Η Ανανέωση του Μύθου στην Τέτaρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου

Η Ανανέωση του Μύθου στην Τέτaρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου

One of the four Long Essays for the Master Degree, Sydney University 1997 (examiner of this essay: professor Michael Jeffrey)

(Ετούτο το πόνημα εμπεριέχεται στον Τόμο Γ’ της τετράτομης σειράς Μελέτες  και εκδόθηκε το 2015 στο Σύδνεϋ, και αποτελεί μέρος της μακράς μελέτης όπως ετούτη αναφέρεται στην ως άνω, επιγραφή του πονήματος)

Σύντομη εισαγωγή

Η Τέταρτη Διάσταση σχεδιάστηκε από τον Γιάννη Ρίτσο[1] για να συμπεριλάβει τα μακρά ποιήματα τα οποία έγραψε  μετά από το 1956.  Ανάμεσα σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα ακόλουθα: Σονάτα υπό το Σεληνόφως[2] (1956), Φιλοκτήτης[3] (1965), Ορέστης[4] (1966), Αίας[5] (1969),  Χρυσόθεμις[6] (1970), Ελένη[7] (1970) και Η επιστροφή της Ιφιγένειας[8] (1972).  Από τις χρονολογίες των ποιημάτων, διαπιστώνεται ότι έχουν γραφτεί την περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ του 1956 και 1972. Ανάμεσα στα μικρά αυτά αριστουργήματα διακρίνεται η Σονάτα υπό το Σεληνόφως, καθώς σε ετούτο, δεν χρησιμοποιείται επεκτατικά ένας συγκεκριμένος μύθος, όπως συμβαίνει στα άλλα ποιήματα (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, Συνολική Θεώρηση του έργου του, Β’ Έκδοση. Κέδρος, σ. 204.) της αυτής συλλογής του. Υπό το πρίσμα αυτό, το συγκεκριμένο ποίημα επιδέχεται διάφορες ερμηνείες.

Το ποιόν των ποιημάτων της Τέταρτης Διάστασης:  Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ποιημάτων της συλλογής, Τέταρτη Διάσταση,  είναι η αξιοποίηση αρχέτυπων μύθων και των ηρώων τους, έτσι ώστε να παρουσιάζουν μία σύνθεση που συνίσταται από  αυτοβιογραφικά, μυθικά  και ιστορικά στοιχεία. Δια μέσω της πολυσήμαντης σύνθεσής τους, ο ποιητής εκφράζει την αγωνία του, την πικρία, το πάθος για τη ζωή, τον φόβο του Θανάτου και την αποδοχή του, την αγανάκτηση, το θυμό, την απογοήτευση, την ευθύνη έναντι του εαυτού του και των άλλων, τον απολογισμό των πράξεων στο παρελθόν, την ελευθερία, την υποκρισία, τον έρωτα, την ομορφιά, την ευτυχία, το γήρας, την μοναξιά, την ματαιότητα μία άλλη σύνθεση συναισθημάτων η οποία εκφράζεται με τον τίτλο της συγκεκριμένης συλλογής ποιημάτων:  Τέταρτη Διάσταση. Η πολύτροπη διαδικασία και η τεχνική των ποικίλων διαστάσεων των ηρώων και των καταστάσεων, εντός των οποίων ετούτοι  ενεργοποιούνται, αποτελούν αδιάσειστα στοιχεία με τα οποία ο Γιάννης Ρίτσος  καθιστά το περιεχόμενό τους διαχρονικό.

Κοινά κριτήρια ετούτων των ποιημάτων: Τα κοινά κριτήρια των ποιημάτων της Τετάρτης Διάστασης είναι ο μύθος, ο ήρωας του μύθου σε μονόλογο, ένας ακροατής, η αιφνίδια μεταφορά από τον σύγχρονο κόσμο στον μύθο και τανάπαλιν -με μία, φαινομενικά, απλή μετακίνηση, η οποία δεν προκαλεί ανωμαλίες στη συνέχεια της ιστορίας-, η μάσκα ή το προσωπείο του πρωταγωνιστή, αξιοσημείωτο στοιχείο, καθόσον του επιτρέπει να φιλοσοφεί, και να συλλογίζεται στο παρόν, για το παρελθόν.

Οι αξιολογήσεις του Γ. Ρίτσου, πηγάζουν από την προσωπική αισθητική επαφή του με τις καταστάσεις ή τις συνθήκες, που επικρατούν εντός ενός συγκεκριμένου, κοινωνικού-πολιτικού-οικονομικού χώρου, του ελληνικού και κατά κυριότητα στη διάρκεια  της περιόδου που ακολουθεί «μετά τον κατακλυσμό του 1956»[9]-, όπως τις συνέλαβε και τις συνειδητοποίησε μέσα από τα βιώματά του.  Αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο ο Ρίτσος, και το έργο του περαιτέρω, υφίστανται αλλαγές. Αποδέχεται τη νεωτεριστική ποίηση και την κοινωνική επανάσταση και  καθώς ακολουθεί και υιοθετεί του νεωτερισμούς της ρωσικής ποίησης, τα δύο ετούτα στοιχεία συγχωνεύονται.  Στο μελέτημά του: Περί Μαγιακόφσκη[10], αποκαλύπτει ότι εμψυχωτής του, υπήρξε το αντικείμενο της μελέτης του: ο Μαγιακόφσκη.  Ο Γ. Ρίτσος ο οποίος γράφει υπό την επίδραση των ιστορικών γεγονότων στην ελληνική πραγματικότητα, κάποτε αποβαίνει λιγότερο ποιητής και περισσότερο επαναστάτης[11].  Η ποίησή του που περιφέρεται γύρω από το άτομό του, εκφράζει την έντονη διαμαρτυρία  του που πηγάζει μέσα από την αγάπη του προς την ελευθερία[12]. Ζευγαρώνει με αυτή την ‘αγαπημένη του’, δημιουργώντας  ποίηση.

Ο Μύθος, η ανανέωσή του και η υπέρβαση: Η προσκόλληση του Γ. Ρίτσου στον μύθο και στο υπερβατό αφενός και η επαναστατικότητά του αφετέρου, αμφότερα ζωτικά στοιχεία, κάθε άλλο παρά μειώνουν την ποιότητα των έργων του.  Η χρήση του μύθου και του υπερβατού, τον βοηθούν να εκφράσει τις παρατηρήσεις του για εκείνα που πρωτίστως έχουν άμεση σχέση με το άτομό του και όχι με τον αναγνώστη. Μακριά από το οικείο περιβάλλον του και εντός της απομόνωσης η οποία του επιβάλλει η εξορία του -επομένως ακούσια-, συναντά την μοναχικότητα και περιβαλλόμενος από αυτή, δραπετεύει από αυτή, δημιουργώντας. Σε ετούτη την κατάσταση, στην παρουσία των ομοιοπαθών-ομοϊδεατών  (αριστερών) και στην διαρκή παρακολούθηση των φρουρών, οφείλεται η εμφανής επαναστατικότητά του.

Για την ανανέωση του αρχέτυπου μύθου, στα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης, ο Γ. Ρίτσος, επιδέξια χρησιμοποιεί ποικιλία καλαισθητικών εργαλείων: λογοτεχνικές εκφράσεις, εντυπωσιακές εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις, φιλοσοφικούς συλλογισμούς και όλα αυτά σε συνδυασμό με μία φανταστική θεατρική σκηνή  στην οποία πρωταγωνιστεί ατόφια η τραγικότητα. Με τη συσστράτευση ετούτων των  στοιχείων πετυχαίνει τον στόχο του, τουτέστιν να εκφράσει τις πλούσιες σε νοητική ευλυγισία και ώριμη ευαισθησία, σκέψεις του. Τα χαρακτηριστικά –επίσης και για το μήκος τους- ποιήματα, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν στη θεατρική σκηνή με την κατάλληλη διασκευή.  Χαρακτηριστικό πλεονέκτημά τους και ταυτόχρονα αρωγός προς αυτή την κατεύθυνση, αποτελεί ο περιορισμένος αριθμός ηρώων, στοιχείο που επαυξάνει τη δραματικότητα της πλοκής.

Ο ποιητής στους ρόλους του ανατόμου της ψυχής – ψυχαναλυτής: Στις ποιητικές δημιουργίες της Τέταρτης Διάστασης, ο Γ. Ρίτσος, αποκαλύπτει τις επιπλέον ικανότητές του, κυρίως  όταν ενδύεται  ρόλους ‘ανατόμου’ των μυθικών χαρακτήρων του ή μεταμορφώνεται σε δεινό ψυχαναλυτή – θεραπευτή.  Στον ρόλο ετούτο, αφού αρχικά έχει ωθήσει τον ήρωά του στην οδυνηρή ανάλυση, στη συνέχεια διευθετεί τις σκέψεις, τις προθέσεις, τους φόβους ή άλλα συναισθήματα από τα οποία ετούτος κατατρέχεται. Η κατάλυση της καταθλιπτικής πίεσης που ασκείται στον ήρωα από το παρελθόν, επιτυγχάνεται με την βαθμιαία μετακίνηση  αυτής σε πεδίο λύτρωσης. Πώς; Όταν εκείνος εξωτερικεύει τις ενδόμυχες σκέψεις του χωρίς ενδοιασμούς, απελευθερωμένος από την αγωνία της συνέπειας ή από την απειλή της τιμωρίας.  Ο τρόπος της διατύπωσης των σκέψεων του ποιητή, ανανεώνει την πνευματικότητά του, ωθώντας τον ταυτόχρονα σε ένα είδος ψυχικής ανάτασης και απολύτρωσης από τα επί μακρόν αποθεμένα στη συνείδησή του.

Η μάσκα-προσωπείο του ποιητή: Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο ποιητής χρησιμοποιεί ως άλλοθι, έναν μυθικό ήρωα που φέρει μάσκα ή προσωπείο[13]. Οι ήρωές του είναι σημαίνοντα πρόσωπα γνωστά από την αρχαία Ελληνική γραμματολογία. Είναι γνωστοί, διάσημοι τραγικοί ήρωες και ηρωίδες των επών του Ομήρου και από εδώ  και των μεγάλων Ελλήνων τραγωδών.   Η εκλογή τους από τον Γ. Ρίτσο είναι απόλυτα επιτυχής καθώς  ο ποιητής χειρίζεται τους μύθους και τους πρωταγωνιστές τους,  με ιδιάζοντα ευφυή τρόπο, όταν  ταυτίζει -ως ένα βαθμό- κάποια από τα πάθη τους με τα δικά του.

Η νοητή αμφίεση η οποία ανανεώνει την τεχνοτροπία του αρχαίου ελληνικού δράματος, βοηθά τον ποιητή να επιδιώξει κάποια επιρροή και αναγνώριση στο περιβάλλον του και ίσως ακόμη κάποιο βαθμό ταύτισης των γύρω του, των αναγνωστών του, με το άτομό του, καθιερώνοντας με αυτό τον τρόπο έναν δικό του, προσωπικό κώδικα επικοινωνίας, επηρεασμένο από το οικογενειακό  και ατομικό του δράμα: την αρρώστια, την κατάθλιψη  και τη συνεχή καταδίωξή του ως μέλους του κομμουνιστικού κόμματος.

Οι κριτικοί συνδέουν την πολιτική κατεύθυνση του Γ. Ρίτσου με γεγονότα που τον επηρέασαν την περίοδο που έγραφε. Το 1956 που το σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα κατέκρινε τον Στάλιν και την θεοποίηση του ατόμου, το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα απέρριπτε τον αρχηγό του Ζαχαριάδη.   Όλα ετούτα τα γεγονότα αντικατοπτρίζονται στο ήδη αναφερθέν κείμενο του Ρίτσου για τον Μαγιακόφσκι[14] το 1963, όπου ο ποιητής συνδέει την απώλεια της βεβαιότητας του παρελθόντος, με την υιοθεσία μιας ποιητικής προσέγγισης λιγότερο άμεσης[15].

