Η τιμωρία του γεωργού

Copyright: Pipina D. Elles (Πιπινα Δέσποινα Ιωσηφίδου- Έλλη (Ελευθεριάδου)

Μία ιστορίούλα, από το βιβλίο μου για όλη τη οικογένεια, ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

Η τιμωρία του γεωργού

Ο γεωργός ήρθε και  κάθισε, όπως το συνήθιζε, όταν ήταν πολύ κουρασμένος, στην ίδια πάντα μεγάλη πέτρα.  Είχε οργώσει ολημερίς, αρχίζοντας χαράματα και τώρα απομεσήμερο, κάθισε για να ξεκουραστεί, να πάρει μιαν ανάσα από τον κάματο της ημέρας. 

Έψαξε το παγούρι του για να δροσίσει το στεγνό του λαιμό, αλλά δεν είχε μείνει σταγόνα, σ’ αυτό.

-Αχ!.. Πού να τρέχω τώρα κατά το ποτάμι, έτσι κουρασμένος που είμαι!  Αλλά και τι να κάμω;  Κοντεύω να σκάσω από τη δίψα! μουρμούρισε ο καημένος. 

Ήταν στ’ αλήθεια τόσο πολύ κουρασμένος, που άθελά του και ξεχνώντας τη δίψα του, παραδόθηκε στον ύπνο.  Στον γλυκό του κάματου, ύπνο, λοιπόν ήρθε και τον βρήκε ένα πολύ παράξενο όνειρο. Είδε ότι είχε σπείρει στο χωράφι του σιτάρι. Η σοδειά -το σιτάρι-, ήταν τόσο πολύ πλούσια, που πουλώντας την έβγαλε πολλά χρήματα.  Τόσο πολλά μάλιστα που κατόρθωσε κι αγόρασε, όχι μόνο τα γειτονικά χωράφια που ήταν αδύνατα στην παραγωγή των δημητριακών, αλλά και το πρώτο αρχοντόσπιτο του χωριού.  Είδε  ακόμη ότι οι συγχωριανοί του, που τον σέβονταν για την προκοπή του, αποφάσισαν να τον διορίσουν πρόεδρο του χωριού.  Σαν πρόεδρος, έβλεπε όλους τους συγχωριανούς του, και πολλοί απ’ αυτούς τον επισκέπτονταν, για να ζητήσουν τη συμβουλή του, ή κάποια βοήθεια.  Ο γεωργός προσπαθούσε να τους εξυπηρετήσει όλους και πάντα έδειχνε μεγάλη προθυμία. Η ζωή του είχε αλλάξει ριζικά, κι είχε γίνει πάρα πολύ ενδιαφέρουσα.  Ήταν λοιπόν ευχαριστημένος και με το παραπάνω, γιατί οι συγχωριανοί του αναγνώριζαν τις υπηρεσίες του και τον γέμιζαν μάλιστα με δώρα ευγνωμοσύνης.  Ανάμεσα σ’ αυτά τα δώρα ξεχώρισε το δώρο ενός συγχωριανού του, ένα κρασί με σπουδαίο άρωμα, γευστικότατο και σε χρώμα ρουμπίνι.  Τέτοιο δεν είχε στ’ αλήθεια δοκιμάσει ποτέ πριν!..

Ο καημένος ο γεωργός ξύπνησε σχεδόν αμέσως πλαταγίζοντας τη στεγνή γλώσσα του, διψασμένος ακόμη περισσότερο κι από πριν.  Ζαλισμένος καθώς ήταν  από τον ύπνο του, τράβηξε το παγούρι του και ανοίγοντάς το, το έφερε στο στόμα του.  Θυμήθηκε ξαφνικά τη μυρωδιά του κρασιού στον ύπνο του.  Δεν έδωσε όμως σημασία σ’ αυτό, παρά ήπιε την πρώτη γουλιά.

-Μπρε ετούτο είναι… κρασί! είπε πλαταγίζοντας τη γλώσσα του ξανά και ξανά.

