Στον Άη-Γιάννη

 

Λευκάδα, καλοκαίρι 1965

Νά ‘μαι λοιπόν στους Τσουκαλάδες Λευκάδας, με την αγαπημένη φίλη-συμφοιτήτρια, Σοφία Β….ού.

Νέες, γεμάτες με την εμπιστοσύνη που εμπνέει το νεαρό της ηλικίας μας, γεμάτες πόθους και όνειρα για το αύριο, φορτισμένες με καταπληκτική ενέργεια και με μια δύναμη θεϊκιά να τανύζει την ύπαρξή μας…

Κι ήταν ένα πρωινό -εκείνο το συγκεκριμένο, το αθάνατο στη μνήμη μου- και είμασταν έτοιμες για ένα μπάνιο εκεί κοντά –τρόπος του λέγειν-, στον Αη-Γιάννη…  Ξεκινάμε στα γρήγορα, έτσι απλά, χωρίς προετοιμασίες, με ένα πρόχειρο φόρεμα πάνω από το μαγιό και μια πετσέτα στον ώμο…  Ένα τέτοιο υπέροχο πρωϊνό, μόνο που δε φυτρώνει φτερά στα πόδια μας!

Δε θα μιλήσω για τη φυσική ομορφιά του νησιού.  Ομορφιά είναι ολόκερη η Λευκάδα, όλα τα Επτάνησα…  Ομορφιά όμως είναι και το να ανακαλύπτεις γωνιές που σε ταξιδεύουν πέρα από την πραγματικότητα, πραγματικότητες οι ίδιες.  Και θα καταλάβετε τι εννοώ…

Δροσερές ακόμη από το μπάνιο μας, αποφασίζουμε να αποδείξουμε άλλη μια φορά… από τι ίνες είμαστε φτιαγμένες.  Εκείνη τη χρονιά, ένα τσουχτερό, χειμωνιάτικο πρωϊνό,   μία μεγάλη συντροφιά  φοιτητών με ηγήτορα τον γυμναστή μας, κ. Τσιάντα, εύκολα είχαμε αναρριχηθεί και στη συνέχεια είχαμε πορευτεί στο χιονισμένο οροπέδιο του χιονοδρομικού καταφύγιου στο όρος Μιτσικέλι. Επομένως ετούτο το σκαρφάλωμα ως την κορυφή που δέσποζε πάνω από την  θάλασσα του Αη-Γιάννη, στα δεξιά,  ήταν  σίγουρα μια καλοκαιρινή βολτίτσα!

Σκαρφαλώντας εκείνες τις πολλαπλές πεζούλες αμπελιών, πάντα δεξιά, φτάσαμε στην κορυφή, δίπλα στον ολόγυμνο, θαρραλέο βράχο που υψωνόταν αγέρωχος, γοητευτικός, περήφανος σε εκείνη την απομονωμένη, παρθένα φύση. Ορθωνόταν  βασιλικός, πρίγκιπας  στεμμένος  τον ουρανό, με την κυρά-θάλασσα, τη μάγισσα γυναίκα του ανέμου, να γλύφει δουλικά και πάντα ύπουλα, υποκριτικά, τις ρίζες του.  Έτσι τον είχα νιώσει παρατηρώντας πρώτα τις γλινιασμένες βάσεις του δίπλα στην αμμουδιά, και ύστερα εισδύοντας άφοβα η Σοφία και η αφεντιά μου, στη μεγάλη σπηλιά του, σιωπηλή μαρτυρία ενοχής, της υγρής κυρίας. Όμως τώρα,  δίπλα του, είχε αλλάξει το σκηνικό:  είμαστε εκτεθειμένες στα στοιχειά της φύσης… όμοια με εκείνον.

Το φως του καλοκαιρινού ήλιου που εκτελούσε την πορεία του στο μεσούρανο, θάμπωνε   ματιά και  Νου!

