‘Γκαντεμιά’ στο Τσίρκο

‘Γκαντεμιά’ στο Τσίρκο

Αστυνομική νουβέλα

της Πιπίνας Δ.Ιωσηφίδου-Elles

Μία εισαγωγή…

Τα φορτηγά και τα τροχόσπιτα  του Τσίρκου Megaplex έφτασαν τα χαράματα στη μεγάλη πόλη.  Η κούραση κρατούσε τον κοσμάκη του στα μεγάλα βαγόνια που ήταν ακόμη προσαρτημένα στα αυτοκίνητα που τα τραβούσαν.  Δεν είναι μικρή δουλειά το κατέβασμα της ατέλειωτης Τέντας, το ξεδίπλωμά της, το λύσιμο της σιδεριάς της, τα σχοινιά, και όλα τα εξαρτήματα και μηχανήματα, οι προβολείς και τα λοιπά ηλεκτρικά… οι αμφιέσεις και οι μεταμφιέσεις, αλλά κυρίως το καλλιτεχνικό ανθρώπινο υλικό που συμμετέχει σε αυτό, και που το αποκαλούμε «γκλαμουριά του τσίρκου».

               Ήταν επίσης τα ζώα που συμπλήρωναν με την έντονη παρουσία τους τον κύκλο των συμμετοχών του τσίρκου, με ποικίλα νούμερα, που τα εφεύραν και τα εφάρμοζαν από κοινού με τα ζώα τολμηροί,  ειδικοί άνθρωποι.  Αυτοί τα δίδασκαν, τα γύμναζαν, τα τιθάσευαν, τα «κουμαντάριζαν»… Ήταν ένας ξεχωριστός κόσμος και ταυτόχρονα ενσωματωμένος με την ανθρώπινη μερίδα του Τσίρκου. 

               Κάθε φορά που σκέφτομαι «Τσίρκο»,  αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρνουν οι άνθρωποί του κι αντέχουν τον φόρτο της εργασίας που απαιτούν το στήσιμο και το λύσιμο… που αρχίζει και τελειώνει… και ύστερα «φτου» κι απ’ την αρχή. Όσο για τους κινδύνους των καλλιτεχνών-ακροβατών, κι εκείνων των γητευτών των ζώων… κανένα σχόλιο!.

               Η ιστορία μας αγγίζει τα νεύρα της υπομονής και της ανεκτικότητας, εξαιτίας των συνεπειών όπως αυτές σκιαγραφούνται ένεκα της αδυναμίας του συνανθρώπου και της ασυδοσίας του!..

               Οι χαρακτήρες που μας απασχολούν σ’ αυτή την ιστορία, χρειάζονται μία σύσταση εδώ… έτσι απλά -όπως δηλαδή αναφέρονται στη συνέχεια- μόνο και μόνο για να μη μπερδευόμαστε στην εξέλιξη της νουβέλας τελικά…

Μπάρρυ Γουώλτερς                    διευθυντής του Τσίρκου Megaplex

Φιλίππα                                            σύζυγος του Μπάρρυ

Τζόουνς                                            ο γιατρός του Τσίρκου

Leo                                                     Συντονιστής του προγράμματος του Τσίρκου

Τζίνο                                                  επικεφαλής του συνεργείου του Τσίρκου και όταν χρειάζεται εκτελεί και καθήκοντα  φύλακα.

Ρίτσι                                                  φύλακας

Μαρίνος                                           »

Άννα Λίζα-Rosy                            Ακροβάτρια

Βερόνικα                                         »

Λουσίντα                                         »

Μαριόν                                             »

Ροζάριο                                            ακροβάτης

Άλντο                                                ακροβάτης

Λολίτα                                              ακροβάτρια ιππεύτρια

Vero                                                  κλόουν

Nimo                                                 »            

Leanne                                             opera signer

Μπρούνο                                         »

Ρεβέκκα                                           »

Symphonic

Manager                                        Care takerΦροντιστής

Λούκας                                             Αστυνόμος

Κέλλυ                                               Ντεντέκτιβ

Η ιστορία μας…

Ο Λίο είχε όπως πάντα την επίβλεψη και τον συγχρονισμό όλων των ενεργειών για την καλή λειτουργία  του Τσίρκου.  Ανέκαθεν ήταν ο συντονιστής.  Συνεργαζόταν απόλυτα αρμονικά με τον Διευθυντή του Μegaplex, Μπάρυ. Μία συνεργασία χρόνων, κάτι σαν δύο σώματα, μία ψυχή!  Δεν τον πείραζε κάποτε να κάνει και τον φύλακα, ‘σαν από χατίρι για τον Μπάρυ’, αναπληρώνοντας έναν απόντα, της δουλειάς αυτής.

Είχε πάρει περισσότερο από μία εβδομάδα να ‘διαλύσουν’ το φημισμένο Τσίρκο, μετά από την τελευταία παράσταση στο Παρίσι και τώρα στο Σύδνεϋ, χρειαζόταν τουλάχιστον άλλη μία  εβδομάδα εντατικής εργασίας για να το ‘ξανα-σκαρώσουν’, να το στήσουν.

Ταξίδευαν σε χώρες όπου το Τσίρκο είχε δυνατότητες καλών εισπράξεων.  Τα έξοδα ήταν τρομερά μεγάλα και χρειαζόταν η προσέλευση χιλιάδων θεατών στις παραστάσεις τους ώστε να  μπορούν να ανταπεξέρχονται στις οικονομικές απαιτήσεις του οργανισμού τους.

Το Σύδνεϋ, η μαγική πολιτεία του Νότου είχε την ικανότητα να προσφέρει τα αντίδωρα στην αντίστοιχη προσφορά του τσίρκου: το entertainment νεύρων.  Ήταν χωρίς αμφιβολία μία πολύ σοβαρή υπόθεση. Δεν επρόκειτο απλά για όργανο παροχής διασκέδασης -σ’ αυτό ειδικά το Τσίρκο-  αλλά για μία μεγάλη επιχείρηση  όπου οι παράγοντες, οι συντελεστές και τα υλικά (και η ελάχιστη ασήμαντη βίδα, μία συνηθισμένη τροχαλία θα μπορούσαν να αποβούν πηγή ανωμαλίας για να μην πούμε συμφοράς) κυριολεκτικά τα πάντα, λειτουργούσαν σαν ωρολόγι, γιατί έπρεπε να λειτουργούν στους ρυθμούς του τελικά.

Οι εργάτες  με τα μηχανήματα, με τους λοστούς, με τις σκαπάνες και τα φτυάρια, έδιναν τη δική τους μάχη και οι τεχνίτες ακολουθούσαν με τις εγκαταστάσεις και τη διαρκή  συντήρησή τους.  Πέρα από το τεχνικό μέρος του στησίματος του χώρου υποδοχής, υπήρχε η συνεχής επίβλεψη των σωληνώσεων και των συνδέσεών τους, η παρακολούθηση των σχοινιών των μονόζυγων,  και των δικτύων πριν και κατόπιν της  χρήσης των.  Μία αμέλεια, μία παράβλεψη, μία χαλάρωση, μία καθυστέρηση, μπορούσε να κοστίσει τη ζωή των ακροβατών-καλλιτεχνών τους. Ένα τέτοιο ατύχημα εκτός του ότι ήταν ασυγχώρητο θα μπορούσε να κοστίσει στο Τσίρκο πανάκριβα… όχι μόνο ως προς τις χρονοβόρες  διαδικασίες στην πορεία της δικαιοσύνης, αλλά και η απουσία του σπάνιου καλλιτέχνη που ίσως και να είναι ανεκπλήρωτη.  Εξάλλου η ασφάλεια δεν ήταν αρκετή να εξαλείψει από τη μνήμη των θεατών ένα τρομακτικό ατύχημα. Χανόταν η εμπιστοσύνη, ο ειρμός της καλής συνεργασίας, η ευχαρίστηση της συνεργασίας και ο οργανισμός κηλιδωνόταν.  Οι αρχές, τα ΜΜΕ και το πλήθος φέρουν μνήμη ελέφαντος σε τέτοιες περιπτώσεις. Ιδιαίτερα τα ΜΜΕ που στους πρόσφατους χρόνους ενεργούν παγκόσμια πλέον, σαν ανώτατο δικαστικό σώμα και σπάνια στο ρόλο του αδέκαστου, καταδικάζουν, την όποια φίρμα είναι ανακατεμένη σε μία τέτοια περίπτωση. Τα ερωτήματα ασφάλειας, αξιοπιστίας, το θέμα ζωής και υγείας, των σπανίων ακροβατών-καλλιτεχνών ταλαιπωρούν και -όχι χωρίς λόγο-, χρεοκοπούν μία τέτοια επιχείρηση.  Να λοιπόν πώς μπορεί να παραβλέπει κανείς πέρα από τη φήμη και την δόξα, τον αέναο ζωντανό κίνδυνο, που περιδιαβάζει σε κάθε πιθαμή του Τσίρκου!

Και αφού πρόκειται για έναν ολοζώντανο οργανισμό, το άγχος είναι παρόν σε ημερήσια γραμμή, και αναμφίβολα στο μυαλό του Λίο αυτή ήταν η ωμή πραγματικότητα που επισφράγιζε την αφοσίωσή του στο καθήκον του.

Η δουλειά τους εμπεριείχε ως ακατάλυτο στοιχείο το άγχος, αλλά είχαν πετύχει να το προσαρτήσουν στο ψυχολογικό τμήμα της ύπαρξής τους, ομαλά και μαλακά, όπως γίνεται με τα γάντια. Δεν υπήρχε τρόπος απαλλαγής από αυτό το άγχος, καθώς ενισχυόταν με την παρουσία του η ανάγκη της ευθύνης για το αλάνθαστο. Ήταν ένας πόνος στο στήθος που πλάκωνε σαν πλάκα και δεν έφευγε, παρά μόνο όταν έκλεινε το τσίρκο για τις ετήσιες διακοπές. Και τότε αναρωτιόνταν, ψάχνονταν: ‘κάτι μου λείπει…κάτι μου λείπει!’ Ήταν αξεπέραστη η γοητεία της δόξας που αποκόμιζαν από το Τσίρκο, που τους πότιζε και τους έκανε να το αποζητούν, όπως άλλοι αποζητούσαν το όπιο!

           Στον τεράστιο χώρο που επελέγη ή μάλλον που είχε προταθεί, εγκριθεί και τελικά είχε δοθεί προς ενοικίαση από την τοπική διοίκηση στο Megaplex, για την εγκατάστασή του και τις παραστάσεις του, έχουν τώρα συγκεντρωθεί όλα τα οχήματα ‘στοκαρισμένα’ με ό,τι καλύτερο και νεότερο είχε να επιδείξει η σύγχρονη τεχνολογία, και ανεξαιρέτως, σε όλους τους τομείς. Το τεχνολογικό-ηλεκτρονικό υλικό: μικρόφωνα, μεγάφωνα, κάμερες, βιντεοκάμερες κτλ. κτλ.  όλα, μα όλα, ήταν στη θέση τους. Το ανθρώπινο υλικό που θα μεταμορφώσει αυτόν τον ήσυχο, σιωπηλό χώρο, σε τεράστιο ολοζώντανο κύτταρο, γεμάτο παλμό και πνοή, από την πρώτη ημέρα που θα λειτουργήσει ως την τελευταία, που θα ξανα-λύσουν, τα μέλη του ειδικού προσωπικού, τα επιμέρους του, εκείνα από τα οποία θα σχηματιστεί εκ νέου…. και θα ‘τα ξαναμαζέψουν’ με στόχο ένα νέο προορισμό πάντα… συνεχώς… και ως το τέλος… ήταν επίσης πανέτοιμοι.  Ήταν μία αέναη επανάληψη μία συνεχόμενη πορεία, πάντα προσεκτική στη λεπτομέρεια και εξίσου επικίνδυνη σε κάποιους τομείς, μέχρι απελπισίας και δακρύων…

Η Άννα Λίζα η αγαπημένη ‘Ρόζυ’ όλων, τεντώθηκε στο κρεβάτι της. Ήταν πολύ ενωρίς αλλά όταν ταξίδευαν, συνέβαινε πάντα το ίδιο: δεν μπορούσε να ξεκουραστεί. Και σίγουρα αυτό ήταν απαραίτητος παράγων για τη φόρμα της ως ακροβάτριας. Κύτταξε προς το μέρος της Βερόνικας. ‘Κύττα πώς κοιμάται!  Σαν κανένα αγγελάκι μα τω Θεώ’ σκέφτηκε με θαυμασμό, χωρίς ίχνος ζήλειας ή άλλου χαμηλού συναισθήματος.  Την αγαπούσε τη Βερόνικα.  Ήταν το δίδυμό της το αγαπημένο, το αχώριστο. Αχώριστη σε σημείο υπερβολής.  Για τη  ‘Ρόζυ’ η Βερόνικα ήταν το μισό του είναι της, της ύπαρξής της.

Και η Βερόνικα αισθανόταν κάτι ανάλογο με τη Ρόζυ, μόνο που στα όνειρά της συμπεριλαμβανόταν κάτι παραπάνω: να βρει ‘τον πρίγκιπά της’ όπως έλεγε, μαγεμένη ακόμη από τα παραμύθια που τους διάβαζε η μητέρα τους όταν ήταν παιδούλες αυτή και η δίδυμη αδερφή της, Άννα-Λίζα ή Ρόζυ.

Ήταν πολύ ευαίσθητη και πολύ χαριτωμένη η Βερόνικα.  Είχε κάτι πολύ γλυκό και αθώο πάνω της.  Σε ετούτο διέφερε από την Άννα- Λίζα, με την οποία κατά τα άλλα ήταν το πραγματικό της δίδυμο, «identical twins» χωρίς καμία αμφιβολία.

Για τις δύο πανέμορφες καστανομάλλες αδερφές-ακροβάτριες, πάνω από όλα μετρούσε η αγάπη για τη δουλειά τους, που ξεπερνούσε την αγάπη τους για τον ίδιο τον εαυτό τους κι αυτό ακριβώς αποτελούσε τη δύναμή τους.  Ήταν η ίδια τους η ζωή. Το ζευγάρι των δύο γοητευτικών κοριτσιών μάγευε κάθε φορά που εμφανίζονταν και τα διεθνή ΜΜΕ τις είχαν κατατάξει στις καλλιτέχνιδες που εξείχαν στο διεθνές καλλιτεχνικό στερέωμα. Δεν ήταν λίγοι οι άντρες που τις πλησίαζαν για να τους κάνουν δελεαστικές προτάσεις -μέχρι και προτάσεις γάμου- και τα δώρα που τις συνόδευαν, συμπεριλάμβαναν και πανάκριβα κοσμήματα. Αν ήταν δυνατόν ποτέ  αυτές οι δύο εξέχουσες καλλιτέχνιδες να προέβαιναν σε τέτοιες κινήσεις αποδοχών,  αναμφίβολα θα σήμαινε το τέλος της καριέρας τους, μία καριέρα που είχε ακόμη μέλλον: το λιγότερο μία δεκαετία.  Φύλαγαν λοιπόν τον εαυτό τους από τις ‘κακοτοπιές’ μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Αυτό τουλάχιστον είχε γίνει πιστευτό στον κόσμο του Τσίρκου.

Κατά βάθος η Βερόνικα εξακολουθούσε να φυλάει καλά το μυστικό της επιθυμίας της ν’ αγαπηθεί να φιληθεί, να λιώσει στα μπράτσα ενός ‘γόη’ που θα την λάτρευε και θα την έκανε βασίλισσά του.  Η αγάπη ήταν γι αυτήν ένα άγνωστο και ξεχωριστό φρούτο με γεύση εξωτική.  Και ενώ η δουλειά τους τη συνάρπαζε και τη μάγευε, η επιθυμία της να δεθεί ερωτικά με εκπρόσωπο του άλλου φύλου, την έκανε να ονειρεύεται πολλές φορές,  έναν απρόσωπο άντρα.  Θαρρείς και ονειρευόταν πάντα τον ίδιο άντρα.  Την επισκεπτόταν στον ύπνο της και τον ξεχώριζε από τη ματιά του που όμοια με πυρωμένο σίδερο, έλιωνε την καρδιά της.  Στον ύπνο της του είχε δώσει τον όρκο της… πως όταν αντάμωναν στην αλήθεια της ζωής, θα του δινόταν.

Η αδερφή της Άννα Λίζα, δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Για κάποιον λόγο –αυτοπροστασίας, θα έλεγε κανείς- η Βερόνικα δεν μιλούσε, δεν εξωτερίκευε τις επιθυμίες της ή τις αμαρτωλές σκέψεις της, στη ‘Ρόζυ’.  Εκείνη την έκανε να αισθάνεται ότι ανήκαν πάντα μαζί, και πάντα μαζί στο Τσίρκο.  Για άντρα και έρωτες… τσιμουδιά.  Κάποτε η Βερόνικα επαναστατούσε, αλλά ήταν μια σιωπηλή αντίδραση που τελείωνε μ’ έναν αναστεναγμό, ένα αγκάλιασμα κι ένα φιλί στην αδερφή της, που είχε συνηθίσει στις τέτοιου είδους συμπεριφορές, εκ μέρους της Βερόνικας.

Η Βερόνικα κύτταξε τον Άλντο.  Ήταν η νέα παρουσία στην  οικογένεια των ακροβατών του Τσίρκου. Είχε εισχωρήσει για πρώτη φορά στον κόσμο τους στη Γαλλία στο Παρίσι και σχεδόν αμέσως είχε κατορθώσει να κερδίσει τους πάντες με τους τρόπους του, στον Οργανισμό του Τσίρκου.  Μάθαινε πολύ γρήγορα, ήταν έξυπνος και πρόθυμος. Γοητευτικός και στην ίδια περίπου ηλικία με το δίδυμο Ρόζυ-Βερόνικα είχε καλούς τρόπους και μία συμπεριφορά που θα μαλάκωνε και τον πιο άξεστο εργάτη του Τσίρκου.

Η Βερόνικα τον κύτταξε.  Ο Άλντο της χαμογέλασε ‘Λοιπόν; Δεν μου απάντησες.  Θα πάμε για ένα ποτάκι ύστερα από την παράσταση;’ ‘Ποτάκι; Μα δεν πίνω ποτέ.  Είναι απαγορευμένο το ποτό. Επηρεάζει τα νεύρα…’ είπε η Βερόνικα χαμογελώντας. ‘Μα υπάρχουν και τα αναψυκτικά ποτά…’ είπε εκείνος.  ‘Μόνο που… εντάξει θα το ταχτοποιήσω…’ ‘ποιο;’  ρώτησε ο Άλντο με περιέργεια.  ‘Α… μη σε νοιάζει… κάτι προσωπικό.  Εντάξει θα έρθω’. Ο Άλντο την κύτταξε χαρούμενος. ‘Τι καλή που είσαι!’ είπε ευτυχισμένος που η χαριτωμένη Βερόνικα θα έβγαινε έξω μαζί του, έστω και για λίγο.

Ο Άλντο το ένιωθε, ήταν ερωτευμένος με την γλυκιά Βερόνικα. Ήταν νέος, ωραίος, ικανός ακροβάτης σαν τη Βερόνικα και το σπουδαιότερο, ήταν ελεύθερος. Ονειρευόταν να ζευγαρωθεί επαγγελματικά με μία ακροβάτρια, ισάξιά του, και τα ονόματά τους να φιγουράρουν σε αφίσες με τεράστια φωτεινά γράμματα: ‘Το παγκόσμια φημισμένο ζευγάρι: Άλντο και…’ αυτό το και…, το συμπλήρωμα δηλαδή, ήταν άγνωστο ως τη στιγμή που γνώρισε τη Βερόνικα.  Πόσο θα ήθελε ετούτη η σπουδαία καλλιτέχνιδα να γίνει το ταίρι του στην καριέρα του και… ίσως και  στα υπόλοιπα!