Ο τρόπος της ανανέωσης του αρχέτυπου μύθου από τον Γ. Ρίτσο: Στα ποιήματα που εξετάζονται σε ετούτο το πόνημα, κατ’ επανάληψη, τονίζονται κάποια ουσιώδη θέματα: οι ρόλοι του πεπρωμένου, η ματαιότητα, η μοναξιά, το γήρας, η δύναμη της νεότητας και το αναπότρεπτο του θανάτου.  Εξαιρείται το ποίημα: Σονάτα υπό το Σεληνόφως, όπου δεν υπάρχει αρχέτυπο μύθου πίσω από τον μύθο του Ρίτσου.  Ο ποιητής διαπραγματεύεται, είδος εργασίας μειονότητας τσιγγάνων, η οποία σήμερα, αν δεν εθεωρείτο βάρβαρη, θα εξακολουθούσε να αποτελεί είδος διασκέδασης και εκμάθησης.  Έτσι τουλάχιστον εθεωρείτο στην εποχή του ποιητή, η περιφορά αρκούδας και οι χορευτικές της ικανότητες υπό τους ρυθμούς ντέφι, για τη διασκέδαση κυρίως των παιδιών, σε δρόμους πόλεων και αλλού,  την εποχή, κατά την οποία  ίσως και η πρωτεύουσα ακόμη τη Ελλάδας, υστερείτο ζωολογικού κήπου.  Η ηρωίδα του, η Γυναίκα με τα Μαύρα,  φέρνει ως παράδειγμα της αδυναμίας της ν’ αποφύγει τη μοίρα της, την αδυναμία της γριάς αρκούδας[16]: «Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;» ερωτά. Στους στίχους που ακολουθούν υπογραμμίζεται η τραγικότητα μιας υποταγής, εδώ της υποταγής ζώου υπό ζυγό: «υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της / Χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της / Και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε / Το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ»[17]

Μοναξιά – Ταξική διάκριση: Στο ποίημα Φιλοκτήτης το σκηνικό αλλάζει εντελώς. Περνάμε στον ηρωισμό, του απομυθοποιημένου – ανανεωμένου μύθου, του ήρωα Φιλοκτήτη.  Κύρια θέματα η αναμονή που κουράζει και οι αρχηγοί. Οι συνέπειες είναι τραγικές, αφενός τα όνειρα των στρατιωτών τσακίζονται καθώς ετούτοι περιμένουν «υποταγμένοι», «σαν τα πρόβατα που τα οδηγούν στη σφαγή για τα συμφέροντα άλλων», κατά τη μακρά περίοδο της παραμονής τους έξω από τα τείχη της Τροίας, και αφετέρου οι αρχηγοί -άλλο «συνάφι» ετούτοι- μισούν αλλήλους εξαιτίας των πρωτείων και της αμοιβής. Ο νέος άντρας ξεχωρίζει τη μοναξιά τους πίσω από τα «γένεια» τους, που αφήνονται να μεγαλώσουν γιατί οι συγκεκριμένοι στρατιώτες αδιαφορούν για την εμφάνισή τους, άλλωστε η γενειάδα ενός καλύπτει μεγάλο μέρος του προσώπου καθιστώντας δύσκολη την αποκάλυψη της κατάθλιψης που το σημαδεύει. Ξεχωρίζει επιπλέον  τη μοναξιά τους μέσα στην ιδιάζουσα μοίρα τους, μία μοίρα που την κατατρέχει ο θάνατος, το αδέρφι του πολέμου: «στεγνή πεδιάδα στο φεγγαρόφωτο, σπαρμένη μ’ άσπρα κόκκαλα»[18].

Κατεστημένο:  «Προς τι, λοιπόν η επέμβασή μας; Πολύ νωρίς διδάχτηκα / Πως τίποτε κανένας δεν μπορεί να αποτρέψει…»[19], τονίζει η ηρωίδα του ποιήματος Χρυσόθεμις υπογραμμίζοντας το κατεστημένο της κοινωνίας στην οποία ανήκει.  Η συνώνυμη θυγατέρα του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, μεταφέρεται και εδώ, από τον αρχέτυπο μύθο στη διάσταση της σύγχρονης εποχής και των προβλημάτων της,  για να αποκαλυφθεί το σύγχρονο πρόσωπο του Ποιητή.  Η αγωνία της καλυμμένη πίσω από το βασικό ερώτημα, «Τι φταίει, ποιος φταίει», αποκαλύπτει πως έχει πειστεί, ότι όλα είναι μοιρόγραφτα. «Από τα πριν τραβηγμένος ο κλήρος»[20], αναλογίζεται και συμπληρώνει: «Αν τούτο δεν είναι απάντηση σε τίποτε, θαρρώ πως δεν υπάρχει απάντηση».  Επικρατεί η πίστη ότι η όποια απάντηση περισσεύει, ότι υπάρχει ένα κατεστημένο, καθώς άλλοι καθορίζουν και παρουσιάζουν τα πάντα ως τετελεσμένα γεγονότα. Ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Οι ταγοί -οι όποιοι ταγοί- οι οποίοι άλλοτε είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης αστοχίας και άλλοτε καταλαμβάνουν τον ρόλο τους δια της βίας.  Υπάρχει και η καλούμενη θεία δύναμη, αλλά ετούτη, οι βαθμίδες ή οι διακυμάνσεις της εξαρτώνται από το μέτρο της πίστης των θνητών.

Ανθρώπινο Πεπρωμένο:  Δίπλα στα προηγούμενα συμπεράσματα της μοναξιάς, του μοιρόγραφτου  και του a priori, έρχεται να προστεθεί και ετούτο, της ιδιάζουσας ξενιτιάς.  Στο ποίημα Ελένη, η συνώνυμη πρωταγωνίστρια, τοποθετείται στη θέση της Ελένης του Μενελάου, της ωραίας των Ελλήνων, κατά τον αρχέτυπο ελληνικό μύθο.  Η ηρωίδα του ανανεωμένου μύθου, κατέχεται από τα αιώνια ερωτήματα, αυτά που βασανίζουν τους θνητούς εν γένει,  και επιπλέον από κάποια άλλα ιδιάζοντος χαρακτήρα, καθώς αφορούν συγκεκριμένες ποιότητες της γυναίκας.  Παρόμοια με  την ηρωίδα  του ποιήματος Χρυσόθεμις, αναφέρεται αφενός με στην ανθρώπινη μοίρα που σημαδεύεται από τη βραχύτητα της ζωής, και αφετέρου στην «ξενητειά», όπως έντεχνα αποκαλεί την ανύποπτη εξέλιξη της νεότητας σε γήρας[21]. Είναι τόσο ρεαλιστική όσο και θλιβερή, ετούτη η μετάβαση που επιτελείται με το σύντομο ταξίδι της ζωής. Από την χαριτωμένη περίοδο της νεότητας του ανθρώπου, από την περίοδο της ακμής και της απόλυτης δύναμης,  στο περίεργο, στο δύσκολα αποδεκτό και αναπόφευκτο, τελικά, στάδιο μαρασμού σε όλα τα επίπεδα  της ανθρώπινης ύπαρξης.  Ετούτη η αναπόφευκτη ξενιτιά, είναι σκληρή και χωρίς πισωγυρισμό.  Είναι  η αδιαμφισβήτητη αξία των διοδίων για το υπέροχο ταξίδι της ανθρώπινης ύπαρξης που ξεκινά από το σκοτάδι της μήτρας για να εμβαπτιστεί στο φως της ύπαρξης στην αληθινή ζωή.  «Ω αυτή η ξενητειά μας μέσα στα ίδια μας τα ρούχα που παλιώνουν / Μες  στο ίδιο μας το δέρμα που ζαρώνει…»

Η ηρωίδα του Ρίτσου που μετακινείται εύκολα από το δικό της το επίκαιρο επίπεδο (του Ρίτσου),  στο άλλο του αρχέτυπου μύθου (του Ομήρου) και με το δικαίωμα της συνωνυμίας της με την ηρωίδα του, μπορεί να μιλά για την πανάκριβη ξενιτιά της Ελένης του Μενελάου από την ομορφιά της νεότητας στην ουδετερότητα του γήρατος, χωρίς καν να ενδιαφέρεται για   την άλλη πολύσημη ξενιτιά, εκείνη που κόστισε τη στράτευση στην εκστρατεία της αφρόκρεμας των ηρώων της Ελλάδας της εποχής (σύμφωνα πάντα με τον Όμηρο),  σε μακρινή γωνιά  της γης -έστω ελληνικής-, για να εκδικηθούν την απαγωγή της, της ωραίας τους, από τον Πάρη, τον ανώριμο νεαρό πρίγκιπα της Τροίας (Ίλιον), και ανύποπτο για το τι θα επακολουθούσε.

Η  ξενιτιά της ηρωίδας του Ρίτσου ως Ελένης του Μενελάου, είναι κατοχυρωμένη στο  έπος του Ομήρου, με την απαγωγή της και την άφιξή της στην Τροία.  Η  επιστροφή της στην Σπάρτη, μετά από δέκα χρόνια ολέθριων πολέμων, σημαίνει ότι είναι ακόμη μία όμορφη γυναίκα, αν και όχι στην πρώτη της νεότητα, εκείνη που παρέσυρε τον Πάρη και τον ελληνικό κόσμο της εποχής της και κατά συνέπεια και στον περίφημο δεκαετή Τρωικό πόλεμο.  Η θεμιτή ξενιτιά του Γ. Ρίτσου από τη νεότητα στο γήρας και η άλλη η αθέμιτη από την Αθήνα στη Γιάρο -και αλλού-, ως εξόριστος, οριοθετεί την περιπέτειά του (και των ομοϊδεατών του)  και ενδυναμώνει  τη αντίληψη του δοκιμασμένου ιδεολόγου της αριστεράς.

Στην ξενιτιά του γήρατος πλέον, η Ελένη, αποδέχεται το πεπρωμένο της με την πικρία του ανθρώπου που περνά στον κύκλο της οδυνηρής πραγματικότητας, της τρίτης ηλικίας. Διανύοντας ετούτον τον κύκλο υφίσταται την  απόλυτη επίδρασή του και τις συνέπειές της. Αισθάνεται όλο και περισσότερο αδύνατη στις εκφάνσεις της ζωής, γνωρίζει μόνο καλά, ότι η εξελικτική ετούτη μεταβίβαση την προετοιμάζει για την ολοκλήρωση του κύκλου της ύπαρξής την, στον ορατό κόσμο.  Επιστατεί ο ανθρώπινος φόβος του θανάτου, και αυτόν τον περίεργο φόβο για το άγνωστο σκοτάδι, η Ελένη[22] τον εκπροσωπεί με τον πιο ηχηρό τρόπο. Εκπροσωπεί την αγωνία  του ανθρώπου που κοιτάζοντας την παρελθούσα ζωή του, αντιλαμβάνεται πώς είναι μόνο ένα βραχύβιο όν.  Η εικόνα μουσικού οργάνου -της κιθάρας- που τρέμει στον τοίχο, συνάδει με τον ανθρώπινο πανικό της ηρωίδας, για το προγεγραμμένο τέλος. «Μια μέρα θα πεθάνουμε»[23], μονολογεί έτσι απλά, στοχαστικά, χωρίς πάθος, η γερασμένη Ελένη.  Υπάρχει ο απλός, ο ήσυχος, ο φυσικός θάνατος εν όψει. Όταν όμως το γήρας καταντά επώδυνο, ο γέρων άνθρωπος βρίσκει κάποια παρηγοριά στο θάνατο: «κι αυτό ήταν μια βέβαιη εκδίκηση και φόβος και παρηγοριά», λέει στον επισκέπτη της και απαριθμεί με  ήσυχη τρόπο την μασημένη αγανάκτησή της, τα κάποια παράπονά της. Αναφέρεται στην απαίσια συμπεριφορά των δούλων της απέναντί της και εξομολογείται με τα παραπάνω λόγια της, την ικανοποίησή της,  που σχετίζεται με την φήμη, και την διατήρηση αυτής μετά θάνατον. Η Ελένη έχει πειστεί ότι ο δεύτερος, ο ηθικός θάνατος των δούλων της, είναι απόλυτα βέβαιος, από την έποψη της απούσης μελλοντικής μνείας τους. Αυτό την ικανοποιεί, καθώς είναι άδικοι απέναντί της, εκμεταλλεύονται  τις μυϊκές της ικανότητες και κλέβουν ακόμη και τα έπιπλά της. Θεωρεί ότι είναι άξιοι μίας τέτοιας,  θείας τιμωρίας για τη συμπεριφορά τους απέναντί της, τώρα που είναι αδύναμη και δεν τη φοβούνται. Για τον εαυτό της είναι απόλυτα βέβαιη ότι ισχύει το αντίθετο. Η «παρηγοριά»  στην οποία αναφέρεται παραπάνω, οφείλεται στην πεποίθησή της και την από αυτήν ικανοποίησή της, ότι  το επερχόμενο τέλος  της, είναι άμεσα συνδεδεμένο με την αθανασία που της εξασφαλίζει η φήμη της (ο ποιητής είναι βέβαιος για την διατήρηση της μνήμης του στις επόμενες γενιές των Ελλήνων).

