A trilogy From my Book of poetry Quo Vadis? Sydney, 2008

‘Gianni mou to mantili sou!..’ ‘Giannis of mine, your handkerchief!..’**   My Giannis, you’ve left me behind, like your unclean handkerchief... You’ve forgotten your promise to come back to me.   Oh, I am tossed around by the winds like wheat in the wilderness without you!   My Giannis, the foreign Lands have tied you … Συνεχίστε νὰ διαβάζετε A trilogy From my Book of poetry Quo Vadis? Sydney, 2008

Ασάλευτη Παρουσία

Στους ανιχνευτές της ψυχής Πιπίνα Έλλη Ποίηση (poetry by Pipina Elles) Σύδνεϋ 2010 Μία σύντομη εισαγωγή... Το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 21/4/2010 στο Σύδνεϋ. Το έναυσμα για την δημιουργία του δόθηκε από την Marina Abramovic, την Σέρβα καλλιτέχνιδα, που οι ζωντανές παραστάσεις της με άλλους ή solo, αποτελούν πρωτοποριακό παράγοντα στον κόσμο της Καλλιτεχνίας. Η … Συνεχίστε νὰ διαβάζετε Ασάλευτη Παρουσία

… και ο Θεός έπλασε τον άντρα! Νουβέλα -Ευχαριστώ Δημήτρη, αλλά δεν χρειάζεται να κατέβεις. Θα τρέξω στο σπίτι μου. Aλήθεια, δεν υπάρχει πρόβλημα. -Ένα λεπτό Μαρία, μη βιάζεσαι τόσο πολύ! παρακάλεσε ο Δημήτρης και πριν αποτελειώσει το λόγο του, την έπιασε από το μπράτσο για να τη σταματήσει. Η Μαρία ένιωσε την επιτακτική δύναμη της παλάμης του άντρα, τη θέλησή του της επιβολής και ξαφνιασμένη από τη στάση του, στάθηκε ακίνητη. Την επόμενη στιγμή κι εντελώς απροειδοποίητα, εκεί, δίπλα στο φτωχά φωτισμένο κεφαλόσκαλο του σπιτιού του ο ξαναμμένος Δημήτρης, άρπαξε στα στιβαρά του χέρια τη Μαρία, την τράβηξε πάνω στο στήθος του και τη φίλησε βίαια στα χείλια. Εκείνη σάστισε κυριολεκτικά, καθώς δεν είχε υποψιαστεί τις προθέσεις του. Ακόμη κι εκείνη τη στιγμή, που διαδραματίζονταν όλα αυτά, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς και γιατί συνέβαινε «αυτό… αυτό… το «κακό πράγμα!» Τρομαγμένη και αντιδρώντας από καθαρό το ένστικτο, η άπειρη νέα επιχείρησε απεγνωσμένα να ελευθερώσει τα μπράτσα της από τη φυλακή των δικών του και να ξεφύγει από την αγκαλιά του. Γυρνώντας το κεφάλι της στα πλάγια προσπάθησε ν’ αποφύγει τα φλογισμένα χείλια του που τη φιλούσαν όπου και όπως τύχαινε. Το πρόσωπό της φλογιζόταν από ανάμεικτα συναισθήματα και η φωνή της πνιγόταν στην αγωνία για εκείνο «το φοβερό, το άπρεπο». Νόμιζε πως εκεί πάνω στο κεφαλόσκαλο, οι χτύποι της καρδιάς της ακούγονταν έξω και πέρα από το στήθος της, σαν τους χτύπους ενός ανισόρροπου εκκρεμές. «Τώρα θα βγουν όλοι οι ενοικιαστές από τα δωμάτια και θα γίνω ρεζίλι!» σκέφτηκε και τα μάτια της γέμισαν από δάκρυα. Ένιωσε να χάνεται. Έχασε στην κυριολεξία την αίσθηση του χρόνου και βυθίστηκε σ’ ένα απροσδιόριστο χάος από τον πρωτόγνωρο πανικό της, ασθμαίνοντας ταυτόχρονα σα να είχε διανύσει χιλιόμετρα. Ο Δημήτρης που κυριαρχούσε απάνω της με τη μυϊκή του δύναμη, συνέχισε να τη φιλά, με τον ίδιο πάντα τρόπο: όπως και όπου μπορούσε. Είχε χάσει τον έλεγχό του παρασυρμένος από τον χειμαρώδη πόθο που τον σάρωνε μέρες τώρα για τη νεαρή «γειτόνισσά τους», τη Μαρία. Εκείνη έκανε μία ύστατη προσπάθεια να τον ξεκολλήσει από πάνω της. -Άσε με σου λέω! Δεν μπορώ… να πάρω αναπνοή! ψιθύρισε ξέπνοα. Μάταια ικέτευσε. Ο Δημήτρης συνεπαρμένος από την έλξη που η νέα ασκούσε εν αγνοία της απάνω του και αλύγιστος στην ικεσία της, συνέχισε να την σφίγγει και να τη φιλά απεγνωσμένα, θαρρείς με ένα είδος ανεξήγητης απελπισίας. Ήταν σαν να επρόκειτο κάποια στιγμή, να του ξεφύγει για πάντα η πολύτιμη λεία του. Τα χείλια του λαίμαργα, ανικανοποίητα ρουφούσαν τη σάρκα της όπου την ακουμπούσαν, στο πρόσωπο, στο λαιμό, ενώ τα χέρια του την πόναγαν. Η Μαρία είχε βουλιάξει στον ίλιγγο του πάθους του. Κάποια στιγμή κουρασμένη από την άκαρπη προσπάθειά της ν’ απαλλαγεί από τον παθιασμένο νέο, έπαψε ν’ αντιδράει και κλείνοντας τα μάτια της, αφέθηκε στα χέρια του ηττημένη. Ο Δημήτρης νιώθοντας ξαφνικά την αλλαγή της στάσης της, το βάρος της μέσα στα χέρια του, σταμάτησε. Φοβήθηκε ότι η νέα είχε χάσει τις αισθήσεις της. Της ψέλλιζε τώρα ασυνάρτητα λόγια και έχοντας καταληφθεί ξαφνικά από τη λαχτάρα του φόβου, προσπαθούσε να υποστηρίξει το σώμα της, που ήταν κυριολεκτικά έτοιμο να καταρρεύσει. -Μαρία μου, γλυκειά μου, συγχώρεσέ με! Δεν ξέρω τι κάνω ο τρελός, είπε αγχομένος και βλέποντας τα μάτια της ν’ ανοιγοκλείνουν κατάλαβε ότι η Μαρία δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της. -Μπορείς να σταθείς; ρώτησε με αγωνία και επεχείρησε να την αφήσει ελεύθερη. Η Μαρία επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη που της είχε εναπομείνει, ανόρθωσε το σώμα της αργά και σιωπηλή χωρίς ούτε ένα βλέμμα προς το μέρος του, έστρεψε την πλάτη της, και με απλωμένο το αριστερό της μπράτσο κατόρθωσε μ’ ένα βήμα μπροστά να φτάσει και να πιαστεί τελικά από το προστατευτικό κιγκλίδωμα της σκάλας. Κρατώντας πάντα την πλάτη της γυρισμένη στο νέο άντρα που είχε μαρμαρώσει, άρχισε να κατεβαίνει στην αρχή αργά και με ασταθή βήματα, ύστερα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Από το κεφαλόσκαλο ο Δημήτρης παρακολούθησε τη φιγούρα της, ν’ απομακρύνεται από κοντά του, να κατεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια, να σκουραίνει και να γίνεται σχεδόν ένα με το σκοτάδι του χώρου, να πατάει στο κατώφλι της εισόδου-εξόδου, να το δρασκελίζει τελικά και να χάνεται. Απόμεινε εκεί πάνω βουβός, κατειλημμένος από μία παράξενη θλίψη: η Μαρία δεν είχε στραφεί ούτε μια φορά να τον κυττάξει. Ξαφνικά, ένιωσε μόνος κι έρημος με μία ασυνήθιστη ενοχή να τον τυλίγει. Ήταν αναστατωμένος από την αντίδραση της Μαρίας στη δική του, τη σχεδόν επιθετική, ορμή. Έτριβε με την ιδρωμένη παλάμη του το μέτωπό του στεναχωρημένος ενώ οι σκέψεις διέσχιζαν το μυαλό του σαν αστραπές. Το είχε ταράξει βαθύτατα εκείνο που είχε συμβεί πριν από λίγο. «Την τρόμαξα ο ηλίθιος! Την τρόμαξα! Δεν έχει φιληθεί από άντρα. Το ένιωσα. Είναι άπειρη. Πώς τα κατάφερε και δεν έμπλεξε με κανέναν; Στην εποχή μας! Πολύ περίεργο μα την αλήθεια. Κι εγώ… την τρόμαξα! Να δούμε τι θα ακολουθήσει μετά από το αποψινό». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου-διαμερίσματός τους. Ήταν ο αδερφός του ο Βασίλης. -Ρε σύ, τι κάνεις εκεί; Κόλλησες βλέπω! είπε με πειραχτικό τόνο στη φωνή του. -Με βλέπεις να κάνω κάτι; είπε σοβαρά ο Δημήτρης. -Τι έγινε λοιπόν με τη γειτόνισσα; επέμενε ο Βασίλης. -Τι εννοείς; ρώτησε ο Δημήτρης πειραγμένος. -Έλα τώρα! Με δουλεύεις; Όση ώρα ήταν εδώ, την έφαγες με τα μάτια σου, τον πείραξε ο Βασίλης. -Εντάξει εντάξει γιατρέ. Εσύ ξέρεις και τα ερμηνεύεις όλα. Έλα άσε τις ανοησίες! Σαν τι ήθελες επιτέλους να γίνει; Το κορίτσι πήγε στο σπίτι του και μάλιστα χωρίς συνοδεία… και ας είναι και βράδυ. -Ναι… και λοιπόν; Δεν πρόκειται να τη φάει κανείς! ΄Η μήπως πρόκειται; Και αν είναι έτσι… γιατί δεν τη συνόδεψες; ρώτησε και πάλι, πάντα πειραχτικά, ο Βασίλης -Δε φαίνεται να την πολυσυμπαθείς… αδερφέ μου, είπε ο Δημήτρης κουρασμένα. -Α! Κάνεις μεγάλο λάθος. Τη συμπαθώ και πολύ μάλιστα. Τι να σου κάνω όμως; Με πρόλαβες. Το κορίτσι φαίνεται να έχει μάτια μόνο για σένα. Ας προσέχει λοιπόν. Δεν κρύβονται αυτά τα πράγματα ξέρεις. Κι εσύ… κι εσύ αδερφέ μου δε μπορείς να κρυφτείς! Σ’ αρέσει μάγκα μου, φως, φανάρι! είπε σοβαρά αυτή τη φορά ο Βασίλης. Ο Δημήτρης δε μίλησε. Τι μπορούσε να πει; Ότι το κορίτσι έπαθε το σοκ της ζωής του με τη συμπεριφορά του; Συγχισμένος καθώς ήταν γύρισε απότομα και με γρήγορα βήματα μπήκε στο μεγάλο δωμάτιο, αφήνοντας το Βασίλη πίσω του να τον κυττάζει ειρωνικά, καθώς απομακρυνόταν. Τελικά τον ακολούθησε με αργά βήματα. Πίσω στο μεγάλο δωμάτιο ο Δημήτρης είχε καθίσει στο μοναδικό τραπέζι. Ο Βασίλης έκανε το ίδιο. Τον κύτταξε σοβαρός αυτή τη φορά. Δεν μίλησαν για λίγο. Όμως η σιωπή ανάμεσά τους δεν βάστηξε πολύ. -Νόμιζα ότι θα την πήγαινες στο σπίτι της. Τι έγινε; Λέγε λοιπόν! είπε ο Βασίλης νευρικά αυτή τη φορά. -Τίποτα δεν έγινε. Ανάκριση μου κάνεις ρε; ρώτησε με σκληρή φωνή ο Δημήτρης. -Όχι δε σου κάνω ανάκριση, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να την πας στο σπίτι της. Κι αν δεν την πήγες, γιατί κάθησες στο κεφαλόσκαλο αντί να έρθεις μέσα. Τι κάνατε; Μιλούσατε; ρώτησε ο Βασίλης δείχνοντας ότι δεν είχε σκοπό να τον αφήσει ήσυχο. -Μιλούσαμε παιδί μου, ναι μιλούσαμε! «Άντε να μη πω τίποτα παραπάνω! Να μη σου ξεφύγει τίποτα!», μουρμούρισε ανάμεσα από τα δόντια του και ύστερα ρώτησε νευριασμένος: -Πού είναι το παράξενο επιτέλους; Ξεφορτώσου με! Ο Βασίλης δε συνέχισε. Από τις αντιδράσεις του Δημήτρη ήταν σίγουρος πλέον ότι κάτι είχε συμβεί ανάμεσα σ’ εκείνον και στη μικρή. «Αδιόρθωτος είναι!» σκέφτηκε θυμωμένος, βέβαιος για τη βιασύνη και την επιπολαιότητα του αδερφού του. Τον ήξερε. Ήταν πρόθυμος για κάτι τέτοια ο μικρότερος αδερφός του. Είχε τάσεις και ιδιότητες που τον διαφοροποιούσαν σα χαρακτήρα από εκείνον. Ξαφνικά εκεί που μιλούσαν άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκαν οι γονείς τους. Άλλαξαν αμέσως συζήτηση και ύφος, όμως εκείνοι, που είχαν δει τη γειτόνισσα να φεύγει από το σπιτικό τους με έναν ύποπτο τρόπο, είχαν αναρωτηθεί για τη συμπεριφορά της τόσο… ώστε να ρωτήσουν στη συνέχεια… Η Μαρία που με δυσκολία είχε κατεβεί τη μεγάλη σκάλα της οικίας Βασιλείου, έφτασε επιτέλους στην εξώπορτα και περνώντας το κατώφλι της βρέθηκε στο δρόμο. Από εκεί συνέχισε να περπατάει βιαστικά, αδιαφορώντας για το τι μπορούσε να συμβαίνει γύρω της ή πίσω της. Ήταν σα να είχαν περάσει ώρες εκεί πανω, σ’ εκείνο το παλιό κεφαλόσκαλο της κατοικίας Βασιλείου. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. «Όσο πιο σκοτεινά τόσο πιο καλά!» σκέφτηκε στεναχωρημένη. Τουλάχιστον δεν ήταν εύκολο να την αναγνωρίσουν οι όποιοι γείτονες, αν επιβαλόταν να τους προσπεράσει στο διάβα της. Ένιωθε τη ντροπή να της καίει τα μάγουλα και τα μηνίγγια της να σφυροκοπούν στον ίδιο άτακτο ρυθμό όπως η καρδιά της. Είχε μία πικρή γεύση στο στόμα της και μία επιθυμία να βουτηχτεί σε μία μπανιέρα και να μουλιάσει σα λερωμένο ρούχο. Η χωρίς φεγγάρι ολοσκότεινη νύχτα, την ανακούφιζε. «Ο άντρας δεν είναι σαν τη γυναίκα. Ορμάει απάνω της να δρέψει του καρπούς της λες και δικαιωματικά. Είναι σαν τον πολεμιστή που θέλει να νικήσει. Ε, κι ύστερα; Δε θα ενδώσω στον πρώτο τυχόντα. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο!» σκέφτηκε θυμωμένη εκ των υστέρων η Μαρία. Μία άλλη όμως φωνή ρώτησε αν ο Δημήτρης ήταν ο πρώτος τυχόντας. Η Μαρία κοκκίνησε. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί τελικά. Το αρχικό ξάφνιασμά της το είχε αντικαταστήσει ο φόβος, ύστερα η ντροπή και τέλος ένα είδος οργής, για τον αιφνιδιασμό που δέχτηκε από έναν, «δήθεν πολιτισμένο, άνθρωπο!» ένιωσε κοντά σ’ όλα τα άλλα και ένα είδος περιφρόνησης για τον νέο άντρα. Δεν ήταν μαθημένη από τέτοιες συμπεριφορές, δεν ήξερε και δεν περίμενε να της συμβεί κάτι τέτοιο, όχι τουλάχιστον χωρίς τη συγκατάθεσή της. Αισθανόταν τόσο πολύ μόνη εκείνες τις στιγμές. Μέσα της εξακολουθούσε να επικρατεί μία ασυνήθιστη αναστάτωση, τόσο πια, που της ήταν αδύνατον να την κατατάξει. Δεκάδες σκέψεις διέσχιζαν κυριολεκτικά το νου της επηρεάζοντας τα χρώματα και τη θερμοκρασία του προσώπου της. Αργότερα κάποια στιγμή και όταν είχε επανακτήσει την αυτοκυριαρχία της, άρχισε να αξιολογεί το περιστατικό με κάποια επιείκια. Και επιτέλους γιατί ένιωθε έτσι; Δεν είχε συμβεί και τίποτα το τραγικό. Φιλιά ήταν και επομένως είχαν κιόλας σκορπίσει στον αέρα. Ή μήπως δεν ήταν έτσι; Μήπως πέρα από την εξωτερική επαφή είχε αγγίξει και τις συναισθηματικές της χορδές, της γυναίκας; «Όχι… όχι… δεν μπορεί… είναι αδύνατον κάτι τέτοιο!..» σκέφτηκε αστραπιαία, αμυνόμενη λες στο σκεπτικό της, και ενσυνείδητα γύρισε πίσω στις αρχικές σκέψεις της για τα «φιλιά… του Δημήτρη». Κύτταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. «Τα φιλιά δεν άφηναν σημάδια!» Όχι… τουλάχιστον στο δικό της δέρμα! Δεν έβλεπε οδυνηρά σημάδια… κάποια ελαφρά ίσως; Κυττάχτηκε και πάλι στον καθρέφτη πιο προσεκτικά. Τι παράξενο! Νόμισε ότι θα υπήρχαν «εμφανή σημάδια, είδους… κακώσεων». Ευτυχώς που δεν ήταν ακριβώς έτσι. «Ω! Εκτός από αυτό εδώ!..» το είδε ξαφνικά εκείνο το σημάδι και τρόμαξε. Ευτυχώς «αυτό» το ένα, για καλή της τύχη βρισκόταν στη βάση του λαιμού της και θα μπορούσε να τα καλύψει με λίγη πούδρα, μ’ ένα ελαφρύ make-up τέλος πάντων. Όμως ό,τι κι αν ήταν, θ’ αποτελούσε άραγε την αόρατη σημαδούρα, ένα είδος άγκυρας μιας, κάποιας συνέχειας; Άγνωστο; «Αχ! μακάρι και νά ‘ξερα! Ίσως ναι… ίσως όχι!..» σκέφτηκε και ξανακοκκίνησε. Αλλά μήπως και δεν εξηρτάτο επιτέλους από την ίδια; «Σίγουρα, έτσι είναι. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με καταντήσει έρμαιο της θέλησής του!» σκέφτηκε και μια αστραπή πείσματος διαπέρασε τα μάτια της. Τίναξε το κεφάλι της με αποφασιστικότητα. Αλήθεια «πόσο μόνη, πόσο μόνη!» ένιωθε. Σε ποιον θα τολμούσε να μιλήσει για εκείνο το επεισόδιο; Ποιον θα μπορούσε να εμπιστευτεί, για ν’ ακούσει μία άποψη; Είχε μία καλή φίλη: την Κατερίνα. Αχ, αυτά ήταν τόσο προσωπικά… που μάλλον ντροπή της έφερναν! Ο Δημήτρης είχε πρόσφατα αποφοιτήσει από τη σχολή εφέρδων και είχε έλθει για να υπηρετήσει στην πόλη, όπου οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί πριν από πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω τους το χωριό. Ο αδερφός του κι αυτός είχαν σπουδάσει στην Αθήνα. Ο Βασίλης, μεγαλύτερός του, είχε σπουδάσει ιατρική ενώ εκείνος είχε επιλέξει τη φιλολογία. Μέλλον επάγγελμα λοιπόν: καθηγητής, φιλόλογος. Αντίθετα, η αδερφή τους η Βάσω, ούτε το μυαλό αλλά ούτε και την όρεξη των αδερφών της, διέθετε. Στο Γυμνάσιο έσπρωχνε το χρόνο με τα ψέματα. Τα είχε καταφέρει να μείνει σε κάποια τάξη ή τάξεις -άγνωστο τι ακριβώς συνέβαινε με την εκπαίδευσή της, με την όλη παιδεία της γενικά- και επομένως δεν ήταν σαφής και η ηλικία της. Και τι πείραζε άλλωστε; Σιγά και να μην την ένοιαζε «τη χριστιανή». Οι γονείς της, αγράμματοι οι ίδιοι, αλλά έξυπνοι και συμφεροντολόγοι, θα της εύρισκαν έναν καθώς πρέπει γαμπρό. Άλλωστε και η προίκα υπήρχε και τ’ αδέρφια της, μορφωμένα καθώς ήταν, θα της εύρισκαν έναν της σειράς τους αργότερα, όπως και έγινε τελικά κάποια στιγμή στο μέλλον. Ο Δημήτρης που δεν ενδιαφερόταν να ξεγελάσει τον εαυτό του σχετικά με το IQ της αδερφής του, για να διασώσει την οικογενειακή τους υπόληψη –κάποτε μάλιστα την αποκαλούσε «κουτορνίθι»- και οπωσδήποτε εξ αιτίας αυτής της αντίληψης, είχε εκπλαγεί ακούγοντας ότι η γειτονοπούλα τους η Μαρία –τους χώριζε μόλις ένας χαμηλός πέτρινος τοίχος- έβγαινε κάποτε μαζί της. Είχε διαπιστώσει ότι το κοριτσάκι και μικρότερο από την χοντροκομμένη αδερφή του ήταν και μυαλά διέθετε και επιπλέον πίστευε πως κάπου τέλος πάντων «θα έφτανε», αφού είχε στο πρόγραμμά της να ακολουθήσει την πορεία των σπουδών και της μελέτης. Η Μαρία από την πλευρά της, είχε ενοχληθεί κάποια στιγμή από την συμπεριφορά του Δημήτρη, όταν μπροστά της, είχε αποκαλέσει την αδερφή του: «κουτορνίθι». Είχε προσποιηθεί ότι δεν είχε ακούσει και εκείνος που είχε προσέξει τη συμπεριφορά της, είχε εντυπωσιαστεί με τη σειρά του από «το τακτ της μικρής». Πολλά δεν ήξερε για «το κοριτσάκι», για την ανατροφή και την αγωγή που είχε λάβει, προπάντων όμως για τα όνειρά της. Σαν «άντρας», δεν είχε ούτε πρόθεση ούτε σκοπό να δείξει περισσότερη κατανόηση και ευαισθησία, ίσως γιατί δεν ήθελε μία σοβαρή σχέση με τη Μαρία, κι έτσι ακριβώς έγινε: η σχέση έμεινε επιφανειακή, καθώς εξαρχής ήταν κούφια και γυμνή από τις απαραίτητες προϋποθέσεις και επομένως φτωχή σε χυμώδεις σχέσεις, που οδηγούν κάποτε σε κάποιες θετικές μάλλον συνέπειες. Η οικογένεια της Μαρίας ήταν της μικροαστικής τάξης. Ο πατέρας της ο Γιώργος Πανεράκης, είχε μία μικρή επιχείρηση με είδη τροφίμων και η μητέρα της η Φρόσω, ήταν μία απλή και προκομμένη γυναίκα, που ήξερε πώς να προσέχει το σπίτι της, τα παιδιά της και την οικονομία της οικογένειάς της. Ήταν έξυπνη και αγαπούσε την εκπαίδευση. Η ίδια δεν είχε την ευκαιρία να αξιοποιήσει την ανάγκη της και το ζήλο της για τα γράμματα εξαιτίας έλλειψης χρημάτων αφενός και αφετέρου εξαιτίας του κοινωνικού-οικονομικού κατεστημένου την εποχή της εφηβικής της ηλικίας. Αυτό υπαγόρευε τον περιορισμό της γυναίκας. Το ελάχιστο αναμενόμενο ήταν να παντρεύεται αυτή και περαιτέρω να συγκεντρώνεται στις συζυγικές της υποχρεώσεις και σ’ εκείνες της μητέρας και της νοικοκυράς. «Σιγά τώρα μην βάλουμε τη γυναίκα πάνω στο κεφάλι μας για να μας διαφεντεύει», έλεγαν συχνά και με καμάρι οι αγράμματοι άντρες. Αλλά και οι γραμματισμένοι δεν έβλεπαν πάντα με καλό μάτι την προσπάθεια της γυναίκας να ελευθερώνεται μέσω της παιδείας. Τι άραγε; Ήθελαν έναν συνεχή συναγωνισμό-ανταγωνισμό με το άλλο φύλο; Όχι βέβαια. Τη γυναίκα την ήθελαν να τρέχει κοντά τους, στο ελάχιστο νεύμα τους. Έλα όμως που εκείνες οι εποχές είχαν ξεπεραστεί με τη σειρά τους, αν και όχι «απόλυτα». Γιατί ο όρος «απόλυτα», είναι ακραίος. Δεν ήταν δυνατόν η γυναίκα να θέλει να γίνει ισότιμη με τον άντρα! Ίσως όμως και να ήταν εφικτό τελικά, αν αποφάσιζε να συγκεντρωθεί στην καριέρα της και να ξεχάσει τα παντρολογήματα και την οικογένεια. Στα θέματα του γάμου και της οικογένειας, ο άντρας υπερτερούσε, καθώς η φύση από μόνη της του είχε δώσει το δικαίωμα και τον τρόπο να τακτοποιεί και την καριέρα του και το γάμο του και την οικογένειά του. Καθώς όμως ο χρόνος κυλούσε, πολλά, από τα άλλοτε μονομερή κοινωνικά κεκτημένα, είχαν επιτρέψει την διείσδυση του γυναικείου φύλου στα άλλοτε «αντρικά οικόππεδα», αν και «παρά φύσει». Το «περί εκπαίδευσης των γυναικών» προνόμιο, δεν ήταν πλέον συζητήσιμο. Και πού ήταν επιτέλους το άδικο; Θα μπορούσε και να ρωτήσει κανείς. Όταν λοιπόν η Φρόσω παντρεύτηκε κι απέκτησε τη Μαρία, προσπάθησε να της μεταδώσει τη δική της μεγάλη αγάπη για τα γράμματα διαθέτοντας όση υπομονή και επιμονή χρειαζόταν. Κατά συνέπεια τη βοηθούσε όταν και όπου εκείνη τη χρειαζόταν και αυτό είχε πάντα θετικά αποτελέσματα. Αφού μία ελάχιστη μερίδα της επιτυχίας της Μαρίας ανήκε στη Φρόσω, επόμενο ήταν ν’ ανησυχεί για την πρόοδο της θυγατέρας της, τα αποτελέσματά της στους διαγωνισμούς, ή τις επιτυχίες της. Η Μαρία που μόλις είχε τελειώσει το Γυμνάσιο εκείνη τη χρονιά, είχε ένα σπουδαίο όνειρο: να πάει στο Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας της όμως εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες του, είχε και συντηρητικές απόψεις στο θέμα της απομάκρυνσής της κόρης του από το σπίτι τους και την οικογένειά της. Ως εκ τούτου είχε λάβει αρνητική στάση σε ό,τι αφορούσε τις σπουδές της στην Πρωτεύουσα ή στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρία είχε αποφασίσει να περιμένει για ένα μικρό διάστημα, ώσπου να σκεφτεί και να βρει τρόπους για την πραγματοποίηση των στόχων της. Αρχικά λοιπόν είχε επιχειρήσει να βρει μία «δουλίτσα», έλα όμως που δεν ήταν εύκολο. Και ενώ θα μπορούσε να τη βοηθήσει ο πατέρας της, της το είχε ξεκόψει: δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί. Όλα εκείνα τα ακατανόητα καμώματα του πατέρα της οφείλονταν στο γεγονός ότι ήταν ένας «ψωροπερήφανος». Έτσι τον είχε χαρακτηρίσει η γιαγιά της από τη μεριά της Φρόσως, κάποια στιγμή, όταν