Απομακρύνθηκα από  τη φίλη μου, που κοιτάζοντας αριστερά… έψαχνε θαρρείς σημάδια του ατέλειωτου ορίζοντα. Βαδίζοντας σε ψηλότερο επίπεδο, κάποια στιγμή δεν την έβλεπα.   Ξαφνικά ένιωσα ότι μου άρεσε που είχα σταθεί έτσι μόνη, χωρίς άνθρωπο δίπλα μου, λες και για να αισθανθώ την αμφίδρομη επίδραση: της φύσης και τη δική μου σ’ αυτήν…  Ήθελα να πιστέψω ότι ήμουν ολομόναχη  με τις αισθήσεις μου και την αλλοπαρμένη φύση.  Άπλωσα τα χέρια μου μπροστά, σα να ήθελα να ισορροπήσω τη λογική μου σ΄εκείνες τις αντιφάσεις της.   Σαν για να δώσω, σα να ήθελα να πάρω… Ήταν, σαν να το ποθούσα πάντα να σταθώ εκεί, έτσι αιωρούμενη ανάμεσα στον ουρανό και στον αγέρωχο βράχο. Κύτταξα μπροστά μου, ως εκεί που έφτανε η δύναμη του ματιού. Ακαθόριστος από την γοητευτική ομίχλη ο ορίζοντας, χανόταν ασύνορος, πάντα αγκαλιασμένος την υδάτινη μάζα.  Ένιωθα την καρδιά μου φορτισμένη με ανεξήγητο πόθο, συναίσθημα που δεν εκφραζόταν με το Λόγο.  Κοίταζα μαγνητισμένη την Άγια Φύση με κομμένη την ανάσα από τ’ αγέρι, που ανασκάλευε χωρίς δύναμη ή πάθος, έτσι ειρηνικά αλλά βαθιά μέσα μου τα σωθικά μου και φύτευε τη λατρεία για το λάγνο τοπίο.   Α! Άγγελε, πώς να αλλιώς θα γενιόσουν γητευτής της ποίησης αν δεν είχες νιώσει συναισθήματα τέτοιου είδους στην Λευκάδα σου, δίπλα στην λάγνα θάλασσά της!

Η αμοιβή ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι είχα φανταστεί.  Θαύμαζα έκθαμβη τον κόσμο της φύσης, που απέραντη και παντοδύναμη κρατούσε στην αγκαλιά της εμένα, την αδύνατη, την αφελή στα μυστικά της, παρουσία.  Ήμουν ανίκανη να συλλάβω με τις αισθήσεις ή με το Νου το μέγεθος του μεγαλείου ολόγυρά μου.  Πονούσα ξαφνικά.  Ήταν η ελάχιστη ή μέγιστη ασύλληπτη παρουσία του θείου, που προκαλούσε  ένα ανείπωτο πόνο μέσα μου: α! δε θα μπορούσα ποτέ να εκφράσω με λέξεις ή με χρώματα, αυτό που ζούσα!..

Σαν σε αποκάλυψη, ένιωσα την οχλαγωγή του ανέμου να μου μηνύει σφυρίζοντας προκλητικά, προειδοποιητικά, απειλητικά:  μα, πώς τολμούσα; ήμουν θνητή… ήμουν χώμα… νερό, λάσπη… ήμουν κόκκος άμμου… κι εκείνα –αθάνατα στοιχειά- ήταν εκεί αιώνια, πανίσχυρη πολλαπλή παρουσία, ασύλληπτη στην ουσία της. Περιβάλλοντάς με, με έδερνε ή με φιλούσε, παίζοντας με τα συναισθήματα του φόβου ή του πόνου, της υποταγής ή της αντίδρασης προς τα στοιχειά του… Μα… ο αήττητος άνεμος ήταν παντρεμένος με το προκλητικότερο θήλυ: την αεικίνητη μάγισσα-θάλασσα!  Τι άραγε περίμενα μέσα από την θνητή αδυναμία μου;

Η αχλή διαλύθηκε ξαφνικά, και ο άνεμος που είχε ξεσπάσει επάνω μου, είχε σωφρονιστεί και είχε αποσυρθεί, και την είδα ξανά την κυρά-θάλασσα, όπως ποτέ άλλοτε ανανεωμένη, θαμπωμένη στο φως του ήλιου, να αστράφτει στην ολόγυμνη αλήθεια, έτσι, σε εκείνη την απόλυτη ησυχία… σε εκείνη την ατόφια ερημιά μου… Ήταν σα να ξεκολλούσε από τον ουρανό, ατελείωτη όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα.

Υπήρχε άραγε τρόπος επικοινωνίας με τα στοιχειά της φύσης ή ήταν μονόλογος και από τις δύο πλευρές;  Άκουγα τις  σκέψεις μου, λες… και  στ΄αυτιά μου!