Ο φόβος του θανάτου και η σημασία της ζωής: Διαπιστώνεται όλο και περισσότερο ότι η ζωή, η αξία του ανθρώπου και ο θάνατος, σημάδεψαν βαθειά την ύπαρξη  του Γ. Ρίτσου. Ο θάνατος κατέχει ξεχωριστή θέση στην ποίησή του  και από τον τρόπο και τη συχνότητα με την οποία  επαναλαμβάνεται, αποκαλύπτεται ότι ο ποιητής  ακόμη και όταν έχει εξοικειωθεί  με την ιδέα του, βαθιά μέσα του, είναι ριζωμένη η πίστη ότι η ζωή είναι γλυκιά, δυνατή και χειροπιαστή, αντίθετα με το άγνωστο, το ασύλληπτο και σκοτεινό που εκπροσωπεί ο θάνατος. Δεν ενδιαφέρει η αλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης ως ύλης, δεν αφορά η συνέχειά της υπό άλλη χθαμαλή μορφή.   Αγνοείται ο νόμος της ζωής όπως δόθηκε  από τον Ανρί Μπερξόν[24]: η ανάδυση της ζωής από το σκοτάδι, η διάρκειά της  στο φως και πάλι πίσω στο σκοτάδι. Στην διανόηση ωστόσο, ο θάνατος ερμηνεύεται ως αιωνιότητα, σχετίζεται με τη φήμη και είναι προνόμιο αντρών επιφανών.

Ο Νεοπτόλεμος στη συνομιλία του με τον Φιλοκτήτη στο συνώνυμο ποίημα, περιγράφει εμπειρία του[25] που υποδεικνύει προσποιητή μάλλον, αδιαφορία για τον θάνατο: «Θυμάμαι μια νύχτα που πλέαμε με πανσέληνο. Το φεγγαρόφωτο / Απέθετε μια εντάφια χρυσή προσωπίδα[26] σε όλα τα πρόσωπα /  οι στρατιώτες, μια στιγμή, σταθήκαν και κοιτάχτηκα /… /… και με μιας, όλοι στράφηκαν / Και κοίταξαν ψηλά το φεγγάρι, / Ακίνητοι όλοι,  πάνω στο αεικίνητο πέλαγος, / Σιωπηλοί, μαγεμένοι, σαν πεθαμένοι κιόλας κι αθάνατοι / (Νέα στροφή) Τότε, σα νάνιωσαν αόριστα ένοχοι, σα να μη άντεχαν                                        /…. /…. / Ίσως για να ξεχάσουν κείνη τη στιγμή, κείνη τη νόηση, κείνη την απουσία»

Και στο ποίημα Χρυσόθεμις η συνώνυμη ηρωίδα  μιλώντας για την κηδεία της μητέρας της, αναφέρεται[27] στη «βελούδινη μαύρη πεταλούδα» με «στίγματα πορτοκαλιά» που «πήρε στους ώμους της το φέρετρο κι εχάθη». Η πεταλούδα -ψυχή-, πήρε στους ώμους της το κουφάρι του σώματος που άλλοτε την φιλοξενούσε. Παρόμοια πεταλούδα παρουσιάζεται και στο ποίημα Ελένη[28] και αποτελούν  αιθέριες στιγμές συνυφασμένες με δέος και θαυμασμό για την μετάθεση του ανθρώπου από τη μία πλευρά της ύπαρξης την φωτεινή, στην άλλη την νοητή, μόνο που θεωρείται σκοτεινή και προκαλεί δέος ακόμα και στους γενναιότερους των ανθρώπων.

Το θάψιμο ενός νεκρού δεν σημαίνει την παραχώρηση  μίας θέση επίσκεψης και τελικής αναγνώρισης της απουσίας του. Οι ενοχές ή οι λύπες αφορούν ταυτόχρονα και τα δύο μέρη: τους ζωντανούς που κουβαλάν αυτά τα συναισθήματα και τους απολείποντας που τα προξενούν.

Η ματαιότητα των  εν ζωή κινήσεων, ενώπιον του αναπότρεπτου του θανάτου: Στο ποίημα Η Επιστροφή της Ιφιγένειας, η Ιφιγένεια[29] του Ρίτσου εξομολογείται ότι εκμεταλλεύθηκε το περιστατικό της θυσίας της στη διάσταση του Ομήρου,  μια και δεν υπήρχε τρόπος να την αποφύγει. Παραδέχεται αβίαστα ότι είχε προσποιηθεί πως την αποδεχόταν για το καλό της χώρας της.    Είχε «κλέψει» τη χλαμύδα του ηρωισμού και την είχε ενδυθεί.  «Δεν πειράζει για μένα», είχε πει υποκριτικά, παρακινώντας τον θαυμασμό των στρατιωτών και τη θλίψη τους για τη νέα γυναίκα, εξιλαστήριο θύμα για την πραγματοποίηση του πηγαιμού στο Ίλιον. Καθώς η Άρτεμις δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν, η Ιφιγένεια είχε αποφασίσει να κερδίσει κάτι από τον προκείμενο και άδικο θάνατό της.  Ο ποιητής τη θέλει ειλικρινή, δήθεν, και τη διαφοροποιεί από την άλλη την φερόμενη ως ηρωίδα στον ομηρικό μύθο.  Η σύγχρονη Ιφιγένεια  μετανοεί, αισθάνεται πόσο ευτελές ήταν αυτό που είχε κάνει στην άλλη της  διάσταση, εκείνη του αρχέτυπου μύθου: «Ευχήθηκα νάχα πεθάνει τότε στ’ αλήθεια, για να μην τα ξανακούσω», ομολογεί στον ακροατή της.  Θεωρεί ωστόσο ότι μέσα στην εντροπή της «είταν και κάποια μυστική ευφροσύνη». Το «αναπότρεπτο» του θανάτου, η ανθρώπινη μοίρα, στην προκείμενη θυσία της, ήταν φαινομενικά, καθώς η όλη υπόθεση ήταν θέλημα της θεάς Άρτεμης.  Η Ιφιγένεια του αρχέτυπου μύθου βρέθηκε από τον αδερφό της Ορέστη, όχι απλά να είναι ζωντανή αλλά και να υπηρετεί τη Θεά Άρτεμη στους Ταύρους.

Η αδυναμία και η ήττα των ανθρώπων, «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» – χωρίς ωστόσο να καταλογίζεται ως  ταπείνωση: «Όχι, καμμιά ταπείνωση δεν είναι. Αν νικήθηκα, νικήθηκα / Όχι απ’ ανθρώπους, μόνο απ’ τους Θεούς. / Καμμιά νίκη ούτε ήττα  / δεν είναι δική μας»[30] καταθέτει  εκ νέου το ίδιο ο Αίας στο συνώνυμο έργο τονίζοντας τις a priori -καθορισμένες από τους θεούς- κατευθύνσεις προς τη νίκη ή την ήττα προς την επιτυχία ή την αποτυχία των ανθρώπων. Όμως ετούτα τα στοιχειά, δεν καταλογίζονται ως ταπείνωση. Οι ιδιοτροπίες και τα καμώματα των Θεών, οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες, έχουν αποκαλυφθεί επανειλημμένα.  Όλα αποδεκτά από τον άνθρωπο, επομένως δεν μπορεί να αισθάνεται ταπείνωση για την έκβαση των πραγμάτων στη ζωή του για τις δικές τους αποφάσεις.

Η Ελένη στο ομώνυμο ποίημα[31], λέει κάτι ανάλογο:  «Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, / ηρωϊσμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες, θυσίες και ήττες». Περιγράφει τη σκηνή μονομαχίας των αντεραστών της, όπως την παρακολούθησε από τα Τείχη της Τροίας και μιλά παρόμοια όπως η Χρυσόθεμις, για την απάντηση στην ερώτησή της στο ομώνυμο ποίημα[32]: «Δεν άξιζε διόλου να κοιτάξεις / την έκβαση την είχαν απ’ τα πριν  ρυθμίσει οι θεϊκές βουλές».

«Εσένα σούχαν κολλήσει στις παλάμες δυο μαχαίρια» λέει η Ιφιγένεια  στον Ορέστη και υποστηρίζει όπως οι προηγούμενοι ήρωες-καταθέτες-ο ποιητής, ότι όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί ήταν προ-κανονισμένα.  Θεωρεί ότι τα μέλη της οικογένειάς της ήταν «άρρωστοι» υπό την «επίβλεψη τρίτων»,  οι οποίοι απλά περίμεναν τον θάνατό τους[33].  Ενισχύεται διαρκώς η ισχύς του Tabula Raza, η επιβολή του θελήματος ενός παντοδύναμου άρχοντος, ενός θεού ή θεών στον αδύνατο εκ φύσεως ή εκ των πραγμάτων, άνθρωπο.  Στο σκηνικό της  ζωής, το υπέρτατο όν -όποιο και αν θεωρείται ότι είναι αυτό- διευθετεί την πορεία των ανθρώπων κατά τη  βούλησή του, επιβάλλεται η απολυταρχία του, είναι ο αήττητος σκακιστής που χειρίζεται τους ανθρώπους – πιόνια, σε νοητό καρέ, ίσως για να διασκεδάσει την ανία του, ή πιθανόν για να ταχτοποιήσει τα άτακτα ακολουθώντας τους νόμους που ο ίδιος έχει θεσμοθετήσει, ή ακόμη γιατί ετούτο τον ικανοποιεί ή τον διασκεδάζει. Θα μπορούσε ετούτο το δράμα να ερμηνευτεί και ως  κουκλοθέατρο τύπου Ιάβας ή και το θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη, με κυρίαρχο πάνω από τη μικρή σκηνή, τον μη ορατό στους θεατές καλλιτέχνη, να χειρίζεται με απόλυτο τρόπο και επιδεξιότητα τα νήματα των μαριονεττών του.

Οι άνθρωποι υφίστανται παντός είδους δεινά, γιατί είναι εκ φύσεως αδύνατοι, έστω και αν στη νεότητά τους και σε στιγμές επιτυχίας, δύναμης ή ευδαιμονίας αισθάνονται ελεύθεροι, ανέγγιχτοι, όπως η Ελένη[34] στο συνώνυμο ποίημα, όταν πετούσε λουλούδια στο πλήθος των στρατιωτών.  Κατά βάθος γνώριζε ότι η δύναμή της ήταν ένα εφήμερο, ένα επίγειο γεγονός και ότι πιο μακρύτερα από αυτήν εκείνες τις στιγμές της δόξας της –καθώς τότε ήταν νέα-, βρισκόταν το φυσικό τέλος της.   Και οι νέοι άντρες στην ακμή της νιότης τους μπορεί να αισθάνονται αιωρούμενοι και αθάνατοι, παρόμοια όπως ένιωσαν ο Καζαντζάκης και ο αγαπημένος του Σικελιανός, σε στιγμές της νεότητάς τους, στην από κοινού ζωής τους, για κάποια περίοδο, στο Άγιον Όρος.

Αν ο χρόνος κυλά και η φτώχεια πάει και έρχεται, το ανθρώπινο σώμα εξίσου απατηλό, ως ύλη φθαρτή, δεν ανθίσταται στο χρόνο[35]. Και ενώ δεν είναι αθάνατο, δίνει την ψευδαίσθηση -κυρίως στη νεότητα- ότι είναι παντοδύναμο, ανέγγιχτο: «ότι κρατάμε το σώμα, μας κρατάει, ότι κρατιόμαστε στον κόσμο».  Έτσι είναι.  Η νεότητα είναι η περίοδος της θεοποίησης του ατόμου, αφεαυτού.  Καθώς ο χρόνος γλιστρά χωρίς να σημαδεύει ευθέως το σώμα ή την υγεία, η σκληρή στιγμή της οριστικής και αμετάκλητης απομάκρυνσης από τη νεότητα, χτυπά τον άνθρωπο αργά, όταν έχει περάσει στο στάδιο όπου γίνονται οι μεγάλες ανατροπές στο σώμα του, στον οργανισμό του. Η ειρωνεία της Ελένης για τα επίγεια, για την προσωρινότητά τους,  επικυρώνεται: «Και γελάω. Πως είταν δίχως νόημα όλα / δίχως σκοπό και διάρκεια και ουσία / πλούτη πόλεμοι δόξες και φθόνοι / κοσμήματα και η ίδια η ομορφιά μου / Τι ανόητοι θρύλοι κύκνοι και Τρώες και έρωτες κι ανδραγαθίες.»