συζητώντας μαζί του, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί επιτέλους αρνιόταν να βοηθήσει τη Μαρία ως προς το πιο σπουδαίο: το αγαθό της εργασίας. Άλλωστε επιβαλόταν, αφού σύμφωνα με το κοινωνικό-πολιτικό κατεστημένο της εποχής πετύχαινες ευκολότερα στον τομέα αυτόν, αν είχες κάποιον να σε βοηθήσει. Κι αφού ήταν έτσι, γιατί όχι; Στο μπάτο-μπάτο της γραφής, με τις γνωριμίες που είχε, μπορούσε να βρει και να «βάλει κάπου» τη Μαρία, να της βρει δηλαδή μία «δουλίτσα» σε κάποια κρατική υπηρεσία ή έστω και στο γραφείο ενός μεγαλο-επιχειρηματία ή κάποιου γιατρού ή δικηγόρου, μέχρι επιτέλους να δούνε τι θα έκανε το κορίτσι με τη ζωή του. Τόσοι μπαινόβγαιναν στο παντοπωλείο του. Ας ρώταγε και κανέναν από τους «νταβραντισμένους» πελάτες του. Θα του έπεφτε η υπόληψη; Σε εκείνες «τις αξιώσεις» -έτσι είχε αποκαλέσει ο Πανεράκης τις υποδείξεις- και σε όλα τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί από την άμεση και έμμεση οικογένεια, ο Πανεράκης είχε απαντήσει: «Είναι και η Ακαδημία! Γιατί την έχουμε δίπλα στην πόρτα μας; Ας διαβάσει και ας καθήσει για εξετάσεις, όπως και τόσα άλλα κορίτσια!..» και είχε βάλει τελεία και παύλα στην συζήτηση. Τη γνώμη της γιαγιάς της, σχετικά με την «ψωροϋπερηφάνεια του πατέρα της», τη μοιραζόταν και η μητέρα της Μαρίας. Η Φρόσω αγαπούσε και εκτιμούσε τον άντρα της «τον Πανεράκη!» -όπως τον αποκαλούσε πάνω στις απογοητεύσεις της-, όμως τα καμώματά του είχαν κοστίσει στην οικογένειά τους αρκετά προβλήματα και κυρίως οικονομικά. Γιατί ο άντρας της, καθώς είχε περισσότερο από όσο έπρεπε φιλότιμο, διέθετε το μικρό σπίτι τους όχι μόνο για τους συγγενείς από το χωριό, αλλά και για τους συγγενείς των συγγενών και κάποτε και για τους φίλους των. Αυτό βέβαια ήταν το ένα σκέλος της αδυναμίας του, το άλλο ήταν ότι συνέτρεχε τους συγχωριανούς του στους γιατρούς –κυρίως μεσήλικες- όταν κατέφθαναν στη πόλη τους σταλμένοι από τον «επιπόλαιο» πατέρα του που ζούσε στο χωριό. «Λες και ο Πανεράκης είναι εκατομμυριούχος! Αυτό πια δεν είναι φιλότιμο, είναι οικονομική αυτοκτονία!» είχε δηλώσει φίλος της οικογενείας, για τον Πανεράκη. Έχανε χρήματα, όχι μόνο γιατί άφηνε τη δουλειά του στα χέρια των υπαλλήλων του για να εξυπηρετήσει τους «αφιλότιμους συγγενείς», αλλά γιατί επί πλέον πλήρωνε και τα έξοδά τους. «Εκείνος πια θεωρεί το γιο του ή πολύ πλούσιο ή πολύ «βλάκα»! Άντρες!» είχε πει η γιαγιά της κάποια στιγμή, θεωρώντας υπεύθυνο για τα προβλήματα του γαμπρού της, τον πατέρα του. Η καϋμένη η γιαγιά που είχε προσπαθήσει για «χρόνια και ζαμάνια» να καταλάβει το γαμπρό της χωρίς επιτυχία τελικά, είχε καταλήξει σιωπηλά να τον θεωρεί «κομμάτι «αγαθόν» για τις αδιόρθωτες αδυναμίες του». Η Φρόσω, ήξερε τα ταλέντα της Μαρίας «της» και σπάραζε η καρδιά της να τη βλέπει να στεναχωριέται άδικα. Η κόρη της ήταν καλή μαθήτρια, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού ως τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου -από τις πρώτες μάλιστα- και οι καθηγητές της έλεγαν τα καλύτερα και έδιναν εγγυήσεις για την επιτυχία της στο Πανεπιστήμιο. Άλλα κορίτσια που δεν έφταναν τη Μαρία της «ούτε στο δαχτυλάκι της», και σπούδαζαν, και δουλειά εύρισκαν, και καλό γαμπρό θα πετύχαιναν στο τέλος, «σίγουρα πράγματα!» σκεφτόταν από μόνη της η Φρόσω και κούναγε το κεφάλι της στεναχωρημένη. Όσο για το κατεστημένο και το θέμα της εργασίας… μόνο με γνωριμίες και με «μέσα» θα μπορούσε ένα κοριτσάκι σαν τη «Μαρία της», να βρει μία καλή «δουλίτσα», σε περίπτωση που δε θα μπορούσε τελικά να σπουδάσει. Υπό την επίρρεια όλων αυτών των σκέψεων και εξαιτίας του άλυτου προβληματισμού της, η Φρόσω είχε αποφασίσει να πείσει την Μαρία να προσπαθήσει να βρει μία δουλειά όπουδήποτε, έστω και ως ταμίας σε κάποια μικροεπιχείρηση, με στόχο την εκμετάλλευση του χρόνου και την ελπίδα ότι κάτι θετικό θα συνέβαινε και τα πράγματα θ’ άλλαζαν στο εγγύς μέλλον. «Είναι άλλωστε μικρή η Μαρία μου. Δε χάθηκε ο κόσμος αν περιμένει έναν ακόμη χρόνο» σκεφτόταν όταν ήταν μόνη στο σπίτι, και ευχόταν για την πραγματοποίηση των επιθυμιών της έχοντας για στήριγμα κι ελπίδα την πίστη της στη μητέρα του Χριστού. Η Βάσω Βασιλείου, μεγαλύτερη από τη Μαρία -ίσως και κατά πέντε χρόνια- τα είχε καταφέρει στο Γυμνάσιο να επαναλαμβάνει τις τάξεις, σαν από χόμπι. Τελικά αφού είδε κι «απόϊδε» ότι δεν πήγαινε πουθενά, παρατώντας το Γυμνάσιο είχε βαλθεί να βρει γαμπρό. Βοηθούσε τη μάννα της στις δουλειές του σπιτιού, κεντούσε κάποια εργόχειρα και δεν είχε τίποτα άλλο στο μυαλό της από του να καταφέρει τον φίλο της, ένα νεαρό αξιωματικό, να την παντρευτεί. Το ότι ήταν άχρωμη -«ξεπλυσιάρα» την είχε αποκαλέσει άσπονδη φίλη της στο σχολείο- χοντροκομμένη, με αντρικά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, ασουλούπωτο σώμα και ένα βάδισμα «κρεμασμένο» και άχαρο -έσερνε σχεδόν τα πόδια της- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από κάποιον τυχαίο: ως ένα ασήμαντο ατύχημα της φύσης. Εκείνο που έκανε τα πράγματα δυσκολότερα γι αυτήν και τους γύρω της, ήταν το καθυστερημένο -σε μεγάλη ποσοστό δυστυχώς- μυαλό της, η κακία και η ζήλεια της, που την απομόνωναν τελικά και της στερούσαν τη φιλία συνομηλίκων και άλλων. Πολλές φορές είχε επιδιώξει να μιλήσει στη Μαρία, από το φράχτη. Η Μαρία την απέφευγε συστηματικά για πολύν καιρό καθώς όλο και περισσότερο διαπίστωνε την απουσία ακόμη και του ελαχίστου κοινού ανάμεσά τους. Κάποια στιγμή όμως η Βάσω, έχοντας επιμείνει να κυνηγάει από επίμονα ως άγρια τη Μαρία, την είχε καταφέρει να ενδώσει στην επιμονή της και να μιλήσουν για μερικά λεπτά «πάνω από τον φράχτη». Τότε, καλώς ή κακώς, η Μαρία είχε εκμυστηρευτεί στη γειτόνισσά της ότι ενδιαφερόταν να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και ότι προσπαθούσε επίμονα εκείνο το διάστημα, να βρει τον καλύτερο τρόπο για να πετύχει στους στόχους της. Είχε επίσης ομολογήσει, πως μολονότι ο πατέρας της δυσκολευόταν οικονομικά να τη στείλει για σπουδές έξω από την πόλη τους, εκείνη εξακολουθούσε να μελετάει για να κρατήσει το μυαλό της ενεργό για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, όταν και αν το κατόρθωνε. Όταν η Βάσω την είχε ρωτήσει, γιατί δεν επιχειρεί να βρει έναν άνθρωπο να φτιάξει τη ζωή της, η Μαρία είχε απαντήσει ότι αλλού ήταν στραμμένα τα μάτια της και όχι στο γάμο. «Εγώ πάντως δεν ενδιαφέρομαι για καριέρα ή ό,τιδήποτε άλλο. Άλλωστε έχω και δύο μορφωμένους αδερφούς, έτσι δε θα αργήσω ν’ αποκατασταθώ, να… να παντρευτώ εννοώ…» είχε πει η Βάσω και η Μαρία είχε μείνει άναυδη με το σκεπτικό της και την έλλειψη αξιοπρέπειας. «Φυσικά όλα αυτά αποτελούν ατράνταχτη απόδειξη του χαμηλού διανοητικού της επιπέδου», είχε σκεφτεί η Μαρία για τη Βάσω και για μία στιγμή -άγνωστο το γιατί- ένιωσε λύπη και απογοήτευση για όλα όσα είχε ακούσει από το στόμα της. «Είμαστε που είμαστε γυναίκες, να μην έχουμε και σταλιά εγωϊσμό και αξιοπρέπεια… ε… πάει πολύ!» είχε σκεφτεί η Μαρία στη συνέχεια και τότε την κατάλαβε κάποιο αίσθημα αηδίας για το πεινασμένο για άντρα, θηλυκό. Εκείνη λοιπόν την περίοδο έρευνας για δουλειά και τρόπους που θα την βοηθούσαν να σπουδάσει, η Μαρία γνώρισε το Δημήτρη Βασιλείου. Ταυτόχρονα, ίσως και λίγο αργότερα, πληροφορήθηκε για κάποια από τα μυστικά της οικογενείας Βασιλείου εντελώς τυχαία, από «την απορριφθείσα, την «πικροχολιασμένη πρώην» του Βασίλη Βασιλείου», του μεγαλύτερου αδερφού του Δημήτρη. Σύμφωνα μ’ εκείνες τις πληροφορίες, ο Νάσσος Βασιλείου –«ο πατήρ»- υπήρξε ένας πολύ διορατικός «χωριάτης». Πριν από χρόνια, δύο από τα τρία αδέρφια του Ν.Βασιλείου είχαν φύγει στο εξωτερικό κι αυτός μαζί με τον εναπομείναντα στην πατρίδα αδερφό του, είχαν ιδιοποιηθεί όλη την πατρική περιουσία, αφήνοντας τους δύο ξενιτεμένους αδερφούς τους «στα κρύα του λουτρού». Βέβαιοι ότι το αδίκημά τους δε θα τιμωρούνταν, είχαν μοιραστεί την γονική περιουσία οι δυο τους και αργότερα αυτός με την οικογένειά του, είχε μετοικήσει στην κοντινή πόλη. Με τα λίγα χρήματα που είχε βάλει στην άκρη δουλεύοντας χρόνια στα χωράφια, αγόρασε ένα χαμηλόσπιτο στον τόπο της παραμονής τους, για μια «μπουκιά ψωμί». Καθώς τα παιδιά τους ήταν μικρά την περίοδο που η χώρα μόλις και επέπλεε από τα προβλήματα που της είχαν κληροδοτήσει οι πόλεμοι και ο χειρότερος απ’ όλους, ο εμφύλιος, τα έβγαζαν πέρα σχεδόν άνετα. Με τις «αιματηρές οικονομίες τους» -όπως έλεγε η «κυρά-Νάσαινα»-, είχαν πετύχει ν’ αποταμιεύσουν ένα χρηματικό ποσόν στην άκρη. Όταν με την πάροδο του χρόνου τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν πούλησαν το χαμόσπιτο που υπήρξε η πρώτη κατοικία τους. Με τα χρήματα από αυτή την πώληση, προσθέτοντας επιπλέον και τις οικονομίες τους, αγόρασαν το εβραίϊκο όπου έμεναν, το σχεδόν ετοιμόρροπο διώροφο, που τελικά αποδείχτηκε προσοδοφόρο, καθώς άντεχε να ενοικιάζεται ακόμη και παρά την εμφάνισή του, του εγκαταλελειμένου σπιτιού. Η βελτίωση της πορείας των οικονομικών της οικογενείας Βασιλείου, απόδειξε τρανταχτά ότι ο Νάσσος Βασιλείου «τα είχε τετρακόσια». Είχε ταλέντο ως προς την επαύξηση των οικονομικών πόρων τους. Με την αγορά του τεράστιου εβραίϊκου διώροφου σπιτιού με τα πολλά δωμάτια, απέδειξε το εμπορικό του δαιμόνιο, καθώς τα είχε νοικιάσει όλα σε φτωχές οικογένειες -δηλαδή οικογένεια και δωμάτιο- εκτός από ένα, εκείνο που το προόριζε για τη δική του οικογένεια. Και έτσι έγινε. Κράτησαν δηλαδή ένα τεράστιο δωμάτιο όπου κοιμόνταν, περνούσαν την ημέρα τους ή δέχονταν τους όποιους επισκέπτες τους. Εκεί μέσα συγκεντρώνονταν όλοι οι χώροι ενός σπιτιού: η κρεββατοκάμαρα, το καθιστικό και το σαλόνι. Εκεί μέσα στέγνωναν τα ρούχα τους το χειμώνα όταν ο καιρός ήταν άσχημος και όχι σπάνια η «πανέξυπνη» Βάσω έβαζε κάποια από τα εσώρουχά της στον φούρνο της «μασίνας» τους για να στεγνώνουν γρήγορα. Οι διάδρομοι χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα και για να κρατάνε αποσκευές ή άλλα πράγματα, εκείνα που δε χωρούσαν τέλος πάντων, στο απέραντο, το λειτουργικό κατά τα άλλα, δωμάτιο. Ο «κυρ-Νάσσος» δεν στεναχωριόταν για τέτοια πράγματα. Ήταν επιχειρηματίας – κτηματίας. Λίγο ήταν; Νοίκιαζε δωμάτια και έβγαζε χρήματα. Με αυτόν το τρόπο σπούδασε τα παιδιά του και αυτά τα ενοίκιά του είχαν ξεπληρώσει τα όποια δάνεια. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς, αν μη τι άλλο, ότι ήταν ένας αξιέπαινος άντρας, αφού με τη στέρηση μιας περίσσιας πολυτέλειας, αυτός και η οικογένειά του -η οικογένεια Βασιλείου- είχαν πετύχει σε πολλαπλά επίπεδα. Αφού δεν είχαν εξ αρχής τα χρήματα με τη σέσουλα, για να πετύχουν και να τα αποκτήσουν στο μέλλον, έπαιξαν σωστά τα χαρτιά τους. Το σχέδιο ήταν να περιμένουν με υπομονή ώσπου οι μορφωμένοι πλέον γιοί τους θα τους ανακούφιζαν από τα όποιας φύσης οικονομικά τους βάρη και φυσικά η επιτυχία τους θα ολοκληρωνόταν αν εύρισκαν και έναν «ματσωμένο» άντρα, για να τους ελαφρώσει από την «άνοστη» μοναχοκόρη τους, τη Βάσω. Στο συνολικό σχέδιο επιτυχίας της οικογένειας Βασιλείου, βασικός παράγοντας ήταν τα ακίνητά τους που ήταν αδιάψευστα περιουσιακά στοιχεία. Και κάτι ακόμη, πολύ-πολύ σημαντικό: το σχέδιο προέβλεπε οι γιοι τους να πάρουν τρανή προίκα, αφού είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση, που με τη σειρά της εγγυόταν την καλοζωία και την αξιοπρέπεια στη μέλλουσα σύζυγό τους. Θα έφτιαχναν λεφτά όχι αστεία! Για όλα αυτά «τα σπουδαία και πραγματοποιήσιμα σχέδια» ο Νάσσος Βασιλείου και η γυναίκα του Όλγα, είχαν ένα ύφος γεμάτο υπεροψία και μία αταίριαστη ακαταδεξία. Ήταν φανερό ότι μέσα τους έδιναν συγχαρτήρια στον εαυτό τους για όλα όσα είχαν πετύχει και κυρίως με τα παιδιά τους, που δεν φαίνονταν να διαφέρουν στο συμφέρον και στον υπολογισμό από τους γονείς τους. Δεν μπορούσε να πει κανείς κάτι ενάντια σε όλα αυτά. Απεναντίας οι άνθρωποι ήταν αξιέπαινοι, εκτός βέβαια από το θέμα της αλλαζονείας τους και την επίδειξη των απαιτήσεών τους, σε ότι αφορούσε τα παιδιά τους. Λαλίστατοι λοιπόν γονείς και θυγατέρα, αποτελούσαν αδιάψευστη απόδειξη του γεγονότος ότι κατά βάθος ήταν ψυχροί υπολογιστές. Η Όλγα Βασιλείου, πολύ πριν εμφανιστούν στο προσκήνιο «οι σπουδαγμένοι γιοι τους» είχε πει ενώπιον της νεαρής Μαρία με μία επιδεικτική πεποίθηση και αδικαιολόγητη επιθετικότητα: «Τι στο καλο! Μορφωμένοι άντρες είναι. Τόσα λεφτά ξοδέψαμε για να τους δούμε να γίνονται άνθρωποι. Δε θα πάρουν καμιά ξεβράκωτη και πεινασμένη για να την ταΐζουν!» και είχε προσθέσει με ύφος μάρτυρα: «τόσα στερηθήκαμε για να δούμε μία άσπρη μέρα στη ζωή μας!» Τα ίδια περίπου είχε πει και ο Νάσσος Βασιλείου σε κάποιον θείο της Μαρίας -προφανώς για να μην της περάσει ούτε στιγμή κάποια αστεία ιδέα- ότι δηλαδή θα μπορούσε ποτέ να έχει κάτι με τους κανακάρηδές του αυτή ή οποιαδήποτε άλλη «γυναίκα» στην πολιτεία τους, αν δεν υπήρχαν οι απαραίτητες οικονομικές πρϋποθέσεις. Ποιος είπε ότι η πρόληψη δε βοηθάει! Σίγουρα στην περίπτωση της Μαρίας είχε γίνει, με περισσότερους από έναν τρόπο, κατανοητό ότι δεν θα ήταν έξυπνο να πάει στο σπίτι τους ιδιαίτερα ύστερα από την άφιξη των γιων τους. Γιατί με τις πεποιθήσεις που είχαν, το μόνο πιθανόν ήταν ότι θα την κατηγορούσαν ότι αποβλέπει στο να «διπλαρώσει» κάποιον από αυτούς. Μία ανοιξιάτικη μέρα η Μαρία είχε ξαφνικά πληροφορηθεί από τη Βάσω, ότι «κατέφθαναν τα αδέρφια» της. Η Βάσω έκανε πολλές χαρές. Πίστευε -έτσι έλεγε- ότι επιτέλους θα είχαν καβαλλιέρο η ίδια και η φίλη της Μαρία, λες και είχαν εξόδους, παρέα. «Έρχονται για να υπηρετήσουν τη θητεία τους. Ξέρεις ο Δημήτρης έγινε έφεδρος. Ο Βασίλης, αν και γιατρός, είναι απλός στρατιώτης, για να τελειώσει γρήγορα το στρατιωτικό του, όπως καταλαβαίνεις». Με «δικαιολογημένο» ενθουσιασμό είχε πει τα νέα και στην «κυρία Φρόσω», τη μητέρα της Μαρίας, που αφού κούνησε το κεφάλι της συμμεριζόμενη ειλικρινά τη χαρά της είπε: «να τους καλοδεχτείς Βάσω». Ο πατέρας της Μαρίας είχε κουνήσει δεξιά-αριστερά το κεφάλι του και είχε πει: «ο κυρ- Νάσσος έχει γερό μέσον, για να φέρει εδώ και τους δύο γιους του. Δεν γίνονται έτσι αυτά! Και δεν του φαίνεται του μπαγάσα του γέρου!» Δεν είχε όμως παραλείψει να προσθέσει με υπερβολική αυστηρότητα, ότι η Μαρία δε θα έπρεπε να πάει στο σπίτι τους, από τη στιγμή που θα πατούσαν πόδι εκεί μέσα τ’ αδέρφια της: «Δεν μου αρέσουν αυτά τα καμώματα γυναίκα. Θα πουν ότι η κόρη μας πάει να ριχτεί στους γιους του κυρ-Νάσσου. Να μου λείπει. Ούτως ή άλλως… δεν τον χωνεύω αυτόν τον παλιόγερο! Να χαίρεται τους γιους του, και… μακριά από την θυγατέρα μου. Ακούς;» είχε πει με μία θυμωμένη χειρονομία. Δεν του άρεσαν οι Βασιλείου ούτε κι «αυτή η σιγανοπαππαδιά η Βάσω». Απλά προσπαθούσε να δείχνει ότι ήταν αρκετά κοινωνικός προς τους γείτονές τους, σαν μικροεπιχειρηματίας που ήταν και φερνόταν με το απαιτούμενο τακτ όταν τους αντάμωνε στο δρόμο. «Αν οι γιοι τους είναι σαν αυτούς – και μάλλον θα πρέπει να είναι αφού το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά…- ποιος τους θέλει; Δεν τό ‘χουμε για πέταμα το κορίτσι μας!» είχε πει ολοκληρώνοντας το σκεπτικό του. Η Μαρία έτσι κι αλλιώς, δεν είχε πάει στο σπίτι τους παρά μόνο μία φορά κι εκείνοι: γονείς και θυγατέρα, είχαν προστρέξει τα πάντα ενώπιόν της: απόψεις και χαρακτήρα. Δεν είχε λοιπόν καμμία διάθεση ν’ αλλάξει τη συνήθειά της: να συνεχίσει δηλαδή ν’ αποφεύγει τη Βάσω στο μέλλον, όπως άλλωστε είχε κάνει και στο παρελθόν. «Άλλωστε, δεν υπήρχε ανάμεσά τους κάτι κοινό, ούτε για δείγμα». Όταν οι δυο γιοι του Νάσσου Βασιλείου αφίχθησαν τελικά, η αδερφή τους η Βάσω, που περισπούδαστα τους είχε μιλήσει για τη Μαρία, όταν ήταν μακριά από την πόλη τους, έσπευσε τώρα να προσθέσει και κάποια άλλα, λες και ξαφνικά όλο κάτι την ανησυχούσε σε σχέση με τη γειτόνισσα. Παρουσίασε λοιπόν «τη φίλη της» με τον πιο ύπουλο τρόπο. Ίσως και να την είχαν «ορμηνέψει» οι γονείς της. Άγνωστο. Είχε πει πως υπήρχε κάποιος άντρας στη ζωή της Μαρίας και ότι αλληλογραφούσε μαζί του, χωρίς όμως να μπορεί τελικά να πει ποιος ήταν κι από πού, και επομένως με αόριστα στοιχεία, προφανώς γιατί ήθελε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η φίλη της δεν ήταν μία άπειρη… νέα. Ίσως και να τους υπεδείκνυε με τον τρόπο της να μην είναι διστακτικοί απέναντί της, μια και ήδη είχε πάρε-δώσε με κάποιον άντρα. Η Μαρία που μόλις είχε πατήσει τα δεκαεννιά της χρόνια, δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, κάποιου είδους δεσμό, με εκπρόσωπο του άλλου φύλου. Η αυστηρότητα του οικογενειακού περιβάλλοντός της, οι πίστεις της και η συγκέντρωσή της στα μαθήματα, είχαν συντελέσει στην άψογη και συντηρητική -αν όχι ψυχρή κάποτε- συμπεριφορά της, παντού και πάντα. Ήταν όμορφη, έξυπνη, ευγενική και καλότροπη και όλοι είχαν να λένε για την παρουσία της. Όμως η Βάσω ερχόταν τώρα ν’ ανατρέψει και να σπηλώσει την εικόνα της, να την παρουσιάσει σα μία νέα που ναι μεν είχε κάποιον, δε δίσταζε όμως να θέλει να έχει και κάποιον άλλον, στην απουσία του. Τι συνέπειες όμως θα μπορούσαν να έχουν τέτοιου είδους δηλώσεις για την Μαρία; Εύλογες. Αρχικά παρουσιαζόταν ως εύκολη λεία! «Θα σας τη συστήσω, θα τη δείτε και μόνοι σας», είχε πει η Βάσω μ’ ένα αστείο ύφος υπεροψίας. Οι δύο άντρες που ήξεραν την αδερφή τους, δεν είχαν δώσει πολύ σημασία στα λόγια της. Ανυπομονούσαν όμως να γνωρίσουν την Μαρία από κοντά, καθώς από την πρώτη κιόλας ημέρα που την είχαν δει να μπαινο-βγαίνει από την πίσω πόρτα του σπιτιού της για μικροδουλειές βοηθώντας τη μητέρα της, το λιγότερο που είχαν διαπιστώσει ήταν η εξωτερική της εμφάνιση. Τα σπίτια τους που τα χώριζε ένας φράχτης, ήταν πολύ κοντά και από τα παράθυρα ή από την αυλή τους διαπίστωναν ξανά και πάλι ότι η «γειτόνισσα ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι». «Να δούμε όμως και τι μυαλά κουβαλάει!» είχε πει με κάποια δόση ειρωνείας ο Βασίλης, ο γιατρός, κουνώντας το κεφάλι του καθώς η αδερφή του την προσφωνούσε «φιλενάδα». Επόμενο δεν ήταν; «πες μου με ποιον πας, να σου πω ποιος είσαι»! Η Μαρία, μολονότι δεν είχε αντιληφθεί τη διπλοπροσωπία της Βάσως απέναντί της και στην οικογένειά της, από μόνη της δεν σκόπευε ν’ αλλάξει συνήθειες και να πάει στο σπίτι της, ιδιαίτερα τώρα που είχαν καταφτάσει οι δύο αδερφοί της. Είχε ήδη πειστεί ότι οι γονείς τους «θα τους διαφύλατταν σαν κόρη οφθαλμού» από τις όποιες «υποχθόνιες θηλυκές υπάρξεις», για τις οποίες πίστευαν ότι παραμόνευαν την άφιξή τους στην πολιτεία τους για να τους κάνουν δικούς τους και να τους κατασπαράξουν σαν «λάμιες», καταστρέφοντας ταυτόχρονα τα όνειρα των γονέων: Βασιλείου. Επιπλέον ήταν και όλα τα άλλα, όσα είχε ακούσει κατά καιρούς η Μαρία από τους γονείς της, εκείνα που είχε πει ο πατέρας της στη μητέρα της στην παρουσία της, που την κράταγαν άσφαλτα μακριά από εκείνη την οικογένεια. Δεν υπήρχαν κοινά σημεία ανάμεσά τους. Αφού άλλωστε και η ίδια δε συμπαθούσε το αντρόγυνο Βασιλείου, τι καλό θα απόρρεε από την γνωριμία της με τους γους τους; «Κανένα, μα τω Θεώ! Επομένως… δε χρειάζεται!» έτσι σκεπτόταν η Μαρία και παρόμοια ήταν διατεθειμένη να πράξει. «Άλλες όμως οι βουλές των θεών και άλλες οι των θνητών», όπως αποδείχτηκε στην πορεία. Πέρασαν ημέρες από την άφιξη των δύο νέων αντρών. Μία-δύο φορές η Μαρία τους είχε δει άθελά της να φέρνουν βόλτα στην αυλή τους, όταν είχε ανοίξει τα παράθυρα του δωματίου της για να το αερίσει λιγάκι. Η Άνοιξη προμήνυε πως το καλοκαίρι πλησίαζε ολοταχώς. Τα λουλούδια στον κήπο τους είχαν ανθίσει, οι γραβανιές είχαν μπουμπουκιάσει και