«Παράξενο θήλυ, θάλασσά μου! Καπριτσιόζο εξωτικό, είχες αναδυθεί μέσα από τα λιγοστά πέπλα αχλής που χάϊδευαν ακόμη την όψη σου, ελεύθερη, δυνατή, απεριόριστη από νόμους ή κανόνες… Θάλασσα… αγαπημένη μου, κι ας είσαι κάποτε γεννήτρα μυρίων δεινών! Έτσι όπως με συνεπαίρνει η απεραντοσύνη σου, η αλάθευτη ομορφιά σου, γεννιέται μέσα μου  σφριγηλός ο πόθος να ενωθώ μαζί σου, να συνυπάρξω μέσα σου, μόριο της αλλοπαρμένης σύνθεσής σου, μία στιγμή έστω, μακριά από τα οικεία, τα επίγεια, τα καθημερινά και μικροπρεπή, τα ματαιόδοξα.  Μακριά από τ’ αχόρταγα στο σπάραγμα των  φτωχών, τα φθαρτά!.. Μια βουτιά λαχτάριζα μέσα στο σώμα σου, μέσα στη μνήμη σου, στα ενδόμυχα της ψυχής σου… τη συνουσία των ψυχών μας αποζητούσα… εις μάτην!

Ευχήθηκα να μη τελειώσει η στιγμή όπου είχα εγκλωβιστεί, μέσα από τη δική μου ανάγκη και κατά λάθος, όπου ένιωσα ελεύθερη σαν τον αγέρα που επέμενε να σε φιλάει να σε αγκαλιάζει, να σε αναστατώνει… αιώνιος εραστής σου. Ευχήθηκα να μπορούσα να γινόμουν στοιχειό της ατίθασης αγριάδας, της άφοβης και μαχητικής σαν το αιώνιο κύμα σου που χτύπαγε αλύπητα τις ρίζες του πανύψηλου βράχου που πατούσα, του εκτεθειμένου στην ανελέητη ορμή σου, τη μεθοδική υπομονή σου να θέλεις να  τον καταπιείς στον εναγκαλισμό, ερωμένη-θηρίο εσύ, μια άκαρδη, μια γενναιόδωρη, θήλυ των αντιθέσεων και από καταβολής κόσμου!

Ο χρόνος πάει… έγινε χαμένη κουκίδα… ξεχασμένη, κολλημένη ωστόσο στο μυαλό μου, αλήθεια-θάλασσα, η αλήθεια και η μοίρα η ανθρώπινη, η ξένη προς τη δική σου και η ελευθερία σου, τόσο ανύπαρκτη για μένα, τον άνθρωπο. Με πονάει η αλήθεια της δικής σου απόλυτης λευτεριάς , θάλασσά μου! Αλήθεια με  πονάει!»

Άραγε μ’ ακουσαν μ’ ένιωσαν τα αγαπημένα στοιχειά;  Άραγε υπάρχει κάποια άϋλη ουσία στην αισιόδοξη ατμόσφαιρα που επικοινωνεί την ανθρώπινη νόηση με κάποια αντίστοιχη δύναμη της φύσης; Πόσο βασανιστικά είναι όλα αυτά;

Όμως… Ναι! Τελικά θα πω, έστω και από τη μειονεκτική θέση μου, πως η ψυχή μου συμφωνεί με τη δύναμη που διέπει όλα τα υπαρκτά και τα συμβολικά, και ότι οι αξίες μου αντλούνται από την δική της τάξη, και ότι θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου να μη σκλαβωθώ  ποτέ… και από τίποτα ταπεινό και φτηνό, συμβατό με την αδυναμία, εγώ ασυμβίβαστη προκάτοχος ενός προσφυγικού μαραθώνα, μιας αλήθειας που έπαψε να εμφανίζεται ορατά, αλλά ζει και βασιλεύει στα ενδόμυχα των περιθωριοποιημένων ψυχών που δε συμβιβάζονται!

-Έτοιμη;

Ξαφνιασμένη ακούω τη φωνή της φίλης μου -λες και απόμακρη.  Λες και είναι εκεί για  να με φέρει πίσω, στο δικό μου «τώρα»!

-Έτοιμη;   Ναι… ναι… έτοιμη!

Απαντώ αργά, σιγανά -ίσως και να μην ακούγομαι-  και χαιρετώ -νεύοντας  άθελά μου χαιρετισμό με το χέρι- το μεγάλο στοιχειό της κυρά-θάλασσας, λες και δεν πρόκειται για αυτή την ίδια που φιλά ήσυχα  την αμμουδιά του Αη-Γιάννη, αλλά για άλλη, άσχετη!

Ο γυρισμός μας είναι απογοητευτικός.  Επιστρέφουμε στα χαμηλά, στην αμμουδερή και φιλήσυχη ακροθαλασσιά, όπου ο νους παύει να θεωρεί, και απλά ξεκουράζεται.  Καθόμαστε για κανένα τέταρτο, σα να υπάρχει ανάγκη προσγείωσης στα συνηθισμένα… πριν πάρουμε το δρόμο επιστροφής  στο χωριό.

Στις δύο μ.μ. μας περιμένουν για μεσημέρι…

Τέλος

 

3 thoughts on “Στον Άη-Γιάννη

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...