«Av έxειs τύxη διάβαιvε!»

«Av έxειs τύxη διάβαιvε!»

Αφήγηση

 

         Αναδύθηκε από την υγρή αγκαλιά στολισμένη θαρρείς, στη γυμνή της απλότητα, με μυριάδες πολύτιμα πετράδια. Τα μαλλιά της άπλετος χρυσός, σχημάτιζαν μοναδικό φωτοστέφανο, που φώτιζε το ηλιοψημένο της πρόσωπο. «Για στάσου! Μήπως πρόκειται για illusion; Λες να μου παίζει παιγνίδια ο καυτερός ήλιος;» σκέφτηκα.  Έκλεισα λοιπόν τα μάτια μου για μερικά δευτερόλεπτα. Τα άνοιξα και πάλι, για να δω το θεσπέσιο εκείνο ον να έχει πλησιάσει ακόμη περισσότερο προς το μέρος μου, με εκείνο το λικνιζόμενο βηματισμό του. Ένιωσα ξαφνικά την αναπνοή μου να επιταχύνεται και μαζί όλα τα συμπτώματα του…  καταλαβαίνετε τέλος πάντων!  Αν δεν ήμουν μεταξύ άλλων ανθρώπων και αν δεν είχα διαπιστώσει την ρεαλιστικότητα της παρουσίας της, θα ορκιζόμουν ότι είχα παραστεί μάρτυρας στην αναγέννηση της Αφροδίτης, στον Ειρηνικό όμως αυτή τη φορά!

Την κύτταζα να πλησιάζει όλο και περισσότερο, και εικόνες ανάκατες και συγχισμένες με τις φλογισμένες σκέψεις και επιθυμίες μου, έδειχναν ότι είχα κεραυνοβοληθεί και θανάσιμα πληγωθεί από το άτιμο θεουλάκι με τα θανατηφόρα βέλη, που κάποτε μπορεί να είναι ποτισμένα τη χολή της απογοήτευσης…

Κούνησα το κεφάλι μου ανήμπορος ν’ αντιδράσω σ’ εκείνο το παράξενα μεικτό συναίσθημα που με κατάκλυζε, όπου ο θαυμασμός, ο φλογερός έρωτας, η συγκίνηση και μια διάθεση αυτοθυσίας, όλα μαζί συγκεχυμένα στο μυαλό μου κάτω από εκείνο τον καυτό ήλιο, είχαν γίνει ένα κουβάρι και πού νά ‘βρισκα την άκρη του!

Το πλάσμα είχε τώρα πλησιάσει πολύ. « Και τι μάτια Θεέ μου:  Γκριζοπράσινα, και μου τάζουν -αχ! ελπίδα τα άτιμα!  Και τα χείλια;  Τι… τι να πιάσω… τι ν’ αφήσω!..»

Σηκώθηκα ζαλισμένος.  Για δες μέρα μεσημέρι, όπου ο ευλογημένος δίσκος καυτηριάζει όλα τα ζούδια και απολυμαίνει με τη φλόγα του όλα τα πονηρά, να ονειρεύομαι νύχτες και μαύρα σκοτάδια, καπνούς και μυστήρια, κεριά ν’ αναδύουν εξωτικό άρωμα και σεντόνια σατέν δροσερά, κι ας είναι κατακόκκινα σαν το αίμα που έβραζε μέσα μου, για να κατευνάζουν την ερωτική φλόγα  που με έκαιγε, που με ζάλιζε σα δηλητηριασμένο κρασί, απαγορευμένο σίγουρα, και που -εντελώς τρελό θα μου πείτε!- πίστευα ότι θα συμμεριζόταν μαζί μου εκείνο το θεσπέσιο άγνωστο πλάσμα!

Άκου να δεις πράγματα!

Έπιασα ζαλισμένος το μέτωπό μου.  Α, μπα, δεν ήμουν καθόλου καλά!  Σίγουρα είχα πυρετό!  Δεν μπορούσε, παρά όλα αυτά να ήταν παραισθήσεις!  Ανώμαλα πράγματα σκέφτηκα!  Γιατί βρε χριστιανέ μου; δεν είχα εγώ το κορίτσι μου… την Αθηνά μου, μια κοπέλα χάρμα οφθαλμών, που με αγαπούσε και την αγαπούσα, και σκοπεύαμε μάλιστα να νονιμοποιήσουμε επιτέλους τη σχέση μας, με τις ευλογίες όλου του σογιού και από τις δυο πλευρές;

Χριστέ και Παναγιά!  «Φτου! Φτου! Πίσω μου σ’ έχω σατανά!» σκέφτηκα…  Αλλά εκεί εγώ, επέμεναν τα ένστιχτά μου τα ζωώδη, στο να ονειρεύουμαι ετούτη τη θηλυκή παρουσία καλά και σώνει να μπλέκεται μαζί μου σε ερωτικό -σε κολασμένο μάλλον- όργιο.  Φοβερά πράγματα θα μου πείτε.   Πάντως, εγώ -το λέω αυτό, καλοπροαίρετα, βέβαια- εύχομαι να μην περάσει κανένα αρσενικό παρόμοια δοκιμασία!