Ο νεαρός Ορέστης, παρά το γεγονός ότι βρίσκει τη δύναμη να αποφασίσει την εκτέλεση της μητέρας του, κυριεύεται από μία άλλου είδους, ανθρώπινης αδυναμίας. Αισθάνεται αδύνατος ενώπιον του ρόλου του, του δολοφόνου υιού: «με ετοίμαζαν και ετοιμαζόμουν γι αυτό», ομολογεί. Στην ουσία όμως δεν είναι έτοιμος, δε θα μπορούσε να είναι έτοιμος για κάτι τόσο αποκρουστικό σαν τη μητροκτονία. Ούτε ενθαρρύνεται από τις καταστάσεις για να παίξει τον ρόλο στον οποίο είχε ταχθεί από το πεπρωμένο του. Μολονότι έχει πλήρη συναίσθηση ετούτου του φαινομένου, όπως οι παραπάνω ήρωες,  αγανακτεί που άλλοι είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη και κατευθύνουν τις πράξεις του και όχι αυτός ο ίδιος. Ο Θεός, η μοίρα ή το καθήκον του διαδόχου στην προκειμένη περίπτωση τροχονομούσαν τις πράξεις των ανθρώπων.

Και ο Αίας στο συνώνυμο ποίημα δεν ξεφεύγει από την παραπάνω αντίληψη, καθώς αισθάνεται τα παρόμοια με τους προηγούμενους μάρτυρες του φαινομένου και ομολογεί με πικρία: «Τη δύναμή μου την ξόδεψα». Εννοεί άδικα και παράνομα. Την είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει τα ζώα που ήταν μπροστά του,  πάνω στην αλλοφροσύνη του, εξαιτίας της θεάς Αθηνάς. Το είχε κάνει πιστεύοντας  ότι σκότωνε τους Αχαιούς που τον είχαν πληγώσει: «Νίκες ολότελα φανταστικές… Τίποτ’ άλλο» λέει. Το ξόδεμα σε μια μάταια πράξη, προκαλεί λύπη στον ήρωα, ιδιαίτερα όταν θυμάται το άσπρο κριάρι που είχε πιστέψει ότι ήταν ο Οδυσσέας.  «Ένας μικρός Αη Γιάννης», λέει λυπημένος και τονίζει ότι «αυτά» τον «δίδαξαν την ήμερη μετριοφροσύνη»[36]. Στην περίπτωσή του  ο θυμός και η οργή κατά των Αχαιών τον είχαν ωθήσει προς εκείνη την κατεύθυνση.  Η Θεά Αθηνά είχε διενεργήσει με σοφία στην περίπτωσή του και έτσι δεν χάθηκαν οι Αχαιοί από το χέρι του.  Ίσως αν σκότωνε τους καθαυτό Αχαιούς, να μην υπήρχε εξιλέωση.

Το μάταιο των αγαθών της ζωής: Η ματαιότητα των αγαθών της ζωής τονίζεται ποικιλοτρόπως στα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης του Γ. Ρίτσου. Στο ποίημα Ελένη[37] η ηρωίδα  υποδεικνύει στον ακροατή της την ματαιότητα του των επιγείων αξιών και αξιωμάτων: «μη σκοτίζεσαι τόσο για ηρωισμούς για αξιώματα και δόξες».  Ενισχύει τη δήλωσή της ακόμη περισσότερο λέγοντας: «Τα πράγματα χαλαρωμένα κούφια».  Ο ποιητής θεωρεί μάταια την προσπάθεια του ανθρώπου για κάποια σταθεροποίηση, μία ακινησία στο σημείο όπου αυτός επιθυμεί να σταθεί τελικά, μέσα στο φάσμα του χρόνου. Η Ελένη δίνει ένα παράδειγμα της παρακμής του επιπέδου ζωής, χρησιμοποιώντας συμβολικά τη χρήση τσουβαλιού που περιέχει αλεύρι: «Το αλεύρι το μαζεύουν οι φτωχοί με τις χούφτες τους», καθώς είναι λιγοστό, δεν αρκεί για όλους και αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Ο τελευταίος που είναι και ο πιο άτυχος, γιατί το σκόρπιο αλεύρι έχει αφανιστεί, σηκώνει το άδειο τσουβάλι απλά για να αλευρωθεί, για να πάρει κάτι από την αξία της ακατέργαστης, πρώτης,  πολύτιμης ωστόσο ύλης.  Δεν έχει μείνει τίποτα γι’ αυτόν από το αλευρωμένο τσουβάλι. Γιατί όμως δεν υπήρχε αρκετό αλεύρι ώστε να πάρει και εκείνος το μερίδιό του; Αυτό είναι το βεληνεκές της απορίας, που αναμφίβολα επιτρέπει κραυγαλέες απαντήσεις σε σχέση με  την ελληνική πραγματικότητα ανέκαθεν: «Καμιά λοιπόν σημασία  στα γεγονότα ή στα πράγματα / το ίδιο και οι λέξεις»[38].

Στο ποίημα   Η Επιστροφή της Ιφιγένειας, η Ιφιγένεια, ως ιέρεια της Θεάς Άρτεμης μιλά με συγκρατημένη απογοήτευση: «Επιμένουμε» λέει, μιλώντας για την αέναη προσπάθεια του ατόμου. «Γιατί όλ’ αυτά τι είταν; Τι είναι;» ρωτάει αναφερόμενη στην ματαιότητα των πολέμων και τις φριχτές τους συνέπειες[39]. Μνημονεύει τον Όμηρο και τα έπη του που περιγράφουν ανώφελες καταστροφές, φόνους, εκστρατείες, αντεκδικήσεις, βουλιαγμένα καράβια, ερειπωμένες πολιτείες[40]: «Υπογραμμίζοντας θαρρείς με την τυφλή του ορθοστασία την απουσία κάθε νοήματος»[41].  Κάνει καταμέτρηση των ανωφελών λόγων για τον αφανισμό τόσων, τον σκοπό τον άσχετο με αυτήν ή με τους στρατιώτες και ομολογεί με λύπη το αποτέλεσμα: «να μας εδώ νικητές τάχα έχοντας φέρει σε πέρας ένα μεγάλο σκοπό που δεν τον θέσαμε εμείς στον εαυτό μας».               Όσο για την αμοιβή τους ως νικητές, φαινόταν ετούτη τόσο ταπεινή και άσχετη με τον εαυτό τους, όσο και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η εκστρατεία: για «το ξόανο της Θεάς» το οποίο κουβαλήσανε[42], λέει με απαξίωση. Ως φυματικός στο Νοσοκομείο της Σωτηρίας ο Γ. Ρίτσος αλλά κυρίως ως αριστερός, ήταν πάντα υπό την επίβλεψη ή την παρακολούθηση τινών ανθρώπων. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τις εκτελέσεις, των τριακοσίων και πλέον ατόμων, οπαδών της αριστεράς, την περίοδο από το 1937 – 1952, δίπλα στον Νοσοκομείο Σωτηρία (Κρατική τηλεόραση της ΕΡΤ, Προσκήνιο, 20/6/07), μπορεί να κατανοήσει το άγχος εκείνων των ανθρώπων που άσχετα με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, υπέφεραν διπλά, καθώς  βρίσκονταν υπό διαρκή και εχθρική, επίβλεψη-παρακολούθηση.

Η σημασία του αντιστασιακού αγώνα για τον Γ. Ρίτσο:  Ως ποιητής με δυνατό προφίλ, έχει επίγνωση και ετούτου: διαθέτει τη  δύναμη της επιρροής. Με τα εκφραστικά εργαλεία που διαθέτει ή και εφευρίσκει στην πορεία της δημιουργικής διαδικασίας, τονίζει τελεσίδικα και αμετανόητα τη σημασία της αντίστασης στην εξουσία της πολιτείας, η οποία (αντίσταση) στην πορεία της δημιουργεί την ανθρώπινη ιστορία:  «ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται, χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία» τονίζει.  Αναφέρεται στην γενναιότητα εκείνου που τολμά και αντιδρά εναντίον της εκτροχιασμένης συχνά πολιτείας και επιπλέον στην ομορφιά του ανθρώπου ανάμεσα στις μνήμες των μεγάλων αγώνων και στις προφητείες της Πυθίας: «Ο καπνός…… σα χρυσόμαλλο δέρας»[43],  γράφει παρομοιάζοντας.

Η ουσία των ποιημάτων: Νεότης – γήρας, αναμνήσεις – μετάβαση από τη νεότητα στο γήρας: το ποίημα, Σονάτα υπό το Σεληνόφως: Η νεότητα, το γήρας, οι αναμνήσεις (μετάβαση από τη νεότητα στο γήρας και οι εξ αιτίας του συνέπειες), ο έρωτας, η άνοιξη, το φεγγάρι, το αίσθημα της αιωνιότητας αποτελούν επίμονα σημεία αναφοράς, σε ορισμένα από τα  ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης. Ιδιαίτερα στο  ποίημα, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ετούτες οι καταστάσεις συγκρούονται  με την απόλυτη σχεδόν μοναξιά, που αν και σκιαγραφείται με λιτά αλλά έντονα περιγραφικά στοιχεία, μηνύει το άλυτο πρόβλημα της μοναχής γερασμένης κυρίας, της  Γυναίκας με τα Μαύρα που κινείται σε ένα παλαιό μεγάλο χώρο, έρημο από την ζεστή συγγενική ή φιλική παρουσία, ενός άλλου, δίπλα της.  Με φράσεις όπως: «το μεγάλο δωμάτιο του παλιού σπιτιού», με την ηλικιωμένη οικοδέσποινα ντυμένη  στα μαύρα,  η οποία «έχει εκδώσει δυο τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής», οξύνεται η εικόνα της περιγραφής. Η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει ευαισθησίες, είναι ποιήτρια, υπήρξε γνωστή λόγω των ποιητικών της εκδόσεων, κατά συνέπεια είχε κάποιες γνωριμίες άλλοτε, είχε κάποιους θαυμαστές πιθανόν.  Πίσω από το προσωπείο ετούτης της ιδιόρρυθμης παρουσίας στα μαύρα, απογυμνώνεται η ανοχή και η αποδοχή του ποιητή των ανεπιθύμητων αλλαγών που επιβάλλει το γήρας, στη ζωή και στο σώμα του, στην καριέρα και στη φήμη του με την έρπουσα εισβολή του. Είναι κατανοητό ότι το άτομο του γήρατος, από-κοινωνικοποιείται πέφτει στην ερημιά της απομόνωσης και ας μη βρίσκεται σε κάποιο κελί τιμωρίας.

Η εμφάνιση νέου ανθρώπου σε ένα τέτοιο ασκητικό περιβάλλον, σημειώνεται ως πνοή νιότης -ζωτική αναπνοή σπιτιού μούχλας-,  σύμφωνης με την φωτεινή φύση που περιβάλλει το παλιό σπίτι,  εκείνες τις πολύ συγκεκριμένες στιγμές. Η παρουσία του νέου άνδρα, θαυμαστή και από την άποψη του θαυμασμού του για την άλλοτε γνωστή κυρία, υπογραμμίζει τη μοναξιά της τωρινής κυρίας, της Γυναίκας με τα Μαύρα: «Άφησέ με νάρθω μαζί σου», εκλιπαρεί τον νέο στη φράση του πρώτου στίχου. Είναι τρομοκρατημένη από τη μοναξιά της, και ακόμη περισσότερο από την  απουσία του νοητού φωτός.  Επιχειρεί να του εξηγήσει πώς αισθάνεται, να επικοινωνήσει μαζί του σε ένα επίπεδο άσχετο με εκείνο της ανισότητας της  ηλικίας τους, να περάσει το μήνυμα, ότι μολονότι βρίσκεται στο λυκόφως της ζωής της, επιθυμεί να αφήσει τον ασκητικό της βίο, που ίσως να επιβαλλόταν και από αυτή την θεοκρατική προσήλωση που την διακρίνει.