Τώρα ξυπνημένος πια για τα καλά, κοίταξε με έκπληξη το παγούρι του.  Θυμήθηκε πως δεν υπήρχε σταλιά νερό σ’ αυτό πριν να πάει για ύπνο και τώρα ήταν γεμάτο με το περίφημο κρασί που είχε ονειρευτεί στον ύπνο του.  Δεν μπορούσε να καταλάβει.  Τσιμπήθηκε κι έτριψε τα μάτια του.

-Ε όχι μπρε παιδί μου!.. Ξύπνιος είμαι!.. Για στάσου! Να κοιτάξω πάλι μπρε παιδί μου… Μπορεί κάποιος γνωστός να πέρασε και να με φίλεψε από το δικό του κρασί.  Πάντως είμαι σίγουρος σου λέω, πως δεν υπήρχε σταλιά σε τούτο το έρμο το παγούρι!..

Ο καημένος μίλαγε δυνατά, ολομόναχος καθώς ήταν και κοίταζε γύρω σαστισμένος, ξύνοντας το κεφάλι του. Τελικά όμως δεν κάθισε να σπαζοκεφαλιάσει. Ήπιε το κρασί που ήταν στο παγούρι του και τρισευτυχισμένος  μέσα στη γλυκιά ζάλη του ποτού, τό ‘ριξε πάλι στον ύπνο. 

Όμως και πάλι, δεν άργησαν να καταφτάσουν τα όνειρα.  Αυτή τη φορά είδε ότι πάνω σ’ ένα καθαρό τραπεζομάντηλο, άχνιζε φρεσκοζυμωμένο καρβέλι ψωμιού, μια όμορφη κι ορεκτική λαχανόπιτα και μια πιατέλα αχνιστά λουκανικάκια.  Στη μέση καμάρωνε μια ολοστρόγγυλη γυάλινη κανάτα, γεμάτη από το ίδιο ρουμπινί κρασί που είχε δοκιμάσει πριν στον ύπνο του, αλλά… αργότερα και στο ξύπνιο του.   Ο κατακαημένος γεωργός ξύπνησε αναστατωμένος και μισοξύπνιος καθώς ήταν φώναξε:

-Τι στο καλό μπρε ονείρατα.  Άστε με επιτέλους να κλείσω μάτι!.. Τι καρβέλια και λουκάνικα μου βάνετε μπροστά μου και με ξελιγώνετε;

Είχε τώρα ξυπνήσει για τα καλά από την αγωνία του και την ενόχλησή του αλλά κι από την ίδια του τη φωνή.  Κοίταξε τυχαία μπροστά του και την ίδια στιγμή άνοιξε διάπλατα το στόμα του.  Όλα όσα, μόλις πριν από λίγο είχε δει στον ύπνο του, ήταν εκεί, μπροστά στα ορθάνοιχτα από την έκπληξη, μάτια του.

-Έλα πια!  Σήμερα κάποιος μου κάνει φάρσες.  Δεν εξηγείται διαφορετικά!  Μπρε όποιος κι αν είσαι, πού στο καλό κρύφτηκες;  Γιατί όλα τούτα τα κόλπα σου;  Τι να γυρεύεις από μένα;  Πανάθεμά με κι αν καταλαβαίνω τι τρέχει εδώ!  είπε ο γεωργός αληθινά συγχυσμένος και σηκώθηκε για να ψάξει ολόγυρά του. 

-Αυτό είναι θάμα μπρε παιδί μου!  Δεν βλέπω κανέναν εδώ γύρω!  Ε! γείτονα… άιντε βγες να σε ιδώ… Να σ’ ευχαριστήσω κάνε, για το καλό που μού ‘φτιαξες!..  ξαναείπε με κάποιο φόβο τώρα και υποψία, κοιτάζοντας προς τον ουρανό και κάνοντας το σταυρό του.

