιόλογος Μακεδόνας συγγραφέας, είναι ο Κασομούλης Νικόλαος[65] (1795-1881), από την Κοζάνη, ο οποίος υπήρξε  αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας απομνημονευμάτων, που τα συγκεντρώνει σε τρεις τόμους με τον τίτλο: Στρατιωτικά Ενθυμήματα.  Ο Ν. Κασομούλης, αν και με μικρή σχετικά μόρφωση, έκανε μεγάλη προσπάθεια να εκλεπτύνει τη γλώσσα του.  Σύμφωνα με τον Δημαρά, αν έγραφε πιο φυσικά, «θα είταν ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας». Ο Ν. Κασομούλης[66] ο οποίος μετέχει στον Αγώνα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, τον παρουσιάζει (τον Αγώνα), εκ των ένδον.  Έχει ιστορική συνείδηση και προσπαθώντας να φτάσει στην αλήθεια, προχωρά με αυστηρότητα στην ανίχνευση των ψυχών των ηρώων και παρόμοια στα κατορθώματά τους.

Ανάμεσα στους λογίους, εκδότες, ευεργέτες και άλλους εν γένει, επιφανείς άντρες της Μακεδονίας, διακρίνεται ο αρχιτέκτων Λύσανδρος Καυταντζόγλου  (1811-1885), από την Θεσσαλονίκη, γόνος της μεγάλης θεσσαλονικιώτικης οικογενείας Σπανδωνή και αρχιτέκτονας της Σχολής Κλασσικισμού[67].   Σε δωρεές της οικογενείας Καυταντζόγλου, οφείλεται επίσης η ίδρυση του Εθνικού Καυταντζόγλειου Σταδίου, Θεσσαλονίκης. 

Και ερχόμαστε στον Ίωνα Δραγούμη  (1878-1920)[68] ο οποίος χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Ίδας, γράφει το έργο του, Μαρτύρων και ηρώων αίμα, ιστορία  εμπνευσμένη από τον Μακεδονικό Αγώνα, που  κορυφώνεται με το θάνατο του Παύλου Μελά (1904).  Το 1909 παρουσιάζει το έργο του,  Σαμοθράκη και το 1911, το δημιούργημά του, Όσοι ζωντανοί. Τα βιβλία αυτά ακολουθούν την γραμμή του πρώτου έργου του, χαρακτηρίζονται δηλαδή για το στενό πολιτικό προσανατολισμό τους.  Παρουσιάζουν τον χαρακτήρα των Νεοελλήνων ύστερα από το 1897, την πολιτική κατάσταση που αναδύεται και που εκφράζεται στην πολιτική του Ε. Βενιζέλου.

Άλλοι ταλαντούχοι άνδρες είναι: ο Ριάδης Αιμίλιος (1880-1935), από την Θεσσαλονίκη, συνθέτης της Εθνικής Σχολής.

Ο Σωτηριάδης Γεώργιος  (1852-1942), αρχαιολόγος από το Σιδηρόκαστρο, πρωτεύουσα της επαρχίας Σιντικής του νομού Σερρών, ο Πρώτος Πρύτανης του

Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ο Χατζής Βασίλειος (1870-1915), Καστοριανός,  γνωστός ζωγράφος-θαλασσογράφος.

Ο Αργυρός Ουμβέρτος (1882-1963), ζωγράφος από την Καβάλα, καθηγητής ΑΣΚΤ, ακαδημαϊκός.

Ο Σβώλος Αλέξανδρος (1892-1956), νομικός και πολιτικός από το Μοναστήρι, καθηγητής Πανεπιστημίου και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Εφέδρων Αξιωματικών στη διάρκεια της Κατοχής.

Ο Αχιλλέας Τζαρτζάνος (1873-1963), γνωστός φιλόλογος και γλωσσολόγος από το Τύρναβο, συγγραφέας σπουδαίων εγχειριδίων των Γυμνασιακών Σπουδών, σε σχέση με την κλασσική φιλολογία.  Γνωστά το Λεξικό ανωμάλων ρημάτων του Τζαρτζάνου και το Συντακτικό του, που διδάχτηκαν στο Γυμνάσιο στη δεκαετία του 1960. ( Π.Έλλη: Ακόμα τα κρατώ και τα χρησιμοποιώ!»

Ο Βαφόπουλος Γεώργιος (1903), από την Θεσσαλονίκη.

Ο Καραμανλής Κωνσταντίνος (1907-1998), από τις Σέρρες, ο πολιτικός, δικηγόρος, πρωθυπουργός (1955-1963, 1974-1980) και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1980-1985).

Ο Κόκκας Πάνος (1919-1963), δημοσιογράφος, εκδότης και νομικός από την Θεσσαλονίκη.

Ο Ταχτσής Κώστας (1927-1988), πεζογράφος και ποιητής από την Θεσσαλονίκη.  Γνωστό το έργο του Το τρίτο Στεφάνι και από τις συνέχειες  στην Ελληνική τηλεόραση.  Ο Κ. Ταχτσής έζησε στην Αυστραλία για ένα διάστημα, εργαζόμενος ως τραπεζοϋπάλληλος.