Η αιλουροειδής σκιά σκαρφάλωσε με προσοχή στο σκοτάδι.  Γνώριζε καλά την πορεία προς τα μονόζυγα,  σαν τον ειδικό που εξέταζε τα πάντα στον κόσμο των σχοινιών και των κρίκων του Τσίρκου. Η πορεία για το ειδικό ήταν γνωστή και συγκεκριμένη. Φαινομενικά τουλάχιστον.  Αλλά ποιος μπορούσε να ήταν τέτοια ώρα;

Η σκιά που φαινόταν να φορά μία εφαρμοστή μαύρη φόρμα και είχε ολόκληρο το κεφάλι καλυμμένο, εκτός από τα μάτια, φαινόταν πως ακόμη και μ’ αυτά κλειστά, γνώριζε εκείνη την εναέρια, δαιδαλώδη κάποτε πολιτεία του τσίρκου, καθώς και όλες τις διασυνδέσεις της, σαν την παλάμη της. Έφτασε στο ένα από τα κύρια τρία μονόζυγα, στο σημείο της σύνδεσης με τον κρίκο, του ενός από τα δύο σχοινιά, που επέτρεπε την οποιαδήποτε κίνηση. Επρόκειτο για  το συγκεκριμένο μονόζυγο που θα χρησιμοποιούσε ο Άλντο την επόμενη επίσημη παράσταση από κοινού σε συνεργασία με τις αδερφές Ρόζυ και Βερόνικα. Σ’ εκείνες τις παραστάσεις δεν έμπαινε το προστατευτικό δίχτυ στα χαμηλότερα επίπεδα για την προστασία των ακροβατών.  Έτσι η παράσταση απέβαινε, επικίνδυνη, εντονότερη, δραματικότερη.

Η σκιά στάθηκε πάνω στο δοκάρι που συγκρατούσε τον μεγάλο, παντοδύναμο κρίκο και με προσοχή καβαλίκεψε το μέρος της ένωσής του με αυτόν. Από το ζωσμένο στη μέση του θηκάρι έσυρε ένα εργαλείο που για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου άστραψε στο λιγοστό φως, για να αφανιστεί γρήγορα και πάλι στο σκοτάδι που επικρατούσε στο θόλο του Τσίρκου.  Ήταν ένα πριονωτό μαχαίρι. Με αυτό πριόνισε το σχοινί κάτω από τον κρίκο.  Δεν πήρε πολύ. Το σχοινί είχε κοπεί περίπου στο ήμισυ. ‘Αρκετά, το βάρος και η κίνηση θα φέρουν το αποτέλεσμα’  σκέφτηκε.  Ποιος ήταν ο κεραστής του θανάτου που ταξίδευε σ’ εκείνη την πολιτεία των ακροβατών;  Γιατί άραγε έκανε ό,τι έκανε; Ποιος ήταν ο σκοπός του; Μα δεν ήταν ολοφάνερο;

Ο Νίμο ρούφηξε το τσιγάρο του.  Ένιωθε τόσο μόνος! Σήκωσε τα μάτια του προς τα γαλαρία του Τσίρκου φυσώντας τον καπνό από τους πνεύμονές του. ‘Διάβολε… κάτι κινείται εκεί πάνω!’ σκέφτηκε παγωμένος και σταμάτησε ν’ αναπνέει. Είχε διακρίνει μία μαύρη ανθρώπινη σκιά απάνω στα δοκάρια που κρατούσαν τα μονόζυγα. Κινούνταν σαν αίλουρος και κάτι σκάρωνε εκεί πάνω με την άνεση του ανθρώπου που ξέρει το χώρο και… τη δουλειά του.  Θα πρέπει να είχε κάνει ότι ήταν να κάνει, και όταν την είχε δει να κινείται εκεί πάνω ο Νίμο, αποχωρούσε. Την είδε να κατεβαίνει γρήγορα, προσεκτικά και να εξαφανίζεται στους διαδρόμους των τροχόσπιτων του Τσίρκου. Δεν ήταν εκεί μέσα κανείς άλλος, επομένως δε μπορούσε να είχε δει και κανείς άλλος,  τίποτα.  Ήταν βέβαιο… Κανείς, παρά μόνο εκείνος, ο Νίμο, που κυττάζοντας ακόμη στα σκαριά εκεί στα σκοτάδια δεν ήταν βέβαιος αν είχε δει ή είχε φανταστεί εκείνη την ανθρώπινη σκιά, που κινούνταν με την άνεση είδους φαντάσματος .

Η   μαυροντυμένη παρουσία, εκείνη ‘η σκιά’,  δεν είχε αντιληφθεί την ελάχιστη εκείνη παρουσία του Νίμο, στο μακρινό δάπεδο του τσίρκου… Άλλωστε τέτοια ώρα όλοι είναι χωμένοι στα κρεβάτια τους εκτός από τους φύλακες των τεσσάρων εισόδων-εξόδων του απέραντου Τσίρκου. Κάποτε κι εκείνοι απουσίαζαν ύστερα από κάποια ώρα τα μεσάνυχτα και μία περιπολία που είχε τη βάση της στην ανατολική κεντρική είσοδο του Τσίρκου, έκανε μία ή δύο βόλτες γύρω από αυτό.

Όπως πάντα η επόμενη θα εύρισκε τους ακροβάτες να παίζουν κρυφτό με τον κίνδυνο. Εδώ ο καφές, δεν ήταν μέσον ενίσχυσης των νεύρων.  Αντίθετα ο ύπνος, η ξεκούραση, η καλή δίαιτα και κυρίως η εξάσκηση, ήταν τα μέσα της συντήρησης ενός ικανού και υγιούς ακροβάτη.

Τι ήταν επιτέλους ετούτο το ‘επεισόδιο’;  Ο Νίμο είχε βγει να καπνίσει ένα τσιγάρο.  Είχε ανταλλάξει δύο λόγια με τον φύλακα της ανατολικής εισόδου και είχε προχωρήσει στο τέλος του διαδρόμου που έβγαζε μέσα στην τεράστια Αρένα του Τσίρκου. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.  Είχαν περάσει μεσάνυχτα. Ένα σκυλί έκλαιγε μέσα στη νύχτα και το επίμονο κλάμα του αντηχούσε ανατριχιαστικά μέσα στη φαινομενική ησυχία. Ήταν πολύ σκοτεινά. Κάποια φώτα αναμμένα δεν έφταναν για να διαλύουν όλες τις υποψίες του Νου.  Το φεγγάρι σα φέτα πεπόνι, μόλις που έδειχνε το ελάχιστο δάνειό του από τον ήλιο.

Κάτι τραβούσε τον Νίμο στην Αρένα,  και μέσα στην καρδιά της νύχτας. Τα βήματά του τον είχαν φέρει εκεί. Είχε αποφασίσει ν’ ακολουθήσει τη Μοίρα του και έτσι δεν πρόβαλε καμία προσπάθεια ή  δύναμη να αντισταθεί στις ακούσιες κινήσεις του. Κάνοντας αυτό, είχε βρεθεί σε μία  άκρη της Αρένας. Από κάτω κύτταξε μια στιγμή την τεράστια τέντα ένα γύρω και ύστερα εκεί ψηλά, στο κέντρο της.

Ο Νίμο ήταν ο χαριτωμένος και πολύ αγαπητός  νάνος στην οικογένεια του Τσίρκου.  Συμπαθέστατος και αστείος, πάντα καλόβολος ο Νίμο, ήταν Ιταλός. Η χαριτωμένη Ρόζυ, ήταν  η κρυφή αδυναμία του.  Κρίμα λοιπόν  που εκείνη δε θα το μάθαινε ποτέ.  Τι να τον έκανε έναν μικρούλη άντρα, μία κοπέλα σαν τη Ρόζυ;  Κουνούσε το κεφάλι του απελπισμένα και χαμογελούσε πικρά. ‘δεν ξέρω γιατί μου φύτεψες καρδιά στα στήθη θεέ… Και τώρα που αγαπάω αυτή την νέα… πώς θα παρηγορηθώ; Πώς θα τολμήσω ποτέ να της εξομολογηθώ τον έρωτά μου;  Δε θα μπορέσω να υποφέρω το ειρωνικό της βλέμμα, την περιφρόνησή της, γιατί μόνο αυτά θα μπορούσε να μου ανταποδώσει η Ρόζυ στην εξομολόγηση της αγάπης μου προς εκείνη. Νάνος ίσον… μισός από μισός άντρας… να τι είμαι!’    έτσι σκεφτόταν και αναστέναζε μεγαλύτερο από το μπόι του αναστεναγμό.  Είχε μεγάλο πρόβλημα ο Νίμο… έτσι τουλάχιστον το έβλεπε το αίσθημά του για την πανέμορφη ακροβάτρια, Ρόζυ.

Ο Νίμο κύτταξε μέσα από τους καπνούς του τσιγάρου του πάνω στο θόλο του τεράστιου Τσίρκου.  Το μάτι του είχε συνηθίσει κάπως σ’ εκείνο το σκοτάδι. Κύτταξε προς τα σχοινιά.  Νόμισε ότι τα ξεχώριζε.  Από εκεί κρέμονταν η αγαπημένη του κάθε βράδυ μαζί με την αδερφή της Βερόνικα… Αναστέναξε και πάλι στις μπερδεμένες σκέψεις του.  Ξαφνικά σταμάτησε η καρδιά του.  Κατέβασε το τσιγάρο του στο δάπεδο  και το πάτησε με το χέρι του απελπισμένα, χωρίς να ξεκολλάει τα μάτια του από το μέρος εκείνο.  Μία σκιά πλανιόταν εκεί πάνω στα σίδερα του θόλου, πάνω από τα δοκάρια και τα μονόζυγα.  Δεν τολμούσε να κουνηθεί.  Κύτταζε μόνο παγωμένος.  Ήταν αλήθεια κάποια σκιά ή τον περιέπαιζε η φαντασία του;  Κι αν ήταν μια αληθινή σκιά… τι δουλειά μπορούσε να έχει τέτοια ώρα εκεί πάνω; Κι αν ήταν μια αληθινή σκιά… ποιος άραγε ήταν τέτοια ώρα στο σκοτάδι; Δεν τολμούσε ούτε το κεφάλι του να κουνήσει.  Είχε παγώσει.  Νόμιζε ότι μια κίνησή του θα γκρέμιζε εκείνον τον άνθρωπο, εκείνη τη σκιά, στο δάπεδο του Τσίρκου… Πώς ν’ αποτολμήσει να αρθρώσει  φθόγγο;  Αν έλεγε κάτι η ηχώ θα ταξίδευε ως εκεί πάνω σαν αντίλαλος, θα ξάφνιαζε τον άνθρωπο, θα κόστιζε την ισορροπία του!  Μα γιατί ακροβατούσε τέτοια ώρα σε τέτοιο ύψος;  Σκέφτηκε ύστερα αστραπιαία: ‘Το πρόσωπο ετούτο ξέρει, ξέρει που βαδίζει και τι κάνει… Ποιος μπορεί να είναι άραγε;’ αναρωτήθηκε πανικόβλητος.

Το θέαμα του προκάλεσε αρνητικές σκέψεις. Κουνήθηκε πιστεύοντας ότι θα κρυβόταν καλύτερα στη σκιά που νόμιζε ότι τον κάλυπτε και κόλλησε τα μάτια του απάνω  στη σκιά του αετώματος…  Οι κινήσεις του ατόμου άρχισαν να γίνονται κάπως οικείες. ‘Ρόζυ;’ αναρωτήθηκε και έφριξε μ΄εκείνη τη σκέψη του ο Νίμο.  Όποιος κι αν ήταν εκείνη η αιλουροειδής σκιά, δεν ήταν για καλό εκεί πάνω. Αυτό μαρτυρούσαν οι κινήσεις της και το ένιωθε. Τι να έκανε; Πώς να το έκανε;  Είδε το καλυμμένο πρόσωπο ν’ αφήνει από τα χέρια του το  σχοινί ή το ονειρεύτηκε;  Όχι ετούτη η σκιά θα πρέπει να είχε ήδη κάνει κάτι, αν τελικά είχε κάνει.  Και αν δεν ήταν έτσι τότε τι γύρευε τέτοιαν ώρα εκεί πάνω στις επικίνδυνες σκαλωσιές γύρω από τα δοκάρια της τέντας και τα μονόζυγα; ‘Σα να σκάλωσε! Τραβάει το χέρι του…ω! λευτερώθηκε!..’ Έβλεπε όμως κάποια στιγμή είχε αρχίσει να μην είναι βέβαιος. Ήταν πολύ κουρασμένος και το τσιγάρο ήταν  απαγορευμένο στο χώρο του Τσίρκου, και επομένως παρανομούσε… Μα όχι το είχε σβήσει… Είχε ξεχάσει τις δικές του κινήσεις απορροφημένος από τις κινήσεις εκείνης της άγνωστης σκιάς. Κύτταξε με τα κουρασμένα, από την προσπάθεια να δει καλύτερα, μάτια του.  Η σκιά είχε εξαφανιστεί έτσι ξαφνικά όπως την είχε συνειδητοποιήσει ή την είχε ονειρευτεί. ‘Κάτι πρέπει να κάνω, κάτι!’ σκέφτηκε φοβισμένος.  Αν έκανε κάτι η Ρόζυ, ή  ό,τι κι αν έκανε το έκανε για κάποιον, για ποιον όμως;  ‘Θεέ μου, η Ρόζυ μου το αγγελούδι μου… δεν είναι δυνατόν να θέλει να κάνει κακό σε κανέναν!’

Ο Νίμο ενεργούσε τώρα υπό την επίδραση του  πανικού του.  Έτρεξε λοιπόν ώσπου βρέθηκε μπροστά στο τροχόσπιτο του Άλντο. Ανέβηκε με δυσκολία τα δύο σκαλοπάτια. Δε σκεφτόταν, ήθελε μόνο να μιλήσει σε κάποιον, και ο Άλντο, ήταν σημαντική μερίδα του ακροβατικού ομίλου. ’Άλντο άνοιξέ μου, ο Νίμο είμαι’. φώναξε με πνιγμένη από τον πανικό του φωνή. Ο Άλντο παρουσιάστηκε στην πόρτα χαμογελώντας.  ‘Εει! Πώς και δεν πήγες για ύπνο ακόμα;’ Ρώτησε τον Νίμο φιλικά. ‘Δώσε μου λίγο το πρόγραμμα της αυριανής παράστασης φίλε μου, κάτι θέλω να δω’, είπε ο Νίμο. ‘Ο.Κ.  ένα λεπτάκι!’ απάντησε ο Άλντο και  πήγε ως το τραπέζι του τροχόσπιτου.  ‘Έλα μέσα μην στέκεσαι εκεί!’ προσκάλεσε το Νίμο στο κάραβαν. ‘Να σε ρωτήσω, έχεις παράσταση με τη Ρόζυ και τη Βερόνικα αύριο;’ ρώτησε ο Νίμο. Ο Άλντο τον κύτταξε. ‘Ναι, γιατί;’ Ρώτησε ο νέος. ‘Άλντο, έχω ένα κακό προαίσθημα. Πρέπει να δούμε αύριο πρωί-πρωί το αφεντικό. Να στείλει να εξετάσουν τα μονόζυγα. Φοβάμαι!’ είπε ο Νίμο με φωνή πνιγμένη. ‘Έλα τώρα, τι είναι αυτά που λες; Σήμερα που είχαμε την δοκιμαστική παράσταση όλα πήγαν τέλεια. Τι θα αλλάξει μέχρι αύριο το πρωί;’ Ρώτησε ο Αλντο πάντα χαμογελώντας. ‘Κάποιος μπορεί να πάει εκεί πάνω και να κάνει κάτι.  Να κόψει το σχοινί να πούμε, όταν όλοι οι άλλοι κοιμόμαστε’, επέμενε ο Νίμο. ‘Μα τι είναι αυτά που λες Νίμο βραδιάτικα; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Αυτά είναι φοβίες.  Εδώ μέσα, από ότι ξέρω, είμαστε όλοι πολύ αγαπημένοι!’ είπε κάπως ανήσυχα αυτή τη φορά ο Άλντο, επηρεασμένος από τις υποψίες του Νίμο. ‘Ξέρω, ξέρω! Όμως ποτέ δεν μπορείς και να προβλέψεις.  Μα τω Θεώ, το είδα στον ύπνο μου πριν από λίγο και ξύπνησα αγριεμένος σου λέω και έτρεξα να σου το πω. Σε παρακαλώ, κάνε κάτι! Ζήτησε να βάλουν το δίχτυ κάτω από τα μονόζυγα! Φοβάμαι τόσο πολύ για σένα και για τα κορίτσια!’ είπε ο Νίμο με μάτια που γυάλιζαν από δάκρυα. ‘Καλά… θα το κυττάξουμε αύριο! Ηρέμησε όμως τώρα και προσπάθησε να ξεκουραστείς λιγάκι.  Έχουμε πολύ δουλειά αύριο!’, είπε ο Άλντο αναστατωμένος και ο ίδιος τώρα πια, από την επιμονή και το φόβο του Νίμο.  Ήταν άραγε μεταδοτικός αυτός ο φόβος, ή μήπως ήταν η προαίσθηση του ‘Ιχθύος’ μέσα του; Η ευαισθησία που χαρακτήριζε τον Άλντο, σε κάποιες ιδιάζουσες περιπτώσεις μπορούσε να οδηγήσει στην αύξηση της ανησυχίας του και στη συνέχεια να του προκαλέσει άγχος σε σημείο μάλιστα που να μην μπορεί να εργαστεί.  Από τη στιγμή που ο Νίμο του είχε πει το ‘όνειρό του’ και την ανησυχία του ο Άλντο έχασε τη γαλήνη του. Δεν μπόρεσε λοιπόν να κλείσει μάτι το υπόλοιπο της νύχτας.