-Μέγας είσαι Κύριε!..  Μπρε τίνος είναι αυτό το φαγητό;  Μήπως και δεν είναι για την αφεντιά μου;  Δε θέλω να βρω και τον μπελά μου, για!..  είπε πάλι πιο ήσυχα, γιατί κατά βάθος, δεν ήθελε να χάσει και το ωραίο φαγητό από μπροστά του.  Του είχε πια ανοίξει την όρεξη.

-Μη φωνάζεις έτσι δα!..  Δικά σου είναι, ακούστηκε ν’ απαντάει τέλος μια ψιλή φωνή.

-Α, δεν ξέρω!   Όποιος κι αν είσαι βγες να σε δω.  Αλλιώς δεν πιστεύω τίποτα! φώναξε ερεθισμένος απ’ όλα αυτά ο γεωργός.

Και να που ξάφνου πετάγεται από το πουθενά μια κοπελιά γελώντας.

-Συμπάθα με μπάρμπα! Να… ήθελα να σ’ ευχαριστήσω μετά από τον σκληρό κάματο της ημέρας.  Να σ’ αμείψω, γιατί δουλεύεις τόσο σκληρά.

-Ποια είσαι τσούπρα μου;  Σε ξέρω;

-Είμαι η καλή σου Τύχη, μπάρμπα.  Ε… είπα να κάνω κάτι καλό επιτέλους… και για σένα. Να γίνω καλή μαζί σου, έτσι για μιαν αλλαγή… της τύχης σου, καθώς λένε, είπε πάλι η κοπελιά.

-Α!.. Μάλιστα, τώρα κατάλαβα!.. Ε, σ’ ευχαριστώ για όλα, καλή μου τσούπρα και κόπιασε να φάμε τα καλά του τραπεζιού παρέα.  Έτσι θα γίνει διπλή η χαρά μου για το ωραίο αυτό τραπέζι, που μου ‘τοίμασες για να τιμήσεις τα κόπια μου, είπε μ’ ευγνωμοσύνη τώρα ο γεωργός. 

Η κοπελιά, ευχαριστημένη για την  ευγνωμοσύνη του γεωργού, κάθισε απέναντί του κι είπε πολύ σοβαρά.

-Όταν κοιμήθηκες, είδα πως είχες στο μυαλό σου τη δίψα σου και ονειρεύτηκες κρασί. Σε φίλεψα λοιπόν στο ξύπνιο σου με κρασί. Μετά ονειρεύτηκες φαγητά γιατί πείναγες.  Σε φίλεψα λοιπόν με ωραία φαγητά, κατά πως τα ‘πιθύμησες.  Επειδή όμως ονειρεύτηκες και… καλή σοδειά αποφάσισα να σε βοηθήσω και σ’ αυτό.  Πρόσεχε όμως, γιατί αυτό είναι λίγο δύσκολο.  Θα πρέπει να θυμάσαι κάτι πολύ-πολύ σπουδαίο: όταν τα καλά σου αυξηθούν, μη γίνεις λαίμαργος κι αρχίσεις να εκμεταλλεύεσαι τους συγχωριανούς σου, προπάντων όταν σε κάνουν πρόεδρο.  Γιατί τότε… θ’ αλλάξουν όλα.  Και από τα αγαθά που σου δίνω την ευκαιρία να αποκτήσεις, θα καταλήξεις πιο φτωχός από τους φτωχούς.  Δε θέλω να σε φοβίσω, όμως το καλό πρέπει να πληρώνεται με καλό, και το κακό… Ε! αυτό να το σκεφτείς από μόνος σου.

-Ναι τσούπρα μου, θαρρώ πως σε καταλαβαίνω!  Μα πώς να στο πω;  Όλα μου φαίνονται κομμάτι απίστευτα! Μπρε παιδί μου, τι… δηλαδή;  Θ’ αρχίσουμε να πιστεύουμε τώρα, μεγάλοι άνθρωποι εμείς, και στα παραμύθια;  Με προσβάνεις δα! Δεν έχω και κοκκόρου μυαλό!  είπε ο γεωργός κοιτάζοντας μακρυά από την κοπελιά. 