Ο Βουδούρης Άρης (1927-1990), γνωστός επιχειρηματίας και εκδότης.

Ο Μπακόλας Νίκος (1927-1999), πεζογράφος κριτικός και δημοσιογράφος.

Ο Μαρωνίτης Δημήτριος (1929), γνωστός, σύγχρονος κλασσικός φιλόλογος καθηγητής Πανεπιστημίου και κριτικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ο Χριστιανόπουλος Ντίνος (1931), (ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη),  ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος, και κριτικός.

Ο Βασιλικός Βασίλης (1934), συγγραφέας από την Καβάλα.

Ο Χειμωνάς Γεώργιος (1939), γνωστός πεζογράφος-ψυχίατρος, από την Καβάλα.

Ο πρόσφατα απολιπών Μανώλης Αναγνωστάκης, ιατρός και ποιητής, που γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1925 και υπήρξε ένας από τους αναγνωρισμένους ποιητές τηςμεταπολεμικής περιόδου.  Ως μέτοχος στην Εθνική Αντίσταση και στον εμφύλιο, καταδικάστηκε σε θάνατο από στρατοδικείο, φυλακίστηκε και εξορίστηκε στην Μακρόνησο.  Ποιήματά του μεταφράστηκαν στην αγγλική γαλλική και ιταλική και μελοποιήθηκαν από τους: Θεοδωράκη, Θάνο Μικρούτσικο, Αγγελική Ιωαννάτου και Μιχάλη Γρηγορίου. Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στις 23 Ιουνίου 2005.

Αναμφίβολα τα ονόματα της  περιόδου του 20ου αι. τα οποία αναφέρθηκαν δεν είναι τα μόνα. Υπάρχουν αξιόλογοι δημιουργοί σε όλους τους χώρους της τέχνης, όπως στην μουσική ο Σαββόπουλος, ο οποίος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη από πατέρα Φαναριώτη και μητέρα πρόσφυγα από την Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας, ο  Γιώργος  Καφτατζής από τις Σέρρες, ο σύγχρονος Αγάπιος Σαχίνης από την Θεσσαλονίκη, ξυλογλύπτης, δημοτικός σύμβουλος και αγωνιστής και άλλοι.

Σημείωμα της συγγραφέα: Η εργασία όμως αυτή οφείλει να σεβαστεί τα χρονικά όρια που της δόθηκαν.  Κλείνω λοιπόν εδώ και σας ευχαριστώ.


[1] Ομιλία στις εκδηλώσεις Δημήτρια του Σωματείου των Μακεδόνων,  στο Σύδνεϋ.

[2] Πριν από τη Νεάπολη είναι το Τσοτίλιον – Άγιος Κοσμάς, το οποίο παρόμοια με την ευρύτερη περιοχή του Βοίου, φέρει  παρθένα δάση από βελανιδιές.

[3] Ύψους 2.640 μ.

[4] Η Σιάτιστα, πρωτεύουσα του Βοΐου, είναι μία όμορφη κωμόπολη με 5.500 κατοίκους, χτισμένη σε υψόμετρο 950 μέτρων, στις βουνοπλαγιές του όρους Βέλλια, πηγή: monopatia-pindos.gr

[5] To Αρματολίκι είναι συνοικισμός στον οποίο έχουν δοθεί ιδιαίτερα προνόμια από τους Τούρκους συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος κατοχής όπλων (www.macedonian –heritage. Gr)

[6] Το άστυ είναι μία μικρή πόλη, με χαρακτηριστικά μεγάλης.  «Ο αστικισμός μας κάνει συγκάτοικους σε πυκνοκατοικημένες περιοχές», E.  explain.gr / «Η πόλη εμφανίζεται για πρώτη φορά στην γραπτή παράδοση τον 16ο αιώνα, στον κώδικα της Ιεράς Μονής της Ζάβορδας ως «Κόζιανη χωρίον». Σε εικόνες και εκκλησιαστικά βιβλία, μνημονεύονται μέχρι το 17ο αιώνα κατασκευές υδραγωγείων και κρημνών, εκκαθαρίσεις και εξομαλύνσεις εδαφών για την κατασκευή κατοικιών. Η θέση της πόλης παίρνει σταδιακά μόνιμο χαραχτήρα. Το γεγονός επιβεβαιώνει το κτίσιμο του Ναού και κυρίως των νεκροταφείων των Αγίων Αναργύρων.  Μετά το 1650, φαίνεται ότι η ανάπτυξη της χειροτεχνίας και του εμπορίου έχει προχωρήσει αρκετά. Το άνοιγμα της τοπικής οικονομίας επιβάλλει τη σύνδεση των συνοικιών με δρόμους, καλντερίμια και γεφύρια πάνω από τα ρέματα που υπήρχαν καθώς και τη συνένωση τους με μια κεντρική αγορά, το κοινό τζιαρσί, όπου συγκέντρωνε τις βιοτεχνίες και όλες τις εμπορικές δραστηριότητες. Συνένωση των συνοικιών συντελείται επίσης στο επίπεδο των θρησκευτικών και κοινωνικών σχέσεων με την αναφερόμενη ίδρυση του Αγίου Νικολάου, ως κεντρική εκκλησία από τον προεστό Χαρίση Τράντα. Ο Τράντας πέτυχε παράλληλα την έκδοση διατάγματος από το Σουλτάνο, που έθετε την πόλη κάτω από την προστασία της Σουλτανομήτορος. Με αυτό το προνομιακό καθεστώς η πόλη απαλλάχτηκε από φόρους σημαντικούς και καταπιέσεις. Τότε, όπως αφηγείται ο Λιούφης, ο Χαρίσης Τράντας «ήρξατο κτίζων οίκους μεγαλοπρεπείς και διωρόφους,