Η τσιμεντένια, η ‘αέρινη’ ετούτη πολιτεία, όπου κρατείται ‘φυλακισμένη’, η Γυναίκα με τα Μαύρα, προστατεύει τον ιδιωτικό της βίο και  την ανωνυμία της. Ίσως άλλοτε ετούτα τα στοιχεία να ήταν επιθυμητά. Ο συνωστισμός γύρω από ένα δημόσιο  πρόσωπο είναι ευχής έργο, παράλληλα όμως κλέβει μεγάλο μέρος από την προσωπική του ελευθερία. Τότε επιδιώκεται η απομόνωση, ή η απομάκρυνση από τη δημοτικότητα. Εκείνες τις στιγμές όπως και πολλές άλλες πριν, τα συγκεκριμένα στοιχεία την προσγειώνουν στην πραγματικότητα της τωρινής ύπαρξής της, αντίθετα με το φεγγαρόφωτο που της προσφέρει την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας, με την μαγεία που ασκεί στις μοναχικές ψυχές, σαν τη δική της.

Ο νέος άνδρας την ακούει με προσοχή, υπάρχει σεβασμός και επιθυμία πνευματικής επαφής με τη γηραιά κυρία, τη Γυναίκα με τα Μαύρα και εκείνη κολακεύεται και ανανεώνεται από το σφρίγος που εκπέμπει η παρουσία του. Εισπνέει, την πνοή της νεότητας που εκπνέει ο νέος, και η ζωή φουσκώνει μέσα της όμοια με ιστία καραβιού στο βόρειο άνεμο, στο μελτέμι. Η νεότητα του άρρενος κατακυριεύει το χώρο της, διοχετεύει θετική δύναμη και ενέργεια, την ωθεί στην αιώρηση και εκτός του παλιού σπιτιού, πέρα από τα φαντάσματά του. Ως δια μαγείας η παρουσία του με τη ζωντάνια της, γεμίζει και μεταμορφώνει τον παλιό χώρο σε ζωντανό οργανισμό,  στοιχείο επιθυμητό που η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει στερηθεί στην απόλυτη ερημία της.  Εμβολιάζεται από τη φυσική αισιοδοξία της νεότητας του επισκέπτη της, και υπό την επίδρασή της, νιώθει, ότι ακόμα μπορεί σαν άνθρωπος-γυναίκα, να προσφέρει και να αποδεχτεί θεμιτά ή μη, δώρα. Εκφράζει την ανανεωμένη πεποίθησή της, χαμένη σε εκείνες τις μαγικές στιγμές: «κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου, / (δεν είναι τούτο η λύπη μου-η λύπη μου / είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου)» τολμά να πει σαν ανέραστη νέα.  Το ύστατο μήνυμά της είναι καταθλιπτικό: κι αν το σώμα μαραγκιάζει όπως το λουλούδι, η καρδιά αρνείται να το ακολουθήσει, δεν συμβαδίζει με το γήρας του σώματος-φθαρτής ύλης, που την βαστά.  Παραμένει νέα και ωραία, συνώνυμη με την ψυχή και το πνεύμα, εγκλωβισμένη έστω, σε ένα σώμα, που θα ενδώσει και μάλλον σύντομα, στο μοιραίο κάλεσμα από τη φύση που το έπλασε.

Με την ανίατη «ασθένεια» του  γήρατος σχετίζεται απόλυτα το στοιχείο της μοναξιάς:  «Το ξέρω πως καθένας πορεύεται στον έρωτα / μονάχος  στη δόξα και στο θάνατο.» Η διαπίστωση είναι αληθινή, αποδεδειγμένη. Όμως η μοναξιά είναι  χαρακτηριστικό ανθρώπου που δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, για να συνεχίσει εκείνο που άφησε πίσω στη νεότητά του, τότε που το σώμα μπορούσε, δημιουργούσε. Η Γυναίκα με τα Μαύρα,  είχε ένα όπλο την ποίησή της.  Αφού κρατούσε νέα την καρδιά της και την ψυχή, λογικά είχε  την ανάγκη της απομόνωσης, ως ένα βαθμό.  Η μοναξιά που την μαραζώνει και για την οποία προσφωνεί το δικό της αθέμιτο SOS,  εκείνες τις πολύτιμες  στιγμές,  είναι αποτέλεσμα της ανάγκης της για έναν σύντροφο.

Ο νέος που πληροφορείται άμεσα για τα προβλήματα της γηραιάς κυρίας, και τα κατανοεί, στον επίλογο της ποιητικής ιστορίας,  παρουσιάζεται να ξεσπά σε ένα γέλιο, δυνατό, ασυγκράτητο, έτσι απρόοπτα, λες και από αντίδραση στην τρέλα που του προκαλεί ένας ξεχωριστός φόβος που τον κατακυριεύει. Όλα συμβαίνουν μέσα σε εκείνο το καταθλιπτικό περιβάλλον, όπου η ανάγκη της κυρίας για ένα σύντροφο, δημιουργεί πιθανόν την απόλυτη ανάγκη  να απομακρυνθεί απότομα, έτσι όπως εμφανίστηκε, τελικά. Είναι ακόμα νέος και ωραίος, έχει ‘αιώνιο’ χρόνο μπροστά του, πριν φτάσει στο θανατερό σημείο που αγγίζει τη γυναίκα με τα μαύρα. Ακολουθούν στιγμές σοβαρότητας και ο νέος θα παραδεχτεί για τη Γυναίκα με τα Μαύρα, ότι πρόκειται για εκπρόσωπο μια παρεχόμενης εποχής τελικά: «Η παρακμή μιας εποχής»[44], λέει και είναι βέβαιο, και εν γνώσει του, ότι η μοίρα επιφυλάσσει τα παρόμοια και για εκείνον. Ετούτη η φράση αποτελεί αφενός την κεντρική ιδέα του ποιήματος και αφετέρου την τραγική πραγματικότητα για τον γερασμένο ποιητή του έργου. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Και η πίστη στην αιωνιότητα θα ισχύει για κάποιους, χωρίς ωστόσο αυτή να αποδίδει την πραγματική υπόσταση  του ζωντανού σώματος, που το στεριώνει  η ψυχή του. Η αιωνιότητα είναι βραβείο που απονέμεται στον όποιο ‘αγαπημένο’ δημιουργό.

Ο «Αη Νικόλας»  ο προστάτης των ναυτικών, κατά την ελληνική λαϊκή αντίληψη, οριοθετεί το χωρισμό, το σημείο από όπου οι δύο ετούτοι, εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι, η ηλικιωμένη κυρία και ο νέος άντρας, θα ‘σαλπάρουν’ για τα προδιαγεγραμμένα  γι’ αυτούς λιμάνια.  Η γερασμένη κυρία, η Γυναίκα με τα Μαύρα θα θησαυρίσει το πέρασμα του νέου από τη ζωή της: «Ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω / έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακκιού σου». Ένα σακάκι άδειο, lifeless, τόσο όσο και εκείνη στην ανημποριά της μοναξιάς της.

Η νιότη είναι ζηλευτή από τους ηλικιωμένους ανθρώπους παρά το γεγονός ότι την έζησαν ως στάδιο της ζωής τους, και δεν την προσπέρασαν απλά. Ο Νεοπτόλεμος αναφερόμενος στους παλιούς πολεμιστές της Τροίας που μάταια την πολιορκούσαν για χρόνια, απευθύνεται στον Φιλοκτήτη λέγοντας ότι μπορεί να φθονούν τους «νέους πολεμιστές», για πολλά που οι ίδιοι έχασαν στη φθορά του χρόνου, αλλά περισσότερο απ’ όλα «για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα»[45]. Ο έρωτας είναι αυτό που λείπει περισσότερο ως σύμβολο νεανικής δύναμης και ορμής.

Και η Ελένη στο συνώνυμο ποίημα, καταβάλλει προσπάθεια να κρατηθεί στη νεότητα τοποθετώντας τον εαυτό της σε ‘προστατευτικά καλούπια’ «σ’ έναν δικό μου Δούρειο Ίππο»[46], όπως λέει, μεταφορικά.  Ομολογεί ότι αφότου έχασε τον σύζυγό της Μενέλαο, δεν ενδιαφέρεται για την πτώση της στο χρόνο. Ο βασιλιάς άντρας της την τιμούσε, ακόμη και όταν εκείνη είχε φύγει με τον Πάρη, απατώντας τον μπροστά στα μάτια όλων των Ελλήνων και προσβάλλοντας την υψηλή, τη βασιλική τιμή του. Ο αγώνας του να την πάρει πίσω  την ενδυνάμωνε.   Τώρα ολομόναχη χωρίς αυτόν, δεν ανησυχεί για το γήρας που έρχεται καλπάζοντας. Αποδέχεται την κραυγαλέα μεταμόρφωση που επιβάλλει στο κορμί της, που το ασχημίζει με αναρίθμητα, απροσδόκητα και αφάνταστα ψεγάδια, καθώς επίσης και τις θλιβερές αλλαγές στην μοναχική καθημερινότητά της. Τι μπορεί να κάνει αφού δεν έχει εκλογές, αφού  αδυνατεί να σταματήσει την σωματική και την εξαιτίας της ηθική κατιούσα, στην πορεία της ζωής της; Ο ποιητής περιγράφει παραστατικά ετούτη την κατάσταση εντροπής και θυμού, στους στίχους που ακολουθούν: «Μεγάλες κρεατοελιές φυτρώσανε στο πρόσωπό μου, χοντρές τρίχες /  Μου ζώσανε το στόμα –τις πιάνω’ δεν κοιτιέμαι στον καθρέφτη- / Άγριες τρίχες μακριές- σαν κάποιος άλλος να θρονιάστηκε εντός μου, / Ένας αδιάντροπος, κακόβουλος άντρας, και τα δικά του γένεια / Βγαίνουν απ’ το δικό μου δέρμα. Τον αφήνω -τι να κάνω;- / Φοβάμαι μήπως αν τον έδιωχνα, θάσερνε πίσω του και μένα».

Παρόμοια με τη Γυναίκα με τα Μαύρα, του Σονάτα υπό το Σεληνόφως, η Ελένη, εκλιπαρεί τον επισκέπτη της: «Μη φύγεις.  Μείνε λίγο ακόμα». Η ηλικία της την καθιστά επικίνδυνα αδύναμη.  Συνέβη ήδη, καθώς τώρα πια είναι θύμα κι αυτών των δούλων της. Την κλέβουν, δίπλα στα άλλα αδικήματα που διαπράττουν, εναντίον της. Παραδέχεται ωστόσο ότι η παρουσία τους στο σπιτικό της είναι ζωτική, και ότι αυτό είναι καλύτερο από την ολάκερη ερημιά ή από την εγκατάλειψη. Είναι «σαν μια ελάχιστη νίκη»[47], ομολογεί, απλά γιατί κολακεύεται που οι αχόρταγες δούλες της επιπλέον διαβάζουν κρυφά ποιήματα ή παλιές επιστολές θαυμαστών της, αφιερωμένων άλλοτε, στην αφεντιά της.  Κάποτε λοιπόν  φτάνει στο σημείο στο σημείο να παραβλέπει τα φοβερά πράγματα που κάνουν πίσω από την πλάτη της.  Και όπως οι άλλοι γηραιοί άνθρωποι παραβλέπουν, συγχωρούν και δικαιολογούν τα άμυαλα,  τα πνευματικά ακατέργαστα νιάτα, παρόμοια και η Ελένη: «Ω, βέβαια, θα πρέπει / πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου  να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη / την ήρεμη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις / όταν το δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την ησυχία»[48].