Τα χαράματα πήγε να δει τον Μπάρυ, τον διευθυντή του Τσίρκου. Χτύπησε την πόρτα του. ‘Ποιος είναι;’ ακούστηκε εκείνος ερεθισμένος.  Ήξερε πως επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό, αλλιώς δε θα τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει τέτοια ώρα. ‘Μπάρυ,  εγώ είμαι, ο Άλντο!’ ακούστηκε ανήσυχη η φωνή του νέου. Ο Μπάρυ σηκώθηκε και ρίχνοντας μια ρόμπα απάνω του άνοιξε.  Παρά το λιγοστό φως, αντιλήφθηκε μάλλον, παρά είδε το άγχος του Άλντο. ‘Τι τρέχει; Έλα πέρασε μέσα’, είπε εκείνος και μόνο όταν τον έβαλε να καθίσει παρατήρησε: ‘Είσαι άρρωστος μήπως;’ ‘άρρωστος… μόνο  από το άγχος μου’ απάντησε ο Άλντο κοκκινίζοντας. ‘Τι συμβαίνει επιτέλους; Σ’ ακούω!’ είπε χωρίς περιστροφές και πρόσθεσε βλέποντας τον Άλντο να καθυστερεί. ‘Θα πρέπει να είναι κάτι πολύ σοβαρό, Έ;’ Είπε παρακολουθώντας την κάθε κίνησή του.  ‘Ναι είναι.  Φοβάμαι μήπως και βγει αληθινό το όνειρο του Νίμου!‘ είπε ο Άλντο.  ‘Είσαι με τα καλά σου; τι κάθεσαι και λες;’ θύμωσε τώρα ο Μπάρρυ. ‘Ξέρω… καταλαβαίνω τι εννοείς, αλλά ξέρεις υποψιάζομαι πως ο Νίμο ξέρει κάτι και δεν το λέει. Ουσιαστικά ο… Νίμο,  είναι πολύ σοβαρός άνθρωπος στη δουλειά του, παρά τους ρόλους του, του κωμικού.  Τον ρώτησα μάλιστα. Αλλά όπως ξέρεις κι εσύ… δεν βγάζεις λέξη από το στόμα του!’ είπε ο Άλντο κυττάζοντας τον Μπάρυ και τις αντιδράσεις του, ανελλιπώς. ’Ναι εντάξει, όμως γιατί πράγμα μιλάς επιτέλους παιδί μου; Γιατί δεν μπορεί κανείς να ανησυχεί ή να παίρνει μέτρα χωρίς υπόθεση και χωρίς απόδειξη.  Εγώ είμαι υπεύθυνος εδώ για την επιχείρηση κι αλίμονό μου αν βασιζόμουν στις υποψίες ή στα όνειρα των καλλιτεχνών  ή του προσωπικού του Τσίρκου, για να παίρνω τις αποφάσεις μου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;’ Ρώτησε ο ανυπόμονος τώρα Μπάρυ. ‘Καταλαβαίνω!’ είπε ο Άλντο αλλά ξαναρώτησε με περισσότερο θάρρος:  ‘Θα ήταν τόσο πολύ δύσκολο να βάλεις το δίχτυ ασφαλείας κάτω από τα μονόζυγα; Αυτό ήρθα να σου ζητήσω… Παρακινούμαι από τις υποψίες ή τα όνειρα του Νίμο… Να μιλήσεις στον Λίο… που κανονίζει την πορεία της παράστασης. Αυτό μόνο σε παρακαλώ!’ είπε και το ύφος του έδειχνε αγωνία, ενόσω περίμενε για την απάντηση του Μπάρυ. ‘Γιατί να το κάνω αυτό; Γιατί έχει κάποιες υποψίες ο Νίμο  λες… μα το θέαμα θα χάσει  την αξία του, οι θεατές δε ‘θα ανατριχιάσουν…’ και σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η επιτυχία μας. Θα είμαστε όπως κάθε άλλο τσίρκο και όχι ‘Το Τσίρκο!’ είπε ο Μπάρυ τονίζοντας τα λόγια του πάρα πολύ δυσαρεστημένος. ‘Τότε θα κάνεις κάτι άλλο Μπάρυ. Επειδή πιστεύω ότι αυτό με το Νίμο δεν είναι τυχαίο, ότι δηλαδή κάτι πρέπει να συμβαίνει που μόνο αυτός το ξέρει, θα στείλεις τους τεχνικούς σου απάνω να ελέγξουν τη βάση, των σχοινιών και τους κρίκων τους πάνω στη βάση.  Διαφορετικά δε μπορεί να γίνει το νούμερο. Θα φέρεις εσύ την ευθύνη αν συμβεί κάτι!’ είπε θαρραλέα ο Άλντο γνωρίζοντας ότι διακινδύνευε και την ίδια τη δουλειά του, με την συμπεριφορά του.  Για να δείξει μάλιστα ότι περίμενε από τον Μπάρυ να κάνει κάτι, σηκώθηκε  εκνευρισμένος και κινήθηκε προς την πόρτα του καραβάνι του διευθυντή.   Εκείνος δεν επεχείρησε τίποτα, ούτε που πρόφερε μία λέξη για να τον σταματήσει.

Μόλις έφυγε ο Άλντο, ο Μπάρυ άρχισε να ντύνεται βιαστικά.  Δεν τον πήρε παρά μερικά λεπτά.  Έχυσε νερό μετά από νερό στο πρόσωπό του, και σε λίγα λεπτά ήταν έξω από το τροχόσπιτό του. ΄Εφερε βόλτες γύρω από αυτό.  Δεν περνούσαν τα λεπτά. Τελικά δεν κρατήθηκε και βιάστηκε στο τροχόσπιτο του Συντονιστή Λίο και του επικεφαλής του συνεργείου του Τσίρκου, Τζίνο. Χτύπησε άγρια την πόρτα.  Δεν είχε ξημερώσει εντελώς ακόμη.  Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως.  Ήταν ο Τζίνο και παρά το γεγονός ότι ήταν αγουροξυπνημένος, χαμογέλασε. Ο Μπάρυ μίλησε βιαστικά με χαμηλή φωνή αλλά κατακάθαρη: ‘Καλημέρα Τζίνο και συγγνώμη… Ξέρω ότι ακόμη δεν χάραξε και θα ρωτάς τι διάβολο κάνω εδώ. Όμως άκουσέ με. Μόλις φέξει, ετοιμάσου και βιάσου φίλε μου, έχουμε δουλειά. Κάτι… κάτι έγινε… Φοβάμαι πως πρόκειται για μια βρομοδουλειά. Κάποιο σαμποτάζ, αλλιώς δεν εξηγείται. Πρέπει να πάρεις τους άντρες για μία πλήρη έρευνα απάνω στο στερέωμα του τσίρκου: σιδεριές σχοινιά όλα…. Ας ελπίζουμε ότι θα καλύψουμε όλη την περιοχή των μονόζυγων έγκαιρα και αν συμβαίνει κάτι να το διορθώσουμε.  Να μη χάσουμε την παράσταση!’

Ο Τζίνο σε μερικά λεπτά ήταν κιόλας έτοιμος, και έπινε τον καφέ του όταν ο Μπάρυ χτύπησε για δεύτερη φορά την πόρτα του τροχόσπιτου. Ο Τζίνο του άνοιξε: ‘Έρχομαι,  το έχω πει και στους άλλους. Ετοιμάζονται’ είπε και μπήκε ξανά στο τροχόσπιτο.  Σε τρία λεπτά ήταν κιόλας έξω. ‘Θα μας συναντήσουν στο δρόμο για την τέντα’ είπε στον Μπάρυ λες και ήθελε να τον καθησυχάσει.  Το αφεντικό του φαινόταν να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα από το άγχος του.

Ο Τζίνο είχε πάρει μαζί του ένα μεγάλο κουτί, αν και όλα τα απαραίτητα εργαλεία ήταν πάντα μέσα στο αυτοκίνητό του. Προχώρησαν δέκα βήματα και σταμάτησαν μπροστά στο ‘Toyota Hilux’ της δουλειάς του.  ‘Μπες και φύγαμε!’ είπε στον Μπάρυ.  Σε τέσσερα-πέντε  λεπτά  βρίσκονταν έξω από την τεράστια Τέντα του Τσίρκου.  Ο Τζίνο βγήκε και ανοίγοντας την πλαϊνή πόρτα του Toyota άρχισε να διαλέγει κάποια εργαλεία.  Ο Μπάρυ έκανε σχεδόν έφοδο στο χώρο.  Οι φύλακες έβγαλαν τα κασκέτα τους για να τον καλημερίσουν. ‘Εσείς… είδατε τίποτα ασυνήθιστο αργά μετά τα μεσάνυχτα;‘ ρώτησε χωρίς άλλη λέξη. Ένας από τα τέσσερα άτομα, τα εφοδιασμένα με περίστροφα και κατάλληλη ενδυμασία, ο Ρίτσι, φύλακας της ανατολικής εισόδου, που ήταν και η κεντρική είσοδος στο εσωτερικό του Τσίρκου, απάντησε πρώτος: ‘Αφεντικό, εγώ… είμαι εδώ από τις έντεκα  το βράδυ.  Από τη στιγμή δηλαδή που οι δικοί μας είχαν αρχίσει ν’ αποχωρούν από το χώρο της τέντας.  Κατά τις δώδεκα και μισή, μετά τα μεσάνυχτα, είχαν φύγει όλοι. Ο Νίμο ήταν από τους τελευταίους ή μάλλον είχε φύγει και είχε επιστρέψει. Είχε πει κάτι για αϋπνία. Ήταν αργά είχαν περάσει προ πολλού τα μεσάνυχτα. Είχε καθίσει κάποια στιγμή εδώ στην είσοδο. Ύστερα είχε προχωρήσει και είχε πιάσει τη γωνιά στην αρχή του διαδρόμου προς την πίστα και καπνίζοντας έκανε κόρτε τη γαλαρία του τσίρκου. Έτσι είναι, κάπνιζε.  Αργότερα –δηλαδή μερικά λεπτά ύστερα- τον είδα να βγαίνει πολύ βιαστικός, τόσο βιαστικός μάλιστα, που δεν είπε ούτε καληνύχτα.  Τώρα όπου νά ‘ναι τελειώνει η βάρδια μου. Ορκίζομαι πως δεν πρόσεξα τίποτα το ασυνήθιστο’, επέμενε ο Ρίτσι.  ‘Καλά-καλά’, είπε ο Μπάρυ και μαζί με τον Τζίνο προχώρησαν ως το κέντρο, την περιοχή, πάνω από  την οποία σε ένα αρκετά μεγάλο ύψος κρέμονταν τα διάφορα σχοινιά αναρρίχησης ή καθόδου, και τα κύρια αιωρούμενα μονόζυγα και οι κρίκοι.

Ο Τζίνο ανέβηκε γρήγορα και την ίδια  στιγμή άλλοι τρεις από τους έμπειρους τεχνίτες του συνεργείου του, αναρριχούνταν από άλλα σημεία του Τσίρκου. Οι φακοί πάνω από τα κράνη των τεχνικών έφεγγαν εκτυφλωτικά με τεράστιες δέσμες φωτός. Οι προβολείς του τσίρκου είχαν κι εκείνοι ανάψει στο φουλ.  Είχαν δημιουργηθεί στα γρήγορα οι βασικότερες προϋποθέσεις για την σπουδαία έρευνά τους:  την πιθαμή προς πιθαμή έρευνα  σε όλη τη σιδεριά του Τσίρκου, στα σχοινιά του και στους κρίκους, εκείνους που κρατούσαν κρεμασμένα από τους τεράστιους σωληνοειδείς υποστηρικτές της απέραντης σκηνής, τα έξοχα μονόζυγα ακροβασίας και τα χοντρά μονά σκοινιά, τα κατάλληλα για την αναρρίχηση των καλλιτεχνών, κυρίως σε σχέση με τα μονόζυγα.

Δεν άργησαν λοιπόν να κυκλοφορούν εκεί απάνω αργά, ένα με τη σιδεριά και τα σκοινιά και την απέραντη τέντα, που με ζήλο κρατούσε το φως της νιας μέρας, ακόμη στις πρώτες πρωινές της ώρες, μακριά από το ναό της καλλιτεχνικής, ριψοκίνδυνης άσκησης.  Δεμένοι από τη μέση με σκοινί και προστατεύοντας το κεφάλι τους με προφυλακτικά κράνη που έφεραν μπροστά έν μικρό προβολέα, κινούνταν αργά, προσεκτικά, εξετάζοντας τα σίδερα, τους αρμούς και εκείνα που ένωναν, καθώς και τους κρίκους των σχοινιών.  ‘Ε… εκεί πάνω… εξετάστε τα σχοινιά των μονόζυγων.. ολόκληρα… παντού: αρμούς, βίδες, κι ό,τι άλλο, μ’ ακούτε; Μέχρι κάτω στις σανίδες… παντού… Τραβήχτε τα και εξετάστε τα!’  Ο Μπάρρυ έβραζε μέσα του.  Αυτό τους έλειπε τώρα να χάσουν μία μέρα από τις εισπράξεις τους.  Κάθε δολλάριο μετρούσε.

Ο Νίμο που εμφανίζεται ξαφνικά, προχωρεί μέσα στο Τσίρκο και στέκεται μπροστά στον Μπάρυ. Χαιρετά σιωπηλά, περισσότερο με μία κίνηση του κεφαλιού του και περιμένει. ‘Γεια σου Νίμο! Γνωριζόμαστε περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια, έτσι δεν είναι;’ τον ρωτάει ο Μπάρυ. Ο Νίμο κουνάει το κεφάλι του καταφατικά. Φαίνεται άυπνος και στεναχωρημένος. ‘Φίλε μου ξέρεις πόσο σε εκτιμώ και θέλω να μου πεις τι ακριβώς έγινε, και γιατί είπες αυτά που είπες στον Άλντο. Ξέρεις τι σημαίνει να χάσουμε τις εισπράξεις μιας ημέρας από ένα καπρίτσιο;’ λέει ο Μπάρυ. Ο Νίμο τον κυττάζει και δε μιλάει. Ο Μπάρυ εξαγριώνεται: ‘Μίλησέ μου ανάθεμά σε! Τι ξέρεις λοιπόν; είδες κάτι; μίλησε! Ξέρω ότι ήσουν ο τελευταίος που έφυγε από εδώ μέσα, μου το είπε ο Ρίτσι. Σε είδε που καθόσουν κοντά στην ανατολική είσοδο και κάπνιζες… Ήταν μετά τις 12 τα μεσάνυχτα…  Κάτι λοιπόν είδες που δεν το είδε κανείς άλλος… έτσι;’ ‘Όχι δεν είναι έτσι, οραματίστηκα μία συμφορά, ένα ατύχημα, εκεί στα μονόζυγα! Αυτό είναι όλο.  Είπα του Άλντο να σου ζητήσει να βάλετε το δίχτυ ασφαλείας. Αυτό’, είπε πάλι ήσυχα δείχνοντας πως είχε κάνει το καθήκον του τελικά. Ο Μπάρυ όμως που τον ήξερε αρκετά επέμενε με τη σειρά του: ‘Σε ξέρω εσένα… ποτέ δε θα πρόδινες έναν συνάδελφό σου.  Πάντα βρίσκεις άλλους τρόπους να επισημάνεις   κάτι κακό!’ ‘Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς. Αν έβλεπα κάτι θα το έλεγα, αφού όμως δεν είδα… ‘  είπε ο Νίμο κυττάζοντας ψηλά τους μηχανικούς της τέντας.  Είχε σταματήσει να μιλάει. Κύτταζε μόνο.

Ξάφνου ένας θόρυβος ακούγεται από τη γαλαρία του Τσίρκου, κουβέντες κι αναταραχή από το συνεργείο του Τζίνο. ‘Μπάρυ! Το βρήκαμε. Στο αριστερό μονόζυγο, το σκοινί είναι κομμένο με πριονάκι κατά τα ήμισυ. Πολύ επικίνδυνο μα τω Θεώ! Φαίνεται φρεσκοκομμένο και καλά πριονισμένο. Είναι από το μέσα μέρος. Δεν έγινε στα πρόχειρα. Με το ψάξιμο μόνο μπορούσε να βρεθεί. Μία-δύο τούμπες και πάρτον κάτω τον τυχερό! Ποιος είναι σ’ αυτό το μονόζυγο;’ Ρώτησε πάλι ο Τζίνο. ‘Δεν ξέρω… αλλάζουν καμιά φορά… Μπορεί να είναι το ένα ή το άλλο κορίτσι. Σήμερα είναι και ο Άλντο. Α τώρα θυμάμαι, ο Άλντο είναι σ’ αυτό το σκοινί!’ ‘Ήταν, γιατί στο τέλος, όταν έφευγαν, είπαν πως στο σκοινί αυτό θα είναι  η Ρόζυ!’ λέει ο Ρίτσι ο φύλακας της Ανατολικής εισόδου-εξόδου που παρακολουθούσε τα πάντα. ‘Μήπως θυμάσαι ποιος ακριβώς το είπε;’ Ρωτάει ο Μπάρυ με περιέργεια. ‘Άκουσα τον προπονητή τους όταν έφευγαν. Μιλούσε και στους τρεις τους’.

Ο Νίμο μόνο που δεν λιποθύμησε στο άκουσμα αυτών των λόγων.  ‘Είναι δυνατόν να έκανε λάθος; Ποιος ήταν λοιπόν αυτή η σκιά εκεί πάνω; Ω Ρόζυ… Ρόζυ…  χίλια συγγνώμη, καρδούλα μου! Κάποια άλλη από το συγκρότημα των ακροβατών αλλά ποια; Γιατί η σιλουέτα ήταν θηλυκιά.  Κόβω το χέρι μου γι’ αυτό.  Η Βερόνικα μήπως;  Οι κινήσεις της σκιάς ήταν όμοιες μ’ εκείνες της Ρόζυ.  Δε λέω, δίδυμες είναι. Αλλά η Βερόνικα είναι ένας άγγελος. Και μόνο που το σκέφτομαι, αμαρτάνω. Δε θα μπορούσε ποτέ να σκοτώσει άνθρωπο και κυρίως…  έναν από τους δύο συνεργάτες της. Ποιον; Τον Άλντο; είναι φως φανάρι ότι τον αγαπάει, και την αδερφή της Ρόζυ… τη λατρεύει.  Όχι, όχι, είναι άδικο και μόνο που το σκέφτηκα!’  Η Μαριόν μήπως; Α, μπα! Δε νομίζω…  το κορίτσι ακροβατεί στο σκοινί από μόνη της και ο δικός της είναι άλλος.  Δεν υπάρχει κίνητρο λοιπόν. Η Λουσίντα από την άλλη μεριά γιατί να έκανε κάτι τέτοιο; Μόλις ήρθε στο τσίρκο…  Και είναι ερωτευμένη με ‘κεραυνοβόλο φουλ’ με τον θηριοδαμαστή μας… Η Λολίτα είναι στα άλογα… τι θα έκανε εκεί ψηλά… δε λέω ακροβάτρια είναι…’

Ο Άλντο σηκώθηκε. Ήταν πολύ νευρικός. Κύτταξε από το παράθυρο του τροχόσπιτου. Ήταν πραγματικά περασμένη η ώρα.  Αναρωτιόταν τι είχε γίνει τελικά με τον Μπάρυ.  Ήταν αποφασισμένος ν’ αφήσει το ακροβατικό νούμερο για σήμερα, ύστερα από τα λόγια του Νίμου.  Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν ήταν δυνατόν να γίνει το ακροβατικό τους χωρίς δίχτυ ασφαλείας.  Θα ήταν φανερή αυτοκτονία επιτέλους να παρασυρθούν, αφού άλλωστε ήταν φανερό ότι ο Νίμο είχε δει κάτι.  Θα το εύρισκαν ενωρίτερα ‘αυτό το κάτι’ που ο Νίμο είχε πει ότι το είχε ονειρευτεί, ενώ ήταν απόλυτα βέβαιο ότι το είχε δει.  Ανόητος που ήταν ο Νίμο! Αυτό απέρρεε από το γεγονός ότι το είχε  πει σε κάποιον –όπως είχε κάνει με τον Άλντο τουλάχιστον- ή σε κάποιους τελικά, γιατί κι αυτό ήταν άγνωστο σ’ αυτό το στάδιο: τι ακριβώς είχε δει, τι είχε καταλάβει και τι είχε πει τελικά, σε όποιους είχε πει κάτι τέλος πάντων, εκτός από το άτομό του;  Γιατί αν το είχε πει σ’ εκείνον ίσως να είχε πει περισσότερα σε άλλους και με ονόματα μάλιστα. Ταράχτηκε. Από όλους τους ανθρώπους να τύχει στο Νίμο! Δε θα μπορούσε  ούτε και να το φανταστεί κανείς. Ένα πράγμα έμενε τώρα, και οπωσδήποτε θα ήταν το επόμενο βήμα εκ μέρους του δράστη, να βεβαιωθεί ότι δε θα αποκαλύπτονταν.  Τι σήμαινε αυτό παρά το εντελώς κατανοητό; τον αφανισμό του μοναδικού ίσως μάρτυρα, του Νίμο.