... και ο Θεός έπλασε τον άντρα... Νουβέλα   -Ευχαριστώ Δημήτρη, αλλά δεν χρειάζεται να κατέβεις.  Θα τρέξω στο σπίτι μου. Aλήθεια, δεν υπάρχει πρόβλημα. -Ένα λεπτό Μαρία, μη βιάζεσαι τόσο πολύ! παρακάλεσε ο Δημήτρης και πριν αποτελειώσει το λόγο του, την έπιασε από το μπράτσο για να τη σταματήσει. Η Μαρία ένιωσε την επιτακτική … Συνεχίστε νὰ διαβάζετε … και ο Θεός έπλασε τον άντρα! Νουβέλα -Ευχαριστώ Δημήτρη, αλλά δεν χρειάζεται να κατέβεις. Θα τρέξω στο σπίτι μου. Aλήθεια, δεν υπάρχει πρόβλημα. -Ένα λεπτό Μαρία, μη βιάζεσαι τόσο πολύ! παρακάλεσε ο Δημήτρης και πριν αποτελειώσει το λόγο του, την έπιασε από το μπράτσο για να τη σταματήσει. Η Μαρία ένιωσε την επιτακτική δύναμη της παλάμης του άντρα, τη θέλησή του της επιβολής και ξαφνιασμένη από τη στάση του, στάθηκε ακίνητη. Την επόμενη στιγμή κι εντελώς απροειδοποίητα, εκεί, δίπλα στο φτωχά φωτισμένο κεφαλόσκαλο του σπιτιού του ο ξαναμμένος Δημήτρης, άρπαξε στα στιβαρά του χέρια τη Μαρία, την τράβηξε πάνω στο στήθος του και τη φίλησε βίαια στα χείλια. Εκείνη σάστισε κυριολεκτικά, καθώς δεν είχε υποψιαστεί τις προθέσεις του. Ακόμη κι εκείνη τη στιγμή, που διαδραματίζονταν όλα αυτά, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς και γιατί συνέβαινε «αυτό… αυτό… το «κακό πράγμα!» Τρομαγμένη και αντιδρώντας από καθαρό το ένστικτο, η άπειρη νέα επιχείρησε απεγνωσμένα να ελευθερώσει τα μπράτσα της από τη φυλακή των δικών του και να ξεφύγει από την αγκαλιά του. Γυρνώντας το κεφάλι της στα πλάγια προσπάθησε ν’ αποφύγει τα φλογισμένα χείλια του που τη φιλούσαν όπου και όπως τύχαινε. Το πρόσωπό της φλογιζόταν από ανάμεικτα συναισθήματα και η φωνή της πνιγόταν στην αγωνία για εκείνο «το φοβερό, το άπρεπο». Νόμιζε πως εκεί πάνω στο κεφαλόσκαλο, οι χτύποι της καρδιάς της ακούγονταν έξω και πέρα από το στήθος της, σαν τους χτύπους ενός ανισόρροπου εκκρεμές. «Τώρα θα βγουν όλοι οι ενοικιαστές από τα δωμάτια και θα γίνω ρεζίλι!» σκέφτηκε και τα μάτια της γέμισαν από δάκρυα. Ένιωσε να χάνεται. Έχασε στην κυριολεξία την αίσθηση του χρόνου και βυθίστηκε σ’ ένα απροσδιόριστο χάος από τον πρωτόγνωρο πανικό της, ασθμαίνοντας ταυτόχρονα σα να είχε διανύσει χιλιόμετρα. Ο Δημήτρης που κυριαρχούσε απάνω της με τη μυϊκή του δύναμη, συνέχισε να τη φιλά, με τον ίδιο πάντα τρόπο: όπως και όπου μπορούσε. Είχε χάσει τον έλεγχό του παρασυρμένος από τον χειμαρώδη πόθο που τον σάρωνε μέρες τώρα για τη νεαρή «γειτόνισσά τους», τη Μαρία. Εκείνη έκανε μία ύστατη προσπάθεια να τον ξεκολλήσει από πάνω της. -Άσε με σου λέω! Δεν μπορώ… να πάρω αναπνοή! ψιθύρισε ξέπνοα. Μάταια ικέτευσε. Ο Δημήτρης συνεπαρμένος από την έλξη που η νέα ασκούσε εν αγνοία της απάνω του και αλύγιστος στην ικεσία της, συνέχισε να την σφίγγει και να τη φιλά απεγνωσμένα, θαρρείς με ένα είδος ανεξήγητης απελπισίας. Ήταν σαν να επρόκειτο κάποια στιγμή, να του ξεφύγει για πάντα η πολύτιμη λεία του. Τα χείλια του λαίμαργα, ανικανοποίητα ρουφούσαν τη σάρκα της όπου την ακουμπούσαν, στο πρόσωπο, στο λαιμό, ενώ τα χέρια του την πόναγαν. Η Μαρία είχε βουλιάξει στον ίλιγγο του πάθους του. Κάποια στιγμή κουρασμένη από την άκαρπη προσπάθειά της ν’ απαλλαγεί από τον παθιασμένο νέο, έπαψε ν’ αντιδράει και κλείνοντας τα μάτια της, αφέθηκε στα χέρια του ηττημένη. Ο Δημήτρης νιώθοντας ξαφνικά την αλλαγή της στάσης της, το βάρος της μέσα στα χέρια του, σταμάτησε. Φοβήθηκε ότι η νέα είχε χάσει τις αισθήσεις της. Της ψέλλιζε τώρα ασυνάρτητα λόγια και έχοντας καταληφθεί ξαφνικά από τη λαχτάρα του φόβου, προσπαθούσε να υποστηρίξει το σώμα της, που ήταν κυριολεκτικά έτοιμο να καταρρεύσει. -Μαρία μου, γλυκειά μου, συγχώρεσέ με! Δεν ξέρω τι κάνω ο τρελός, είπε αγχομένος και βλέποντας τα μάτια της ν’ ανοιγοκλείνουν κατάλαβε ότι η Μαρία δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της. -Μπορείς να σταθείς; ρώτησε με αγωνία και επεχείρησε να την αφήσει ελεύθερη. Η Μαρία επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη που της είχε εναπομείνει, ανόρθωσε το σώμα της αργά και σιωπηλή χωρίς ούτε ένα βλέμμα προς το μέρος του, έστρεψε την πλάτη της, και με απλωμένο το αριστερό της μπράτσο κατόρθωσε μ’ ένα βήμα μπροστά να φτάσει και να πιαστεί τελικά από το προστατευτικό κιγκλίδωμα της σκάλας. Κρατώντας πάντα την πλάτη της γυρισμένη στο νέο άντρα που είχε μαρμαρώσει, άρχισε να κατεβαίνει στην αρχή αργά και με ασταθή βήματα, ύστερα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Από το κεφαλόσκαλο ο Δημήτρης παρακολούθησε τη φιγούρα της, ν’ απομακρύνεται από κοντά του, να κατεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια, να σκουραίνει και να γίνεται σχεδόν ένα με το σκοτάδι του χώρου, να πατάει στο κατώφλι της εισόδου-εξόδου, να το δρασκελίζει τελικά και να χάνεται. Απόμεινε εκεί πάνω βουβός, κατειλημμένος από μία παράξενη θλίψη: η Μαρία δεν είχε στραφεί ούτε μια φορά να τον κυττάξει. Ξαφνικά, ένιωσε μόνος κι έρημος με μία ασυνήθιστη ενοχή να τον τυλίγει. Ήταν αναστατωμένος από την αντίδραση της Μαρίας στη δική του, τη σχεδόν επιθετική, ορμή. Έτριβε με την ιδρωμένη παλάμη του το μέτωπό του στεναχωρημένος ενώ οι σκέψεις διέσχιζαν το μυαλό του σαν αστραπές. Το είχε ταράξει βαθύτατα εκείνο που είχε συμβεί πριν από λίγο. «Την τρόμαξα ο ηλίθιος! Την τρόμαξα! Δεν έχει φιληθεί από άντρα. Το ένιωσα. Είναι άπειρη. Πώς τα κατάφερε και δεν έμπλεξε με κανέναν; Στην εποχή μας! Πολύ περίεργο μα την αλήθεια. Κι εγώ… την τρόμαξα! Να δούμε τι θα ακολουθήσει μετά από το αποψινό». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου-διαμερίσματός τους. Ήταν ο αδερφός του ο Βασίλης. -Ρε σύ, τι κάνεις εκεί; Κόλλησες βλέπω! είπε με πειραχτικό τόνο στη φωνή του. -Με βλέπεις να κάνω κάτι; είπε σοβαρά ο Δημήτρης. -Τι έγινε λοιπόν με τη γειτόνισσα; επέμενε ο Βασίλης. -Τι εννοείς; ρώτησε ο Δημήτρης πειραγμένος. -Έλα τώρα! Με δουλεύεις; Όση ώρα ήταν εδώ, την έφαγες με τα μάτια σου, τον πείραξε ο Βασίλης. -Εντάξει εντάξει γιατρέ. Εσύ ξέρεις και τα ερμηνεύεις όλα. Έλα άσε τις ανοησίες! Σαν τι ήθελες επιτέλους να γίνει; Το κορίτσι πήγε στο σπίτι του και μάλιστα χωρίς συνοδεία… και ας είναι και βράδυ. -Ναι… και λοιπόν; Δεν πρόκειται να τη φάει κανείς! ΄Η μήπως πρόκειται; Και αν είναι έτσι… γιατί δεν τη συνόδεψες; ρώτησε και πάλι, πάντα πειραχτικά, ο Βασίλης -Δε φαίνεται να την πολυσυμπαθείς… αδερφέ μου, είπε ο Δημήτρης κουρασμένα. -Α! Κάνεις μεγάλο λάθος. Τη συμπαθώ και πολύ μάλιστα. Τι να σου κάνω όμως; Με πρόλαβες. Το κορίτσι φαίνεται να έχει μάτια μόνο για σένα. Ας προσέχει λοιπόν. Δεν κρύβονται αυτά τα πράγματα ξέρεις. Κι εσύ… κι εσύ αδερφέ μου δε μπορείς να κρυφτείς! Σ’ αρέσει μάγκα μου, φως, φανάρι! είπε σοβαρά αυτή τη φορά ο Βασίλης. Ο Δημήτρης δε μίλησε. Τι μπορούσε να πει; Ότι το κορίτσι έπαθε το σοκ της ζωής του με τη συμπεριφορά του; Συγχισμένος καθώς ήταν γύρισε απότομα και με γρήγορα βήματα μπήκε στο μεγάλο δωμάτιο, αφήνοντας το Βασίλη πίσω του να τον κυττάζει ειρωνικά, καθώς απομακρυνόταν. Τελικά τον ακολούθησε με αργά βήματα. Πίσω στο μεγάλο δωμάτιο ο Δημήτρης είχε καθίσει στο μοναδικό τραπέζι. Ο Βασίλης έκανε το ίδιο. Τον κύτταξε σοβαρός αυτή τη φορά. Δεν μίλησαν για λίγο. Όμως η σιωπή ανάμεσά τους δεν βάστηξε πολύ. -Νόμιζα ότι θα την πήγαινες στο σπίτι της. Τι έγινε; Λέγε λοιπόν! είπε ο Βασίλης νευρικά αυτή τη φορά. -Τίποτα δεν έγινε. Ανάκριση μου κάνεις ρε; ρώτησε με σκληρή φωνή ο Δημήτρης. -Όχι δε σου κάνω ανάκριση, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να την πας στο σπίτι της. Κι αν δεν την πήγες, γιατί κάθησες στο κεφαλόσκαλο αντί να έρθεις μέσα. Τι κάνατε; Μιλούσατε; ρώτησε ο Βασίλης δείχνοντας ότι δεν είχε σκοπό να τον αφήσει ήσυχο. -Μιλούσαμε παιδί μου, ναι μιλούσαμε! «Άντε να μη πω τίποτα παραπάνω! Να μη σου ξεφύγει τίποτα!», μουρμούρισε ανάμεσα από τα δόντια του και ύστερα ρώτησε νευριασμένος: -Πού είναι το παράξενο επιτέλους; Ξεφορτώσου με! Ο Βασίλης δε συνέχισε. Από τις αντιδράσεις του Δημήτρη ήταν σίγουρος πλέον ότι κάτι είχε συμβεί ανάμεσα σ’ εκείνον και στη μικρή. «Αδιόρθωτος είναι!» σκέφτηκε θυμωμένος, βέβαιος για τη βιασύνη και την επιπολαιότητα του αδερφού του. Τον ήξερε. Ήταν πρόθυμος για κάτι τέτοια ο μικρότερος αδερφός του. Είχε τάσεις και ιδιότητες που τον διαφοροποιούσαν σα χαρακτήρα από εκείνον. Ξαφνικά εκεί που μιλούσαν άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκαν οι γονείς τους. Άλλαξαν αμέσως συζήτηση και ύφος, όμως εκείνοι, που είχαν δει τη γειτόνισσα να φεύγει από το σπιτικό τους με έναν ύποπτο τρόπο, είχαν αναρωτηθεί για τη συμπεριφορά της τόσο… ώστε να ρωτήσουν στη συνέχεια… Η Μαρία που με δυσκολία είχε κατεβεί τη μεγάλη σκάλα της οικίας Βασιλείου, έφτασε επιτέλους στην εξώπορτα και περνώντας το κατώφλι της βρέθηκε στο δρόμο. Από εκεί συνέχισε να περπατάει βιαστικά, αδιαφορώντας για το τι μπορούσε να συμβαίνει γύρω της ή πίσω της. Ήταν σα να είχαν περάσει ώρες εκεί πανω, σ’ εκείνο το παλιό κεφαλόσκαλο της κατοικίας Βασιλείου. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. «Όσο πιο σκοτεινά τόσο πιο καλά!» σκέφτηκε στεναχωρημένη. Τουλάχιστον δεν ήταν εύκολο να την αναγνωρίσουν οι όποιοι γείτονες, αν επιβαλόταν να τους προσπεράσει στο διάβα της. Ένιωθε τη ντροπή να της καίει τα μάγουλα και τα μηνίγγια της να σφυροκοπούν στον ίδιο άτακτο ρυθμό όπως η καρδιά της. Είχε μία πικρή γεύση στο στόμα της και μία επιθυμία να βουτηχτεί σε μία μπανιέρα και να μουλιάσει σα λερωμένο ρούχο. Η χωρίς φεγγάρι ολοσκότεινη νύχτα, την ανακούφιζε. «Ο άντρας δεν είναι σαν τη γυναίκα. Ορμάει απάνω της να δρέψει του καρπούς της λες και δικαιωματικά. Είναι σαν τον πολεμιστή που θέλει να νικήσει. Ε, κι ύστερα; Δε θα ενδώσω στον πρώτο τυχόντα. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο!» σκέφτηκε θυμωμένη εκ των υστέρων η Μαρία. Μία άλλη όμως φωνή ρώτησε αν ο Δημήτρης ήταν ο πρώτος τυχόντας. Η Μαρία κοκκίνησε. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί τελικά. Το αρχικό ξάφνιασμά της το είχε αντικαταστήσει ο φόβος, ύστερα η ντροπή και τέλος ένα είδος οργής, για τον αιφνιδιασμό που δέχτηκε από έναν, «δήθεν πολιτισμένο, άνθρωπο!» ένιωσε κοντά σ’ όλα τα άλλα και ένα είδος περιφρόνησης για τον νέο άντρα. Δεν ήταν μαθημένη από τέτοιες συμπεριφορές, δεν ήξερε και δεν περίμενε να της συμβεί κάτι τέτοιο, όχι τουλάχιστον χωρίς τη συγκατάθεσή της. Αισθανόταν τόσο πολύ μόνη εκείνες τις στιγμές. Μέσα της εξακολουθούσε να επικρατεί μία ασυνήθιστη αναστάτωση, τόσο πια, που της ήταν αδύνατον να την κατατάξει. Δεκάδες σκέψεις διέσχιζαν κυριολεκτικά το νου της επηρεάζοντας τα χρώματα και τη θερμοκρασία του προσώπου της. Αργότερα κάποια στιγμή και όταν είχε επανακτήσει την αυτοκυριαρχία της, άρχισε να αξιολογεί το περιστατικό με κάποια επιείκια. Και επιτέλους γιατί ένιωθε έτσι; Δεν είχε συμβεί και τίποτα το τραγικό. Φιλιά ήταν και επομένως είχαν κιόλας σκορπίσει στον αέρα. Ή μήπως δεν ήταν έτσι; Μήπως πέρα από την εξωτερική επαφή είχε αγγίξει και τις συναισθηματικές της χορδές, της γυναίκας; «Όχι… όχι… δεν μπορεί… είναι αδύνατον κάτι τέτοιο!..» σκέφτηκε αστραπιαία, αμυνόμενη λες στο σκεπτικό της, και ενσυνείδητα γύρισε πίσω στις αρχικές σκέψεις της για τα «φιλιά… του Δημήτρη». Κύτταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. «Τα φιλιά δεν άφηναν σημάδια!» Όχι… τουλάχιστον στο δικό της δέρμα! Δεν έβλεπε οδυνηρά σημάδια… κάποια ελαφρά ίσως; Κυττάχτηκε και πάλι στον καθρέφτη πιο προσεκτικά. Τι παράξενο! Νόμισε ότι θα υπήρχαν «εμφανή σημάδια, είδους… κακώσεων». Ευτυχώς που δεν ήταν ακριβώς έτσι. «Ω! Εκτός από αυτό εδώ!..» το είδε ξαφνικά εκείνο το σημάδι και τρόμαξε. Ευτυχώς «αυτό» το ένα, για καλή της τύχη βρισκόταν στη βάση του λαιμού της και θα μπορούσε να τα καλύψει με λίγη πούδρα, μ’ ένα ελαφρύ make-up τέλος πάντων. Όμως ό,τι κι αν ήταν, θ’ αποτελούσε άραγε την αόρατη σημαδούρα, ένα είδος άγκυρας μιας, κάποιας συνέχειας; Άγνωστο; «Αχ! μακάρι και νά ‘ξερα! Ίσως ναι… ίσως όχι!..» σκέφτηκε και ξανακοκκίνησε. Αλλά μήπως και δεν εξηρτάτο επιτέλους από την ίδια; «Σίγουρα, έτσι είναι. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με καταντήσει έρμαιο της θέλησής του!» σκέφτηκε και μια αστραπή πείσματος διαπέρασε τα μάτια της. Τίναξε το κεφάλι της με αποφασιστικότητα. Αλήθεια «πόσο μόνη, πόσο μόνη!» ένιωθε. Σε ποιον θα τολμούσε να μιλήσει για εκείνο το επεισόδιο; Ποιον θα μπορούσε να εμπιστευτεί, για ν’ ακούσει μία άποψη; Είχε μία καλή φίλη: την Κατερίνα. Αχ, αυτά ήταν τόσο προσωπικά… που μάλλον ντροπή της έφερναν! Ο Δημήτρης είχε πρόσφατα αποφοιτήσει από τη σχολή εφέρδων και είχε έλθει για να υπηρετήσει στην πόλη, όπου οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί πριν από πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω τους το χωριό. Ο αδερφός του κι αυτός είχαν σπουδάσει στην Αθήνα. Ο Βασίλης, μεγαλύτερός του, είχε σπουδάσει ιατρική ενώ εκείνος είχε επιλέξει τη φιλολογία. Μέλλον επάγγελμα λοιπόν: καθηγητής, φιλόλογος. Αντίθετα, η αδερφή τους η Βάσω, ούτε το μυαλό αλλά ούτε και την όρεξη των αδερφών της, διέθετε. Στο Γυμνάσιο έσπρωχνε το χρόνο με τα ψέματα. Τα είχε καταφέρει να μείνει σε κάποια τάξη ή τάξεις -άγνωστο τι ακριβώς συνέβαινε με την εκπαίδευσή της, με την όλη παιδεία της γενικά- και επομένως δεν ήταν σαφής και η ηλικία της. Και τι πείραζε άλλωστε; Σιγά και να μην την ένοιαζε «τη χριστιανή». Οι γονείς της, αγράμματοι οι ίδιοι, αλλά έξυπνοι και συμφεροντολόγοι, θα της εύρισκαν έναν καθώς πρέπει γαμπρό. Άλλωστε και η προίκα υπήρχε και τ’ αδέρφια της, μορφωμένα καθώς ήταν, θα της εύρισκαν έναν της σειράς τους αργότερα, όπως και έγινε τελικά κάποια στιγμή στο μέλλον. Ο Δημήτρης που δεν ενδιαφερόταν να ξεγελάσει τον εαυτό του σχετικά με το IQ της αδερφής του, για να διασώσει την οικογενειακή τους υπόληψη –κάποτε μάλιστα την αποκαλούσε «κουτορνίθι»- και οπωσδήποτε εξ αιτίας αυτής της αντίληψης, είχε εκπλαγεί ακούγοντας ότι η γειτονοπούλα τους η Μαρία –τους χώριζε μόλις ένας χαμηλός πέτρινος τοίχος- έβγαινε κάποτε μαζί της. Είχε διαπιστώσει ότι το κοριτσάκι και μικρότερο από την χοντροκομμένη αδερφή του ήταν και μυαλά διέθετε και επιπλέον πίστευε πως κάπου τέλος πάντων «θα έφτανε», αφού είχε στο πρόγραμμά της να ακολουθήσει την πορεία των σπουδών και της μελέτης. Η Μαρία από την πλευρά της, είχε ενοχληθεί κάποια στιγμή από την συμπεριφορά του Δημήτρη, όταν μπροστά της, είχε αποκαλέσει την αδερφή του: «κουτορνίθι». Είχε προσποιηθεί ότι δεν είχε ακούσει και εκείνος που είχε προσέξει τη συμπεριφορά της, είχε εντυπωσιαστεί με τη σειρά του από «το τακτ της μικρής». Πολλά δεν ήξερε για «το κοριτσάκι», για την ανατροφή και την αγωγή που είχε λάβει, προπάντων όμως για τα όνειρά της. Σαν «άντρας», δεν είχε ούτε πρόθεση ούτε σκοπό να δείξει περισσότερη κατανόηση και ευαισθησία, ίσως γιατί δεν ήθελε μία σοβαρή σχέση με τη Μαρία, κι έτσι ακριβώς έγινε: η σχέση έμεινε επιφανειακή, καθώς εξαρχής ήταν κούφια και γυμνή από τις απαραίτητες προϋποθέσεις και επομένως φτωχή σε χυμώδεις σχέσεις, που οδηγούν κάποτε σε κάποιες θετικές μάλλον συνέπειες. Η οικογένεια της Μαρίας ήταν της μικροαστικής τάξης. Ο πατέρας της ο Γιώργος Πανεράκης, είχε μία μικρή επιχείρηση με είδη τροφίμων και η μητέρα της η Φρόσω, ήταν μία απλή και προκομμένη γυναίκα, που ήξερε πώς να προσέχει το σπίτι της, τα παιδιά της και την οικονομία της οικογένειάς της. Ήταν έξυπνη και αγαπούσε την εκπαίδευση. Η ίδια δεν είχε την ευκαιρία να αξιοποιήσει την ανάγκη της και το ζήλο της για τα γράμματα εξαιτίας έλλειψης χρημάτων αφενός και αφετέρου εξαιτίας του κοινωνικού-οικονομικού κατεστημένου την εποχή της εφηβικής της ηλικίας. Αυτό υπαγόρευε τον περιορισμό της γυναίκας. Το ελάχιστο αναμενόμενο ήταν να παντρεύεται αυτή και περαιτέρω να συγκεντρώνεται στις συζυγικές της υποχρεώσεις και σ’ εκείνες της μητέρας και της νοικοκυράς. «Σιγά τώρα μην βάλουμε τη γυναίκα πάνω στο κεφάλι μας για να μας διαφεντεύει», έλεγαν συχνά και με καμάρι οι αγράμματοι άντρες. Αλλά και οι γραμματισμένοι δεν έβλεπαν πάντα με καλό μάτι την προσπάθεια της γυναίκας να ελευθερώνεται μέσω της παιδείας. Τι άραγε; Ήθελαν έναν συνεχή συναγωνισμό-ανταγωνισμό με το άλλο φύλο; Όχι βέβαια. Τη γυναίκα την ήθελαν να τρέχει κοντά τους, στο ελάχιστο νεύμα τους. Έλα όμως που εκείνες οι εποχές είχαν ξεπεραστεί με τη σειρά τους, αν και όχι «απόλυτα». Γιατί ο όρος «απόλυτα», είναι ακραίος. Δεν ήταν δυνατόν η γυναίκα να θέλει να γίνει ισότιμη με τον άντρα! Ίσως όμως και να ήταν εφικτό τελικά, αν αποφάσιζε να συγκεντρωθεί στην καριέρα της και να ξεχάσει τα παντρολογήματα και την οικογένεια. Στα θέματα του γάμου και της οικογένειας, ο άντρας υπερτερούσε, καθώς η φύση από μόνη της του είχε δώσει το δικαίωμα και τον τρόπο να τακτοποιεί και την καριέρα του και το γάμο του και την οικογένειά του. Καθώς όμως ο χρόνος κυλούσε, πολλά, από τα άλλοτε μονομερή κοινωνικά κεκτημένα, είχαν επιτρέψει την διείσδυση του γυναικείου φύλου στα άλλοτε «αντρικά οικόππεδα», αν και «παρά φύσει». Το «περί εκπαίδευσης των γυναικών» προνόμιο, δεν ήταν πλέον συζητήσιμο. Και πού ήταν επιτέλους το άδικο; Θα μπορούσε και να ρωτήσει κανείς. Όταν λοιπόν η Φρόσω παντρεύτηκε κι απέκτησε τη Μαρία, προσπάθησε να της μεταδώσει τη δική της μεγάλη αγάπη για τα γράμματα διαθέτοντας όση υπομονή και επιμονή χρειαζόταν. Κατά συνέπεια τη βοηθούσε όταν και όπου εκείνη τη χρειαζόταν και αυτό είχε πάντα θετικά αποτελέσματα. Αφού μία ελάχιστη μερίδα της επιτυχίας της Μαρίας ανήκε στη Φρόσω, επόμενο ήταν ν’ ανησυχεί για την πρόοδο της θυγατέρας της, τα αποτελέσματά της στους διαγωνισμούς, ή τις επιτυχίες της. Η Μαρία που μόλις είχε τελειώσει το Γυμνάσιο εκείνη τη χρονιά, είχε ένα σπουδαίο όνειρο: να πάει στο Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας της όμως εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες του, είχε και συντηρητικές απόψεις στο θέμα της απομάκρυνσής της κόρης του από το σπίτι τους και την οικογένειά της. Ως εκ τούτου είχε λάβει αρνητική στάση σε ό,τι αφορούσε τις σπουδές της στην Πρωτεύουσα ή στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρία είχε αποφασίσει να περιμένει για ένα μικρό διάστημα, ώσπου να σκεφτεί και να βρει τρόπους για την πραγματοποίηση των στόχων της. Αρχικά λοιπόν είχε επιχειρήσει να βρει μία «δουλίτσα», έλα όμως που δεν ήταν εύκολο. Και ενώ θα μπορούσε να τη βοηθήσει ο πατέρας της, της το είχε ξεκόψει: δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί. Όλα εκείνα τα ακατανόητα καμώματα του πατέρα της οφείλονταν στο γεγονός ότι ήταν ένας «ψωροπερήφανος». Έτσι τον είχε χαρακτηρίσει η γιαγιά της από τη μεριά της Φρόσως, κάποια στιγμή, όταν συζητώντας μαζί του, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί επιτέλους αρνιόταν να βοηθήσει τη Μαρία ως προς το πιο σπουδαίο: το αγαθό της εργασίας. Άλλωστε επιβαλόταν, αφού σύμφωνα με το κοινωνικό-πολιτικό κατεστημένο της εποχής πετύχαινες ευκολότερα στον