καλών τέκτονας και κτίστας…».

Από την περίοδο αυτή χρονολογούνται τα πρώτα ιστορικά αρχοντικά της πόλης, όπως αυτά των οικογενειών Πλατώνη και Σαπουντζή. Το πιο επιβλητικό με τα περισσότερα «στολίδια», ήταν αυτό που έχτισε ο Τράντας στην ωραιότερη συνοικία, το Γκιουλέρ Μαχαλά. Το αρχοντικό κτίστηκε μεταξύ του 1650 και 1660 και σωζόταν μέχρι το 1911, οπότε αφού αγοράστηκε από την Κοινότητα κατεδαφίστηκε για να χτιστεί στη θέση του το νεοκλασικό κτίριο του Παρθεναγωγείου Κοζάνης», Πηγές: 1. Τα στοιχεία για την αρχιτεκτονική και την ιστορία της πόλης βρέθηκαν από παλιά άρθρα τοπικών εφημερίδων. 2. Οι φωτογραφίες είναι από το Omikron Magazine “Μάθηµα αρχιτεκτονικής παράδοσης στην Κοζάνη”.  Δημοσιεύτηκε 22nd January 2010 από τον χρήστη Καραβάκι.

[7] Γιο του Ιωάννη Τράντα που είχε οδηγήσει μία ομάδα από την ‘Ήπειρο. Η Ιστορία αναφέρει ότι ο Ιωάννης Τράντας με 122 οικογένειες, πολύ πλούσιος με 12.000 γίδια, εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη, στην θέση “Κρεββατάκια” στην αρχή σε σκηνές και αργότερα σε σπίτια που τα έκτισαν μόνοι τους κόβοντας ξύλα από το δάσος του Αγίου Νικολάου. Όλα αυτά γίνονται το 1649.

[8] «Ασφάλεια, λειτουργικότητα και προσαρμογή στις ειδικές καιρικές συνθήκες ήταν οι βασικές αρχές του σχεδιασμού της κοζανίτικης κατοικίας. Οι χειμωνιάτικοι χώροι ήταν χωροθετημένοι στο ισόγειο και στον όροφο οι καλοκαιρινοί. Ο βαθύς ή «χαμηλός οντάς» ήταν ένα δωμάτιο χειμωνιάτικης υποδοχής, που τα παράθυρα του δεν έβλεπαν το βορρά. Ο «ηλιακός» ή ντηλιακός, ήταν ένα ηλιόλουστο δωμάτιο χειμωνιάτικης διημέρευσης, ενώ το «χειμωνιάτικο» ήταν το δωμάτιο του ύπνου. Από την «μεσιά», δηλαδή τον κεντρικό χώρο των αρχοντικών, που συνέδεε τα ισόγεια δωμάτια, ένα ξύλινο κλιμακοστάσιο οδηγούσε στον όροφο σε ένα μεγάλο δωμάτιο υποδοχής και διασκέδασης, το «μουσαφίρ οντά» ή «δοξάτο», όπου προβλεπόταν συχνά ειδικός χώρος για τους μουσικούς. Στον όροφο υπήρχαν οι υπόλοιποι χώροι παραμονής και ύπνου για το καλοκαίρι. Η «κρεββάτα» ήταν το δωμάτιο ύπνου. Ο «ηλιακός», το καλοκαιρινό ενδιαίτημα στα αρχοντικά. Ήταν ένα είδος κλειστής βεράντας με περιμετρικά παράθυρα. Οι δευτερεύοντες χώροι του ορόφου βρισκόταν σε ένα επίπεδο λίγο ψηλότερα από το δοξάτο. Οι υψομετρικές διαφορές δεν είχαν μόνο λειτουργική σκοπιμότητα, αλλά προσέφεραν ακόμη κατάλληλες επιφάνειες για τις ξυλόγλυπτες επενδύσεις και το ζωγραφικό διάκοσμο. Τα υπόγεια των σπιτιών χρησίμευαν
για αποθήκες και για κρυψώνα κατά τις επιδρομές των Τουρκαλβανών, ενώ η ενδιαφέρουσα πέτρινη θολοδομία απατελεί μια ιδιομορφία της Κοζανίτικης αρχιτεκτονικής, που δεν απαντάται στις γειτονικές πόλεις». Πηγές: 1. Τα στοιχεία για την αρχιτεκτονική και την ιστορία της πόλης βρέθηκαν από παλιά άρθρα τοπικών εφημερίδων. 2. Οι φωτογραφίες είναι από το Omikron Magazine “Μάθηµα αρχιτεκτονικής παράδοσης στην Κοζάνη” Δημοσιεύτηκε 22nd January 2010 από τον χρήστη: Καραβάκι.