Ο Άλντο ήταν πολύ κουρασμένος. Άκουσε χτυπήματα στην πόρτα του.  Άνοιξε. Ήταν ο Νίμο. Άρχισε να του λέει από εκεί κάτω, από το έδαφος, τόσο μικρός σαν ένα πεντάχρονο αγοράκι, κι εκείνος λιγνός και ψηλός σαν αίλουρος να φράζει το στενό μάλλον άνοιγμα της πόρτας του τροχόσπιτου.  ‘Το βρήκαν φίλε… το βρήκαν… ευτυχώς γιατί όλα θα γίνουν όπως πρέπει τώρα. Εσύ και τα κορίτσια θα κάνετε το νουμεράκι σας και θα καταχειροκροτηθείτε!’ τα μάτια του Νίμου ήταν θλιμμένα και ο Άλντο διάβασε μέσα τους ένα είδος απορίας. Ένιωσε τον θυμό να τον συνεπαίρνει. Γιατί ενδιαφερόταν τόσο πολύ επιτέλους αυτός;  Και γιατί είχε εκλέξει εκείνον και όχι κατευθείαν τον Μπάρυ; Η αλήθεια ήταν ότι δεν τον γνώριζε καλά και είχε ακούσει ελάχιστα για εκείνον. Ανήκε άλλωστε σε άλλη ομάδα καλλιτεχνών.  Ήταν περισσότερο με τους μίμους, τους τζάγκλερς και τους γελωτοποιούς. Ο ίδιος μεταμφιεζόταν πότε σε κλόουν, πότε ήταν μίμος και πότε  κοντοπίθαμος μασκαράς σε μικρο παραστάσεις για τα παιδιά. Η αλήθεια ήταν ότι είχε τη φήμη ότι κέρδιζε τις καρδιές όλων, όπου κι αν είχε ταξιδέψει το Τσίρκο.  Όμως ο φιλόδοξος, νεαρός  Άλντο, θεωρούσε τον εαυτό του πολύ πιο ψηλά.  Ήταν από τους ελάχιστους ακροβάτες στον κόσμο που θα μπορούσαν να κλέψουν την παράσταση από μόνοι τους. Το γεγονός ότι σα νέος συμπλήρωνε την παράσταση των αστέρων: της Ρόζυ και της Βερόνικας δεν ήταν βέβαια το όνειρό του. Μόνος του ή και με μία ακροβάτρια-σύντροφο, σε ένα μοναδικό νούμερο, αυτό ήθελε κι αυτό θα επεδίωκε να πετύχει τελικά.  Η Βερόνικα ήθελε τη σχέση μαζί του κι αυτό τον διευκόλυνε να προωθήσει το φιλόδοξο σχέδιό του.  Το πρόβλημα βέβαια ήταν η Ρόζυ.  Εκτός… αν μπορούσε να κάνει κάτι παρόμοιο και μ’ εκείνη όπως είχε πετύχει με τη Βερόνικα.  Ήταν κι αυτό μία άλλη λύση. Εντάξει του άρεσε πολύ η Βερόνικα… όμως… ίσως τελικά τον συνέφερε  να προσπαθήσει να ικανοποιήσει και τις δύο, τη μία κρυφά από την άλλη, να τις αδυνατίσει και να τις εξουδετερώσει τελικά από τους πρωτεύοντες ρόλους τους. Τι τις ήθελε δύο γυναίκες μαζί του; Θα έπρεπε να περιοριστεί η συνεργασία τους μαζί του, ώστε να φανεί τελικά και μοναδικά η δική του λάμψη! Ο Άλντο είχε πειστεί. Αίφνης είχε κατακυριευτεί τόσο πολύ από την φιλοδοξία του, που ακόμα και η Βερόνικα που αρχικά συμπεριλαμβανόταν στα σχέδιά του, καθώς νόμιζε ότι την είχε ερωτευτεί τρελά, ακόμα κι εκείνη…  είχε ξαφνικά παραγκωνιστεί.  Ο Άλντο για τον Άλντο τελικά!

Ο Νίμο παρακολουθούσε τον Άλντο. Ξαφνικά ένιωθε πώς κάτι δεν πήγαινε καλά.  Ο Άλντο ήταν πολύ νευρικός τώρα και είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί για τη νευρικότητά του. Ο Νίμο απομακρύνθηκε από εκεί.  Πήγε στο τροχόσπιτο του Μπάρυ. ‘Μπάρυ είσαι μέσα φώναξε και χτύπησε την πόρτα του. ‘Έλα Νίμο!’, είπε εκείνος και του άνοιξε.  ‘Νίμο σ’ ευχαριστώ για την τόλμη σου να μιλήσεις στον Άλντο. Όμως κόψε τη σάλτσα και πες μου την αλήθεια.  Τι είδες εκεί πάνω; ‘ ‘Αφεντικό είσαι και έχεις δίκιο να θέλεις, να μάθεις.  Θα σου πω.  Κάπνιζα που λες και μέσα από τους καπνούς του τσιγάρου μου νόμισα πως είδα μια κατάμαυρη μασκοφορεμένη σκιά να κινείται εκεί πάνω.  Νόμισα πως επρόκειτο για φάντασμα. Λέω συνέχεια ‘νόμισα’ γιατί ό,τι κι αν ήταν, εξαφανίστηκε σχεδόν αμέσως. Ποιος μπορεί να ήταν; Δεν το ξέρω.  Όμως μου φάνηκε τόσο άρρωστο αυτό, που νόμισα ότι ίσως και να το φαντάστηκα.  Ξέρεις που μιλάνε για φαντάσματα της κούρασης, της κόπωσης…  και τα τέτοια;  Φοβήθηκα λοιπόν.  Σκέφτηκα τα κοριτσάκια μας τη Βερόνικα και τη Ρόζυ και λαχτάρησα. Τις φαντάστηκα ν’ ακροβατούν και κάποια στιγμή να γίνεται ένα φοβερό ατύχημα!’ Ο Μπάρυ τον διέκοψε: ‘Και ο ‘Άλντο… ακροβατεί μαζί με το δίδυμο και ο Άλντο!… ξέχασες;’ ‘ Ναι, ναι, καλά λες, κι αυτός… Λοιπόν όπως έλεγα, δεν μπορούσα να πω τίποτα σε κανέναν. Ήταν αλήθεια η φαντασία μου, ή ήταν πέρα για πέρα η αλήθεια; Ίσως και να ήταν μία προαίσθηση σκέφτηκα και κατέληξα μέσα στην αγωνία μου να πάω στον Άλντο και να του προτείνω να επιδιώξει να σε πείσει για το δίχτυ ασφάλειας.  Αυτό είναι όλο.’ ολοκλήρωσε ο Νίμο. ‘Εντάξει Νίμο έχω εμπιστοσύνη στην εντιμότητά σου, όμως όπως βλέπεις το σχοινί βρέθηκε κομμένο.  Το φτιάξαμε για τη χάρη της δικής σου ανησυχίας.  Ετοιμαζόμουν να έρθω εγώ στο δικό σου τροχόσπιτο για να σ’ ευχαριστήσω για την πρωτοβουλία σου να πεις ό,τι είπες τέλος πάντων.  Όμως ήρθες εσύ πρώτος.   Τέλος πάντων… αυτό δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Πρέπει να βρούμε ποιος το έκανε και γιατί.  Τα κορίτσια είναι μοναδικά στο είδος τους και ο Άλντο βέβαια. Δε θα επιτρέψουμε να απειλούνται από κανέναν. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο σήμερα.  Ευτυχώς που τα κορίτσια δεν έχουν ιδέα και θα πρέπει να μη μάθουν τίποτα, γιατί δεν είναι εύκολο πράγμα να δουλεύεις και να σκέφτεσαι τον κίνδυνο του θανάτου από φονικό χέρι.   Μετά από αυτή την παράσταση -ίσως και σ’ αυτήν– θα βάλουμε και δίχτυ ασφάλειας τελικά. Θα δούμε αν μπορέσουμε να κάνουμε κάτι μόνοι μας σε σχέση μ’ αυτό το πρόβλημα, γιατί αν σύρουμε την αστυνομία μέσα στο Τσίρκο, πάμε χαμένοι.  Θα καταστραφούμε. Κατάλαβες;’  Ο Νίμο κούνησε το κεφάλι του. ‘Φοβάμαι Μπάρυ.  Φοβάμαι και για τον εαυτό μου τώρα.  Μετάνιωσα που δεν τόλμησα να έρθω σε σένα κατευθείαν και πήγα στον Άλντο.  Ο Άλντο είναι ένας ξένος για μένα.  Για να είμαι ειλικρινής  δεν τον εμπιστεύομαι όσο τους παλιούς συνεργάτες μας. Αλλά τελικά κατέληξα να μιλήσω σ’ εκείνον γιατί φοβήθηκα την πιθανότητα ειρωνείας εκ μέρους σου. Ξέρω πόσο σοβαρός είσαι και δεν πείθεσαι με κάτι τέτοια‘. Ο Μπάρυ τον κύτταξε προσεκτικά: ‘Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επιτρέπονται οι αμφιβολίες.  Για να πας στον Άλντο μπορεί και να πίστεψες κάποια στιγμή σ’ εκείνο που… μπορεί όπως λες, να φαντάστηκες. Πές μου λοιπόν, υποψιάζεσαι κάποιον;’  Ο Νίμο αντέδρασε.  ‘Όχι… Πώς θα μπορούσα να κατηγορήσω κάποιον όταν ακόμη και η σκιά που είδα μου φάνηκε σαν φάντασμα, κάτι σαν όνειρο… ή κάτι σαν προαίσθηση. Μα τω Θεώ, δε θα ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο.  Δεν ήταν παρά μόνο ελάχιστες στιγμές που είχα αντιληφθεί την ασυνήθιστη παρουσία εκεί πάνω, στα σκοτεινά και μάλιστα τη στιγμή που γλιστρούσε εκτός του κέντρου. ‘Ο Μπάρυ δεν επέμενε, τον  καταλάβαινε τον ‘νάνο’. Ο Νίμο ήταν καλό ανθρωπάκι, φιλόπονος, ήσυχος, καλός στον συνάνθρωπο και αρκετά σοβαρός στις σχέσεις του. Η ειλικρίνειά του αλλά και η διακριτικότητά του ήταν γνωστά σε όλους.  Δε θα μπορούσε όμως να ορκιστεί ότι ο Νίμο θα ήταν ασφαλής ως μάρτυρας ενός τόσο σοβαρού γεγονότος, εκείνης της απόπειρας εναντίον τριών, και κυρίως εναντίον των δύο από αυτούς και διεθνώς αναγνωρισμένων, ακροβατών του.  Το γεγονός και μόνο ότι η πληροφορία είχε δοθεί από το Νίμο, έστω και έτσι, σαν ‘όραμα, όνειρο ή  παραίσθηση’ και διαπιστώθηκε η διάθεση κάποιου για έγκλημα,  έθετε τον σπουδαίο ‘νάνο’ του Τσίρκου σε άμεσο κίνδυνο.  Τον συμβούλεψε λοιπόν, με επίγνωση ότι προσπαθούσε να τον προστατέψει, αν και ήταν αβέβαιος ακόμη για τις προτάσεις που του πρότεινε τελικά: ‘Λοιπόν… κάθισε μέσα και περίμενε ως την παράσταση. Αν ανησυχείς για κάτι, τηλεφώνησε.  Ίσως θα ήταν καλό να μη μείνεις ολομόναχος τελικά, αλλά να πας και να αναμειχθείς με κάποιο γκρουπ, τουλάχιστον μέχρι την ώρα της παράστασης’.  Ο Νίμο δήλωσε ότι ήταν άυπνος και κουρασμένος και ότι χρειαζόταν τον ύπνο ώστε να μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά του στην παράσταση. ‘Μην ανησυχείς για μένα… Δεν αποκάλυψα σε κανέναν άλλον από τον Άλντο, τίποτα, γιατί απλά δεν αναγνώρισα κανέναν!’ είπε, αβέβαιος ωστόσο κι εκείνος για τη δήλωσή του στον Μπάρυ.

Αποχώρησε φανερά ανήσυχος και κατευθύνθηκε στο τροχόσπιτό του, που ήταν συνδεδεμένο με αυτοκίνητο. Πέρα από το ασυνήθιστο ύψος του, ήταν ένας άνθρωπος με τις ίδιες ανάγκες όπως όλοι οι άλλοι γύρω του.

Την επόμενη ο Άλντο είχε αφήσει το τροχόσπιτό του για μία ώρα, και πέρασε από το Τσίρκο.  Ήταν κοντά 12 μεσημέρι. Είχε τρεις και πλέον ημέρες που δεν μπορούσε να μυρίσει καλά.  Η αλλεργία του ‘των ανθέων’, όπως έλεγε,  τον είχε επηρεάσει.  Του το είχε πει ο γιατρός του τσίρκου Τζόουνς, ότι το κλίμα του Σύδνεϋ θα ενέτεινε πιθανόν τα συμπτώματα της αλλεργίας του ιδιαίτερα, επειδή ήταν η εποχή της άνοιξης. Αυτή λοιπόν την εποχή το Σύδνεϋ ήταν ένα τεράστιο ανθοκήπιο και παρά τη σπανιότητα βροχοπτώσεων τον τελευταίο χρόνο.  Ο Άλντο όμως ήταν γενικά πολύ καλά πέρα από το μειονέκτημα ότι δεν μπορούσε να μυρίσει ούτε το πολύ γνωστό του άρωμα: το άρωμα της Βερόνικας. Τη Βερόνικα την ξεχώριζε από τη Ρόζυ, όχι μόνο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  του χαρακτήρα της, από το σχέδιο των μαλλιών της και το διαφορετικό μακιγιάζ της, αλλά και από το όμορφο άρωμά της.

Ο Άλντο είχε πλησιάσει την ανατολική-κεντρική είσοδο του Τσίρκου.   Τον Τζίνο που είχε πάρει άδεια εκείνο το πρωί, τον είχε αντικαταστήσει  ο Μαρίνος.  Ο Ρίτσι είχε δύο ημέρες άδεια. ‘Τι έγινε φίλε;’ Τον ρώτησε τυπικά. ‘Όλα εντάξει λοιπόν;’ ‘Ναι αμέ… νόμισα ότι ο Μπάρρυ το είχε κοινοποιήσει σε όλους. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα απολύτως. Ήταν πραγματικά ένα όνειρο του Νίμο. Αυτό κατάλαβα εγώ.  Ο νάνος τα έκανε μούσκεμα.  Αναγκάστηκε ολόκληρο συνεργείο να ψάχνει για δυο ώρες και ύστερα, τίποτα.  Κατάλαβες;’

Ο Άλντο κούνησε το κεφάλι του.  Είχε καταλάβει πολλά περισσότερα από ότι έδειχνε.  Είχε κιόλας αποφασίσει ότι ο Μπάρυ πιθανόν να μην είχε αποκαλύψει την αλήθεια στην ευρύτερη μικρή κοινωνία του Τσίρκου. Άλλωστε κι αυτόν τον ίδιο, τον είχε προειδοποιήσει με καλό τρόπο ο Μπάρυ: ‘αυτό θα μείνει μεταξύ μας αγαπητέ Άλντο!’ εννοώντας πάντα το μυστικό που του είχε εμπιστευτεί ο Νίμο. Είχε διατάξει λοιπόν να αποσιωπηθεί το γεγονός, ώστε να μπορούν να εργαστούν τα μέλη του Τσίρκου καλά, χωρίς φόβο και υποψία ή και για να παρακολουθήσει τον καθένα χωριστά χωρίς δημοσίευση, χωρίς κοινοποίηση. ‘Έξυπνος άνθρωπος ο Μπάρυ!’ σκέφτηκε. Έτσι λοιπόν το Τσίρκο θα λειτουργούσε σα να μην είχε συμβεί τίποτα.  ‘Εν μέρει… είναι καλό αυτό’, σκέφτηκε. Ωστόσο το δικό του πρόβλημα παρέμενε άλυτο, κι αυτό τον απασχολούσε. Πώς θα τα κατάφερνε να πετύχει στις επιδιώξεις του.  Προτιμούσε για ντάμα του τη Βερόνικα και δεν είχε ιδέα ότι η Ρόζυ τον ήθελε έξω από το νούμερό τους.

Ο Ρίτσι είχε εκνευριστεί πολύ μ’ όλα εκείνα που είχαν συμβεί.  Είχε μια παλιά νευροπάθεια, και αυτό ήταν το μεγάλο, το κρυφό και επικίνδυνο μυστικό του.  Κανείς  δε θα μάθαινε τίποτα, γιατί εδώ στην χώρα του για τους ασθενείς του είδους του, ισχύει μία νόμιμη μυστικότητα που τους προστατεύει από τις διακρίσεις. Στο κομπιούτερ, μόνο οι ειδικοί που έχουν νομικά το δικαίωμα πρόσβασης, επιτρέπεται να ελέγξουν τους φακέλους τους.  Άνθρωποι σαν αυτόν είναι πάρα πολλοί, παίρνουν όμως τα φάρμακά τους, αισθάνονται καλά, φαίνονται καλά,  μπορούν να εργαστούν, να προσφέρουν και επομένως να συμπεριλαμβάνονται στο κοινωνικό σύνολο, αδιακρίτως.  Είχε ζητήσει δύο ημέρες άδεια.  Δεν αισθανόταν πολύ καλά. Το Τσίρκο τον είχε προσλάβει μαζί με κάποιον άλλον ντόπιο σαν τον εαυτό του, ως έκτακτο, δίπλα στους δύο μόνιμους φύλακες που είχε πάντα: τον Τζίνο και τον Μαρίνο. Συγκεκριμένα ο Τζίνο, ήταν μόνο αναπληρωτής φύλακας.  Η δουλειά του ήταν άλλη όπως γνωρίζουμε, του Συντονιστή του προγράμματος  του περίφημου Τσίρκου. Το γραφείο εύρεσης εργασίας είχε δώσει συστάσεις για το παρελθόν του. Δεν υπήρχε κάτι το ασυνήθιστο, υπήρχαν καλές συστάσεις επομένως… γιατί όχι αυτός, ο Ρίτσι.  Ήταν καλός, είχε συνείδηση… μα μόνο όταν έπαιρνε τα φάρμακά του. Ήταν ένας από τους φύλακες της ανατολικής εισόδου που όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν και η κεντρική είσοδος του Τσίρκου.  Θυμήθηκε τα λόγια του στον Μπάρυ: ‘Αφεντικό εγώ είμαι εδώ από τις 11 το βράδυ.  Από το στιγμή δηλαδή που ακόμη και οι δικοί μας είχαν αρχίσει να αποχωρούν από την τέντα.  Κατά τις 12.30 μ.μ. όλοι είχαν βγει. Ίσως ο Νίμο να ήταν από τους τελευταίους ή μάλλον είχε φύγει και είχε επιστρέψει. Είχε πει κάτι για αϋπνία. Είχε καθίσει κάποια στιγμή εδώ στην είσοδο. Ύστερα… είχε προχωρήσει και είχε πιάσει τη γωνιά στην αρχή του διαδρόμου προς την πίστα και καπνίζοντας έκανε κόρτε τη γαλαρία του τσίρκου. Έτσι είναι, κάπνιζε. Αργότερα –δηλαδή μερικά λεπτά ύστερα- τον είδα να βγαίνει πολύ βιαστικός, τόσο βιαστικός μάλιστα, που δεν είπε ούτε καληνύχτα.  Τώρα όπου νά’ ναι τελειώνει η βάρδια μου. Εγώ… ορκίζομαι πως δεν είδα τίποτα το ασυνήθιστο’, είχε επιμείνει και ο Μπάρυ είχε πει: ‘Καλά-καλά!’ και είχε προχωρήσει μαζί με τον Τζίνο στο κέντρο, του δαπέδου που περιελάμβανε το Μεγάλο Τσίρκο για τις παραστάσεις του, και πάνω από την οποία, και σε μεγάλο ύψος, κρέμονταν τα σχοινιά αναρρίχησης ή καθόδου, και τα κύρια αιωρούμενα μονόζυγα.  Ο Ρίτσι είχε ανησυχήσει ξαφνικά.  Φοβόταν την εμπλοκή του σε μία υπόθεση που θα αποκάλυπτε την αρρώστιά του πιθανόν. Είχε λοιπόν ζητήσει δύο ημέρες άδεια για να καλμάρει.

