Υπηρέτες της εξουσίας

Copyright: PIPINA D. ELLES

Απόσπασμα από το Μυθιστόρημά μου ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Οι άντρες της ‘εξουσίας’ –για νόμιμους υπηρέτες της εξουσίας επρόκειτο!- έφεραν ευδιάκριτο στρογγυλό λευκό σήμα πάνω στην μεγάλη αριστερή τσέπη του μπουφάν τους και στη μοναδική  πίσω τσέπη του παντελονιού τους, που με τη σειρά του, έφερε σκούρο θαλασσί περίγραμμα, διασχιζόταν από διαγώνια πράσινη γραμμή και θύμιζε οδικό απαγορευτικό. «Καταλαβαίνεις τίποτα;» Είχε ρωτήσει ο Μίλνε τον ‘αφελή’, ‘καθυστερημένο’ γείτονά του, όταν είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο ο συνοδηγός και κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Ο εκνευρισμένος Μίλνε πρόλαβε και πρόσθεσε βιαστικά στο ερώτημά του: «Τι ρωτάω; «Terminators!.. Αυτό είναι αδερφέ!  Μόνο που δεν καθαρίζουν το περιβάλλον από τα φαντάσματα, από άγρια ζώα ή λυσσασμένα σκυλιά, αλλά από ‘παράσιτα’ σαν την αφεντιά μας! Κατάλαβες;» Χωρίς να ξέρει γιατί απομακρύνθηκε ένα μέτρο περίπου από τον ‘αφελή’ συνομιλητή του –αν και ο όρος συνομιλητής ήταν ακατάλληλος, στην προκειμένη περίπτωση. Ο άνθρωπος δε συνομιλούσε σχεδόν ποτέ μαζί του, παρά μόνο χασκογελούσε, αυτή ήταν η αλήθεια.  Τον κοίταξε λοιπόν και αυτή τη φορά σα να μην ‘χαμπάριαζε’ τίποτα, από όσα είχε πει ο Μίλνε.  Ίσως και να ήταν τυχερός μέσα στην αληθινή ή και στην προσποιητή αφέλειά του. Φαινόταν πως δεν αντιλαμβανόταν αν ήταν νύχτα ή μέρα, μαύρο ή άσπρο, πόλεμος ή ειρήνη, καταπίεση… ή επανάσταση! «Αφελής αυτού του είδους -αν είναι βέβαια αυτό που δείχνει- σημαίνει τυχερός στην προκειμένη περίπτωση!» αποφάσισε μέσα του ο Μίλνε. Τελικά ένιωθε πολύ μόνος, εκείνη τη στιγμή.

            Ο μαυροντυμένος άντρας της κλούβας είχε πλησιάσει τώρα.  Στάθηκε πάνω από τον ‘αφελή’ θαμώνα της Πλατείας Δημαρχείου -γνωστής πλέον στον αναγνώστη-  και χωρίς καμία επιφύλαξη -κυρίως σε σχέση με τους άλλους θαμώνες του πάρκου-, τον διάταξε να τον ακολουθήσει. «Πού τον πάτε, ρε συ;» ρώτησε ο διπλανός του, που δεν ήταν άλλος από τον Μίλνε, το ‘ξυράφι’. Ο  άντρας με το κράνος, τον αγνόησε εντελώς. Τι σήμαινε αυτό; ότι ο άνθρωπος που τον ρωτούσε δεν υφίστατο, δεν μετρούσε ούτως ή άλλως, ήταν ανύπαρκτος και ενδεικτικά χωρίς μέλλον; Το ‘ξυράφι’ έβρισε με χαμηλή φωνή. Το αντιλαμβανόταν ότι δεν μετρούσε καν ως παρουσία,  για τον μαυροντυμένο άντρα. Έκανε τη δουλειά του όπως είχε ασκηθεί να την κάνει: σα ρομπότ… ‘ή μήπως ήταν ρομπότ τελικά;’ αναρωτήθηκε ο Μίλνε. Ναι, θα μπορούσε να ήταν και ρομπότ! Ποιος όμως, θα μπορούσε να απαντήσει σε πολλαπλά ερωτήματα που βαθμηδόν είχαν αρχίσει να γεννιούνται στους θαμώνες ή στους παρατηρητές των πάρκων;