[9] Ενώ τελειώνει ο 19ος αιώνας η Κοζάνη επιτελεί σημαντικό ρόλο στη Δυτική Μακεδονία. Η τουρκική διοίκηση εγκαθιστά στην πόλη τελωνείο και διοικητήριο. Η πόλη γνωρίζει στις αρχές του αιώνα ένα υψηλό επίπεδο πνευματικής ζωής, με επίκεντρο τις σχολές και τα ιδρύματα της. Αντίστοιχα εισάγονται οι πρώτες νεοκλασικές και άλλες εξωτερικές επιρροές στην τοπική αρχιτεκτονική».  Πηγές: 1. Τα στοιχεία για την αρχιτεκτονική και την ιστορία της πόλης βρέθηκαν από παλιά άρθρα τοπικών εφημερίδων. 2. Οι φωτογραφίες είναι από το Omikron Magazine “Μάθηµα αρχιτεκτονικής παράδοσης στην Κοζάνη” Δημοσιεύτηκε 22nd January 2010,από τον χρήστη: Καραβάκι.

[10] Μήκους 300 χιλ., πηγάζει από την Πίνδο και χύνεται στον Θερμαϊκό κόλπο.

[11] φεουδαρχικό τμήμα.

[12] γη που ανήκει στο Σουλτάνο.

[13] Ιnsight Guides, Greece, APA Publications, 1991. Ελληνικό σχολικό εγχειρίδιο λέει πως οι εκκλησίες της Καστοριάς αριθμούν τις ογδόντα περίπου, ενώ κάποιοι Ελληνοαυστραλοί  πιστεύουν ότι είναι εβδομήντα.

[14] Τεχνική γύψου με χρώμα.

[15] Σημειωτέον είναι το γεγονός, ότι ο Π. Μελάς πέτυχε με τον αγώνα του, να αίρει το Μακεδονικό ζήτημα σε πανελλήνια υπόθεση.  Ο Μελάς ήταν γαμπρός του Ίωνος Δραγούμη, επίσης διακεκριμένου «Μακεδονομάχου», ο οποίος από το Μοναστήρι της Μακεδονίας (σήμερα το Μοναστήρι ανήκει στα Σκόπια), όπου υπηρετούσε ως διπλωμάτης, δόθηκε ολόψυχα στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο Ίων Δραγούμης, εκτός από διπλωμάτης και πολιτικός, ήταν γνωστός και ως διανοούμενος και συγγραφέας. Με τις απόψεις του στον Τύπο και με τη στράτευση μέρους της λογοτεχνίας του, υπέρ του Μακεδονικού Αγώνα, είχε ταχθεί εναντίον της Κυβέρνησης της Αθήνας, για την άκρως συντηρητική της στάση έναντι των σκλαβωμένων στους Τούρκους Ελληνικών περιοχών: Μακεδονίας, Ηπείρου και Κρήτης. Δολοφονήθηκε στην Αθήνα το 1920, τελικά. Η επιφανής οικογένεια «Δραγούμη», καταγόταν από το Βογάτσικο της Μακεδονίας.

Ως γνωστόν, πολλοί ήταν οι Έλληνες οι οποίοι αν και από άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, συνέβαλαν ουσιαστικά στο Μακεδονικό αγώνα κατά την περίοδο 1904-1908, δίπλα στον Π. Μελά. Τέτοιοι (ως αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού) υπήρξαν, ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν (1869-1949) και ο Τέλος Αγαπηνός (Καπετάν Άγρας (1880-1907), οι οπλαρχηγοί:  Γεώργιος Τσόντος από την Κρήτη, ο  Παναγιώτης Παπατζανετέας από τη Μάνη, ο Κωνσταντίνος  Γαρέφης από το Πήλιο, ο Κώτας από τη Φλώρινα και κοντά σε αυτούς πολλοί άλλοι αγωνιστές, οι οποίοι κατέφθασαν από όλες τις ελληνικές περιοχές και μαζί με πολλούς εντόπιους Έλληνες, σχημάτισαν αντάρτικες ομάδες, αφενός για την προστασία των Ελλήνων της Μακεδονίας και αφετέρου για την εδαφική ακεραιότητα της περιοχής.

Τις προσπάθειες αυτών των ανταρτικών ομάδων τις συντόνιζαν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, διπλωμάτες όπως ο πρόξενος Θεσσαλονίκης Λάμπρος Κορομηλάς, ο Ίων Δραγούμης -προξενικός υπάλληλος στο Μοναστήρι- και επιπλέον  ιεράρχες, όπως, ο μητροπολίτης Καστοριάς, Αμασείας και Ιωαννίνων,  Γερμανός (Στυλιανός Καραβαγγέλης, 1866-1953).