Είχε δει τον Νίμο να στέκεται εκεί κοντά στην είσοδο του Τσίρκου, το περασμένο βράδυ και το είχε αναφέρει. Μα έπρεπε.  Τώρα είχε μπλεχτεί.  Η ιδέα άρχισε να τον ταλαιπωρεί αφάνταστα. Είχε κολλήσει στο νου του και δεν έλεγε να τον αφήσει.  Αφήνοντας τον Μπάρυ που ακόμα ήθελε να ασχοληθεί με τον Νίμο, προχώρησε προς το τροχόσπιτό του, που βρισκόταν δίπλα στο τροχόσπιτο του Νίμο.  Σταμάτησε μία στιγμή σα να θυμήθηκε κάτι.  Ύστερα βιάστηκε στο τροχόσπιτό του αλλά δεν άργησε να βγει. Κύτταξε γύρω του.  Κανείς δε φαινόταν πουθενά.  Χτύπησε την πόρτα του Νίμο.  Βέβαια δεν είχε επιστρέψει ακόμη και το ήξερε. Αλλά το έκανε τέλος πάντων: επιχείρησε να μπει μέσα. Γύρισε το πόμολο της πόρτας. Άνοιξε.  Μπήκε μέσα για λίγα μόνο λεπτά και ύστερα βγήκε, αφού πρώτα είχε κυττάξει από τα  παράθυρα του τροχόσπιτου.   Δεν ήθελε να τον δούνε. Τι θα έλεγε αν τον έπιαναν να μπαίνει και ύστερα να βγαίνει από του Νίμου, σαν αφεντικό;  Τι έκανε  εκεί μέσα στην απουσία του κατοίκου του τροχόσπιτου; Απομακρύνθηκε με γρήγορο βήμα και κατευθύνθηκε αόριστα αρχικά, αλλά ύστερα άλλαξε και κατευθύνθηκε προς το μέρος κάποιων παλιών στάβλων, που υπήρχαν σε μικρή απόσταση από την περιοχή του Τσίρκου και πέρα από τον κεντρικό δρόμο.  Δεν είχαν περάσει είκοσι λεπτά, όταν είχε μπει σε ένα από αυτά και είχε αρχίσει να περιεργάζεται το χώρο.  Γέλασε σε μία σκέψη του… και ύστερα δυνατότερα… τα ζούδια στο μυαλό του είχαν αρχίσει να τον κατευθύνουν…

Ύστερα από τη συζήτησή του με τον Μπάρυ εκείνο το πρωινό ο Νίμο είχε μπει στο τροχόσπιτό του κουρασμένος.  Αισθανόταν τον ύπνο να τον συνεπαίρνει όταν αποφάσισε να πιει λίγο νερό.  Πάνω στο τραπέζι του είχε συνήθως μία κανάτα γεμάτη νερό.  Κούνησε το κεφάλι του ‘Πάλιωσε ετούτο’ σκέφτηκε και άδειασε την κανάτα στο νεροχύτη. Άνοιξε ύστερα το ψυγείο του και πήρε ένα μπουκάλι με νερό. Έβαλε λίγο στο ποτήρι του. Του φάνηκε γλυφό. ‘Το στόμα μου το κάνει δηλητήριο’ σκέφτηκε. Ακούμπησε το ποτήρι του πάνω στο τραπεζάκι και ξάπλωσε με τα ρούχα του στο κρεβάτι.  Δεν άργησε να τον πάρει ο ύπνος.  Κάποια στιγμή στην πορεία του χρόνου, άκουσε ν’ ανοίγει η πόρτα του.  Άνοιξε τα μάτια του. Ήταν η Ρόζυ. Τα ξανάκλεισε άθελά του σχεδόν. ‘Νίμο… ξύπνα! Ξύπνα σου λέω!’ επέμενε η φωνή.  Ο Νίμο άνοιξε τα μάτια του με κόπο. Την κύτταξε και τα ξανάκλεισε.  Η Ρόζυ τον κούνησε ξανά. ‘Έλα τώρα… άνοιξε τα μάτια σου επιτέλους.  Ο Νίμο άνοιξε πάλι τα μάτια του με πολύ ζόρι.  Ένα δάκρυ λαμπύρισε στην άκρη του ενός, ενώ προσπαθούσε να κινηθεί και δεν το κατόρθωνε.  Κάτι του είχε δέσει χέρια και πόδια και όταν δοκίμασε να πει κάτι, αντιλήφθηκε ότι είχε χάσει και τη μιλιά του.  Η Ρόζυ βλέποντάς τον σ’ αυτή την κατάσταση, έτρεξε πανικόβλητη έξω από το τροχόσπιτο.  Κατευθύνθηκε προς το τροχόσπιτο του γιατρού Τζόουνς. Χτύπησε άγρια την πόρτα του: ‘Γιατρέ, γιατρέ, είσαι μέσα;’ Φώναξε με αγωνία.  Η πόρτα άνοιξε και ο γιατρός  Τζόουνς, δεν πρόλαβε καν να ρωτήσει καθώς  η Ρόζυ φώναξε με άγχος: ‘γρήγορα… κάνε γρήγορα… κάτι έπαθε ο Νίμο!’ Ο γιατρός έριξε ένα σακάκι στην πλάτη του, άρπαξε την τσάντα του και έτρεξε με την Ρόζυ στο τροχόσπιτο του Νίμο.  Όρμησαν και οι δύο μέσα μπροστά ο γιατρός, πίσω του η Ρόζυ.  Ο Νίμο ήταν στο κρεβάτι του ακριβώς όπως τον είχε αφήσει η Ρόζυ μερικά λεπτά νωρίτερα.  Ο γιατρός άνοιξε την τσάντα του.  Του πήρε την πίεση, εξέτασε το πρόσωπό του προσεκτικά και έμεινε στα μάτια του. ‘Νίμο σφίξε μου με τα χέρια σου το μπράτσο…’ συμβούλεψε και κάθισε δίπλα στο κρεβάτι του.  Ο Νίμο κίνησε αργά το δεξί χέρι  του προς την κατεύθυνση του  γιατρού χωρίς ν’αρθρώσει  λέξη.  ‘Κούνησε τώρα τα πόδια σου’,  συμβούλεψε τον άντρα.  Εκείνος κούνησε ελαφρά και πάλι, το δεξί του. Ο γιατρός αποφάνθηκε με προσοχή.  ‘Μοιάζει με εγκεφαλικό.  Θα καλέσουμε αμέσως το ασθενοφόρο’ είπε και τράβηξε το ακουστικό του.  Μίλησε και στη συνέχεια επέμενε: ‘ναι τώρα αμέσως… πρέπει να τον μεταφέρουμε επειγόντως στο Νοσοκομείο. Θα συνέλθει ελπίζω, αν όχι μέχρι αύριο, σε δυο-τρεις ημέρες’.  Του έκανε μία ένεση και σηκώθηκε αργά πάνω από το νάνο, που κύτταζε με τα μάτια ακίνητα. ‘Μην προσπαθείς να επικοινωνήσεις μαζί μας.  Θα είσαι καλύτερα σε μερικές ώρες’, είπε ο Τζόουνς και τον κύτταξε με συμπάθεια.  Εκείνος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του σε ένδειξη επικοινωνίας. Δεν άργησε να φανεί  το ασθενοφόρο.

Η Ρόζυ αισθανόταν μεγάλη θλίψη για τον Νίμο. Ήταν ‘τόσο γλυκός και συμπαθητικός ο καημενούλης! σκέφτηκε και τα μάτια της υγράνθηκαν. Ήταν νέος άνθρωπος, και δεν καταλάβαινε γιατί του είχε συμβεί αυτό.  ‘Μη στεναχωριέσαι Ρόζυ.  Μπορεί απλά να είναι κάτι που τον πείραξε. Εννοώ μπορεί να έφαγε κάτι χαλασμένο, να έχει πάθει κάποια δηλητηρίαση. Μην ανησυχείς λοιπόν.  Μόνο που θέλω να κρατήσεις μυστική τη γνωμάτευσή μου.  Μου το υπόσχεσαι;  Γιατί, πού το ξέρεις; μπορεί κάποιος να προσπάθησε να τον… καταλαβαίνεις τι σου λέω;  Μυστικότητα λοιπόν για την ασφάλειά του, και… όλων μας στην τελική.  Δεν πρέπει να μάθει κανείς τίποτα… έτσι;  Εσύ να ξέρεις αυτό που σου εμπιστεύτηκα, ότι δηλαδή αν όχι σε μερικές ώρες, σε δυο-τρεις μέρες θα είναι πολύ καλύτερα!’, την παρηγόρησε ο Τζόουνς.  Η Ρόζυ τον κύτταζε σα χαμένη. Δεν καταλάβαινε.  Τι συνέβαινε επιτέλους;  Ποιος ή ποιοι επιτέλους  τα έκαναν  όλα αυτά σε τι απέβλεπαν;

Εκείνη την ημέρα το Τσίρκο λειτούργησε κανονικά, η παράσταση υπήρξε επιτυχής και σημειώθηκε η απουσία του Νίμο ως αισθητή, χωρίς ωστόσο να δοθούν εξηγήσεις γι’ αυτήν. Άλλωστε αυτά συμβαίνουν παντού από τους χώρους διασκέδασης και των διαφόρων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων μέχρις εκείνων των διαφόρων υπηρεσιών ή εταιρειών  και η απουσία ενός υπαλλήλου είναι μέρος της ανθρώπινης καθημερινότητας, ‘άνθρωποι είμαστε ούτως ή άλλως’!

Χωρίς λοιπόν να γνωρίζει κανείς τις λεπτομέρειες των δύο επεισοδίων και με το δίχτυ ασφάλειας κάτω από τα σώματα των ακροβατών εφαρμοσμένο στη θέση του, είχε ξεκινήσει στο φημισμένο Τσίρκο, η όλη παράσταση. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το γεγονός ότι το πλήθος των ακροατών που παρακολουθούσαν τις παραστάσεις -κάποιοι μάλιστα περισσότερο από μία φορά- δεν είχαν ενδείξεις για την διαφοροποίηση της συμπεριφοράς των καλλιτεχνών και των λοιπών μελών, και εν γένει του προσωπικού του Τσίρκου.  Υπήρχε ωστόσο μία ένταση  που βάρυνε περισσότερο αυτούς που την ζούσαν και που ήταν οι άνθρωποι της μικρής κοινωνίας του Τσίρκου. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους είχε οξυνθεί από την υποψία που τους έσφιγγε σαν ένας άυλος και επικίνδυνος κλοιός.

Η επόμενη βρήκε τη μικρή κοινωνία του  Τσίρκου  ακόμη περισσότερο μουδιασμένη.  Είχε σοκάρει η διαρροή του μυστικού του εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί ο Νίμο. Αν και δεν γνώριζαν λεπτομέρειες για την κατάστασή του, είχαν ακούσει ότι μπορεί και να μη ζούσε ή αν ζούσε τελικά θα ήταν ‘χόρτο’. Το άσχημο νέο είχε κατακεραυνώσει την εμπιστοσύνη, την ξεγνοιασιά και την αλληλεγγύη στη μικρή κοινωνία τους και είχε ζωγραφίσει τη θλίψη στα πρόσωπα όλων. Ένα φάντασμα είχε διεισδύσει στο χώρο τους που αδυνατούσαν  να το δουν ή να το υποδείξουν, ούτε και μπορούσαν να δικαιολογήσουν με τα όποια γνωστά αίτια, τέτοιες συμπεριφορές.

Με τις ερωτήσεις ή με τις συζητήσεις ανάμεσά τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν για όλα εκείνα φανερά ή μυστικά, ακόμη και υποθετικά, που είχαν συντείνει προς εκείνη τη νοσηρή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά και από το πουθενά. Ήταν όμως έτσι;  Οπωσδήποτε όχι.  Γιατί αυτού του είδους τα φαινόμενα δεν είναι τυχαία, αλλά ξεκινούν από κάποιους ή από κάποιον τελικά.

Ο Νίμο είχε υποστεί εγκεφαλικό χωρίς ποτέ να υπάρχει η ελάχιστη υποψία κακής υγείας.  Οφειλόταν άραγε σε μία κατακόρυφη επιδείνωση άγνωστης κατάστασης της υγείας του ή ήταν το αποτέλεσμα της επέμβασης κάποιου; Ο γιατρός Τζόουνς είχε πει στη Ρόζυ και στον Μπάρυ, αλλά και στην αστυνομία τελευταία απ’ όλους (και αναγκαστικά, όταν το νοσοκομείο ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής του Νίμο), ότι αν είχε πιει μεγαλύτερη ποσότητα νερού από εκείνη που είχε ήδη πάρει, ‘θα τα είχε… ‘τινάξει!’ Αυτά έδειχναν οι εξετάσεις  και αναλύσεις αίματος και ούρων. Το ποτήρι που βρέθηκε στο τραπέζι και τα περιεχόμενα  του ψυγείου του  Νίμου είχαν απομακρυνθεί προσεκτικά, είχαν εξεταστεί τα δακτυλικά αποτυπώματα αλλά και τα υγρά ή στερεά τρόφιμα, είχαν υποβληθεί σε ανάλυση των επί μέρους συστατικών τους  σε βιολογικό εργαστήριο.  Τα αποτελέσματα ήταν ζήτημα ωρών.

Οποιοσδήποτε μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε ο γιατρός Τζόουνς τέλος πάντων.  Την είχε ‘σκαπουλάρει…’ ο Νίμο ‘γιατί είχε άγιο κοντά του!’ είχε παραδεχτεί και ο Μπάρυ γνοιασμένος, τραβώντας μία ρουφηξιά από το χαβανέζικο πούρο του. Όλα αυτά ήξερε ότι θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα… αν είχε τραυματισθεί κάποιος από τους ακροβάτες του ή αν είχε πεθάνει ο Νίμο. ‘Θεός ‘φυλάξοι’, από τα χειρότερα!’ ευχήθηκε.  Κανείς δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν και ο Μπάρρυ είχε φροντίσει να νουθετήσει το Νίμο ώστε να αποκρύψουν τις όποιες υποψίες στην έρευνα της αστυνομίας, αν και όταν θα προέκυπτε τελικά.

Ο καημένος ο Νίμο πώς μπορούσε αλήθεια να βοηθήσει αφού ούτε να κουνηθεί ούτε και να μιλήσει μπορούσε.  Ο Μπάρρυ κούνησε το κεφάλι του στη σκέψη του Νίμου.  Πώς θα μπορούσαν να  παρουσιάσουν την παρά λίγο επιτυχή απόπειρα δολοφονίας του Νίμο, σαν δική του απροσεξία;  Δεν ήταν παράλογο από μόνο του;  Παρά τα μέτρα λοιπόν που είχε  επιχειρήσει να υιοθετήσει ο Μπάρυ, το ήξερε ότι ήταν ζήτημα χρόνου η έκδοση των αναλύσεων από το σώμα της αστυνομίας εναντίον του εγκλήματος, και επομένως και  τα στοιχεία του ενόχου…

Ήταν θρησκόληπτος άνθρωπος ο Μπάρυ. Ρωμαιοκαθολικός, από μάνα Γερμανίδα και πατέρα Ιταλό. ‘Τι σου κάνει η ξενιτιά… ενώνει ανθρώπους με άλλη λαλιά και με ταλέντα παράξενα και τους κάνει σαν ένα ‘μεικτό πράγμα’ με δύο σώματα και μυαλά… εναρμονισμένα όμως‘.  Σκεφτόταν κάποτε. Έτσι ήταν αυτός με τη Νοτιοαμερικανίδα  γυναίκα του την  Φιλίππα και κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν και ο πατέρας του  ο Τζουζέππε με την μάνα του τη Μαρλίν, ο μαυριδερός θερμός Ναπολιτάνος με την κατάξανθη,  την λογική, την ψύχραιμη Γερμανίδα.  Ο Μπάρυ είχε πάρει και από τους δύο: το επιχειρηματικό μυαλό και τη σοβαρότητα της δουλειάς από τη μάνα του και το θυμό, τα νεύρα και την καλλιτεχνία, από τον φλογερό Ναπολιτάνο  πατέρα του.

Παρά την τελευταία απόφασή του ο Μπάρυ, ύστερα από τα συμπεράσματα του Νοσοκομείου και την επικοινωνία αυτών με τον γιατρό του Τσίρκου, παρά την απαραίτητη εχεμύθεια για επαγγελματικούς λόγους, αναγκάστηκε τελικά  να επισκεφτεί την τοπική αστυνομία για να συζητήσει με εγγυημένη εχεμύθεια, και για να ζητήσει τη γνώμη και τη βοήθεια ειδικού σχετικά με τα συγκλονιστικά φαινόμενα που είχαν παρουσιαστεί μέσα σε δύο ημέρες και είχαν αλλάξει τη ζωή του και όλων των άλλων μελών της μικρής κοινωνίας του Τσίρκου.  Τότε ήταν που ο γιατρός Τζόουνς είχε πει κάποια ελάχιστα, σχετικά.

Η ανησυχία του Μπάρυ ήταν έκδηλη.  Κάποιος είχε βαλθεί να κάνει κακό στο προσωπικό του Τσίρκου  και επομένως  και στην επιχείρησή του.  Σκέφτηκε πως ίσως κάποιος ή κάποιοι από τους ανθρώπους που εργάζονταν στο Τσίρκο με κάποια ιδιότητα και μάλιστα ήταν υπεράνω υποψίας μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχαν προκαλέσει αυτά τα φαινόμενα  και ότι όφειλε να είναι πολύ προσεκτικός και στην επικοινωνία του με την αστυνομία:  ένας εχέμυθης ντετέκτιβ της αστυνομίας όφειλε ν’ αναλάβει τη εξιχνίαση της σειράς των μυστηρίων και ακατανόητων φαινομένων που ταλάνιζαν την κοινωνία του Τσίρκου και επιπλέον απειλούσαν κι αυτή ακόμη την ύπαρξή του.  Και για καλή του τύχη, αυτό έγινε τελικά.

Ο Μπάρυ είχε αποφασίσει ότι κάποιοι επεδίωκαν με φονικά  κόλπα να  κλείσουν το μοναδικής επιτυχίας Τσίρκο και να πάρουν τη θέση του.  Ήταν αδύνατον; ‘Όχι βέβαια!’ Το σκέφτηκε τόσες φορές που είχε σχεδόν πειστεί ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα. Λίγη καχυποψία άλλωστε ευαισθητοποιεί τους ανθρώπους και τους καθιστά περισσότερο προσεκτικούς.

Η Ρόζυ είχε τρελαθεί από την ανησυχία της.  Δεν ήξερε σε ποιον να απευθυνθεί γι’ αυτό το δεύτερο γεγονός που την είχε σοκάρει τελικά: το σακ-βουαγιάζ που είχε βρει έξω από το τροχόσπιτό της και της Βερόνικας.  Η Βερόνικα  που δεν ήταν μαζί της εκείνη τη στιγμή –είχε βγει με τον Άλντο για λίγο-  την είχε βρει να κάθεται στεναχωρημένη μέσα στο τροχόσπιτο μπροστά στο σακ βουαγιαζ κι όταν άκουσε που το είχε βρει και τι περιείχε, είχε συμβουλέψει τη Ρόζυ να πάνε μαζί στον Μπάρυ. Αυτή όμως αποφάσισε να δει μόνη της το ‘Μεγάλο Αφεντικό’ τον Μπάρυ.  Δεν ήξερε όμως από πού ν’ αρχίσει για τα πού, τα  πότε και τα πώς της υπόθεσης, με την οποία είχε βρεθεί αντιμέτωπη έτσι ξαφνικά το περασμένο βράδυ, ύστερα από εκείνη την οδυνηρή παράσταση.  Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο είχε τρέξει στο τροχόσπιτο του Νίμου την επομένη, για να τον βρει τελικά σε  εκείνη την τρομαχτική κατάσταση.