            Ο μαυροντυμένος άντρας τράβηξε με το γαντοφορεμένο χέρι του τον ‘αφελή’ θαμώνα από το μπράτσο, τον ανάγκασε να σηκωθεί και αμέσως χωρίς την παραμικρή κουβέντα, εκείνος τον ακολούθησε. Προχώρησαν τα μερικά μέτρα απόστασης που τους χώριζαν, από το μαύρο βαν.  Ο ‘αφελής’ του πάρκου, γυρνώντας το κεφάλι του, κοίταξε δύο φορές προς το μέρος, του μέχρι προ ολίγου συντρόφου της μοναξιάς  του, Μίλνε,  που άφηνε πίσω του.  Ήταν σα να ήθελε να βεβαιωθεί για κάτι, άγνωστο όμως τι. Ο Μίλνε τον κοίταζε να απομακρύνεται φουντωμένος από έναν ανίκανο, στην κυριολεξία, θυμό. Θα μπορούσε και να εγκληματήσει στην κατάσταση που βρισκόταν. Είχε αρχίσει κιόλας να σκέφτεται διάφορα που απέρρεαν από εκείνο το συναίσθημά του.

            Σε δύο-τρία λεπτά οι δύο άντρες: ο αλήτης και ‘το όργανο του νόμου’, είχαν φτάσει στο μαύρο βαν. Ο μαυροφορεμένος άντρας, οδήγησε τον κρατούμενό του στο πίσω μέρος του μεγάλου μαύρου αυτοκινήτου.  Αφού τον τακτοποίησε στην ‘κλούβα’ του, με τη βοήθεια του οδηγού, βάδισαν μαζί από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, καθείς από το κατάλληλο πλάι του, και ανοίγοντας τις πόρτες ανέβηκαν στο αυτοκίνητο.  Σε λίγα λεπτά μετά από μία βραχεία συνομιλία με τον οδηγό, ο ίδιος άντρας άνοιξε πάλι την πόρτα και ξανακατέβηκε. Προχώρησε και πάλι προς το πάρκο –πολύ πιο αργά αυτή τη φορά-,  έφερε μία μικρή βόλτα ανάμεσα στα παγκάκια του και ύστερα διάλεξε δύο ακόμα άτομα από τα τέσσερα-πέντε που είχαν απομείνει. Τους ζήτησε να σηκωθούν απάνω και να τον ακολουθήσουν και εκείνοι σαν μαγνητισμένοι από την αίγλη του ψηλού μαυροντυμένου άντρα,  υπάκουσαν.  Ένας από αυτούς ρώτησε αν μπορεί να πάρει τα πράγματά του, αλλά ο μαυροντυμένος άντρας απάντησε πως ‘όχι’, εφόσον δεν θα τα χρειαζόταν.  Εκεί που πήγαιναν θα είχαν τα πάντα, εξήγησε νηφάλια. Ο θαμώνας που είχε αντιδράσει την πρώτη φορά -ο Μίλνε το ‘ξυράφι’-, σηκώθηκε προχώρησε μερικά βήματα προς το μέρος του και σηκώνοντας τα χέρια του στον ουρανό σα γροθιές, φώναξε βρίζοντας: «Ρε συ για  ξενοδοχείο πέντε αστέρων τους προορίζετε και δεν τον αφήνεις να πάρει τα πράγματά του;»  Ο άντρας με το κράνος δε μίλησε.  Τον αγνόησε όπως και πριν. «Ρε συ μ….α γιατί με αγνοείς;  Θέλεις να με πείσεις ότι δεν υπάρχω;  Υπάρχω ρε και θα στο αποδείξω!..» Αρπάζει ένα μπουκάλι από δίπλα του και το πετάει εναντίον του.  Η κίνηση δεν είναι επιτυχής και ο άντρας δεν αντιδράει.  Κάνει τη δουλειά του. «Πού τους πας ρε καθίκι γιατί δε μιλάς;  Θα σας βάλω στην εφημερίδα ρε…  αλήτη! Τι είναι αυτό; Το καινούργιο φρούτο του 21ου αι; Άνθρωποι είναι, ρε συ… δεν είναι σκυλιά… Μίλα ρε γα….ο, πού τους πας; στο RSPCA;  Πάρε με κι εμένα μαζί τους ρε!  Γιατί δε με παίρνεις;  Ε;» φώναξε οργισμένος και η φωνή του έσκισε τη νύχτα σα μαχαίρι. Μερικοί από τους  κοιμισμένους φτερωτούς θαμώνες του πάρκου της Πλατείας Δημαρχείου, θορυβήθηκαν. Ακούστηκαν πολλαπλές εξασθενημένες φωνίτσες, τιτιβίσματα, φτερουγίσματα, ξεπουπουλιάσματα, όλα  μαζί ανάκατα μέσα στη βουβαμάρα που επικρατούσε ως τη στιγμή της οργής,του Μίλνε. Ο μαυροντυμένος άντρας είχε πετύχει στο στόχο του.  Τον είχε αγνοήσει και κάνοντάς το, είχε αποδείξει στους εναπομείναντες, ότι αυτού του είδους οι αντιδράσεις, περίσσευαν.  Άλλωστε δεν υπήρχαν άλλοι τριγύρω τους για να ανησυχεί για τις φωνές του οποιουδήποτε ‘αντάρτη’, παρά μόνο τρεις  άντρες και ο ένας από αυτούς ήταν ο Μίλνε το ‘ξυράφι’, και προφανώς ο επαναστάτης του πάρκου. Σε λίγο ο άντρας με τους δύο ‘αλήτες’ από τα παγκάκια,  ήταν πίσω από την κλούβα και όλα εξελίχθηκαν όπως πριν, και σύμφωνα πάντα με το προκαθορισμένο για την περίπτωση, σχέδιο. Η πόρτα άνοιξε  η σκάλα παρουσιάστηκε, ξεδιπλώθηκε μόνη της και οι δύο ‘κακομοίρηδες’, σκαρφάλωσαν κυριολεκτικά τα λιγοστά σκαλοπατάκια του αυτοκινήτου. Αμέσως ύστερα η σκάλα αναδιπλώθηκε, η πόρτα έκλεισε και οι δύο κρατούμενοι βρέθηκαν μέσα στο σκοτεινό χώρο της κλούβας, όπου και κάθισαν δίπλα-δίπλα με τους υπόλοιπους ομοίους τους, όσοι κι αν ήταν κι από όπου και αν προέρχονταν, τελικά.