Ο φλοίσβος προσπαθούσε με τον ευεργετικό του τρόπο να μετριάσει τα φλογερά και πονηρά ρεύματα που με παράδερναν, αλοίμονο χωρίς επιτυχία. Δεν το αποκλείω βέβαια, ότι σε μια άλλη περίπτωση αυτό το εξαίσιο θηλυκό, ίσως και να μου ενέπνεε κάποια άλλα συναισθήματα. Ίσως κιόλας να την ερωτευόμουν με κάποιον άλλο τρόπο… ας πούμε πλατωνικό. Αφού εγώ είχα την Αθηνά μου! Άν παραδείγματος χάριν δουλεύαμε μαζί στην Εφορία, αν είμαστε απορροφημένοι στα computers και σε όλα τα συναφή ενός αυστηρού εγκεφαλικού περιβάλλοντος… σίγουρα μπορεί και να την έβλεπα σαν αδερφή μου! Όλα είναι δυνατά. Δεν είναι; Ίσως μάλιστα ντυμένη, να μην ήταν πια και τόσο θεσπέσια, όσο ήταν εκείνη τη στιγμή! Το γραφείο σε προσγειώνει, με το κουραστικό περιβάλλον του και σου κόβει 90%  -ίσως και περισσότερο- κάθε ρομαντική διάθεση.

Πάντως ομολογώ, πως ποτέ δε θα φανταζόμουν, ότι τόσες πολλές σκέψεις, είναι δυνατόν να παρελάσουν και να εξάψουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ένα μυαλό, το δικό μου στην προκειμένη περίπτωση. «Μέγας είσαι Κύριε!… Πραγματικό computer φύτεψες στον εγκέφαλό μας, και φυσικά τον τελειότερο… σίγουρα πράγματα!» σκέφτηκα ο ταλαίπωρος. Και μιλώντας για μυαλό και τελειότητα, επιτέλους μού ‘κοψε να σκεφτώ μέσα στον τερατώδη εγωϊσμό μου, για μια στιγμή έστω, τη βούληση εκείνου του πλάσματος. Δηλαδή: επειδή είναι απόλυτα ελεύθερο πλάσμα, ή έστω… σχεδόν απόλυτα ελεύθερο, θα πρέπει επομένως να έχει και δική του βούληση. «Αστεία πράγματα όλα αυτά που σε βασανίζουν» θα μου πείτε, και ίσως και να με βρίσετε: «Μα που ζεις επιτέλους άνθρωπέ μου;  Η γυναίκα στη σημερινή εποχή…»   Ξέρω, ξέρω βρε παιδιά τι λέτε, και συμφωνώ με όλα.  Αλλά πέστε μου επιτέλους, τι άλλο μπορούσα να κάνω, παρά να τα σκέφτομαι σαν άντρας και επομένως από τη δική μου την σκοπιά.

Λοιπόν, όπως έλεγα, η γυναίκα σήμερα -όλοι το ξέρουμε δα κι ας μη το παραδεχόμαστε κάποτε- έχει τις δικές της ανάγκες, τις δικές της επιθυμίες, τις πρωτότυπες φιλοδοξίες της, σπουδάζει αν θέλει, εργάζεται, κάνει καριέρα… είναι… είναι τέλος πάντων, σχεδόν…-προσέχτε αυτό το σχεδόν- ισότιμη με τον άντρα!  Το βασικότερο βέβαια ανάμεσα στο σύνολο των δυνατοτήτων της, είναι ότι διαλέγει και δε διστάζει να αποκτά αυτό που θέλει με τους δικούς της τρόπους, που διακρίνονται όχι σπάνια από μία πρωτοτυπία! «Ε!… Αυτό πια το ξέρουμε…», θα πείτε και ίσως μάλιστα να προσθέσετε… «αυτό πια… είναι… είναι πολύ παλιό!» Όσον αφορά  τη συζυγία και τη μητρότητα, ε!  κάποια πράγματα έχουν αλλάξει και εδώ, για να μην πω τα περισσότερα.  Δηλαδή, η γυναίκα σήμερα δεν έχει ανάγκη το γάμο για να θεωρείται κυρία και αξιοπρεπής, μια και μόνη της εξασφαλίζει τα μέσα για την ύπαρξή της και με αυτό «το ύπαρξή της» που είπα, εννοώ την υπόστασή της σαν ολότητα.  Έτσι; Για να λέμε τα πράγματα ως έχουν!