Τρίτη ημέρα λοιπόν αφότου οι άνθρωποι του Τσίρκου, βίαια είχαν μπει σε εκείνο τον κύκλο των περίεργων φαινομένων με απτό θύμα τελικά το Νίμο, που βρισκόταν για δεύτερη ημέρα στο Νοσοκομείο. Απαγορευόταν βέβαια η είσοδος στους όποιους επισκέπτες.  Ποιος μπορούσε να είναι βέβαιος ότι το πρόσωπο που είχε αποπειραθεί να ‘καθαρίσει’ τον Νίμο δε θα προσπαθούσε και πάλι; Ναι δεν μπορούσε να αποκλειστεί η πιθανότητα μιας νέας απόπειρας εναντίον του.  Και αν η πρώτη απόπειρα είχε αποτύχει, η δεύτερη πιθανόν να ήταν θανατηφόρα.   Η αστυνομία πάντως είχε καλού-κακού, τοποθετήσει έναν άντρα έξω από τον θάλαμό του.

Η Ρόζυ λοιπόν είχε βρεθεί μπροστά σ’ ένα νέο και αγχώδες δίλλημα. Κρατώντας το σακ-βουαγιάζ κατευθύνθηκε στο τροχόσπιτο του Μπάρυ.  Χτύπησε.  ‘Εμπρός!’ ακούστηκε η φωνή του και η Ρόζυ άνοιξε την πόρτα.  Ο Μπάρυ καθόταν μπροστά στο κομπιούτερ του με κάποια από τα χαρτιά του στα πλάγια του γραφείου του και κάποια άλλα, εδώ κι εκεί σε καρέκλες. Την κύτταξε εξεταστικά.  ‘Καλώστηνα!’ είπε απλά. Η Ρόζυ χαμογέλασε δειλά και του πρότεινε την τσάντα. ‘Τι είναι αυτό;’ Ρώτησε ο Μπάρυ περίεργος.  ‘Μπάρυ… δε θα το πιστέψεις, αλλά τη βρήκα εχτές μετά από την παράσταση σε μία πλαστική σακούλα μισο-κρυμμένη κάτω από τα σκαλοπάτια του δικού μας τροχόσπιτου.  Την αποκάλυψε μέσα στο σκοτάδι, ο φακός μου. Την άνοιξα και φαίνεται ότι περιέχει μία ολόμαυρη φόρμα με προσαρτημένο απάνω της είδος μπαλακλάβα.  Δεν ξέρω ποιος την έβαλε εκεί, αλλά χωρίς να το θέλω σκέφτηκα ότι ίσως να είχε σχέση με τη σκιά που είχε δει στη γαλαρία, στο  στερέωμα του τσίρκου, ο Νίμος.  Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο τον είχα επισκεφτεί χτες,  για να τον δω δηλαδή, να του μιλήσω γι αυτή τη φόρμα.  Τα υπόλοιπα τα γνωρίζεις.  Τον βρήκα στην κατάσταση που βρίσκεται.  Ύστερα από αυτό που συνέβη στον καημένο το Νίμο τρομοκρατήθηκα και δεν είπα τίποτα σε κανέναν, εκτός από τη Βερόνικα.  Θα μπορούσε να είναι μία σοβαρή απόδειξη στην υπόθεση…  Δεν μπορούσα επομένως να το κρατήσω μυστικό από σένα.  Σκέφτηκα να σε δω…  Νά  ‘μαι λοιπόν!’ είπε κουρασμένα.

Ο Μπάρυ σηκώθηκε και την έβαλε να καθίσει σε ένα κάθισμα,  πετώντας πρώτα  τα χαρτιά από πάνω της. ‘Συγγνώμη για την ακαταστασία.  Η γραμματέας μου απουσιάζει.  Έλα κάθισε και ηρέμησε.  Μη στεναχωριέσαι γι’ αυτό.  Άφησέ το εδώ και κανείς δε θα μάθει, εκτός βέβαια από εκείνον που τα έκρυψε κάτω από τη σκάλα σου για να ενοχοποιήσει εσένα ή την αδερφή σου, πιθανόν’ είπε χαμογελώντας βεβιασμένα.  Η Ρόζυ κοκκίνισε και δαγκώθηκε.  Ήταν λοιπόν δυνατόν κάτι τέτοιο;  ‘Αν σου μιλήσει κάποιος ονόματι Κέλλυ, μη φοβηθείς.  Είναι δικός μου άνθρωπος.  Είναι ντετέκτιβ της μυστικής αστυνομίας.  Θα σε βοηθήσει αν χρειαστεί. Μπορεί να σου κάνει ερωτήσεις.  Πες ό,τι ξέρεις και μη φοβάσαι’.  Ή Ρόζυ ένευσε συγκαταβατικά.  Σηκώθηκε είπε ένα ευχαριστώ και ετοιμάστηκε ν’ ανοίξει την πόρτα.  ‘Δε θα έχουμε παράσταση σήμερα, ίσως ούτε και αύριο’, είπε ο Μπάρυ ήσυχα.  Η νέα δεν έκανε την παραμικρή ερώτηση.  Τον άκουσε μόνο και όταν ο Μπάρρυ τελείωσε, τον χαιρέτησε και άνοιξε την πόρτα. ‘Ρόζυ μήνυσε εκ μέρους μου και στη Βερόνικα.   Μακριά από εκείνους που δεν γνωρίζετε από χρόνια’.  Η Ρόζυ αναρωτήθηκε ποιους άραγε εννοούσε;  Πόσοι ήταν καινούργιοι ανάμεσά τους ένας, δύο ή τρεις; Ένευσε και πάλι το κεφάλι της.  Καταλάβαινε πολύ περισσότερα από εκείνα που έλεγε.  Ήταν πολύ έξυπνη για υποδείξεις αυτού του είδους.

Ο ντετέκτιβ  Κέλλυ άνοιξε την τσάντα και την αναποδογύρισε.  ’Τι έχουμε εδώ;  Μία φόρμα μαύρη, ένα μπαλακλάβα, και ένα σχισμένο μανίκι!..’ ο Μπάρρυ τον κύτταξε με νεύρο.  ‘Τι λες τώρα;’  ρώτησε νομίζοντας ότι ο Κέλλυ αστειευόταν.   ‘Τι, τι λέω;  Αυτό που άκουσες: κι ένα σκισμένο μανίκι!‘  Του έδειξε το μανίκι από τη φόρμα.  Ήταν φρέσκο και δεν είχε γίνει αντιληπτό από τον δράστη ή μάλλον δεν έδωσε σημασία.  Το αριστερό μανίκι είναι… θέλω να πω πως κάπου σκάλωσε και σχίστηκε βίαια.  Ήθελα να ήξερα πόσοι φορούν μακριά μανίκια στο Τσίρκο αυτή τη στιγμή’, είπε.  ‘Εξαρτάται, δεν εξαρτάται;’ Ρώτησε ο Μπάρρυ περιμένοντας.  ‘Ναι, αλλά θα μας επιτρέψουν οι άνθρωποί σου να δούμε τα χέρια τους γυμνά;  Ή πρέπει να περιμένουμε να τους πιάσουμε όταν εργάζονται;  Δεν γίνονται αυτά… Εκτός αν πριν από το αίτημα να προβάλλουν όλοι γυμνά τα μπράτσα τους συμβεί το αναπάντεχο’.  ‘Δηλαδή;’  ρώτησε ο Μπάρυ.  ‘Εννοώ… Αν κάποιος κατά λάθος ή επειδή θα πρέπει, θα μας αποκαλυφθεί μόνος του.   Μιλάμε για τους ακροβάτες σου βέβαια.  Άλλωστε θα πρέπει να ήταν ακροβάτης εκείνος που πήγε να κόψει το σχοινί  κι ας μην τον βρήκαμε ακόμα.  Θα τον βρούμε όμως, να μην αμφιβάλλεις γι αυτό!  Τώρα μας έστειλε ο φίλος μας ένα σκισμένο μανίκι… ‘και μάλλον και έναν πληγωμένο βραχίονα!..’ μουρμούρισε και ο Μπάρυ δεν είχε καταλάβει τι έλεγε. Τον κύτταζε με ερωτηματικό στα μάτια.  ‘Δεν κατάλαβες;’ ρώτησε απευθυνόμενος  πάντα τον Μπάρυ που τον κύτταζε γεμάτος απορία.   ‘Νομίζω!’ είπε ο Μπάρυ αβέβαιος. Το μυαλό του ντετέκτιβ έπαιρνε τα δικά του μονοπάτια, αναμφίβολα. ‘Έτσι είναι. Πώς αλλιώς θα έβρισκαν  απαντήσεις στα οδυνηρά ερωτήματα αν δεν ήταν ιδιοφυΐες στην εγκληματολογία; Αλλά μανίκια μακριά ή κοντά; Δεν ξέρω!’ σκέφτηκε πάλι ο Μπάρυ.  Ήταν τόσο συγχυσμένος που όλη η ευαισθησία του, η καλλιτεχνία του και τα ταλέντα του επιχειρηματικού του μυαλού, αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν. ‘Από τα κοντά ή τα μακριά μανίκια λοιπόν…  εντάξει κατάλαβα θέλει να δει αν υπάρχει γρατσουνιά σε αριστερό χέρι που να ανήκει στο προσωπικό μου… σε σχέση με το σχίσιμο του μανικιού της φόρμας.   Για περίμενε, δεν θα μπορούσε να υπάρχει μία τέτοια σατανική σύμπτωση;   Και βέβαια θα μπορούσε. Αγαπητό μου αστυνομικό δαιμόνιο… αν περιοριστείς σε μία τέτοια μόνο μαρτυρία χαθήκαμε!’  σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.  Τίναξε το κεφάλι του προς τα πίσω. ‘Συγκεντρώσου Μπάρυ, να μην κλείσουμε την επιχείρηση εξαιτίας κάποιων άτυχων υπολογισμών!.. Εδώ πρόκειται  για ψυχή, καλλιτεχνική ψυχή, ευαισθησία, ο καλλιτέχνης δεν έχει κακία. Ζήλεια; ναι έχει μπόλικη, κακία όμως;  Εντάξει, υπάρχει σύνδεση μεταξύ ζήλειας και κακίας, όμως ένας αληθινός καλλιτέχνης δεν φτάνει ως εκεί.   Όχι, δε φτάνει ως εκεί!’ Ο Μπάρυ ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Οι ‘εκλεκτοί του’, όπως αποκαλούσε τους καλλιτέχνες του, σχημάτιζαν την πολυπληθή οικογένεια του Τσίρκου, και είχαν εισχωρήσει σ’ αυτήν σε νεαρή ηλικία,  παιδιά, και εκείνη τη στιγμή κάποιοι  βρίσκονταν στην κατάλληλη  ηλικία, και άλλοι είχαν προσπεράσει την πρώτη τους νεότητα.  Αυτοί οι εκλεκτοί του ήταν που έψαχναν σαν τα λαγωνικά, εύρισκαν τα κατάλληλα νέα παιδιά, τα γύμναζαν και τα προσέθεταν στο παλιό πλήρωμα  του Τσίρκου και το μπόλιαζαν με νέο αίμα.

Ο Μπάρυ στα πενήντα του ήταν ένα πετυχημένος και παγκόσμια αναγνωρισμένος επιχειρηματίας.  Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι το Τσίρκο του λειτουργούσε σαν ένα Πανεπιστήμιο από όπου οι καλλιτέχνες έπαιρναν τα Μάστερ τους ή τα Διδακτορικά τους!

‘Λουσίντα!’ φώναξε ο Μπάρρυ. Η νέα άνοιξε την πόρτα του τροχόσπιτου.  Μύριζε ένα θεϊκό άρωμα.  ‘Χμ!  Τι θείο άρωμα καλή μου!’ θαύμασε ο Μπάρυ.  ‘Ω! συγγνώμη Μπάρυ… Πέρασε μέσα παρακαλώ!’ είπε κοκκινίζοντας η μελαχρινή Ανδαλουσιάνα.  Η κινέζικη ρόμπα της με το τριών τετάρτων μανίκι άφηνε τα καλογραμμένα μπράτσα της ελεύθερα.  Ένα μεγάλο τσιρότο στο αριστερό της χέρι κάτω από τον αγκώνα, υποκίνησε την περιέργεια του Μπάρυ. Θυμήθηκε τα λόγια του Κέλλυ: ‘Το αριστερό μανίκι είναι… κάπου σκάλωσε και σχίστηκε βίαια.  Ήθελα να ήξερα πόσοι φορούν μακριά μανίκια στο Τσίρκο…’ είχε πει. ‘Εξαρτάται… δεν εξαρτάται;’  Είχε απαντήσει ο Μπάρυ, και τώρα ξαφνικά αναρωτήθηκε δυνατά:  ‘Τι έπαθες στο μπράτσο σου;’ ‘Α! Αυτό… ένα ατύχημα, ο γάτος μου… ο Μπρούνο, ναι,  πήδηξε, βρέθηκα στο διάβα του… και άθελά του με γρατσούνισε.  Πάνε τρεις μέρες σχεδόν’.   ‘Κακό… πολύ κακό αυτό!’ μουρμούρισε ο Μπάρυ. ‘Ναι, ευτυχώς που οι επίδεσμοι είναι στο χρώμα του δέρματος κι έτσι δε θα φαίνεται ότι έχω ένα στο μπράτσο μου’.

‘Γιατρέ… μου φαίνεται πως έπαθα μία μικρή μόλυνση.  Με γρατσούνισε η γάτα μου ο Μπρούνο και… τέταρτη ημέρα σήμερα… και δε φαίνεται να καλυτερεύει.’ Ήταν η Λουσίντα που τηλεφωνούσε. Ο Τζόουνς την κάλεσε στο ιατρείο του και αφού εξέτασε την άσχημη και βαθιά γρατσουνιά στο αριστερό της χέρι κάτω από τον αγκώνα, διαπίστωσε σοβαρή μόλυνση. ‘Με τι το καθάρισες;’ ρώτησε.  ‘Με detoll και ύστερα έβαλα savlon’ απάντησε η Λουσίντα.   Πολύ φοβάμαι ότι εξελίσσεται σε κάτι άσχημο.  Είσαι βέβαιη ότι σε γρατσούνισε η γάτα σου και ότι δεν είναι από κάτι άλλο; Από ένα σκουριασμένο σύρμα… ή ένα σίδερο; Φαίνεται βαθύ. Μπορεί το αντισηπτικό σου να μην έφτασε στο βάθος του τραύματός σου’ είπε πάλι ο Τζόουνς.  ‘Όχι γιατρέ μου… Δεν υπάρχει λόγος να πω ιστορίες για μία γρατσουνιά!’  είπε η Λουσίντα, πολύ ταραγμένη αυτή τη φορά.  ‘Κακή γρατσουνιά!’ είπε ο Τζόουνς κάνοντας μία γκριμάτσα.  Αν είσαι σίγουρη ότι δεν είναι από σίδερο εντάξει, αν όμως είναι, τότε πρέπει να κάνεις αντιτετανικό ορό… για να μην πάθεις καμιά γάγγραινα!’ ‘Ναι γιατρέ μου καταλαβαίνω, είπε η Λουσίντα και αφού ο Δρ. Τζόουνς το καθάρισε με δυνατό αντισηπτικό της είπε να πάει την επόμενη για να το ξαναδεί.  Της έδωσε επίσης penicillin. Ο Τζόουνς δεν είχε πιστέψει την ιστορία της Λουσίντα. Πίστευε από τη μορφή της πληγής ότι υπήρχε πιθανότητα εξέλιξης προς το χειρότερο. ‘Αν έγινε το ατύχημα από σκουριασμένο σίδερο και το τραύμα είναι βαθύτερο από ότι φαίνεται, τότε… μπορεί το τραύμα της και να  εξελίσσεται σε γάγγραινα.   Αύριο θα της κάνω τον ορό, θέλει δε θέλει και ελπίζω να μην είναι αργά. Δε θέλουμε να χάσει το χέρι της! Πώς θα ζήσει μία ακροβάτρια χωρίς χέρι; Δεν καταλαβαίνω, όμως… αν είναι αλήθεια μόλυνση από σίδερο γιατί να το κρύβει;‘ στεναχωρήθηκε στη σκέψη της επιπολαιότητας της Λουσίντα.

Η Λουσίντα ήταν νέο μέλος στην οικογένεια του Τσίρκου. Είχε προσχωρήσει σ’ αυτήν, όταν τον περασμένο χρόνο το Τσίρκο βρισκόταν στην Ισπανία.  Ήταν γνωστή ως  ‘η θερμόαιμη Ανδαλουσιάνα’.   Πετούσε το κεφάλι της προς τα πίσω όταν χαιρετούσε το πλήθος που τη ζητωκραύγαζε και τα μαλλιά της ήταν σαν γυαλιστερός έβενος με μωβ ανταύγειες.  Ήταν πολύ όμορφη η Λουσίντα με το άψογο, μελαχρινό της δέρμα.   Αρκετοί άντρες ήταν ξετρελαμένοι μαζί της και ήταν γνωστή η πρόταση γάμου γνωστού εκατομμυριούχου Γάλλου επιχειρηματία. Όμως η Λουσίντα δεν ήταν έτοιμη.  Έμοιαζε με άγριο θηλυκό ζώο, που δεν τολμούσαν τα αρσενικά να το ζυγώσουν από φόβο μήπως και τους κατασπαράξει με το πάθος της.

‘Μπάρυ, άκου φίλε μου, η Λουσίντα έχει μία βαθιά μολυσμένη πληγή στο αριστερό της χέρι κάτω από τον αγκώνα της.  Υποψιάζομαι ότι είναι η αρχή γάγγραινας.  Θα τη δω αύριο και θα την πείσω να κάνει αντιτετανικό ορό.’  Είπε ο Τζόουνς στον Μπάρυ επικοινωνώντας μαζί του τηλεφωνικά.             Εκείνος  μόνο που δεν   πήδηξε όταν τον άκουσε.  ‘Γάγγραινα είπες;  Εμένα μου ιστόρησε άλλα!’ φώναξε στον Τζόουνς νευριασμένος τώρα πια.  Ανησύχησε.  Τι σήμαιναν όλα αυτά; Η Λουσίντα; ‘Λες να είχε κάποια σχέση με την ακροβατική ομάδα:  Άλντο, Ρόζυ και Βερόνικα;  Και ο Νίμο; Πού χωρούσε σε όλο αυτό, η υπόθεση του Νίμο; Είχε άραγε κάποια σχέση με όλα όσα είχαν διαδραματιστεί στο Τσίρκο τις τελευταίες ημέρες;  Θυμήθηκε τον ντετέκτιβ.