Χάριν ετούτων των σπουδαίων ανδρών, ναυάγησαν οι επιδιώξεις των Βουλγάρων, που στόχο είχαν να αλλοιώσουν την εθνική συνείδηση των κατοίκων της Μακεδονίας, οι οποία απελευθερώθηκε τελικά από τον ελληνικό στρατό, κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913 (Πρώτος διοικητής της Μακεδονίας την περίοδο 1912-1913, και πρώτος Πρόεδρος Επικρατείας, υπήρξε ο Ρακτιβάν Κωνσταντίνος (1865-1935), νομικός, πολιτικός και ακαδημαϊκός).

[16] Τα ενώνουν δηλαδή σε μεγάλα κομμάτια και με αυτά κατασκευάζουν γούνες της μόδας, τις οποίες στέλνουν πίσω στις χώρες της εξαγωγής πρώτων υλών, και αυτές τις πωλούν σε χαμηλότερες τιμές.

[17] Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο διακεκριμένος Έλληνας κινηματογραφιστής, αν και δεν κατάγεται από την Φλώρινα, από αγάπη προς την ιδιαιτερότητα αυτού του χώρου, τον χρησιμοποίησε για δύο γνωστά φιλμ του: τον Μέγα Αλέξανδρο και Το Διστακτικό βήμα του πελαργού. Είναι επίσης γνωστό ότι αγάπησε τα χωριά της Ηπείρου και ότι η πρώτη ταινία του γυρίστηκε στο χωριό Τσεπέλοβο (Ζαγοροχώρια) της Ηπείρου.

[18] Πρόκειται για την αρχαία ελληνική πόλη, Επίδαμνο, ή όπως αποκαλείται σήμερα, Ντουράζο της Αλβανίας.

[19] Αιγαί = Βεργίνα.

[20] Αντιστοίχως: 49-52 μ. Χ. και 53-58 μ. Χ.

[21] Το διάστημα 306-283 π. Χ. βασίλεψε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, γιος του Αντίγονου.

[22] Από αυτά διασώθηκαν ο οίκος του κυνηγού των λιονταριών, που περιτριγυρίζεται από Ιωνικούς κίονες και φέρει υπέροχα μωσαϊκά μυθολογικών σκηνών, φτιαγμένα από φυσικές χρωματιστές πέτρες. Κάποια από αυτά  βρίσκονται στο μουσείο της πόλης.

[23] Στους Φιλίππους και σε διάστημα τριών εβδομάδων, διεξήχθησαν δύο σημαντικές μάχες.  Αρχικά νικήθηκε ο Κάσιος από τον Μάρκο Αντώνιο και αυτοκτόνησε από την απελπισία του, ενώ ο Βρούτος νίκησε την πτέρυγα του Οκτάβιου.  Αργότερα ο Βρούτος νικήθηκε επίσης από τον Μάρκο Αντώνιο και με την σειρά του επέλεξε να αυτοκτονήσει, προκειμένου να παραδοθεί. Στην συνέχεια επήλθε ρήξη μεταξύ του Μάρκου Αντωνίου και του Οκτάβιου που κράτησε 11 χρόνια και έληξε με την ήττα του Αντωνίου στο Άκτιο. Είναι γνωστόν ότι ύστερα από ετούτη την ήττα του, ο Μάρκος Αντώνιος, αυτοκτόνησε στην Αίγυπτο, αφήνοντας τον Οκτάβιο, μονάρχη της Ρώμης.

[24] Ι. Παπασταύρου, Αρχαία Ιστορία, έκδοση 4η, Εν Αθήναις, 1963, σσ. 409-420.

[25] Ηροδότου Ιστορία, Εισαγωγή, Μετάφραση, Σχόλια, Πάπυρος, Αθήναι 1953, Ε: 17-20, 94,  Ζ:173, Η:136,140.

[26] Η χρονολογία αυτή ισχύει και για τον θάνατο του Σωκράτη στην Αθήνα.

[27] Ο Αμύντας Γ’ ήταν γιος του Αρριδαίου. Σύμφωνα με το Διόδωρο η βασιλεία του υπήρξε μακρά: 24 χρόνια  (16.89,2).