            Λίγο αργότερα το μαύρο βαν είχε χαθεί αθόρυβα μέσα στη νύχτα, παρόμοια όπως είχε εμφανιστεί. «Γ..ώ την κοινωνία τους… Ρε σεις ηλίθιοι… Βρε όρνια… ξυπνήστε,  ρε!..  Οι ΝΑΖΙ κάνουν ανενόχλητοι τη δουλειά τους, κάτω από τη μύτη μας, ρε!..» έσκουξε με έναν λυγμό λύσσας, ο επαναστάτης, ο Μίλνε, το ‘ξυράφι’!  Οι δύο εναπομείναντες, κούνησαν τα χέρια τους πέρα-δώθε, μουρμουρίζοντας να τους «αφήσει να κοιμηθούν επιτέλους!» Η ώρα πέρναγε και τα χαράματα δεν θ’ αργούσαν. Κι όταν γινόταν αυτό και πριν αρχίσουν να διασχίζουν το πάρκο της Πλατείας Δημαρχείου οι μαγαζάτορες και οι πρώτοι πελάτες τους, έπρεπε να μάσουνε το μπογαλάκι τους και να του δίνουν.  Στις 6.30 π.μ. περνούσαν οι αστυνομικοί, που θα τους έδιωχναν ούτως ή άλλως.  Άλλωστε γιατί να τους έδιναν το δικαίωμα να τους σταμπάρουν διαρκώς; Υπήρχε όμως μία τολμηρή λογική σ’ αυτό ή ήταν ο παραλογισμός στο έπακρό του; Δεν έβλεπαν λοιπόν ότι ίσως την επόμενη φορά, θα μοιράζονταν την τύχη των ήδη συλληφθέντων συντρόφων τους; Ότι δηλαδή θα τους μάζευε η μαύρη κλούβα και τότε: «μην τον είδατε παιδιά τον Παναγή;» Πού ήταν λοιπόν η ελάχιστη λογική τους;  Μα δεν υπήρχε, δεν υπήρχε… κι αυτό ήταν τελικά το μόνο βέβαιο!  Ετούτοι όχι μόνο εκλαμβάνονταν από όλους ως ανύπαρκτες υπάρξεις,  και ως τέτοιες ζούσαν-δε ζούσαν ήταν το ίδιο πράγμα, οι ίδιοι αισθάνονταν ακριβώς όπως τους χαρακτήριζαν όλοι οι άλλοι, και απλά υφίσταντο ως τη στιγμή που κυριολεκτικά θα έπαυαν να υπάρχουν! Η μοναδική στιγμή που γίνονταν αντικείμενα έμμονης προσοχής, ήταν εκείνη όταν οι αρχές της αστυνομίας τους κυνηγούσαν.  Κανείς δε ενδιαφέρονταν για τα συναισθήματά τους ή  για τις όποιες ανθρώπινες ανάγκες τους.  Υπήρχαν κάποιοι ελάχιστοι που τους σκέφτονταν και προσπαθούσαν να κάνουν κάτι γι’ αυτούς,  μόνο που οι φωνές τους για την ουσιαστικότερη κρατική βοήθεια, ετούτων των  ‘άμοιρων’, χάνονταν μέσα στις πολλές άλλες, τις παράφωνες και εκκωφαντικές φωνές, της πολυσπούδαστης κοινωνίας της Κενόπολης.  

*********

Σχολιάστε