Όσον αφορά τον θάνατο που βρίσκεται κοντά της, λόγω του γήρατος, η Ελένη ομολογεί[49] πως άλλοτε, ούτε αυτή φοβόταν τον θάνατο: «γιατί τον ένιωθα πολύ μακριά μου», καταθέτει. Η ομορφιά της και η αθανασία της έκαναν Τρώες και Αχαιούς να τρέμουν, ενώ αυτή έκρυβε μ’ ένα λουλούδι στα χείλη της «το χαμόγελο της ελευθερίας» που της ενέπνεε η πεποίθηση της γνώσης, για την ομορφιά και για τη νιότη[50] της. Στις αναμνήσεις στηρίζεται ο μονόλογος ή μη, των ηρώων. Ο ποιητής έχει ενστερνιστεί μία υπερβατική ομορφιά στο παρελθόν που ζωντανεύει με τις αναμνήσεις ή ίσως ακόμη διατηρείται ζωντανό, για να επιτρέπει τον αναλογισμό αναρίθμητων σημαντικών στοιχείων, τα οποία δρουν καταλυτικά σαν γνώμονας εμπειρίας, γνώσης, σοφίας. Υπάρχει επίσης  μία ειρηνοποιός δύναμη, ένα σπουδαίο κατάλοιπο ετούτης της δοκιμασίας που αποκαλείται ζωή, αυτή που έρχεται στην κάποια ηλικία και βοηθά τον ποιητή να γίνει συμβουλάτορας, δάσκαλος, ακόμη κι αν κάποτε αισθάνεται ολομόναχος στον κόσμο.  Οι λεπτομέρειες τις οποίες αποκαλεί «άσημες»[51], συντελούν στο να οικειοποιείται ο αναγνώστης με το περιβάλλον  στο οποίο κινείται ο ήρωας, ή το σκηνικό εντός του οποίου δρα.

Στο Σονάτα υπό το Σεληνόφως,  η γηραιά κυρία η Γυναίκα με τα Μαύρα φέρνει ως στοιχείο-παράδειγμα, της μετάβασης από τη νεότητα στο γήρας και τη νέα κατάσταση στο τελευταίο αυτό στάδιο, κάτι πολύ συνηθισμένο και άψυχο, μία παλιά πολυθρόνα που άλλοτε, όταν εκείνη ήταν νέα, της προσέφερε μία άλλου είδους ξεκούραση[52]. Άλλο ήταν τότε το σώμα της, και το τωρινό της, δύσκολο και ξένο προς εκείνο.  «Εδώ κάθησαν / άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα όπως κι εσύ όπως κι εγώ άλλωστε, / και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.»  Είναι γεγονός ότι μία αγαπημένη πολυθρόνα μπορεί και επιτρέπει την ονειροπόληση, τη δημιουργία πολλών ευχών ή και τον αναθεματισμό, επιθυμίες πραγματοποιήσιμες ή μεγαλεπήβολες και αναφέρει μεταξύ άλλων: «-μια αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από  φεγγάρι, / ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο / απ’ την ίδια του ανάσα»[53].  Ίσως ο ποιητής γνωρίζει καλύτερα από άλλους  τη σημασία των κινήσεων του πανιού της βάρκας, που ταξιδεύει υπό τον ούριο άνεμο ή του μαντηλιού που ανεμίζει σε χαιρετισμό, καθώς επίσης και την πολυκύμαντη πολυσημία της δικής του ύπαρξης. Οι διαβαθμίσεις της τραγικότητας που αναδύονται μέσα από τους στίχους πονάνε και αυτόν τον αναγνώστη που κατανοεί με τη σειρά του την αδυναμία του, του ανθρώπου να αντισταθεί σε εκείνα που του επιβάλλονται έξωθεν και κυρίως σε μία συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του.

Στο ίδιο ποίημα, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, μεταξύ των αναμνήσεων, η μουσική και το πιάνο, θυμίζουν στον ποιητή τα παιδικά  του χρόνια, τότε, όταν στην Μονεμβασιά μάθαινε πιάνο με την υποστήριξη των γονιών του, καθώς από ενωρίς είχε δείξει κλίση προς τις Καλές Τέχνες:  «Και τώρα θυμήθηκα / Πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο /… / Και οι δικοί μου στήριζαν / Μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου ταλέντο»[54]. Το πιάνο, που θα μπορούσε να είναι πηγή ευχαρίστησης και ανακούφισης μέσα στους τέσσερις τοίχους του παλιού και έρημου σχεδόν σπιτιού, παρομοιάζεται τώρα πια με «μαύρο Φέρετρο κλεισμένο». Στο ποίημα Σονάτα στο Σεληνόφως, οι νότες του πιάνου ίσως μπορούσαν και να ταράζουν εκείνο το σπίτι, όπου είχε ταφεί η νεότητα της Γυναίκας με τα Μαύρα (ή του ποιητή). Είχε αποβεί μακρινή ανάμνηση πλέον και τη θέση της, την είχε καταλάβει μια ζωή πολύ κοντά στο  συμπλήρωμα του κύκλου της.  Οι όποιες αναμνήσεις δεν βοηθούν την Γυναίκα με τα Μαύρα, αντίθετα τη γεμίζουν με τύψεις που αποζητούν τη μεταμέλεια, που ατυχώς είναι «παρουσία που φαίνεται». «Η μεταμέλεια λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα», λέει χαρακτηριστικά, τονίζοντας την αόρατη, εκκωφαντική, ωστόσο, παρουσία της, στη συνείδησή της. Είναι πανίσχυρα ηχηρή ως προς το αίσθημα που προκαλεί, καθώς έχει καταφτάσει, βρίσκεται εκεί, είναι η τελευταία παρουσία στο χώρο εκείνο  και επομένως  η εντονότερη και η πλέον  βασανιστική. Ετούτη σχετίζεται με το παρελθόν της και με τις πράξεις της και της είναι απαραίτητη. Η λύτρωση καταφθάνει εντελώς φυσικά, αν και απρόοπτα, με το θάνατο, τον καταλύτη όλων, των τύψεων και της μεταμέλειας συμπεριλαμβανομένων.

Η δίψα της γυναίκας με τα μαύρα, να ξεφύγει  από το μαυσωλείο της, παραμένει ανικανοποίητη.  Δεν μπορεί πλέον παρά να φιλοσοφεί, ούσα στο λυκόφως του βίου της. Είναι ενδεικτικό της πείρας της, που με τη σειρά της, είναι καρπός της ηλικίας της: «τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο / σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου; / όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω;»[55]  Ξεπεράστηκε εκείνη η περίοδος, η παρούσα στιγμή ζωή ανήκει σε άλλη φάση και είναι ξένη, όσο ξένη είναι και η κάθε στιγμή που περνά από πάνω από τον άνθρωπο, μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου. Η φράση ο άνθρωπος δεν αλλάζει, είναι ψευδής. Η βραδεία έστω μετακίνησή του στο χρόνο είναι αέναη και ανανεωτική άσχετα αν ετούτη η πορεία συντελεί στο κλείσιμο του κύκλου της ζωής.

Η Γυναίκα με τα Μαύρα διαπιστώνει -στο τέλος του ποιήματος- ότι έχει καθυστερήσει ως προς την απόφασή της να κάνει κάτι δραστικό για την απομόνωσή της για να ξεφύγει από εκείνο το ταπεινωτικό καθεστώς.  Όπως ο πνιγμένος[56], ζητά τη βοήθεια ενός νέου ανθρώπου, ξένου προς την ηλικία της,  μέσα σ’ ένα χώρο εντελώς ακατάλληλο για οιαδήποτε γεύση ρομαντισμού, στον πεζό χώρο της κουζίνας της, γεγονός που τονίζει ακόμη περισσότερο το καρφίτσωμά της σε ένα άχαρο περιβάλλον, που το κατατρώει η επίσης ‘γερασμένη’ ρουτίνα της.  Θα μπορούσε ωστόσο να μην είναι θύμα συγκυριών, αλλά  η απόλυτα υπεύθυνη για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί γύρω της.

Αποπειράται ένα απεγνωσμένο και καθυστερημένο, προφανώς ύστατο διάβημα, να εναγκαλιστεί τη ζωή με ζέση, να προσφερθεί σε κάποιον,  αλλά σε ποιον;  τον νέο περαστικό άντρα που ήταν αδύνατον να αντιληφθεί και ακόμη περισσότερο να ανταποκριθεί στην ανάγκη της; Η Γυναίκα με τα Μαύρα παραλογίζεται, ομολογεί ότι φοβάται τα ανοίγματα του φλιτζανιού και του φεγγαριού, τα οποία παρομοιάζει με σκοτεινά ανοίγματα «στο κρανίο του κόσμου». Τι άλλο θα μπορούσαν να σημαίνουν αν όχι την αφάνεια, τη μοναξιά, τον αφανισμό, ή τον θάνατο; Δεν μπορεί να πετάξει  από εκείνη τη φυλακή της.  Το σώμα της ξοδεύτηκε και τα φτερά της φαγώθηκαν στο χρόνο.  Οι σκέψεις που παρελαύνουν ενόσω πίνει τον καφέ της και της φύσης το πράσινο, της ελπίδας το χρώμα, δημιουργούν την ψευδαίσθηση τραίνου που θα την πάρει για να την ταξιδέψει «χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις;»  αναρωτιέται μόνη[57]. Προφανώς πολλά περισσεύουν στο στάδιο που βρίσκεται.  Έχει αποδεχτεί την ήττα της από τον χρόνο.

Προσπάθεια απομάκρυνσης από παλιά κατεστημένα: Η προσπάθεια της Γυναίκας με τα Μαύρα στο Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ν’ απαλλαγεί από τις τύψεις που οφείλονται στην προσκόλλησή της στην θρησκεία, έστω και αργά, και ν’ αρχίσει μια νέα ζωή μέσα στην πραγματικότητα, της στιγμής εκείνης που είναι η πολιτεία και όχι το φεγγάρι, θίγει το θέμα της προγονολατρείας. Πρόκειται για ένα ακόμη είδος υπερβολικής προσκόλλησης, εκείνης στους νεκρούς, έστω κι αν είναι επιφανείς.  Η τέτοια προσκόλληση εξελίσσεται σε στείρα, και ωθεί τους απογόνους[58] σε μία  ναρκισσιστική αδράνεια ή και απάθεια, με καταστρεπτικές επιπτώσεις  στην εξελικτική πρόοδο και ανάδειξή τους.

Στο ποίημα Φιλοκτήτης, ο ποιητής πλησιάζει με προσοχή τον αρχέτυπο μύθο.  Εδώ, ο Νεοπτόλεμος προσπαθεί  να κρατήσει χαμηλούς τους τόνους τη στιγμή που υποστηρίζει ότι οι νέοι άνθρωποι αντιστέκονται στην προσκόλληση στο ένδοξο παρελθόν,  ότι δεν αρέσκονται στο να επαναπαύονται στις δόξες των παρελθόντων ηρώων, των οποίων όμως αναγνωρίζουν τους αγώνες[59], και αποδεικνύει ότι διαφωνεί με την άποψη πολλών, σε σχέση με την προγονολατρεία. «Μια τέτοια δόξα ας μας έλειπε –ποιος τους την ζήτησε;» τονίζει και υποστηρίζει ότι οι ίδιοι δεν είχαν «μιαν ώρα» δική τους, «πληρώνοντας τα χρέη και τις υποθήκες άλλων»[60].  Ο Ρίτσος διαμαρτύρεται για τα προβλήματα που κληροδότησαν οι πόλεμοι στον Νεοέλληνα, για το πρόβλημα της γλώσσας, για την δαιδαλώδη κοινωνική – πολιτική κατάσταση, το χάσμα των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων, την οικονομική ανισορροπία ως τις ημέρες του θανάτου του. Εν ολίγοις, διαμαρτύρεται για τη νεοελληνική πραγματικότητα της εποχής του.  Θεωρεί πως όπως στους μύθους οι Θεοί καθορίζουν την τύχη των ηρώων, έτσι και στην Ελλάδα οι αρχές καθορίζουν κατά μεγάλο ποσοστό τις κινήσεις των πολιτών.  Σε μία τέτοια κοινωνία οι ποιητές και οι αθλητές περισσεύουν και ως εκ τούτου εξωθούνται στην αντίδραση, επαναστατούν, με ως επί το πλείστον δυσάρεστα αποτελέσματα, δηλώνει έμμεσα ο ποιητής.  «Καταλαβαίνω τη δική σου ευγενική αποχώρηση, σεβάσμιε φίλε, /…καλό πρόσχημα / το δάγκωμα εκείνο του φιδιού (μήπως το δάγκωμα της σοφίας;)»[61] ρωτά ο Νεοπτόλεμος[62].  Παραμερίζοντας όλα τ’ άλλα ο Νεοπτόλεμος (πάντα ο ποιητής)  καταλήγει ότι οι επιφανείς άντρες επιβιώνουν της ταπείνωσης, της αφάνειας και της ματαιότητας: «Είδα ένα βράδι / Αλλόφρονα πλήθη να σηκώνουνε κάποιον στους ώμους τους / επευφημώντάς τον.  Μια δάδα έπεσε πάνω του. / Πήραν φωτιά τα μαλλιά του.  Αυτός δεν  φώναξε. / Ήταν απ’ ώρα νεκρός.  Τα πλήθη σκόρπισαν.  Απόμεινε / το βράδι καταμόναχο, δαφνοστεφές με τα χρυσά φύλλα των άστρων»[63]