[28] Ο Φρίξος, εγγονός του Μινύα, καβαλικεύοντας το κριάρι με το χρυσό δέρμα, πέταξε από τον Ορχομενό για να σωθεί από τον Πελία, που ήθελε να τον θανατώσει, και ήρθε στην Κολχίδα. Όταν όμως πέθανε, απαγορεύτηκε η  κανονική ταφή του. Σύμφωνα λοιπόν με το Μαντείο των Δελφών, η Ιωλκός, γη Μινύων συγγενών του Ιάσονα που ήταν εγκατεστημένοι εκεί, δε θα ευτυχούσε, αν δεν ερχόταν πίσω στην πατρίδα του, το φάντασμα του Φρίξου, μαζί με το δέρμα του χρυσού κριαριού. Το δέρμα που κρεμόταν σε δέντρο, στο άλσος του Άρη της Κολχίδος, φυλασσόταν από άυπνο δράκοντα, μέρα-νύχτα. Ο Πελίας δέχτηκε ότι δε θα αρνιόταν το θρόνο της Ιωλκού στον Ιάσονα, αν έφερνε σε πέρας αυτόν τον άθλο.  Έτσι έγινε η Αργοναυτική Εκστρατεία, με πλοίο κατασκευασμένο από ξύλο του Πηλίου στις Παγασές,  που το κινούσαν πενήντα εκλεκτοί κωπηλάτες και με αρχηγό το νόμιμο διάδοχο στο θρόνο της Ιωλκού. Τον θρόνο τον είχε πάρει ο Πελίας γιος του Ποσειδώνα, από τον αλλάδερφό του Αίσονα, και τον κρατούσε αφανίζοντας τους πιθανούς διαδόχους του. Ο Ιάσων σώθηκε, όταν ο πατέρας του Αίσων τον έκρυψε στο Πήλιο, όπου ο Κένταυρος Χείρων ανάλαβε να τον μεγαλώσει όπως είχε κάνει και με άλλους επιφανείς άντρες της ελληνικής μυθολογίας. Όταν ο Ιάσονας μεγάλωσε και ήρθε στην Ιωλκό μονοσάνταλος, έχοντας εκπληρώσει την προφητεία έγινε ο ήρωας της Αργοναυτικής εκστρατείας  (Robert Graves, Greek Myths,  Book Club Associates, London, 1995, σσ. 221-225).

[29]Γραμμένο από τον μουσικοσυνθέτη Μανώλη Χιώτη το 1956.  Το ερμήνευσε ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Ο Μανώλης Χιώτης γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1921  στην  Θεσσαλονίκη (Κατά τον ρεμπετολόγο Τάσο Σχορέλη γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, ενώ κατά τον ποιητή και συγγραφέα Νίκο Ρούτσο, στο Ναύπλιο.  Ετούτες οι πληροφορίες από το κείμενο στην ελληνική,  Μανώλης Χιώτης: Η ζωή και το έργο του 1921-1970, Rebetico gr., Internet Archive, Wayback Machine.

[30] Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000, σ. 69.

[31] Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, ο. π., σ. 69.

[32] Αυτόθι, σ. 69.

[33]  Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, ο. π., σ. 69.

[34] Στο απάνω μέρος των Δικαστηρίων, και για να πάει ο επισκέπτης εκεί, περνάει την οδό Εγνατίας από την Αριστοτέλους.

[35] Η είσοδος της  Άννας Παλαιολογίνας.

[36] Επταπύργιο ή Γεντί Κουλέ (στην Τουρκική γλ.) ονομασία της Ακρόπολης στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη.

[37] Πηγή:  Βικιπαιδεία.

[38] Η ονομασία ανάγεται στο 12ο αι., όταν η εικόνα παρουσιάστηκε, ως εκ θαύματος, εκεί όπου κτίστηκε η εκκλησία.

[39] Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον 3ο αι. και πιστεύεται ότι ντυμένος ως στρατιωτικός της εποχής, παρουσιάστηκε σε δυσχερείς στιγμές για την πόλη και συνέβαλε στην τροπή των επιδρομέων της.

[40] Εικονοκλασία εκλήθη η διαμάχη εξαιτίας του φανατισμού εναντίον των εικόνων και της αντίληψης ότι πρόκειται περί ειδωλολατρικών στοιχείων, στοιχείων που οδήγησαν στην επιδίωξη της αποκαθήλωσής τους και της καταστροφής τους. Την περίοδο ετούτη τα μωσαϊκά του Οσίου Δαυίδ, καλυφθήκαν με περιττώματα αγελάδων για να μη καταστραφούν, ενώ αντίθετα το μωσαϊκό της Παρθένου στην Αγία Σοφία καταστράφηκε και ανακατασκευάστηκε αργότερα, όταν ηρέμησαν τα πράγματα.

[41] Ο Ησυχασμός από το άλλο μέρος, πήρε έκταση λαϊκού, πολιτικού και θρησκευτικού αγώνα. Κύριος εκπρόσωπος της θεωρίας του Ησυχασμού, υπήρξε ο Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης (Το λείψανό του Γ. Παλαμά φυλάσσεται στην Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης). Ο Γρηγόριος Παλαμάς, υποστήριζε ότι ένας ολοκληρωμένος Μύστης, μπορεί ενίοτε να διακρίνει «μιά αμυδρή αχτίδα φωτός», σταλμένη από το Χριστό που κατοικεί στην καρδιά και λάμπει στο πνεύμα,  Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, ο. π., σ. 275.