τομέα αυτόν, αν είχες κάποιον να σε βοηθήσει. Κι αφού ήταν έτσι, γιατί όχι; Στο μπάτο-μπάτο της γραφής, με τις γνωριμίες που είχε, μπορούσε να βρει και να «βάλει κάπου» τη Μαρία, να της βρει δηλαδή μία «δουλίτσα» σε κάποια κρατική υπηρεσία ή έστω και στο γραφείο ενός μεγαλο-επιχειρηματία ή κάποιου γιατρού ή δικηγόρου, μέχρι επιτέλους να δούνε τι θα έκανε το κορίτσι με τη ζωή του. Τόσοι μπαινόβγαιναν στο παντοπωλείο του. Ας ρώταγε και κανέναν από τους «νταβραντισμένους» πελάτες του. Θα του έπεφτε η υπόληψη; Σε εκείνες «τις αξιώσεις» -έτσι είχε αποκαλέσει ο Πανεράκης τις υποδείξεις- και σε όλα τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί από την άμεση και έμμεση οικογένεια, ο Πανεράκης είχε απαντήσει: «Είναι και η Ακαδημία! Γιατί την έχουμε δίπλα στην πόρτα μας; Ας διαβάσει και ας καθήσει για εξετάσεις, όπως και τόσα άλλα κορίτσια!..» και είχε βάλει τελεία και παύλα στην συζήτηση. Τη γνώμη της γιαγιάς της, σχετικά με την «ψωροϋπερηφάνεια του πατέρα της», τη μοιραζόταν και η μητέρα της Μαρίας. Η Φρόσω αγαπούσε και εκτιμούσε τον άντρα της «τον Πανεράκη!» -όπως τον αποκαλούσε πάνω στις απογοητεύσεις της-, όμως τα καμώματά του είχαν κοστίσει στην οικογένειά τους αρκετά προβλήματα και κυρίως οικονομικά. Γιατί ο άντρας της, καθώς είχε περισσότερο από όσο έπρεπε φιλότιμο, διέθετε το μικρό σπίτι τους όχι μόνο για τους συγγενείς από το χωριό, αλλά και για τους συγγενείς των συγγενών και κάποτε και για τους φίλους των. Αυτό βέβαια ήταν το ένα σκέλος της αδυναμίας του, το άλλο ήταν ότι συνέτρεχε τους συγχωριανούς του στους γιατρούς –κυρίως μεσήλικες- όταν κατέφθαναν στη πόλη τους σταλμένοι από τον «επιπόλαιο» πατέρα του που ζούσε στο χωριό. «Λες και ο Πανεράκης είναι εκατομμυριούχος! Αυτό πια δεν είναι φιλότιμο, είναι οικονομική αυτοκτονία!» είχε δηλώσει φίλος της οικογενείας, για τον Πανεράκη. Έχανε χρήματα, όχι μόνο γιατί άφηνε τη δουλειά του στα χέρια των υπαλλήλων του για να εξυπηρετήσει τους «αφιλότιμους συγγενείς», αλλά γιατί επί πλέον πλήρωνε και τα έξοδά τους. «Εκείνος πια θεωρεί το γιο του ή πολύ πλούσιο ή πολύ «βλάκα»! Άντρες!» είχε πει η γιαγιά της κάποια στιγμή, θεωρώντας υπεύθυνο για τα προβλήματα του γαμπρού της, τον πατέρα του. Η καϋμένη η γιαγιά που είχε προσπαθήσει για «χρόνια και ζαμάνια» να καταλάβει το γαμπρό της χωρίς επιτυχία τελικά, είχε καταλήξει σιωπηλά να τον θεωρεί «κομμάτι «αγαθόν» για τις αδιόρθωτες αδυναμίες του». Η Φρόσω, ήξερε τα ταλέντα της Μαρίας «της» και σπάραζε η καρδιά της να τη βλέπει να στεναχωριέται άδικα. Η κόρη της ήταν καλή μαθήτρια, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού ως τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου -από τις πρώτες μάλιστα- και οι καθηγητές της έλεγαν τα καλύτερα και έδιναν εγγυήσεις για την επιτυχία της στο Πανεπιστήμιο. Άλλα κορίτσια που δεν έφταναν τη Μαρία της «ούτε στο δαχτυλάκι της», και σπούδαζαν, και δουλειά εύρισκαν, και καλό γαμπρό θα πετύχαιναν στο τέλος, «σίγουρα πράγματα!» σκεφτόταν από μόνη της η Φρόσω και κούναγε το κεφάλι της στεναχωρημένη. Όσο για το κατεστημένο και το θέμα της εργασίας… μόνο με γνωριμίες και με «μέσα» θα μπορούσε ένα κοριτσάκι σαν τη «Μαρία της», να βρει μία καλή «δουλίτσα», σε περίπτωση που δε θα μπορούσε τελικά να σπουδάσει. Υπό την επίρρεια όλων αυτών των σκέψεων και εξαιτίας του άλυτου προβληματισμού της, η Φρόσω είχε αποφασίσει να πείσει την Μαρία να προσπαθήσει να βρει μία δουλειά όπουδήποτε, έστω και ως ταμίας σε κάποια μικροεπιχείρηση, με στόχο την εκμετάλλευση του χρόνου και την ελπίδα ότι κάτι θετικό θα συνέβαινε και τα πράγματα θ’ άλλαζαν στο εγγύς μέλλον. «Είναι άλλωστε μικρή η Μαρία μου. Δε χάθηκε ο κόσμος αν περιμένει έναν ακόμη χρόνο» σκεφτόταν όταν ήταν μόνη στο σπίτι, και ευχόταν για την πραγματοποίηση των επιθυμιών της έχοντας για στήριγμα κι ελπίδα την πίστη της στη μητέρα του Χριστού. Η Βάσω Βασιλείου, μεγαλύτερη από τη Μαρία -ίσως και κατά πέντε χρόνια- τα είχε καταφέρει στο Γυμνάσιο να επαναλαμβάνει τις τάξεις, σαν από χόμπι. Τελικά αφού είδε κι «απόϊδε» ότι δεν πήγαινε πουθενά, παρατώντας το Γυμνάσιο είχε βαλθεί να βρει γαμπρό. Βοηθούσε τη μάννα της στις δουλειές του σπιτιού, κεντούσε κάποια εργόχειρα και δεν είχε τίποτα άλλο στο μυαλό της από του να καταφέρει τον φίλο της, ένα νεαρό αξιωματικό, να την παντρευτεί. Το ότι ήταν άχρωμη -«ξεπλυσιάρα» την είχε αποκαλέσει άσπονδη φίλη της στο σχολείο- χοντροκομμένη, με αντρικά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, ασουλούπωτο σώμα και ένα βάδισμα «κρεμασμένο» και άχαρο -έσερνε σχεδόν τα πόδια της- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από κάποιον τυχαίο: ως ένα ασήμαντο ατύχημα της φύσης. Εκείνο που έκανε τα πράγματα δυσκολότερα γι αυτήν και τους γύρω της, ήταν το καθυστερημένο -σε μεγάλη ποσοστό δυστυχώς- μυαλό της, η κακία και η ζήλεια της, που την απομόνωναν τελικά και της στερούσαν τη φιλία συνομηλίκων και άλλων. Πολλές φορές είχε επιδιώξει να μιλήσει στη Μαρία, από το φράχτη. Η Μαρία την απέφευγε συστηματικά για πολύν καιρό καθώς όλο και περισσότερο διαπίστωνε την απουσία ακόμη και του ελαχίστου κοινού ανάμεσά τους. Κάποια στιγμή όμως η Βάσω, έχοντας επιμείνει να κυνηγάει από επίμονα ως άγρια τη Μαρία, την είχε καταφέρει να ενδώσει στην επιμονή της και να μιλήσουν για μερικά λεπτά «πάνω από τον φράχτη». Τότε, καλώς ή κακώς, η Μαρία είχε εκμυστηρευτεί στη γειτόνισσά της ότι ενδιαφερόταν να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και ότι προσπαθούσε επίμονα εκείνο το διάστημα, να βρει τον καλύτερο τρόπο για να πετύχει στους στόχους της. Είχε επίσης ομολογήσει, πως μολονότι ο πατέρας της δυσκολευόταν οικονομικά να τη στείλει για σπουδές έξω από την πόλη τους, εκείνη εξακολουθούσε να μελετάει για να κρατήσει το μυαλό της ενεργό για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, όταν και αν το κατόρθωνε. Όταν η Βάσω την είχε ρωτήσει, γιατί δεν επιχειρεί να βρει έναν άνθρωπο να φτιάξει τη ζωή της, η Μαρία είχε απαντήσει ότι αλλού ήταν στραμμένα τα μάτια της και όχι στο γάμο. «Εγώ πάντως δεν ενδιαφέρομαι για καριέρα ή ό,τιδήποτε άλλο. Άλλωστε έχω και δύο μορφωμένους αδερφούς, έτσι δε θα αργήσω ν’ αποκατασταθώ, να… να παντρευτώ εννοώ…» είχε πει η Βάσω και η Μαρία είχε μείνει άναυδη με το σκεπτικό της και την έλλειψη αξιοπρέπειας. «Φυσικά όλα αυτά αποτελούν ατράνταχτη απόδειξη του χαμηλού διανοητικού της επιπέδου», είχε σκεφτεί η Μαρία για τη Βάσω και για μία στιγμή -άγνωστο το γιατί- ένιωσε λύπη και απογοήτευση για όλα όσα είχε ακούσει από το στόμα της. «Είμαστε που είμαστε γυναίκες, να μην έχουμε και σταλιά εγωϊσμό και αξιοπρέπεια… ε… πάει πολύ!» είχε σκεφτεί η Μαρία στη συνέχεια και τότε την κατάλαβε κάποιο αίσθημα αηδίας για το πεινασμένο για άντρα, θηλυκό. Εκείνη λοιπόν την περίοδο έρευνας για δουλειά και τρόπους που θα την βοηθούσαν να σπουδάσει, η Μαρία γνώρισε το Δημήτρη Βασιλείου. Ταυτόχρονα, ίσως και λίγο αργότερα, πληροφορήθηκε για κάποια από τα μυστικά της οικογενείας Βασιλείου εντελώς τυχαία, από «την απορριφθείσα, την «πικροχολιασμένη πρώην» του Βασίλη Βασιλείου», του μεγαλύτερου αδερφού του Δημήτρη. Σύμφωνα μ’ εκείνες τις πληροφορίες, ο Νάσσος Βασιλείου –«ο πατήρ»- υπήρξε ένας πολύ διορατικός «χωριάτης». Πριν από χρόνια, δύο από τα τρία αδέρφια του Ν.Βασιλείου είχαν φύγει στο εξωτερικό κι αυτός μαζί με τον εναπομείναντα στην πατρίδα αδερφό του, είχαν ιδιοποιηθεί όλη την πατρική περιουσία, αφήνοντας τους δύο ξενιτεμένους αδερφούς τους «στα κρύα του λουτρού». Βέβαιοι ότι το αδίκημά τους δε θα τιμωρούνταν, είχαν μοιραστεί την γονική περιουσία οι δυο τους και αργότερα αυτός με την οικογένειά του, είχε μετοικήσει στην κοντινή πόλη. Με τα λίγα χρήματα που είχε βάλει στην άκρη δουλεύοντας χρόνια στα χωράφια, αγόρασε ένα χαμηλόσπιτο στον τόπο της παραμονής τους, για μια «μπουκιά ψωμί». Καθώς τα παιδιά τους ήταν μικρά την περίοδο που η χώρα μόλις και επέπλεε από τα προβλήματα που της είχαν κληροδοτήσει οι πόλεμοι και ο χειρότερος απ’ όλους, ο εμφύλιος, τα έβγαζαν πέρα σχεδόν άνετα. Με τις «αιματηρές οικονομίες τους» -όπως έλεγε η «κυρά-Νάσαινα»-, είχαν πετύχει ν’ αποταμιεύσουν ένα χρηματικό ποσόν στην άκρη. Όταν με την πάροδο του χρόνου τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν πούλησαν το χαμόσπιτο που υπήρξε η πρώτη κατοικία τους. Με τα χρήματα από αυτή την πώληση, προσθέτοντας επιπλέον και τις οικονομίες τους, αγόρασαν το εβραίϊκο όπου έμεναν, το σχεδόν ετοιμόρροπο διώροφο, που τελικά αποδείχτηκε προσοδοφόρο, καθώς άντεχε να ενοικιάζεται ακόμη και παρά την εμφάνισή του, του εγκαταλελειμένου σπιτιού. Η βελτίωση της πορείας των οικονομικών της οικογενείας Βασιλείου, απόδειξε τρανταχτά ότι ο Νάσσος Βασιλείου «τα είχε τετρακόσια». Είχε ταλέντο ως προς την επαύξηση των οικονομικών πόρων τους. Με την αγορά του τεράστιου εβραίϊκου διώροφου σπιτιού με τα πολλά δωμάτια, απέδειξε το εμπορικό του δαιμόνιο, καθώς τα είχε νοικιάσει όλα σε φτωχές οικογένειες -δηλαδή οικογένεια και δωμάτιο- εκτός από ένα, εκείνο που το προόριζε για τη δική του οικογένεια. Και έτσι έγινε. Κράτησαν δηλαδή ένα τεράστιο δωμάτιο όπου κοιμόνταν, περνούσαν την ημέρα τους ή δέχονταν τους όποιους επισκέπτες τους. Εκεί μέσα συγκεντρώνονταν όλοι οι χώροι ενός σπιτιού: η κρεββατοκάμαρα, το καθιστικό και το σαλόνι. Εκεί μέσα στέγνωναν τα ρούχα τους το χειμώνα όταν ο καιρός ήταν άσχημος και όχι σπάνια η «πανέξυπνη» Βάσω έβαζε κάποια από τα εσώρουχά της στον φούρνο της «μασίνας» τους για να στεγνώνουν γρήγορα. Οι διάδρομοι χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα και για να κρατάνε αποσκευές ή άλλα πράγματα, εκείνα που δε χωρούσαν τέλος πάντων, στο απέραντο, το λειτουργικό κατά τα άλλα, δωμάτιο. Ο «κυρ-Νάσσος» δεν στεναχωριόταν για τέτοια πράγματα. Ήταν επιχειρηματίας – κτηματίας. Λίγο ήταν; Νοίκιαζε δωμάτια και έβγαζε χρήματα. Με αυτόν το τρόπο σπούδασε τα παιδιά του και αυτά τα ενοίκιά του είχαν ξεπληρώσει τα όποια δάνεια. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς, αν μη τι άλλο, ότι ήταν ένας αξιέπαινος άντρας, αφού με τη στέρηση μιας περίσσιας πολυτέλειας, αυτός και η οικογένειά του -η οικογένεια Βασιλείου- είχαν πετύχει σε πολλαπλά επίπεδα. Αφού δεν είχαν εξ αρχής τα χρήματα με τη σέσουλα, για να πετύχουν και να τα αποκτήσουν στο μέλλον, έπαιξαν σωστά τα χαρτιά τους. Το σχέδιο ήταν να περιμένουν με υπομονή ώσπου οι μορφωμένοι πλέον γιοί τους θα τους ανακούφιζαν από τα όποιας φύσης οικονομικά τους βάρη και φυσικά η επιτυχία τους θα ολοκληρωνόταν αν εύρισκαν και έναν «ματσωμένο» άντρα, για να τους ελαφρώσει από την «άνοστη» μοναχοκόρη τους, τη Βάσω. Στο συνολικό σχέδιο επιτυχίας της οικογένειας Βασιλείου, βασικός παράγοντας ήταν τα ακίνητά τους που ήταν αδιάψευστα περιουσιακά στοιχεία. Και κάτι ακόμη, πολύ-πολύ σημαντικό: το σχέδιο προέβλεπε οι γιοι τους να πάρουν τρανή προίκα, αφού είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση, που με τη σειρά της εγγυόταν την καλοζωία και την αξιοπρέπεια στη μέλλουσα σύζυγό τους. Θα έφτιαχναν λεφτά όχι αστεία! Για όλα αυτά «τα σπουδαία και πραγματοποιήσιμα σχέδια» ο Νάσσος Βασιλείου και η γυναίκα του Όλγα, είχαν ένα ύφος γεμάτο υπεροψία και μία αταίριαστη ακαταδεξία. Ήταν φανερό ότι μέσα τους έδιναν συγχαρτήρια στον εαυτό τους για όλα όσα είχαν πετύχει και κυρίως με τα παιδιά τους, που δεν φαίνονταν να διαφέρουν στο συμφέρον και στον υπολογισμό από τους γονείς τους. Δεν μπορούσε να πει κανείς κάτι ενάντια σε όλα αυτά. Απεναντίας οι άνθρωποι ήταν αξιέπαινοι, εκτός βέβαια από το θέμα της αλλαζονείας τους και την επίδειξη των απαιτήσεών τους, σε ότι αφορούσε τα παιδιά τους. Λαλίστατοι λοιπόν γονείς και θυγατέρα, αποτελούσαν αδιάψευστη απόδειξη του γεγονότος ότι κατά βάθος ήταν ψυχροί υπολογιστές. Η Όλγα Βασιλείου, πολύ πριν εμφανιστούν στο προσκήνιο «οι σπουδαγμένοι γιοι τους» είχε πει ενώπιον της νεαρής Μαρία με μία επιδεικτική πεποίθηση και αδικαιολόγητη επιθετικότητα: «Τι στο καλο! Μορφωμένοι άντρες είναι. Τόσα λεφτά ξοδέψαμε για να τους δούμε να γίνονται άνθρωποι. Δε θα πάρουν καμιά ξεβράκωτη και πεινασμένη για να την ταΐζουν!» και είχε προσθέσει με ύφος μάρτυρα: «τόσα στερηθήκαμε για να δούμε μία άσπρη μέρα στη ζωή μας!» Τα ίδια περίπου είχε πει και ο Νάσσος Βασιλείου σε κάποιον θείο της Μαρίας -προφανώς για να μην της περάσει ούτε στιγμή κάποια αστεία ιδέα- ότι δηλαδή θα μπορούσε ποτέ να έχει κάτι με τους κανακάρηδές του αυτή ή οποιαδήποτε άλλη «γυναίκα» στην πολιτεία τους, αν δεν υπήρχαν οι απαραίτητες οικονομικές πρϋποθέσεις. Ποιος είπε ότι η πρόληψη δε βοηθάει! Σίγουρα στην περίπτωση της Μαρίας είχε γίνει, με περισσότερους από έναν τρόπο, κατανοητό ότι δεν θα ήταν έξυπνο να πάει στο σπίτι τους ιδιαίτερα ύστερα από την άφιξη των γιων τους. Γιατί με τις πεποιθήσεις που είχαν, το μόνο πιθανόν ήταν ότι θα την κατηγορούσαν ότι αποβλέπει στο να «διπλαρώσει» κάποιον από αυτούς. Μία ανοιξιάτικη μέρα η Μαρία είχε ξαφνικά πληροφορηθεί από τη Βάσω, ότι «κατέφθαναν τα αδέρφια» της. Η Βάσω έκανε πολλές χαρές. Πίστευε -έτσι έλεγε- ότι επιτέλους θα είχαν καβαλλιέρο η ίδια και η φίλη της Μαρία, λες και είχαν εξόδους, παρέα. «Έρχονται για να υπηρετήσουν τη θητεία τους. Ξέρεις ο Δημήτρης έγινε έφεδρος. Ο Βασίλης, αν και γιατρός, είναι απλός στρατιώτης, για να τελειώσει γρήγορα το στρατιωτικό του, όπως καταλαβαίνεις». Με «δικαιολογημένο» ενθουσιασμό είχε πει τα νέα και στην «κυρία Φρόσω», τη μητέρα της Μαρίας, που αφού κούνησε το κεφάλι της συμμεριζόμενη ειλικρινά τη χαρά της είπε: «να τους καλοδεχτείς Βάσω». Ο πατέρας της Μαρίας είχε κουνήσει δεξιά-αριστερά το κεφάλι του και είχε πει: «ο κυρ- Νάσσος έχει γερό μέσον, για να φέρει εδώ και τους δύο γιους του. Δεν γίνονται έτσι αυτά! Και δεν του φαίνεται του μπαγάσα του γέρου!» Δεν είχε όμως παραλείψει να προσθέσει με υπερβολική αυστηρότητα, ότι η Μαρία δε θα έπρεπε να πάει στο σπίτι τους, από τη στιγμή που θα πατούσαν πόδι εκεί μέσα τ’ αδέρφια της: «Δεν μου αρέσουν αυτά τα καμώματα γυναίκα. Θα πουν ότι η κόρη μας πάει να ριχτεί στους γιους του κυρ-Νάσσου. Να μου λείπει. Ούτως ή άλλως… δεν τον χωνεύω αυτόν τον παλιόγερο! Να χαίρεται τους γιους του, και… μακριά από την θυγατέρα μου. Ακούς;» είχε πει με μία θυμωμένη χειρονομία. Δεν του άρεσαν οι Βασιλείου ούτε κι «αυτή η σιγανοπαππαδιά η Βάσω». Απλά προσπαθούσε να δείχνει ότι ήταν αρκετά κοινωνικός προς τους γείτονές τους, σαν μικροεπιχειρηματίας που ήταν και φερνόταν με το απαιτούμενο τακτ όταν τους αντάμωνε στο δρόμο. «Αν οι γιοι τους είναι σαν αυτούς – και μάλλον θα πρέπει να είναι αφού το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά…- ποιος τους θέλει; Δεν τό ‘χουμε για πέταμα το κορίτσι μας!» είχε πει ολοκληρώνοντας το σκεπτικό του. Η Μαρία έτσι κι αλλιώς, δεν είχε πάει στο σπίτι τους παρά μόνο μία φορά κι εκείνοι: γονείς και θυγατέρα, είχαν προστρέξει τα πάντα ενώπιόν της: απόψεις και χαρακτήρα. Δεν είχε λοιπόν καμμία διάθεση ν’ αλλάξει τη συνήθειά της: να συνεχίσει δηλαδή ν’ αποφεύγει τη Βάσω στο μέλλον, όπως άλλωστε είχε κάνει και στο παρελθόν. «Άλλωστε, δεν υπήρχε ανάμεσά τους κάτι κοινό, ούτε για δείγμα». Όταν οι δυο γιοι του Νάσσου Βασιλείου αφίχθησαν τελικά, η αδερφή τους η Βάσω, που περισπούδαστα τους είχε μιλήσει για τη Μαρία, όταν ήταν μακριά από την πόλη τους, έσπευσε τώρα να προσθέσει και κάποια άλλα, λες και ξαφνικά όλο κάτι την ανησυχούσε σε σχέση με τη γειτόνισσα. Παρουσίασε λοιπόν «τη φίλη της» με τον πιο ύπουλο τρόπο. Ίσως και να την είχαν «ορμηνέψει» οι γονείς της. Άγνωστο. Είχε πει πως υπήρχε κάποιος άντρας στη ζωή της Μαρίας και ότι αλληλογραφούσε μαζί του, χωρίς όμως να μπορεί τελικά να πει ποιος ήταν κι από πού, και επομένως με αόριστα στοιχεία, προφανώς γιατί ήθελε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η φίλη της δεν ήταν μία άπειρη… νέα. Ίσως και να τους υπεδείκνυε με τον τρόπο της να μην είναι διστακτικοί απέναντί της, μια και ήδη είχε πάρε-δώσε με κάποιον άντρα. Η Μαρία που μόλις είχε πατήσει τα δεκαεννιά της χρόνια, δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, κάποιου είδους δεσμό, με εκπρόσωπο του άλλου φύλου. Η αυστηρότητα του οικογενειακού περιβάλλοντός της, οι πίστεις της και η συγκέντρωσή της στα μαθήματα, είχαν συντελέσει στην άψογη και συντηρητική -αν όχι ψυχρή κάποτε- συμπεριφορά της, παντού και πάντα. Ήταν όμορφη, έξυπνη, ευγενική και καλότροπη και όλοι είχαν να λένε για την παρουσία της. Όμως η Βάσω ερχόταν τώρα ν’ ανατρέψει και να σπηλώσει την εικόνα της, να την παρουσιάσει σα μία νέα που ναι μεν είχε κάποιον, δε δίσταζε όμως να θέλει να έχει και κάποιον άλλον, στην απουσία του. Τι συνέπειες όμως θα μπορούσαν να έχουν τέτοιου είδους δηλώσεις για την Μαρία; Εύλογες. Αρχικά παρουσιαζόταν ως εύκολη λεία! «Θα σας τη συστήσω, θα τη δείτε και μόνοι σας», είχε πει η Βάσω μ’ ένα αστείο ύφος υπεροψίας. Οι δύο άντρες που ήξεραν την αδερφή τους, δεν είχαν δώσει πολύ σημασία στα λόγια της. Ανυπομονούσαν όμως να γνωρίσουν την Μαρία από κοντά, καθώς από την πρώτη κιόλας ημέρα που την είχαν δει να μπαινο-βγαίνει από την πίσω πόρτα του σπιτιού της για μικροδουλειές βοηθώντας τη μητέρα της, το λιγότερο που είχαν διαπιστώσει ήταν η εξωτερική της εμφάνιση. Τα σπίτια τους που τα χώριζε ένας φράχτης, ήταν πολύ κοντά και από τα παράθυρα ή από την αυλή τους διαπίστωναν ξανά και πάλι ότι η «γειτόνισσα ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι». «Να δούμε όμως και τι μυαλά κουβαλάει!» είχε πει με κάποια δόση ειρωνείας ο Βασίλης, ο γιατρός, κουνώντας το κεφάλι του καθώς η αδερφή του την προσφωνούσε «φιλενάδα». Επόμενο δεν ήταν; «πες μου με ποιον πας, να σου πω ποιος είσαι»! Η Μαρία, μολονότι δεν είχε αντιληφθεί τη διπλοπροσωπία της Βάσως απέναντί της και στην οικογένειά της, από μόνη της δεν σκόπευε ν’ αλλάξει συνήθειες και να πάει στο σπίτι της, ιδιαίτερα τώρα που είχαν καταφτάσει οι δύο αδερφοί της. Είχε ήδη πειστεί ότι οι γονείς τους «θα τους διαφύλατταν σαν κόρη οφθαλμού» από τις όποιες «υποχθόνιες θηλυκές υπάρξεις», για τις οποίες πίστευαν ότι παραμόνευαν την άφιξή τους στην πολιτεία τους για να τους κάνουν δικούς τους και να τους κατασπαράξουν σαν «λάμιες», καταστρέφοντας ταυτόχρονα τα όνειρα των γονέων: Βασιλείου. Επιπλέον ήταν και όλα τα άλλα, όσα είχε ακούσει κατά καιρούς η Μαρία από τους γονείς της, εκείνα που είχε πει ο πατέρας της στη μητέρα της στην παρουσία της, που την κράταγαν άσφαλτα μακριά από εκείνη την οικογένεια. Δεν υπήρχαν κοινά σημεία ανάμεσά τους. Αφού άλλωστε και η ίδια δε συμπαθούσε το αντρόγυνο Βασιλείου, τι καλό θα απόρρεε από την γνωριμία της με τους γους τους; «Κανένα, μα τω Θεώ! Επομένως… δε χρειάζεται!» έτσι σκεπτόταν η Μαρία και παρόμοια ήταν διατεθειμένη να πράξει. «Άλλες όμως οι βουλές των θεών και άλλες οι των θνητών», όπως αποδείχτηκε στην πορεία. Πέρασαν ημέρες από την άφιξη των δύο νέων αντρών. Μία-δύο φορές η Μαρία τους είχε δει άθελά της να φέρνουν βόλτα στην αυλή τους, όταν είχε ανοίξει τα παράθυρα του δωματίου της για να το αερίσει λιγάκι. Η Άνοιξη προμήνυε πως το καλοκαίρι πλησίαζε ολοταχώς. Τα λουλούδια στον κήπο τους είχαν ανθίσει, οι γραβανιές είχαν μπουμπουκιάσει και