Λύτρωση από τη σκιά του γονιού: Ο Νεοπτόλεμος, στο ποίημα Φιλοκτήτης, πριν ακόμη καταλήξει στα δικά του πιστεύω, είχε δοκιμαστεί από το δίλημμά του -‘το μυστικό’ του δίλημμα εκλογής- όπως καταθέτει, τι δηλαδή να διαλέξει, υπό την τεράστια σκιά του πατέρα του, Αχιλλέα:  «ανάμεσα στο γέλιο τους και στα όπλα τους (που ήταν δικά τους και τα δυο)» λέει, αναφερόμενος και στους ξένους που φιλοξενούσαν στο σπίτι τους.  Ίσως γιατί ο πατέρας του έδειχνε περισσότερη αγάπη στα όπλα και μόνο η αγάπη του προς τον Πάτροκλο, η φιλία του αυτή, του έδινε την εντύπωση ότι ίσως είναι  άνθρωπος με αισθήματα. Η μητέρα του αντίθετα, ήταν απλή, ήταν μία τρυφερή παρουσία στη ζωή του. Αναλογίζεται αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, σε σχέση με τη μητέρα του.  Ετούτη αγαπούσε τα πουλιά και ανησυχούσε για τον Νεοπτόλεμο και για την δική του αγάπη προς εκείνα, για την ικανότητά τους να πετούν ελεύθερα. Θυμάται τα λόγια της στη θέα σκοτωμένων πουλιών:  «Είδες που μου ήθελες νάσαι πουλί;»[64]  τον προειδοποιεί, με την αγωνία της μητέρας που θέλει το καλό του παιδιού της.  Μνημονεύοντας τη μητέρα του ο Νεοπτόλεμος αναφέρεται στα χέρια της [65]: «Ίσως να διέκρινα στα χέρια σου φίλε μου / Κάτι απ’ το φέγγος των χεριών της. Ό,τι άγγιζε / Γινόταν άξαφνα μακρινή μουσική – δεν αγγιζόταν»[66]. Πολλοί ευαίσθητοι άνθρωποι παρατηρούν, μελετούν άθελά τους τα χέρια των αγαπημένων τους και ιδιαίτερα ίσως της μητέρας τους[67] και ερμηνεύουν το μέγεθός τους, το μήκος των  δακτύλων τους,  τις κινήσεις τους, τη μυρωδιά τους.

Ειρήνη, Ελευθερία, Γαλήνη:  Ο ποιητής υπογραμμίζει την ειρήνη, αλλά και την αγάπη του προς αυτήν, καθώς είναι  συνδεδεμένη με την ατομική ελευθερία.  Η ειρήνη, η ελευθερία, η γαλήνη, είναι τα ‘άνθη’ που ο Ρίτσος ονειρεύεται να ανθίζουν τριγύρω του, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι ποιητές. Ο πόλεμος είναι μισητός, μετατρέπει το περιβάλλον σε ένα ‘μεγάλο’, ένα ατέλειωτο ‘σφαγείο’,  από όπου «άρχιζε η τύψη κ’ η μετάνοια κ’ η δημιουργία»[68].  Συναισθήματα που ανακατεύουν, που δεν κατακάθονται, παρά παρακινούν τους ευαίσθητους να μιλήσουν γι’ αυτά και να βοηθήσουν στην κατανόησή τους και κυρίως στη γιατρειά τους. Τα μεγάλα θύματα, οι πολεμιστές διάγουν άθλια ζωή, κατειλημμένοι από την έμμονη ιδέα του φόβου του θανάτου, και ίσως η μετάθεση της προσοχής τους προς μία γυναικεία ‘εσθήτα’ βοηθήσει να χαλαρώσουν και να υποδεχτούν τον ύπνο.  Η σημασία του Τρωικού Πολέμου -για μία ‘κλοπή’[69]– μετριαζόταν στη μεγάλη διάρκειά του από πολλά άλλα ενδιάμεσα, έξω από τα τείχη. Η ήδη μακροχρόνια παραμονή τους, είχε πετύχει να ξεχαστεί ο αρχικός σκοπός της εκστρατείας τους.  «Οι θρήνοι κι οι ζητωκραυγές, έπαιρναν λίγο-λίγο τον ίδιο τόνο. /  Επίσης, οι μορφές εχθρών και φίλων- δεν ξεχώριζε».  Στο τέλος της μάχης, όταν έπεφτε η νύχτα και οι στρατιώτες το ήξεραν ότι είναι ζωντανοί, σκέφτονταν πώς να κλέψουν πίσω, όλα όσα τους είχαν κλέψει οι αντίπαλοι.  Αποτέλεσμα υπήρξε η γέννηση σχεδίου, του φημισμένου Δούρειου Ίππου.  Αποτελούσε το μακροχρόνιο όραμα-μηχανισμό για την κατάληψη της Τροίας. Ο Νεοπτόλεμος (πάντα στο ποίημα Φιλοκτήτης), από το λαιμό του Δουρείου Ίππου, είδε «την πραϋντική λάμψη των όπλων»[70] του ήρωα Αχιλλέα.  Ο Νεοπτόλεμος (ή ο ποιητής), με τον μύθο της κατάληψης της Τροίας, απευθύνει και πολλά άλλα μηνύματα. «Διψούσαμε. Δεν ονομάζαμε το νερό και τη δίψα μας…»[71],  «και το νερό δεν υπήρχε»[72] συμπληρώνει, αναφερόμενος στην αγωνία του πολέμου χωρίς γόνιμο σκοπό, χωρίς ηθική αμοιβή,  γεγονός που οδηγούσε τον στρατό σε απόγνωση.

«Είδα άντρες γενναίους να ρίχνουν στάχτη στα μαλλιά τους»[73], λέει ο Νεοπτόλεμος και υπογραμμίζει μία τραγική αλήθεια : «ντρέπονται, κρύβονται, σαν νάχουν φταίξει» για το θάνατο των συναδέλφων τους.  Κι όμως πίσω απ’ όλο αυτό το πολεμικό σχήμα ο Νεοπτόλεμος διακρίνει κάποια ευοίωνα στοιχεία, το γαλάζιο, χρώμα της αισιοδοξίας, το ειρηνικό χρώμα της δύσης του ήλιου που φέρνει την γαλήνη της αφικνούμενης νύχτας και ταυτόχρονα και το όνειρο γυναίκειας παρουσίας: «κομμάτι θάλασσα, λίγο λυκόφως ένα ωραίο γόνατο» διακρίνει «μια ελάχιστη δικαίωση» «κι όλος ο φόβος, αναρίθμητος κι άγνωστος διαλύονταν πέρα,… στη μυθική απεραντοσύνη»[74], λέει, υπογραμμίζοντας τους αγώνες των Ελλήνων, τους χωρίς αμοιβές ουσιαστικά.

Ο Νεοπτόλεμος κατανοεί πολλά αγναντεύοντας από ψηλά «από το πανήψυλο αλώνι» για δεύτερη φορά τη λάμψη των όπλων του ήρωα, ‘κ’ εννόησα’, καθώς λέει, ότι:  «Ίσως  κι εσύ, μια ανάλογη στιγμή, σεβάσμιε φίλε, θ’ αποφάσισες / Ν’ αποσυρθείς.  Τότε θαρρώ, θ’ αφέθηκε να σε δαγκώσει / Το φίδι του βωμού.  Γνώριζες, άλλωστε, πως μόνον / Τα όπλα μας χρειάζονται, κι ‘όχι τους ίδιους εμάς (όπως είπες) / Όμως εσύ και τα όπλα σου, τα τίμια κερδισμένα»[75]  Η πίστη του Νεοπτόλεμου στον ήρωα και τα όπλα του είναι πολύ συγκινητική.  Τα όπλα -το τόξο στον μύθο-, είναι τα περίφημα όπλα του Ηρακλή, που μ’ αυτά είχε εξολοθρέψει την Λερναία Ύδρα και τον Κέρβερο, τον φύλακα του Άδη, και  τα οποία είχαν προσφερθεί στον πατέρα του ως αμοιβή από τον ίδιο, επειδή τον είχε βοηθήσει -μέσα από παρακλήσεις του- να παραδοθεί στις φλόγες, για να λυτρωθεί από το δηλητηριασμένο χιτώνα του[76]. Ο Νεοπτόλεμος όμως γνωρίζει ότι ο ήρωας θα κρατήσει «την ύστατη  νίκη τη μόνη», όπως αποκαλεί ο ίδιος «τη γνώση αυτή τη μελεχρή και τρομερή: πως δεν υπάρχει νίκη», και τον παρακαλεί: «παρακαλώ σε να μου δείξεις τη χρήση»[77]  προσθέτει μάλιστα: «Η ώρα έφτασε»[78], εννοώντας την ώρα για τη χρήση των όπλων του.  Με την απόσυρσή του ο Φιλοκτήτης περνά σε ένα πλάνο απουσίας, πιθανόν για να βιώσει ετούτη την αντίδραση του Νεοπτόλεμου. «Θα μπορούσες να φορέσεις ξανά το πουκάμισο του εικονικού θανάτου σου / ώσπου να γίνεις (όπως έγινες) η μεγάλη σιωπή της ύπαρξής σου».

Το λυκόφως: μαρτυρείται η ανάγκη του Νεοπτόλεμου για την επικύρωση της σκέψης του από τον Φιλοκτήτη, και ρωτά: «Καμιά φορά το φως του λυκόφωτος είναι μια φώτιση-δεν είναι;» Το φως στην ηλικία του λυκόφωτος, η σοφία, κτίζεται αργά, σταθερά με το πέρασμα χρόνων, με τη βοήθεια  της εμπειρίας. Αποκαλείται φέγγος και είναι «ένας ολόχρυσος θώρακας, ασφαλής τριγύρω στο στήθος μας», μονολογεί ο νέος. Το μεταξύ του χρυσού θώρακος και της σάρκας: η αναπνοή, είναι ακράδαντο στοιχείο ύπαρξης ζωής και είναι ίσως το μόνο αληθινό στοιχείο, καθώς και αυτή η πολυβασανισμένη ατομική ελευθερία εξαρτάται, εφόσον κάποτε εξυπακούεται ασφυκτικούς κανόνες και νόμους[79]. Και παρόμοια η εθελοντική απομάκρυνση του ήρωα που τον πονούσε, ξεπερνιέται και παύει να είναι είδος αιχμαλωσίας[80].

Ο Νεοπτόλεμος που βρίσκεται σε «πλήρη μοναξιά», θεωρεί οδυνηρή  την απομάκρυνσή του από τον ήρωα.  Τα επίγεια είναι απαραίτητα ως συντελεστές  επαφής και περαιτέρω ‘σύγκρισης’  για την ‘παράσταση’, για την «αδελφική παρομοίωση του απέραντου και στάθμιση του αστάθμητου». Ο αγωνιστής παρωτρύνει τον ήρωα να επιστρέψει μαζί του φέροντας «το προσωπείο της δράσης».  Αυτός θα φέρει τα όπλα του ήρωα και θα κρυφτεί στο λαιμό του Δούρειου Ίππου.  Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουν οι Έλληνες και οι Θεοί τους  να νικήσουν αφού μόνο «τέτοιες νίκες υπάρχουν». Ο Νεοπτόλεμος πιστεύει ότι το χαμόγελο του ήρωα και η νόησή του θα είναι γι’ αυτούς ένα ‘φέγγος’, ‘η επιείκειά’ του και ‘η σιωπή’ του ‘πυξίδα’ κατεύθυνσης[81].  Λάφυρο αυτής της καθολικής νίκης των Ελλήνων θα είναι η μεγαλύτερη κατά δέκα χρόνια, Ελένη.