 Ο Ησυχασμός –όπως τον αντιλαμβάνονται οι εμπνευστές του- «σημαίνει ρήξη με τη δογματική και λειτουργική ορθοδοξία των προηγούμενων αι.» (Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, ο. π.,  σ. 276). Η θεωρία του «Ησυχασμού» γελοιοποιήθηκε από τον Καλαβρέζο μοναχό Βαρλαάμ Καλαβρό (13ο αι-14ο αι.) μοναχός θεολόγος και φιλόσοφος, αντίπαλος των Ησυχαστών και του Γρηγορίου Παλαμά, (Τεγόπουλος – Φυτράκης,  Ελληνικό Λεξικό, Γ ’Έκδοση, 1990, Εκδόσεις Αρμονία, Α.Ε. Αθήνα, σ. 869), ηγέτης των Ζηλωτών (Ζηλωτές = μαχητικό πατριωτικό κόμμα στη Θεσσαλονίκη τον 14ο αι., που αρνιόταν την εξουσία της προνομιούχας αριστοκρατίας. Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία,  ο. π., σ. 498).

[42] Πηγή, η Βικιπαιδεία.

[43] «Ο Κεμάλ, δεν γεννήθηκε στην κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη της εποχής εκείνης (δεν ήταν «πρωτευουσιάνος» όπως θέλει να τον παρουσιάζει ο Τουρκικός εθνικισμός), αλλά σε ένα μικρό  χωριουδάκι έξω από τον Λαγκαδά, την Χρυσαυγή». Και αλλού στο ίδιο κείμενο: «Οι ντόπιοι μουσουλμάνοι κάτοικοι, πριν μεταναστεύσουν, θυμούνταν ότι σε νεαρή ηλικία έβοσκαν με τον μικρό Κεμάλ πρόβατα και αγελάδες γύρω από το χωριό. Ήταν ένα συνηθισμένο παιδί της εποχής του. Όμως, στη συνέχεια χωρίς να γνωρίζουν γιατί, η μητέρα του τον πήρε και έφυγαν στη Θεσσαλονίκη… Η αλήθεια αυτή αποσιωπήθηκε από τον καλπάζοντα εθνικισμό ο οποίος επιθυμούσε  να παρουσιάσει τον Κεμάλ γεννημένο στην μεγάλη πόλη της Θεσσαλονίκης, η οποία άκμαζε και έλαμπε στα Βαλκάνια την εποχή εκείνη… Τούρκοι πρόσφυγες που έφυγαν με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών από το παλιό Σαρίγερ γνώριζαν την αλήθεια και παρά τα ψέματα του τουρκικού εθνικισμού, ερχόντουσαν πριν το 1981, ατομικά κυρίως, για προσκύνημα στον αληθινό τόπο γέννησης του Μουσταφά Κεμάλ. Υπήρχε μάλιστα ένας ντόπιος αγελαδάρης ο Κωνσταντίνος Γιαμουτζής, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά την αληθινή ιστορία και αυτός συνόδευε τους επισκέπτες από την Τουρκία στο Σαρίγερ και τους έδειχνε τα ερείπια του σπιτιού», Από την ιστοσελίδα των Πομάκων, της Θράκης: zagalisa.gr.

[44]Δείτε το βιβλίο του Άρη Ν. Πουλιανού: Σαρακατσάνοι – Ο Αρχαιότερος λαός τής      Ευρώπης,1993 [Πυρφόρος Έλλην, (Πέμπτη 4/6/2015). Αναρτήθηκε από Omiros Ermidis].

[45]Το ιστορικό της παράδοσης έχει ως εξής: το 1250 μ. Χ. η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου έπιασε φωτιά και οι κάτοικοι του χωριού,  ακούγοντας τις εικόνες να  θρηνούν, μπήκαν στην εκκλησία και τις έσωσαν χωρίς να υποστούν εγκαύματα. Οι εικόνες φυλάχτηκαν από τις οικογένειες που τις διέσωσαν, και οι απόγονοι τους,  μαζί με άλλους πιστούς, τιμούσαν τον άγιο με τον τρόπο αυτό, κάθε χρόνο.  Όταν το 1913 οι Βούλγαροι κατάλαβαν το χωριό,  οι οικογένειες αυτές κατέφυγαν στις Σέρρες, στην Δράμα και στον Λαγκαδά, παίρνοντας μαζί τους τις εικόνες που είχαν σώσει από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Οι ‘αναστενάρηδες λοιπόν πατούν στα αναμμένα κάρβουνα ξυπόλυτοι, και κρατώντας τις εικόνες των αγίων και κουνώντας στον αέρα χρωματιστά μαντήλια, χορεύουν, βγάζοντας   φωνές και κραυγές, συντροφευμένοι από ταμπούρλα και λύρες. Πιστεύουν ότι δε θα καούν, γιατί το πνεύμα του θεού είναι μαζί τους.  Κάθε χρόνο νέοι αναστενάρηδες λαβαίνουν μέρος στην τελετουργία αυτή. Η εκκλησία δεν αποδέχεται αυτή την γιορτή, γιατί θεωρεί ότι έχει βάσεις ειδωλολατρικές και συγγενεύει με τις αρχαιοελληνικές γιορτές προς τιμήν του θεού Διονύσου.