Ο Κέλλυ είχε κληθεί από το τμήμα εξέτασης των στοιχείων για διελεύκανση υπόπτων υποθέσεων. ‘Ανακαλύψαμε δύο αρώματα στη φόρμα που έφερες.  Στο λαιμό και στις μασχάλες. Υπάρχει η αντρική κολόνια Opium και το γυναικείο άρωμα Αddict του Dior.  Παρουσιάζεται δυνατότερο το γυναικείο άρωμα. Θα πρέπει το γυναικείο άρωμα να ήρθε σε επαφή με τη φόρμα αργότερα και έτσι είναι τελικά’.   Ο Κέλλυ δεν είχε μιλήσει αμέσως.  Ήθελε να σκεφτεί. Το έκανε εντατικά και πεισμωμένα.   Ήταν τόσα πολλά εκείνα που έπρεπε να ερευνηθούν και να ερμηνευτούν.  ‘Το θέμα είναι ότι αυτή η φόρμα υποτίθεται ότι ανήκει σε έναν  από τους δύο που χρησιμοποιούν τα δύο διαφορετικά αρώματα… Εκτός εάν… Είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται από δύο άτομα έναν άντρα και μία γυναίκα;  Κατ’ εναλλαγήν; Μάλλον όχι.  Ένα Τσίρκο σαν το Megaplex που αναμφίβολα  έχει την ικανότητα να παρέχει τόσες ανέσεις και τόσο προσωπικό για την εξυπηρέτηση όλων, δεν μπορεί παρά να παρέχει και ένα σπουδαίο  και πλούσιο βεστιάριο, για όλες και για όλους.  Εκτός…. αν κάποιος δανείστηκε τη φόρμα ενός άλλου για να τον ενοχοποιήσει για κάτι.  Αν είναι έτσι τότε γεννάται το ερώτημα ποιος ήταν αυτός που τη φόρεσε τελευταίος γιατί ‘δανείστηκε’ μία ξένη φόρμα αν δεν ήταν δική του, και γιατί την ‘τοποθέτησε’ έξω από το τροχόσπιτο της γνωστής ακροβάτριας ‘του διδύμου’.  Το τελευταίο κυρίως εξηγείται και ενισχύει τις προηγούμενες απόψεις: πάει να  πει ότι σκοπός του ατόμου που ‘δανείστηκε’ το ξένο ένδυμα, ήταν να ενοχοποιηθεί το πρόσωπο που κατοικεί στο συγκεκριμένο τροχόσπιτο. Όμως ούτε κι αυτό ικανοποιεί, κάτι λείπει: το κίνητρο.  Θα ήθελα να ξέρω τις σχέσεις όλων των καλλιτεχνών με τη διαφορετική προέλευση, θρήσκευμα, γλώσσα και ιδιοτροπία, μεταξύ τους και μέσα σ’ αυτή την οικογένεια.  Αυτό θα μου έλεγε πολλά.  Η φιλοδοξία ενός ανθρώπου, η επαγγελματική του απόδοση, το συναίσθημα ερωτικό ή της ζήλειας, η ικανοποίηση ή η δυσαρέσκεια… όλα αυτά μπορούν πολύ εύκολα  να προκαλέσουν πάθη που οδηγούν σε απίστευτες πράξεις.    Ποιος αλήθεια ξέρει από ποιον και γιατί ή για ποιον, πριονίστηκε το σχοινί του μονόζυγου;   Έχουμε τόσα πρόσωπα ξαφνικά και ίσως προστεθούν και άλλα.  Είναι άραγε βεντέτα, είναι επαγγελματική ζηλοφθονία ή ανικανοποίητος έρωτας;’ Αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά ο ντετέκτιβ Κέλλυ. Έτριψε τα μηνίγγια του με τα ακροδάχτυλά του αργά και κρατώντας τα μάτια του κλειστά.

Η επόμενη βρήκε όλους τους ακροβάτες καλύτερους μετά από την ξεκούραση του διημέρου  των  διακοπών του Τσίρκου.  Η Ρόζυ χαμογελούσε ικανοποιημένη. Σήμερα θα ήταν τρεις ‘εκεί πάνω’.  Η Βερόνικα, ο Άλντο κι αυτή. Θα ήταν μία φοβερή παράσταση με χιλιάδες θεατές, με κάμερες και δημοσιογράφους, μία παράσταση αναμνηστική.

Αισθανόταν ικανοποιημένη που είχε φτάσει εκείνη η παράσταση.   Η Βερόνικα και η ίδια όταν έκαναν το νούμερό τους, επηρέαζαν τους θεατές σε βαθμό ώστε να προσεύχονται για την ασφάλειά τους.   Ιδιαίτερα όμως επηρέαζαν τους νέους άντρες, καθώς ξυπνούσαν μέσα τους τον ‘εκ φύσεως’  ιπποτισμό τους.   Ετούτο το στοιχείο τους παρακινούσε να γίνουν ήρωες, να σκαρφαλώσουν εκεί πάνω και να προστατεύσουν τα δύο κορίτσια από τον κίνδυνο του salto mortale.   Η συνέχεια έπαιρνε  ερωτική υφή καθώς ονειρεύονταν να τα κλείσουν στην αγκαλιά τους, λες και κάποιος κακός κύρης τις υποχρέωνε να ανεβαίνουν εκεί απάνω και να επιδίδονται στις απίθανες ακροβασίες τους, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους την κάθε στιγμή.

‘Ο Άλντο!’  Η Ρόζυ δεν είχε τίποτα εναντίον του, εκτός του ότι εδώ και μέρες έβλεπε πως η Βερόνικα του χάριζε χαμόγελα και του έριχνε κρυφές ματιές.   Αυτό το ελάχιστο ερέθιζε τη Ρόζυ ξαφνικά.   Ήταν δυνατόν η Βερόνικα να αλλαξοπιστήσει και να επιδοθεί σε κάτι άλλο, πέρα από την συγκέντρωσή της σ’ εκείνη και την καριέρα τους; ‘Είναι;’ ρώτησε δυνατά θαρρείς και απευθυνόταν στον εαυτό της. ‘Τι είπες;’ ρώτησε η Βερόνικα περίεργη.   ‘Σκεφτόμουν τι εντυπώσεις θ’ αφήσει η σημερινή παράσταση με τους τρεις μας εκεί πάνω’ είπε η Ρόζυ με μυστηριώδες ύφος.  ‘Ναι, έχεις δίκιο. Είναι λίγο τρομερό, δεν είναι; πρώτη φορά θα συνεργαστούμε με τον Άλντο.  Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι οι πρόβες μας απέδειξαν ότι είναι εξίσου ικανός, εννοώ σαν κι εμάς’.  Η Ρόζυ την κύτταξε ερευνητικά. ‘Σου αρέσει ο Άλντο, έτσι δεν είναι;’ ρώτησε.   Η Βερόνικα κατακοκκίνισε.  ‘Λοιπόν;’ ρώτησε πάλι η Ρόζυ άθελά της άγρια, ετούτη τη φορά. ’Είναι πολύ συμπαθητικός νέος, δεν είναι;’ ρώτησε η Βερόνικα σιγανά.  ‘Ναι, είναι συμφωνώ μαζί σου!’ απάντησε εκείνη με σφιγμένα τα χείλια.

Η Βερόνικα δεν προσπάθησε καν να ασχοληθεί με την ανάλυση της συμπεριφοράς της αδερφής της.  Εξάλλου πώς μπορούσε;  Πλησίαζε ο χρόνος για την παράσταση και δεν μπορούσαν να σπαταλούν  την ώρα τους με άσκοπες ερωτήσεις-απαντήσεις.   Τέτοιες ώρες δεν επιτρέπονταν οι όποιοι  συναισθηματισμοί, οι όποιες διαφορές και φιλονικίες.  Ήταν κανόνες της βίβλου των ακροβατών. Η ηρεμία, η ψυχραιμία και η συγκέντρωση, ήταν τόσο απαραίτητα, όσο και η αναπνοή που έπαιρναν, αν πραγματικά ήθελαν να επιζήσουν.

Η εισροή του κόσμου ήταν μοναδική.  Από όλα τα προάστια του Σύδνεϋ κατέφθαναν εκατοντάδες οι θεατές και έμπαιναν πληρώνοντας ένα  αρκετά μεγάλο ποσόν που μειώνονταν ανάλογα με τα καθίσματα  στα μεταλλικά διαζώματα του τεράστιου παγκόσμια φημισμένου τσίρκου.

Ο καιρός τους είχε ευνοήσει και αυτή τη φορά όπως συνήθως.  Θεός, φύση, άνθρωποι,  όλοι και όλα ήταν και πάλι με το μέρος τους.  Κανείς, ούτε αυτοί οι ίδιοι οι καλλιτέχνες είχαν συνειδητοποιήσει πόσο κοντά είχε φτάσει στην καταστροφή του το φημισμένο Τσίρκο, όπου εργάζονταν.

Ο Ντετέκτιβ Κέλλυ είχε κάνει μία καλή δουλειά. Είχε πετύχει να κάνει την έρευνά του τόσο ήσυχα!  Ο Μπάρυ του παραχώρησε τα κλειδιά των τροχόσπιτων με τα ονόματα ‘των νοικοκύρηδων τους’.   Είχε επισκεφτεί τις μικρές τουαλέτες τους και είχε πάρει δείγματα των αρωμάτων τους.   Τα συμπεράσματα ήταν ικανοποιητικά. Τα αρώματα: opium-Yves Saint Laurent και instinct-Dior ανήκαν αντίστοιχα στον Ροζάριο και στη Λουσίντα.  Ο Ροζάριο αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε ιδέα για όλα εκείνα, παρόλο ότι είχε ακούσει τα σχετικά έμμεσα και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.  Μία από τις ακροβατικές του φόρμες είχε εξαφανιστεί.   Αλλά δεν έδωσε σημασία καθώς ήταν ιδιοκτησία του Τσίρκου και αμέσως είχε αντικατασταθεί με νέα.

Η Λουσίντα ήταν τρελά ερωτευμένη με τον  γοητευτικό, τον φιλόδοξο Άλντο.  Τον είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που τον είχε γνωρίσει.  Εκείνος όμως είχε άλλα στο μυαλό του και κυρίως μία άλλη γυναίκα, τη Βερόνικα τελικά –αυτή από τις δυο αδερφές είχε φανεί πιο ‘ζεστή’ να συνάψει μια σχέση μαζί του πέρα από τη συναδελφική- για τους δικούς του προσωπικούς λόγους, και πέρα από το συναίσθημα.  Όλα τα διαβήματά του είχαν σχέση περισσότερο με τις φιλοδοξίες του να εκτοπίσει τη Ρόζυ που περίσσευε και να γίνει ζευγάρι με την αδερφή της Βερόνικα.   Απώτερος στόχος του ήταν οι δυο τους ν’ αποτελέσουν ένα ακροβατικό ζευγάρι που θα εξελισσόταν  σε ένα από τα πιο περίφημα ακροβατικά, το ζευγάρι: Άλντο-Βερόνικα.  Ήταν ένα  όνειρο που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με θέληση και με λίγη καλή τύχη.

Η Λουσίντα σκόπιμα είχε ‘δανειστεί’ το κοστούμι των ακροβατικών του Ροζάριο, που πάντα φορούσε μία ελάχιστη δόση του αντρικού αρώματος όπιον.   Ερεθισμένη από το διάλογο του Μπάρυ με τη Ρόζυ και τον Άλντο το πρωί της ίδιας ημέρας, είχε ανέβει ως εκεί πάνω, εκείνο το βράδυ. Ναι είχε κρυφακούσει. Είχε σταθεί κάτω από το παράθυρο του τροχόσπιτου τη στιγμή που οι τρεις τους είχαν καταφύγει εκεί για να συζητήσουν το πρόβλημα που είχε ξαφνικά δημιουργηθεί.

Δεν ήξερε βέβαια τι είχε προηγηθεί ανάμεσα στη Ρόζυ και στον Άλντο. Δεν είχε ιδέα ότι ο Άλντο είχε απολογηθεί στη Ρόζυ για την αγάπη του στην αδερφή της τη Βερόνικα και ότι εκείνη –η Ρόζυ- είχε στεναχωρηθεί και είχε καταφύγει στον Μπάρυ, λέγοντάς του ότι η συνεργασία της με τον Άλντο θα απέβαινε δύσκολη, ύστερα από την αποκάλυψή του ότι αγαπούσε τη Βερόνικα.  Αυτό που είχε ακούσει τελικά η Λουσίντα ήταν  η πρόταση του  Μπάρυ για τη μετάθεση του Άλντο σε νούμερο με τη Λουσίντα, και του Ροζάριο σε νούμερο με τη Ρόζυ και με τη Βερόνικα.

Η Λουσίντα τρομερά ερωτευμένη με τον Άλντο είχε ενθουσιαστεί για την αλλαγή εκείνη, ως τη στιγμή που ο Άλντο είχε ξεστομίσει κάποια λόγια που είχαν θίξει την Ανδαλουσιάνα με το φλογερό ταμπεραμέντο. ‘Δεν ενδιαφέρομαι να συνεργαστώ με την Λουσίντα.  Αφού αγαπώ την Βερόνικα πώς μπορώ να συνεργαστώ με μία άλλη γυναίκα και ιδιαίτερα… σαν τη Λουσίντα;’ Αγαπούσε, είχε πει, την Βερόνικα.    Αυτό δεν μπορούσε να το αποδεχτεί η Λουσίντα, κυρίως όμως την απόρριψη της συνεργασίας τους ως ακροβάτες.  ‘Θεέ και Κύριε!.. Πώς τόλμησε να μιλήσει έτσι για μένα;   Ποιος νομίζει ότι είναι;   Εγώ που οι άντρες γονατίζουν μπροστά μου, να ταπεινώνομαι… να εξευτελίζομαι έτσι από τα λόγια του… μπροστά σε τρίτους;   Και να σκεφτεί κανείς ότι αγαπάω, ποιον;   αυτό το… ομοίωμα αντρός, τελικά!’ έφριξε, όταν έμαθε για τη στάση του απέναντί της, από συνάδελφο…

Θυμωμένη από τη συμπεριφορά του Άλντο, είχε αποφασίσει να κάνει κάτι γι αυτό.   Αποφάσισε ότι η Ρόζυ είχε δίκιο να προκαλεί διαταραχές στο σύστημα των ρόδων…  Τέτοια συμπεριφορά σαν του Άλντο, τη θεώρησε τιμωρητέα. Έπρεπε να τιμωρηθεί ώστε να μην παρεμβαίνει στη ρήξη των σχέσεων των ανθρώπων, δύο αδερφών, της Ρόζυ και της Βερόνικας, και να απορρίπτει τη συνεργασία μαζί της. Το μυαλό της είχε γυρίσει θαρρείς τ’ απάνω, κάτω.

Και ο Ροζάριο; Ο Ροζάριο τη συμπαθούσε τη Λουσίντα.  Ήξερε όμως ότι η ζήλεια της ήταν σήμα κατατεθέν της προσωπικότητάς της. Του είχε εξομολογηθεί τον έρωτά της για τον Άλντο και είχε ορκιστεί να τον σκοτώσει αν μπερδευόταν με άλλη γυναίκα.  Ο Ροζάριο είχε γελάσει.   Δεν την είχε βέβαια πιστέψει.

Η Λουσίντα είχε κιόλας επιχειρήσει να προσεγγίσει τον Άλντο, αλλά εκείνος δεν της είχε δώσει τη σημασία που περίμενε. Τώρα όμως που είχε την απόδειξη που χρειαζόταν… Ο Άλντο αγαπούσε τη Βερόνικα.   Κάτι έπρεπε να κάνει λοιπόν, η ίδια πριν να ήταν αργά.   Έπρεπε να την προειδοποιήσει λοιπόν, μα πώς;

               ‘Ήταν πολύ απλό! Θα ανέβαινε εκεί πάνω και θα έκοβε το μισό του σκοινιού ώστε να τρίξει.  Η Ρόζυ θα το καταλάβαινε και θα τρόμαζε.  Θα κατέβαινε κατω και θα τερμάτιζε άδοξα το νούμερό της.  Η Βέρα από την άλλη μεριά… όπως φώναζε χαϊδευτικά τη Βερόνικα, θα αναρωτιόταν τι είχε συμβεί και όταν θα το ανακάλυπτε ότι  η Ρόζυ είχε κάνει παράπονα στον Μπάρυ για την αγάπη του Αλντο προς εκείνη, θα στεναχωριόταν γι αυτό. Ίσως μάλιστα να πρότεινε να την αντικαταστήσει για λίγο  η Λουσίντα. Η Βερόνικα δεν ήταν καπριτσιόζα… Θα καταλάβαινε όμως τα ασυνήθιστα βλέμματα της Ρόζυ απάνω της και στον Άλντο, βλέμματα ζήλειας για την ίδια την αδερφή της’.

Αυτά είχε φανταστεί η Λουσίντα, όταν σκεφτόταν το σχέδιό της και όταν αργότερα το πραγματοποιούσε παρακινημένη από τους ανόσιους υπολογισμούς της.

Τελικά διαπίστωσε ότι έχανε στο παιχνίδι του έρωτα όπως και να είχε το πράγμα.  Ο Άλντο δεν μπορούσε να γίνει δικός της.   Το τρίο είχε απαλλαγεί από την υποψία και το τραύμα στο χέρι της την είχε προδώσει.   ‘Θεία Τιμωρία;’  Είχε σκεφτεί παγωμένη, όταν κάποια στιγμή βρέθηκε  μπλεγμένη στα γρανάζια της δικαιοσύνης.

Η Λουσίντα τιμωρήθηκε τελικά.  Μηνύσεις κατατέθηκαν εναντίον της από την αστυνομία για απόπειρα ανθρωποκτονίας, έστω και αν η υπόθεση είχε  λήξει αναίμακτα.  Η διεύθυνση του Τσίρκου είχε εκπλαγεί από την ενέργεια της Λουσίντας.  Ήταν μία αξιόλογη ακροβάτρια με μέλλον.  Με τον Ροζάριο είχαν αρχίσει καλά και όλα έδειχναν ότι είχαν κάποια καλή σχέση.   Πώς και πότε είχε παρουσιαστεί και είχε ποτίσει την ύπαρξή της σαν δηλητήριο, εκείνο το ενδιαφέρον της για τον Άλντο, κανείς δεν το είχε συνειδητοποιήσει.  Δεν είχαν καθόλου φανταστεί ότι μια ζήλεια είχε γεννηθεί χωρίς λόγο και αφορμή, και το χειρότερο ότι θα μπορούσε να οδηγήσει τη νέα σε μία τέτοιου μεγέθους  εγκληματική  πράξη, σε μία στιγμή μάλιστα που το Τσίρκο προσπαθούσε να  δώσει το καλύτερο θέαμα στον κόσμο.    Η Λουσίντα είχε τυφλωθεί κυριολεκτικά και δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία από τις πιθανές συνέπειες τις πράξης της.

            Η καριέρα της Λουσίντας είχε ξαφνικά κατακερματιστεί έτσι άδοξα, εντελώς παράλογα, με την ολέθρια σφραγίδα της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε τριπλούν.  Αν και η διάθεσή της δεν ήταν να βλάψει κανέναν παίζοντας με τη φωτιά είναι απλά επικίνδυνο. Θα μπορούσε να είχε σκοτώσει κάποιον ή και τους τρεις αν δεν είχε γίνει αντιληπτή η ενέργειά της εκείνη, πέρα από το γεγονός ότι έκανε και σε όλους τους άλλους κακό αρχίζοντας από τον εαυτό της και τελειώνοντας με την επιχείρηση του Τσίρκου.   Αυτό ήταν βασικά εκείνο που δεν είχε συνειδητοποιήσει η φλογερή Ανδαλουσιάνα, τυφλωμένη  κυριολεκτικά από το ερωτικό πάθος της για τον άντρα:  Άλντο.

Ο νομικός σύμβουλός της είχε προσπαθήσει να πείσει το δικαστήριο ότι η Λουσίντα δεν ήταν καλά εκείνη την περίοδο.  Ψυχική αναταραχή είχε δηλώσει το ιατρικό έγγραφο.  Έτσι η ποινή της είχε ελαττωθεί στα δύο χρόνια, λίαν επιεικώς και  επειδή η ζωή της ως εκείνη τη στιγμή υπήρξε άμεμπτη.

Η Λουσίντα όμως δεν άντεξε αυτά τα δύο πλήγματα: πρώτα το γεγονός ότι η καριέρα της  είχε τελειώσει τόσο απαίσια και επίσης γιατί είχε χάσει τον Άλντο.  Μία μέρα  που οι τρόφιμοι των φυλακών είχαν βγει στην αυλή, η αιλουροειδής Λουσίντα αναρριχήθηκε πάνω στο παρατηρητήριο της φυλακής και ενώ η φρουρά την απειλούσε με το αυτόματο, ώσπου να καταφέρουν να τη συλλάβουν, εκείνη πήδηξε στο κενό και σκοτώθηκε.