Σα δεν άκουσε να του μιλάει πίσω, γύρισε προς το μέρος της.  Αυτή όμως είχε εξαφανιστεί, έτσι ακριβώς, όπως είχε εμφανιστεί.

-Μπρε να με πάρει η ευχή, αν καταλαβαίνω τίποτα. Αλλά ας μην το πολυψάχνω… γιατί μπορεί και να πάθω  στο μυαλό, να σκέφτομαι τέτοια παράξενα.  Έτσι δεν είναι μπρε παιδί μου;  ρώτησε πολύ μπερδεμένος τον εαυτό του ο γεωργός. 

Απόλαυσε λοιπόν τα φαγητά, ήπιε και το γευστικότατο κρασί, και σκεφτόμενος όλα όσα είχαν συμβεί συμπέρανε λακωνικά: 

-Ε!.. Τι να πούμε εμείς για τα… τέτοια θάματα μπρε; Αν  είναι όπως μας τά ‘πε η τσούπρα, θα δούμε.  Ο κυρ-Χρόνος θα τ’ αποδείξει!.. Έτσι δεν είναι μπρε παιδί μου;  είπε ξύνοντας και πάλι με αμηχανία το κεφάλι του.

Οπωσδήποτε όλα αυτά ήταν περισσότερο από παράξενα, αλλά η πραγματικότητα μπροστά του τον είχε κάνει τώρα να πιστεύει στα “θάματα” και μάλιστα να ελπίζει στην πραγματοποίησή τους.  Όπως και νά είχε το πράγμα ο γεωργός ήταν κατευχαριστημένος και μόνο με όσα είχε μπροστά του εκείνη τη στιγμή, και που απολάμβανε τρώγοντας και πίνοντας.

Πέρασε πολύς καιρός από εκείνο το “Θάμα”.  Ο γεωργός είδε με μεγάλη του ευχαρίστηση το σιτάρι του να προκόβει, και τη σοδειά του πλούσια. 

Μέσα στην καθημερινότητα της ζωής, είχε πάψει να δίνει σημασία σ’ εκείνο, το μακρινό πλέον, περιστατικό στο χωράφι.  Είχε απορροφηθεί από τις πολλές δουλειές του, που όλο και γίνονταν περισσότερες, καθώς το βιος του αυξάνονταν. 

Οι συγχωριανοί του από τ’ άλλο μέρος θαύμαζαν κι απορούσαν με την  προκοπή του γεωργού.  Σίγουρα οι απολαβές του είχαν αυξηθεί, γιατί ο γεωργός αφήνοντας το μικρό του σπιτάκι,  έχτισε άλλο μεγάλο και ωραίο, στη μέση από τ’ άκαρπα χωράφια των γειτόνων του, που αγόρασε σε πολύ καλή τιμή.  Είχε την καλή του τύχη με το μέρος του, αφού  και τ’ άκαρπα χωράφια που αγόρασε, έγιναν τα καλύτερα στη σοδειά.

Οι συγχωριανοί του δεν καταλάβαιναν.  Απορούσαν κι έλεγαν πολλά και διάφορα.

-Έχει Άγιο μαζί του ο Χριστιανός.

-Μην και τού ‘λαχε καμιά περιουσία και το κρύβει από τον πρόεδρο;

-Και πώς την εξηγείς την προκοπή του στ’ άκαρπα χωράφια; Ε;

-Μην και ξέρει τίποτα κόλπα, που εμείς δεν τα χαμπαρίζουμε;

-Όση τύχη και νά ‘χει, και όσα κόλπα να ξέρει, δουλεύει σκληρά ο άνθρωπος και προκόβει, κι ας μη λέμε τίποτα!

Έτσι λοιπόν άλλοι τον θαύμαζαν, άλλοι τον ζήλευαν κι άλλοι παραξενεύονταν, για τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή και στο βιος του γεωργού.

Ο γεωργός ήταν σίγουρος ότι τίποτα δε θα μπορούσε πια να σταματήσει την προκοπή του. Γρήγορα έγινε μεγάλος γαιοκτήμονας και οι συγχωριανοί του τον σέβονταν για την εργατικότητα, την υπομονή του, την εξυπνάδα του αλλά και την καλή του τύχη βέβαια.

Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα στο χωριό οι συγχωριανοί να εκλέξουν νέο πρόεδρο, αποφάσισαν να κάνουν πρόεδρο τον πλούσιο γαιοκτήμονα, με την ελπίδα ότι θα αποκομίσουν κάποια οφέλη από την προεδρία του.  Έτσι και έκαναν λοιπόν και ο γεωργός έγινε ο αρχηγός του χωριού.

Οι συγχωριανοί του άκουγαν τώρα τις συμβουλές του, πίστευαν τις οδηγίες του και τον εκτιμούσαν για το χρόνο που διέθετε γι’ αυτούς αλλά και τις συμβουλές του. Για να τον ευχαριστήσουν λοιπόν, του χάριζαν πολλά δώρα.  

Περνούσε λοιπόν ο καιρός κι ο κυρ-Πρόεδρος καλά μεν τα πήγαινε με το καινούργιο αξίωμά του, άρχισε όμως να παραμελεί τη γη του. Αντί να βάζει κόσμο να δουλεύει για να φάει κι αυτός ένα κομμάτι ψωμί από τα χέρια του, προσπαθούσε να τα κάνει όλα μόνος του, σα να μην είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν.   Αγόρασε μάλιστα με λίγα χρήματα κι άλλα χωράφια από συγχωριανούς του που είχαν ανάγκη, και με τον καιρό, αποδείχτηκε, πως έγινε άσκεφτος μέσα στη λαιμαργία του.  Οι συγχωριανοί του άρχισαν να θυμώνουν  με τη λαιμαργία του και τα άδικα που έκανε. Το χειρότερο ήταν ότι δεν έδινε δουλειά στους συγχωριανούς του, από το φόβο του μήπως και τον κλέψουν.  Δεν άργησε ο θυμός των χωρικών να γίνει έχθρα και τελικά άρχισαν να τον πολεμούν, με όποιον τρόπο μπορούσαν.   Αφού λοιπόν αγόραζε-αγόραζε κτήματα, χωρίς καθόλου να προσέχει την παραγωγή τους ή την εκμετάλλευσή τους, άρχισε να χάνει και τα λεφτά του, αφού κατέληξε να τρώει από τα έτοιμα. Κάποια στιγμή, καθώς ήταν επόμενο, τελείωσαν τα έτοιμα κι άρχισε να πουλά τα χτήματά του, που τα είχε αφήσει χέρσα κι απεριποίητα. Οι συγχωριανοί του, φτωχοί καθώς ήταν, δεν τ’ αγόραζαν. Έτσι τα ξεπούλησε σε ξένους, φτηνότερα απ’ όσο τα είχε αγοράσει. Όταν πια έφτασε να χρωστά κι από πάνω, έχασε και το ωραίο σπίτι του.  Ξαναγύρισε λοιπόν πίσω στο παλιό σπιτάκι του, μέσα στο μικρό του χτήμα, που το είχε γυρίσει σε παχνί για τις αγελάδες  του.

Νάτος λοιπόν πίσω, από όπου είχε αρχίσει, φτωχότερος από πριν αλλά και φτωχότερος από άλλους συγχωριανούς του. Αυτοί που πια δεν τον συμπαθούσαν για την παλιά συμπεριφορά του απέναντί τους, δεν ήθελαν να τον ξέρουν.  Τότε τέλος αναθυμήθηκε την καλή του την Τύχη και τη σύγκρινε με τη δική του λαιμαργία.  Θυμήθηκε τα λόγια της, εκείνο το ηλιομεσήμερο στο χωράφι του, όταν ξυπνώντας από τον ύπνο του δικαίου, την είχε συναντήσει πρώτη και τελευταία φορά, κι έκλαψε πικρά από ντροπή για την κατάντια του, και πολύ περισσότερο για τη φοβερή μοναξιά του.

Τέλος

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...