Ο ήρωας αρνείται την πρόταση του νέου αγωνιστή, να φορέσει το προστατευτικό προσωπείο.  Του δίνει τα όπλα του[82] και τον ακολουθεί, ενάντια στον θάνατο, όχι όμως για να ακολουθήσει αυτόν καθεαυτού τον νεαρό ήρωα, αλλά τα δικά του τα όπλα. Ο Φιλοκτήτης, όπως στο  ποίημα Ορέστης, επιχειρεί έναν ρόλο αντίθετο προς τον χαρακτήρα του.   Η Λήμνος[83] που αναφέρεται εδώ, πιθανόν να είναι αυτή καθαυτή η νήσος Λήμνος,  όπου εξορίστηκε ο Γ. Ρίτσος την περίοδο 1947- 1948.  Κατ’ άλλους με την ονομασία της  Λήμνου υπονοείται η νήσος Σάμος, στην οποία κατέφυγε ο ποιητής την περίοδο 1960-1965, και έγραψε και το συγκεκριμένο ποίημά του[84]. Κάτω από το ίδιο ποίημα ο Ρίτσος γράφει: «Αθήνα, Σάμος Μάης 1963, Οχτώβρης 1965».  Η δεύτερη υπόθεση αποδεικνύεται με την κατάθεση του ιδίου του ποιητή.

………………………………………………………………………………………………………………….

 

[1] Ο Γ. Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την 1η Μαΐου 1909 και πέθανε στην Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990.

[2] Ρίτσος Γιάννης, Η σονάτα του σεληνόφωτος, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1957, 2η έκδ. (πρώτη έκδοση το 1956), (Χωριστό τεύχος), Κέδρος 7η έκδοση.

[3] Γ. Ρίτσος, Τέταρτη Διάσταση, 1956-1972, Τόμος ΣΤ’, 9η έκδοση, Κέδρος.

[4] Αυτόθι,  Τέταρτη Διάσταση, ο. π.

[5] Αυτόθι,  Τέταρτη Διάσταση, ο. π.

[6] Αυτόθι, Χρυσόθεμις  (χωριστό τεύχος), Κέδρος, 12η έκδοση.

[7] Αυτόθι, Ελένη (χωριστό τεύχος), Κέδρος 3η έκδοση.

[8] Αυτόθι, Η επιστροφή της Ιφιγένειας (χωριστό τεύχος), Κέδρος 6η έκδοση.

[9] M. J. Jeffreys, Reading in the Fourth Dimension, Modern Greek Studies, 2, 1994, page 10.

[10] Π. Πρεβελάκης, Μελετήματα, Αθήνα 1974, σ. 38.

[11] M. J. Jeffreys, Reading in the Fourth Dimension, ibidem, p. 64.

[12] Ενωρίτερα, τον 19ο αι., αν και υπό διαφορετικές συνθήκες, ο  Δ. Σολωμός στον ύμνο προς την πολυπόθητη των Ελλήνων Ελευθερία, εκφράζει την προσωπική και ταυτόχρονα καθολική ανάγκη για την επίτευξή της, τη διατήρησή της και τις θυσίες που επιβάλλονται προς τον σκοπό αυτό,  Δ. Σολωμός, Άπαντα, εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις γλωσσάριο, του Ν. Β. Τωμαδάκη, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969.

 

[13]“We must accept the metaphor of the poetic mask”,  λέει ο Μ. Jeffreys. M. Jeffreys, Reading in the Fourth Dimension, ibid, p. 64.

[14] Ο Γιάννης Ρίτσος μετάφρασε ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (1893 – 1930), Γιάννης Ρίτσος από το βιβλίο Μαγιακόβσκη, Ποιήματα, εκδόσεις Κέδρος.

[15]  «…κι όταν ακόμη…» Π. Πρεβελάκης, Μελετήματα, ο.π., σ. 29.

[16] Η άλλοτε παντοδύναμη, γριά αρκούδα, με τον κρίκο τον περασμένο στην μύτη ήταν ένα θέαμα που απαντούσε συχνά στην ελληνική κοινωνία της εποχής του ποιητή.  Ο ιδιοκτήτης -ένας τσιγγάνος-, έπιανε την αρκούδα από μικρή την γύμναζε να κάνει διάφορα καμώματα όπως: χορό -ενώ αυτός χτυπούσε το ντέφι του-  κάποιες έξυπνες αλλά πολύ απλές ασκήσεις όπως να μαζεύει στο τέλος της ‘παράστασης’, τα μεταλλικά φτωχικά κέρματα που πρόσφεραν οι κάτοικοι που τους χάζευαν στις γειτονιές από όπου περνούσαν.

[17] Γ. Ρίτσος, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 14.

[18] Αυτόθι, Φιλοκτήτης ο.π., σσ. 259-260.

[19] Αυτόθι,  Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 8.

[20] ο. π., σ. 12.

[21] Αυτόθι,  σ. 13.

[22] Αυτόθι,  Ελένη, ο. π., σ. 17.

[23] Αυτόθι,  σ. 17.

[24] “elan vital”, Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, N. York, 1935

[25] Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης,  ο. π., σ. 260.

[26] Η χρυσή μάσκα θανάτου των  Μυκηνών για την οποία ο Schlieman, πιστεύει ότι ανήκει στον ηγεμόνα της πολιτείας Αγαμέμνονα, και είναι του 16ου π. Χ. αι., Ekdotike Athenon S.A., The Greek Museums,  Edition 1975, p. 55.

[27] Γ. Ρίτσος, Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 19.

[28] Αυτόθι,  Ελένη, σ.18.

[29] Αυτόθι,  Η Επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 21.

[30] Αυτόθι,  Αίας,  ο. π., σ. 240.

[31] Αυτόθι,  Ελένη, ο. π., σσ. 22-23.

[32] Αυτόθι,  Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 12.

 

[33]Αυτόθι,  Χρυσόθεμις, ο. π., σσ. 13, 14.

[34] Αυτόθι, Ελένη, ο. π., σ. 23.

[35] Αυτόθι,  Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 12.

[36] Αυτόθι,  Αίας,  ο. π., σ. 239.

[37] Αυτόθι,  Ελένη, ο. π., σ. 10.

[38] Αυτόθι,  σ. 11.

[39] Αυτόθι,  Η επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 12.

[40] Αυτόθι,  Η επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 12.

[41] Αυτόθι,  σ. 13.

42Αυτόθι,  σ. 13.

[43] Αυτόθι,  σ. 21.

[44] Αυτόθι,  Η Τέταρτη Διάσταση, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 17.

[45] Αυτόθι,  Φιλοκτήτης,  ο. π., σσ. 258-259.

[46] Αυτόθι,  Ελένη ο. π., σ. 16.

[47] Αυτόθι,  σ. 17.

[48] Αυτόθι,  σ. 20.

[49] Αυτόθι,  σ. 23.

[50] Αυτόθι,  σ. 16 και σ. 25.   Κάτι ανάλογο με αυτό απαντά και στο ποίημα: ‘Χρυσόθεμις’.

[51] Ποίημα από τη συλλογή του Ρίτσου Μαρτυρίες Β.΄

[52] Αυτόθι,  Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 11.

[53] Αυτόθι,  σ.10.

[54] Αυτόθι,  σ.11.

[55] Αυτόθι,  Σονάτα υπό το Σεληνόφως,  ο. π., σ. 13.

[56] Αυτόθι,  σ. 14.

[57] Αυτόθι,  Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 16.

[58] Τους Έλληνες συμπατριώτες του Γ. Ρίτσου.

[59] Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Συνολική Θεώρηση του έργου του,  ο. π., σ. 247.

[60] Αυτόθι,  Φιλοκτήτης, ο. π., σ. 247.

[61] Ο Φιλοκτήτης που υπέφερε δυνατούς πόνους ύστερα από το δάγκωμα δηλητηριώδους νεροφιδιού, έμενε στη Λήμνο όπου τον άφησαν οι γιοι των Αχαιών (Ομήρου Ιλιάς, Ραψωδία ΙΙ, στιχ. 716-729).

[62] Ο ήρωας-ποιητής, Γ. Ρίτσος, απομονώθηκε στη Λήμνο εσκεμμένα ώστε να σημειωθεί με την απουσία του το κενό στο κόμμα του και στον γενικό αγώνα για τα δίκαια.  Είναι  γνωστόν ότι ο Γ. Ρίτσος είχε υποβάλλει υποψηφιότητα με την ΕΔΑ το 1964, χωρίς  επιτυχία. Ο ποιητής  θεωρεί την ποίησή του ως το όπλο του εναντίον της καταδυνάστευσης.

[63] Αυτόθι,  Φιλοκτήτης,  ο. π., σσ. 249-250.

[64] Αυτόθι,  σ. 252.

[65] Αυτόθι,  σ. 253.

[66] Αυτόθι,  σ. 254.

[67] Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ΙΑ’ επανεκτύπωση, 1997, Γραφικές Τέχνες Αθ. Γιαννοπούλου, Περιστέρι -Αθήνα, σ. 51.

[68] Αυτόθι,  Φιλοκτήτης,  ο. π., σ. 254.

[69] Αυτόθι,  σ. 256.

[70] Πρόκειται ίσως  για την  ποίηση του ήρωα-ποιητή.

[71] Μεταφορικά πιθανόν για τη γνώση της αλήθειας

[72] Άρνηση: «Στο περιγιάλι το μικρό κι άσπρο σαν περιστέρι, / διψάσαμε το μεσημέρι και το νερό γλυφό…» γράφει σε στίχους του ο Σεφέρης (ο ποιητής της Στροφής της ελληνικής ποίησης, της γενεάς του ‘30),  καθώς το στοιχειό της θάλασσας είναι αδιαχώριστο στοιχείο της ποίησης των Ελλήνων.

[73] Αυτόθι,  Φιλοκτήτης,  ο. π., σ. 258

[74] Αυτόθι,  σ. 260

[75] Αυτόθι,  σ. 261

[76] Ο Κένταυρος Νέσσος για να εκδηκηθεί τον Ηρακλή, είχε συμβουλέψει τη γυναίκα του Διηάνειρα, να βουτήξει τον χιτώνα του ήρωα στο δηλητηριασμένο αίμα του, δήθεν για να τον κρατήσει  δικόν της και κοντά της για πάντα.   Robert Graves, Greek Myths, Illustrated edition, Cassell Ltd. 1981, σ. 215.

[77] Αυτόθι,  Φιλοκτήτης,  ο. π., σ. 261.

[78] Αυτόθι,  σ. 261.

[79] Αυτόθι,  σ. 262.  ‘Ω ναι, η ελευθερία είναι πάντα κλειστή, περισφίγγει / ολόκληρο το σώμα – και τη φτέρνα οπωσδήποτε’  Γίνεται μνεία πλαγίως στην ‘Αχίλλειο Πτέρνα’, καθώς ήταν το μόνο τμήμα του σώματος του ήρωα που δεν είχε βυθιστεί από τη μητέρα του Θέτιδα στο παγωμένο νερό του ποταμού Στυγός που ρέει και στον Κάτω Κόσμο, για να γίνει Αθάνατος, The Kingfisher Book of Myths and Legends retold by Anthony Horowitz, London, 1991, p.  62.

[80] Φιλοκτήτης, ο. π., σελ. 263 ‘Όμως ας μας φυλάξουν οι Θεοί να μη γίνουμε αιχμάλωτοι

Έστω και της πιο ωραίας ακόμη αποκάλυψης, μη χάσουμε για πάντα

Την τρυφερή αφέλεια των μεταμορφώσεων

Και την έσχατη πράξη του λόγου’

[81] Αυτόθι,  σ. 263.

[82] Στον μύθο πρόκειται για το τόξο του Ηρακλή, εδώ μεταφορικά πρόκειται ίσως για την ποίηση του Γ. Ρίτσου.

[83] M. J. Jeffreys, Reading in the Fourth Dimension, ibid, p. 82 .

[84]‘ποίημα του Χρέους’, Παντελής Πρεβελάκης, ‘Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος’ Συνολική θεώρηση του έργου του, Β’ Έκδοση, Κέδρος, 1983, σελ. 356.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...