[46] Η αρχαία Αμφίπολη (νομισματοκοπείο, καθώς ανέκαθεν υπήρχε χρυσός στο όρος Παγγαίον στους πρόποδες του οποίου ιδρύθηκε η αρχαία Αμφίπολις πρωτοστατούντων των Αθηναίων της εποχής), εκεί όπου διεξήχθησαν και οι ανασκαφές και η εύρεση χώρου-τάφου (ή και άλλων χώρων), όπως ακούσαμε από την εκτεταμένη ειδησιογραφία από την Ελλάδα, στη διάρκεια του έτους  2014, και οι οποίες (ανασκαφές) αναμένεται να ολοκληρωθούν, ούτως ώστε να δοθούνε τελικές απαντήσεις για το είδος του χώρου. 

[47] Δες το θεατρικό έργο του Ν. Καζαντζάκη, Νικηφόρος Φωκάς, Θέατρο Β’ Τόμος, Τραγωδίες, Εκδόσεις Καζαντζάκη, 1958 (Ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1956, με φροντίδα του Σταύρου Πατρόκλου και επιμέλεια του Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη).

[48] Επίγραμμα: έμμετρη επιγραφή. Μικρό και περιεκτικό στιχούργημα.

[49] Ιωάννης Παπασταύρου, Αρχαία Ιστορία, Εν Αθήναις 1963 σ. 515.

[50] Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Νέα Έκδοση, Ίκαρος, Γ’ Έκδοση, 1964, σ. ια’.

[51] Δημαράς ο. π., σ. 60.

[52] Ο Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός, φωτισμένη φυσιογνωμία, ως σύμβουλος του Καστοριανού, τον παραινεί να προσφέρει χρήματα για την ίδρυση σχολείων  στη Στερεά Ελλάδα, που είχε στερηθεί την πνευματική καλλιέργεια. Δημαράς, ο .π., σ. 63.

[53] Δημαράς, ο. π., σ.117.

[54] Ο Καισάριος Δαπόντες από την Σόπελο, γεννήθηκε το 1714 και θεωρήθηκε ο μεγάλος ποιητής του 18ου αι., αν και η γλώσσα του ήταν αντιποιητική.

[55] Δημαράς, ο. π.,  σσ. 178-179.

[56] Δημαράς, ο. π., σ. 179.

[57]Το όνομα το πήρε από την Λογική του Κερκυραίου Ευγένιου Βούλγαρη, που χρημάτισε δάσκαλος, διανοούμενος και συγγραφέας.

[58] Ο  Καταρτζής που μεγάλωσε και σπούδασε στην Πόλη, ήταν οπαδός του γαλλικού διαφωτισμού και των εγκυκλοπαιδιστών. Ο Καταρτζής,   «Μαικίνας των σοφών της Βλαχίας» θεωρείτο από τους συγχρόνους του σεβάσμιος πατριάρχης των λογίων. Συνέγραψε πολλά, αρχικά σε γλώσσα αρχαϊκή και αργότερα στην σύγχρονη ομιλούμενη, ακολουθώντας το παράδειγμα των Δυτικών.

[59] Δημαράς, ο. π., σσ. 180-181.

[60] Δημαράς, ο. π., σσ. 181-184.

[61] Μία από αυτές επιγράφεται: Ελλήνων όνομα και γένος.

[62] Δημαράς, ο. π., σ. 235.

[63] Αυτόθι, σ. 255.

[64] Αυτόθι, σσ. 287-288.

[65] Αυτόθι, σσ. 257-258.

[66] Δίπλα στο όνομα του Κασομούλη ως αγωνιστή του 1821, θα αναφέρουμε εδώ και ένα επώνυμο αρματολικής οικογένειας: Καρατάσος.

[67] «Η ανέγερση (του Εθνικού Καυτανζόγλειου Σταδίου Θεσσαλονίκης),  ξεκίνησε το 1956 με δωρεά του ιδρύματος Λυσίμαχου Καυταντζόγλου.  Ο Λυσίμαχος Καυταντζόγλου ήταν διακεκριμένος διπλωμάτης και νομικός παλαιάς οικογένειας της Θεσσαλονίκης.  Ο πατέρας του, Λύσανδρος Καυταντζόγλου  (1811 – 1885), θεωρείται από τους σημαντικότερους Έλληνες αρχιτέκτονες. Σχεδίασε δεκάδες σημαντικά κτίρια, κυρίως στην πόλη της Αθήνας, με σημαντικότερα το κτίριο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και το Αρσάκειο.» (http://www.kaftanzoglio.gr/stadium3.html.)

«Ο παππούς του, Ιωάννης Γούτας Καυταντζόγλου, ήταν μέλος και χρηματοδότης της Φιλικής Εταιρίας. Η περηφάνια του Λυσίμαχου Καυταντζόγλου για τον παππού του τον ώθησε να αφήσει την περιουσία του για την ανέγερση μνημείου στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για να τιμηθεί η μνήμη όσων αγωνίστηκαν και έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία της Ελλάδας, από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης έως την Ελληνική επανάσταση του 1821 και τον Μακεδονικό Αγώνα».

(http://www.kaftanzoglio.gr/stadium3.html.)

[68] Δημαράς, ο. π., σ σ. 401-402.

ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΟΥ….

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...