Μα… θα σιωπήσω! Νάτη, πλησιάζει επικίνδυνα Θεέ μου!… Η σύγχρονη  Αφροδίτη βρίσκεται σχεδόν δίπλα μου βρε παιδιά και ετοιμάζομαι να την σταματήσω απλώνοντας τα μπράτσα μου… όταν ένας ηλικιωμένος, αλλά πολύ εξηγημένος κύριος -από πού ξεφύτρωσε; ούτε και που το κατάλαβα- την πλησίασε, και πριν καθόλου να προφτάσω να ρίξω το αιωρούμενο πρώτο μου βήμα για να προϋπαντήσω τη θεά.  Αναρρωτήθηκα με δέος: «ο πατέρας της;» Ο άνθρωπος όμως αγκάλιασε εκεί μπροστά μου το απίθανο πλάσμα, με… κάθε άλλο παρά πατρική στοργή, και μάλιστα με σίγουρες κτητικές κινήσεις, καλύπτοντας ταυτόχρονα τη γύμνια της με μια τεράστια πετσέτα: «Στην υγειά σου Αντωνίνα! Did you enjoy the water dear?» «Me oui cherie» απάντησε το πλάσμα και του έσκασε ένα φιλάκι στο στόμα. «Μπράβο! cherie Αντωνίνα», σκέφτηκα κεραυνόπληκτος και ομολογουμένως, απόλυτα απογοητευμένος.

Στη συνέχεια, ο κύριος  της κάποιας  -σεβαστής κατά τα άλλα-  ηλικίας, πέρασε το μπράτσο  του προστατευτικά στους ώμους της αυτοκρατορικής θηλυκότητας,  και μαζί της σαν ερωτευμένο παιδόπουλο, περπάτησε προς το car-parking,  δίπλα στο χώρο όπου οι λουόμενοι -μεταξύ αυτών και εγώ- έκαναν την ηλιοθεραπεία τους. Δεν άργησαν να  σταθούν μπροστά σε μια καινούργια καμπριολέ, Μερσεντές παρακαλώ.  Άνοιξε την πόρτα του συνεπιβάτη και σαν ο τελειότερος ιππότης, σιγούρεψε την περίφημη Αντωνίνα του. Ύστερα μπήκε και ο ίδιος στο αυτοκίνητο και κάθησε στο τιμόνι.

Εγώ στάθηκα να κυττάζω σα χαζός  -και μη φανταστείτε ότι δεν είχα παρέα στην παρακολούθηση του ζευγαριού αυτού: δεκάδες μάτια καλυμμένα και μη, είχαν κολλήσει απάνω τους. Όμως και πάλι εγώ ο αθεόφοβος επέμενα να κυττάζω το δήθεν «απαράδεκτο», λες και δεν ήθελα να αποδεχτώ, ότι το πλάσμα εκείνο ήταν εκατό τοις εκατό γήϊνο και όχι πλασμένο για τρελούς ή ιδανικούς  έρωτες! «Γιατί αυτή η απογοήτευση και μισαλλοδοξία;» πιθανόν να ρωτήσετε και με το δίκιο σας βέβαια. «Και η Αθηνά «σου;» ίσως να ξαναρωτήσετε, αγανακτησμένοι πια για τον εγωκεντρισμό μου, του άρρενος. Τι να πω ο κακομοίρης; Να ζητήσω να με συγχωρέσετε για την ταλαιπωρία σας μαζί μου και να ανεχτείτε ίσως για τελευταία φορά ακόμη κάτι, ότι δηλαδή βεβαιώθηκα ως προς την κοινοτοπία, ότι όλα σ’αυτήν την κοινωνία μπορούν ν’ αγοραστούν  με την «κατάλληλη από τις τιμές»;  Πάλι όμως ανησυχώ πως κάποιος από σας θα  μου πετάξει κατάμουτρα το γνωστό: «ε! ρε φίλε ξέρεις τι λένε: όσα δε φτάνει η αλεπού…»  Δε βαρυέσαι!  Ίσως και να είναι έτσι… Όμως δεν αντέχω να μην εκφράσω και το τελευταίο επιτέλους παράπονό μου, έστω και ημιτελές εδώ: «αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό…»

Τέλος