Για μία ακόμη φορά υπήρξε  συναγερμός στο Τσίρκο.  Οι παλιοί συνάδελφοι της Λουσίντας έκλαψαν το χαμό της, αν και ουσιαστικά δεν είχαν ψάξει, ούτε και είχαν κατανοήσει τα κίνητρα πίσω από εκείνη την επιπόλαια, την άρρωστη πράξη της.

Οι άνθρωποι του Τσίρκου δεν τραυματίζονταν λιγότερο  από άλλους, δεν έψαχναν όμως το πράγμα σε βάθος.  Η ζωή τους μείγμα τσιγγάνικης περιπλάνησης, επιδείξεων και κινδύνου,  έφτανε το πολύ-πολύ, μέχρι την κατανόηση του θανάτου ή του αφανισμού.  Δεν πείραζε και πολύ η κατάληξη. Τα δέχονταν όλα μοιρολατρικά,  λες και δεν ήξεραν κάτι περισσότερο πέρα από τη φυσική όψη των πραγμάτων.   Εκείνοι ζούσαν για να παρουσιάζουν με ηθοποιία, ότι υπάρχει μία άλλη όψη της ζωής, εντελώς κινητική, επικίνδυνη, ριψοκίνδυνη, θανατηφόρα και ταυτόχρονα μαγική, που προξενούσε τον ακατανίκητο ίλιγγο της γοητείας του ριψοκίνδυνου και την γενναία αντιμετώπισή του.   Οι τσιγγάνες τους διάβαζαν τα της μοίρας τους και εκείνοι τα αποδέχονταν μοιρολατρικά.  Τα αφεντικά των  διαφόρων τσίρκων το ήξεραν και το εκμεταλλεύονταν συχνά.   Τις γυναίκες τις περνούσαν από τα κρεβάτια τους, λες και από χόμπι κι εκείνες το δέχονταν, γιατί τους γίνονταν η τιμή να κοιμούνται με τον μάνατζερ της επιχείρησης.   Βέβαια οι ιδιοκτήτες είχαν πάντα το ‘πάνω χέρι’.  Η επιθυμία τους ήταν ιερή.  Όλα τα πάθη παραμερίζονταν μπροστά στα δικά τους.   Η προσφορά ήταν ιεραρχική πήγαιναν με την προτεραιότητα.   Κάποιες από αυτές καπακώνονταν γρήγορα και γλύτωναν  το διασυρμό του διευθυντή, που καπνίζοντας μαριχουάνα ήξερε ότι δεν έχει πρόβλημα.  Αυτός δεν ακροβατούσε.    Είχε άλλες ευθύνες και το δικό του στρες υπερέβαλε το δικό τους κι ας μην έπαιζε απευθείας με τον θάνατο.

Ο Μπάρυ όμως δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος του τσίρκου.   Ήταν επαγγελματίας με τιμή και ήθος. Ήταν όπως καμάρωνε: ‘ο διευθυντής του πασίγνωστου παγκόσμια, συγκροτήματος Megaplex.  Ήταν το Τσίρκο περιωπής και όχι ένα από εκείνα τα μικρά που έρχονται για να φύγουν και για να ξεχαστούν, ύστερα από την παράσταση ενός άλλου τσίρκου, κάθε φορά άγνωστου, περαστικά γνωστού και πάλι άγνωστου!’

Οι γυναίκες του τον σέβονταν και τον αγαπούσαν γιατί ήταν ‘ανθρώπινος’. Είχε μία καλή γυναίκα τη Φιλίππα και παιδιά του όλους τους ανθρώπους του Τσίρκου.   Δεν είχε δείξει αδυναμίες αρρωστημένες, ούτε πάθη και βίτσια όπως άλλοι στον κόσμο του show.

Αυτός διάβαζε, έγραφε και ζωγράφιζε.   Ζωγράφιζε σκηνές από τη καθημερινότητα του τσίρκου, τις ακροβατικές επιδείξεις τους υπέροχους κλάουν του που στόλιζαν και έκαναν τρυφερότερο εκείνο το σκληρό παιχνίδι με το θάνατο των ακροβατών.   Ήταν γνωστό το συγγραφικό του έργο και η περίφημη ζωγραφική του, που στηρίζονταν στο χρώμα και στην αδρή γραμμή, τόσο αδρή, που λες και προορίζονταν περισσότερο για σκίτσα, παρά για πίνακες ζωγραφικής.  Τα χρώματα πηδούσαν το σκίτσο του και ήταν σα να παντρεύονταν το ένα χρώμα το άλλο ή τα άλλα με μια μανία διάκρισης το καθένα μέσα από τη συνύπαρξή του με το άλλο.   ‘Άκρως ενδιαφέροντα!’ είχαν χαρακτηριστεί από συγκεκριμένη Σχολή της Γαλλίας, μια και φαίνεται ότι οι απλοί μπερεδάτοι καλλιτέχνες είχαν παραχωρήσει τη θέση τους στους αλλοπρόσαλλους μοντέρνους των Jean και των T-shirt.

Όσο για τα βιβλία του ήταν βέβαιο πως κάποια στιγμή θα ανέβαζε το καντράν του ‘ψιλού’ στα ύψη. Μίση και πάθη, έρωτες και σεξ ήταν τα θέματά του και ήταν απορίας άξιον καθώς ο άνθρωπος μόνο αυτά δεν έβλεπε μέσα σε εκείνο το άκρως επαγγελματικό περιβάλλον.   Είχε αυτό που χρειάζεται ένας καλός συγγραφέας: ταλέντο στη γλώσσα και ‘μπόλικη φαντασία’.

Ο αξιοσέβαστος Μπάρρυ είχε μία λογική απαίτηση από τους υπαλλήλους του: απαιτούσε το σεβασμό και την τήρηση των κανόνων του τσίρκου σε όλους τους τομείς.  ‘Οι Ολυμπιακοί Αγώνες γίνονται κάθε τετραετία, εσείς δίνετε εξετάσεις και πρέπει να περνάτε με χρυσά μετάλλια κάθε μέρα, από εκείνες του χρόνου στις οποίες παρουσιάζουμε πρόγραμμα.   Γι αυτό θα κοιμάστε τις ώρες που πρέπει, θα γυμνάζεστε όσο πρέπει, θα τρώτε όπως πρέπει και θα έχετε διακοπές όταν το Τσίρκο μας κάνει διακοπές.  Είστε στρατευμένοι στο τσίρκο.   Καταλάβατε;’  έλεγε σοβαρός και κανείς δεν είχε ποτέ διανοηθεί να μην υπακούσει εφόσον βέβαια ενδιαφερόταν να είναι μέλος του πληρώματός του.

Όλα αυτά συνέβαιναν ως εκείνη την περίοδο βέβαια… την απρόσμενη εκείνη περίοδο που όλα γίνει είχαν άνω-κάτω εκεί μέσα ‘στο δικό του, το έντιμο, το Τσίρκο, με το μεγάλο όνομα, Megaplex!’

Ο καϋμένος ο Μπάρυ!  Η ζωή πήγαινε πάντα μπροστά με όλα τα ωραία της και με τα περισσότερα άσχημά της και το ήξερε, όμως η πραγματικότητα είναι πάντα σκληρότερη από την υπόθεση!

Η Ρεβέκκα τραγουδούσε στη σκηνή όταν κάποιος  από τις κερκίδες των θεατών πέταξε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, με ένα σημείωμα αποδείχτηκε, όταν αργότερα η Ρεβέκκα το πήρε από το σανίδι, δίπλα της.  Ήταν σκοτεινά στις κερκίδες όπου βρισκόταν καθισμένο το πλήθος.   Η Ρεβέκκα είχε τους προβολείς πάνω της και τραγουδούσε μία άρια από την Άιντα του Βέρντι εκείνη της ηρωίδας όταν είχε  ενταφιαστεί ζωντανή.   Τα μάτια της γυάλιζαν από το πάθος, λες και η ίδια ήταν η Άϊντα που έκλαιγε για τη μοίρα της και τον αιώνιο μισεμό της από τον αγαπημένο της Ρανταμές.

Στο τέλος όταν είχε ολοκληρώσει το τραγούδι της, το πλήθος παραλλήριζε από ενθουσιασμό για το ταλέντο της νεαρής που είχε έρθει για να αναπληρώσει τη μόνιμη σοπράνο του Τσίρκου, την υπέροχη κοκκινομάλλα Leanne, που για πολλά χρόνια είχε χρηματίσει ως opera signer, πριν στρατευθεί στο Τσίρκο του Μπάρυ.  Ξαφνικά είχε υποστεί κάποια μάλλον σοβαρή μορφή φαρυγγίτιδας και βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να μην μπορεί να αρθρώσει μουσική νότα.  Η Leanne ήταν η εκλεκτή, η αγαπημένη σοπράνο του Μπάρρυ.  Είχε απορρίψει την πρόταση γάμου που της είχε κάνει άλλοτε, τότε που ήταν ελεύθερος, απλά γιατί πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε την καριέρα της.  Πέρα από την επαγγελματική σχέση τους, είχαν κατορθώσει να παραμείνουν φίλοι και ακόμη περισσότερο ύστερα από το γάμο του Μπάρυ με την Φιλίππα. Ο  αλληλοσεβασμός τους ήταν γνωστός και ενέπνεε.  Πόσες τέτοιες περιπτώσεις μπορούσε ο σημερινός άνθρωπος να πιστοποιήσει;   Μη ρωτάτε, το είδος  σπανίζει…

Αλλά να, τι έλεγε εκείνο το σύντομο σημείωμα που συνόδευε το μονό τριαντάφυλλο που είχε προσγειωθεί πάνω στο σανίδι εκεί κοντά, όπου είχε τραγουδήσει η Ρεβέκκα.

‘Θέλω να γνωριστούμε. Λέγομαι Γουΐλιαμ Τραγγίγκλ και είμαι σφοδρά ερωτευμένος με το ταλέντο σας,  κυρία μου!’  Η Ρεβέκκα είχε χαμογελάσει όταν αργότερα, έχοντας αφήσει το σανίδι είχε κλειστεί στο καραβάνι της για να ετοιμαστεί για το δείπνο, και το είχε διαβάσει.  Τελικά πέταξε το σημείωμα στο καλαθάκι των αχρήστων, χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά ούτε το όνομα, αλλά ούτε και το τηλέφωνο…  ’τηλέφωνο;  δεν είδα τηλέφωνο!’ χωρίς να ξέρει γιατί  σηκώθηκε από τον καναπέ όπου είχε καθίσει και πολύ περίεργη αυτή τη φορά, τράβηξε από τα καλαθάκι το σημείωμα του αγνώστου, που είχε πετάξει μόλις πριν.   Το ίσιωσε και το κύτταξε ‘Τηλέφωνο; Ναι, έχει τηλέφωνο!’ σκέφτηκε με κρυφή χαρά και το έκρυψε στη ρόμπα της, χωρίς να είναι βέβαια, γιατί.   Της άρεσαν τα κομπλιμέντα.  Ήταν μια νεαρή γυναίκα που είχε αναδειχτεί σε  έναν μακροχρόνιο διαγωνισμό ταλέντων για την Όπερα, είχε εργαστεί για την Όπερα μεγάλης Πολιτείας του Νότου και τώρα την είχε πάρει ο Μπάρυ για να αντικαταστήσει τη σοπράνο του Τσίρκου.

Το Τσίρκο ετούτο είχε μία ακόμη ιδιαιτερότητα.  Πέρα από την ειδική εμφάνιση με κομμάτι από γνωστή Όπερα η σοπράνο του συνόδευε τα επικίνδυνα ακροβατικά τεχνάσματα στην έναρξή τους, κάτι σαν προθέρμανση και το φινάλε τους, γιατί όπως πίστευε ο Μπάρυ, ενέτειναν την όλη παράσταση προς το θείο…  Είναι αλήθεια ότι η φωνή της σοπράνο του δεν έφτανε τόσο δυνατή στα ύψη της τέντας γινόταν μια μελωδία που οι ακροβάτες την αγνοούσαν και μόνο οι ακροατές ένιωθαν να καλμάρουν από το άγχος της επικινδυνότητας εκείνου του οποίου παρακολουθούσαν ως μάρτυρες  κάποιας μυστικής ιεροτελεστίας…   Μία σιγή και μία φωνή μαζί, λες και συνωμοτούσαν κατά της επικινδυνότητας, με σκοπό να την μετριάσουν.  Τα αισθήματα  που γεννιόνταν ήταν ανάμεικτα. Η απόλαυση της όπερας ήταν αποκλειστική όταν καταλάμβανε τη σκηνή μόνη της, μακρυά από το επικίνδυνο παιχνίδι των ακροβατών.

-Μαντάμ! Μου επιτρέπετε;  Η Ρεβέκκα άκουσε μία ζεστή αντρική φωνή δίπλα της, δεν ήταν ωστόσο βεβαία αν απευθυνόταν σ’ αυτήν.   Κύτταξε προς το μέρος της φωνής κατακόκκινη.

-Σ’ εσάς μιλάω μαντάμ! Είπε ο νεαρός άντρας μπροστά της και έκανε μία ελαφριά υπόκλιση.

-Ω!… με συγχωρείτε!  Έκανε αδέξια η Ρεβέκκα και χαμογέλασε κοκκινίζοντας και πάλι.

-Διαβάσατε το σημείωμά μου;  ρώτησε ο άντρας.

-Εσείς είστε ο κύριος που… Α! Ναι βέβαια! είπε πάλι χαμογελώντας ευγενικά, αυτή τη φορά.

-Λοιπόν;  τη ρώτησε και πάλι με ύφος βέβαιο αυτή τη φορά.

Η αμηχανία της Ρεβέκκας είχε ενισχύσει το θάρρος του.

-Τι λοιπόν;  ρώτησε ξαφνικά η Ρεβέκκα βρίσκοντας πίσω το θάρρος της.

-Ήρθα για να σας συστηθώ… ξέρετε… είπε πάλι ο νέος σιγανά αυτή τη φορά.

Η Ρεβέκκα τον κύτταξε μέσα στα μάτια, κάνοντάς τον να ξαφνιαστεί για την αλλαγή της στάσης της.

-Ωραία λοιπόν!  πείτε μου… το όνομά σας υποθέτω   και τα συναφή αν υπάρχουν! Είπε η Ρεβέκκα και ξαφνικά φάνηκε στα μάτια του σαν την όποια κοκέτα όταν την κορτάρει ένας άντρας.

-Λέγομαι Γουΐλιαμ Τραγγίγκλ ξέρετε,  και μου κάνει εντύπωση η φωνή σας.   Βαθιά, ζεστή, αγγίζει.  Είστε ένα σπουδαίο ταλέντο αγαπητή μου.

-Ευχαριστώ κ. Τραγγίγκλ!  Είπε με ειλικρίνεια η Ρεβέκκα και τον κύτταξε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τώρα.

-Παρακαλώ αποκαλέστε με το μικρό μου, Γουίλιαμ.   Ξέρετε… ασχολούμαι με την Όπερα όπως εσείς.   Από διαφορετική σκοπιά όμως.   Θα μου άρεσε να μου δώσετε την ευκαιρία να σας φανώ χρήσιμος. Θα μπορούσα να σας λανσάρω ξέρετε.   Αυτή είναι η δουλειά μου. Είμαι Impresario, Agent, επιχειρηματίας, και η περίπτωσή σας αναμφίβολα είναι ειδική.  Θα ήθελα να σας συστήσω στον διευθυντή της Όπερας στη χώρα μου.  Διαθέτετε ταλέντο.  Πείτε μου, γιατί δεν έγινε κάτι αμέσως ύστερα από την ανακήρυξή σας στο μακροχρόνιο και επίπονο διαγωνισμό της Όπερας στην πόλη σας;   Δεν είναι αυτό το ζητούμενο;

-Α, μα γνωρίζετε λοιπόν και γι΄ αυτό; Πώς μπορείτε;   Με παρακολουθείτε λοιπόν;

-Και βέβαια.  Δεν πρόλαβα τον κ. Μπάρρυ,  γι αυτό βρέθηκα εδώ απόψε και περίμενα υπομονητικά να σας συναντήσω.  Δε θα σας κλέψω βέβαια.  Θα μιλήσω στον Μπάρυ.  Γνωριζόμαστε ξέρετε. Αλλά δεν μου επιτρέπεται να σας καθυστερήσω περισσότερο.  Ίσως να σας περιμένουν.   Θα σας δω μετά, ακόμη κι αν πρέπει να σας περιμένω.   Θα πάμε κάπου να μιλήσουμε έστω και για λίγο αυτή την πρώτη φορά.   Αν όχι…

-Ναι… αυτό είναι αλήθεια, πρέπει να πηγαίνω.  Με περιμένουν για δείπνο… εννοώ ο Μπάρυ και οι καλεσμένοι του, είπε η Ρεβέκκα σιγανά λες και κάποιος άκουγε ξαφνικά.

Ο άντρας έβγαλε  μία κάρτα από το εσωτερικό του ακριβού σακακιού του και την πρότεινε στην Ρεβέκκα..

-Την κάρτα μου να την φυλάξετε και με την πρώτη ευκαιρία να μου τηλεφωνήσετε.  Το Τσίρκο δεν είναι μέρος για να τραγουδάει μία σοπράνο σαν κι εσάς.   Σας αφήνω κυρία μου.  Ελπίζω ότι θα σας δω στο τέλος… αν όχι, θα επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά, είπε κάνοντας μία ελαφριά υπόκλιση και όταν η Ρεβέκκα του έτεινε το χέρι της έσκυψε και το φίλησε.

Ο Μπάρυ που εμφανίστηκε από το πουθενά χαιρέτησε  εγκάρδια τον Γουίλιαμ Τραγγίγκλ.

-Αγαπητέ μου!  Πώς είστε;

-Πολύ καλά… ευχαριστώ σινιόρε Γουώλτερς…

-Θα ήταν τιμή μου να καθίστε στο τραπέζι του δείπνου αγαπητέ μου Ιμπρεσάριο!  Μια και είστε εδώ. Έμαθα ότι πετάξατε τριαντάφυλλο στην κυρία Ρεβέκκα Μόρρις.   Πώς σας φάνηκε;

-Την παρακολούθησα για πρώτη φορά στο διαγωνισμό για την Όπερα και μου άρεσε.   Θα ήθελα να της προσφέρω τις υπηρεσίες μου…

-Είστε εδώ για να κλέψετε τα μέλη του προσωπικού μου;   ρώτησε γελώντας ο Μπάρυ.

-Γνωρίζω τον επαγγελματισμό σας αγαπητέ  κ. διευθυντά.   Το λέω αυτό με όλο το σεβασμό που οφείλεται εκ μέρους μου προς ένα πρόσωπο διεθνούς αναγνώρισης όπως είστε  εσείς, επομένως θα μπορούσα να προτείνω κάτι τέτοιο με το αζημίωτο φυσικά, αν η νεαρά σοπράνο συμφωνούσε να έρθει στην Ιταλία μαζί μου.

-Δεν είναι μόνιμη εδώ αγαπητέ μου, αναπληρώνει τη σοπράνο μου, που τυγχάνει να είναι άρρωστη με τον φάρυγγά της. Καταλαβαίνετε… ότι θα είναι ελεύθερη μόλις αποκατασταθεί η φωνή της Λιαίν.  Αυτή είναι η συμφωνία μας.  Η κ. Μόρις δε θα ήθελε να εργαστεί σε ένα Τσίρκο έστω και ετούτο… μου το είπε απλά και καθαρά.   Η συνεργασία μας θα διακοπεί σύντομα, όπως έχει συμφωνηθεί.  Καταλαβαίνετε.  Λοιπόν… τι λέτε θα μας κάνετε παρέα στο δείπνο;   Ρώτησε ο Μπάρυ με ύφος που δε δεχόταν αρνητική απάντηση.

-Ναι, και σας ευχαριστώ πολύ για τη γενναιοδωρία σας, αγαπητέ κ. Διευθυντά, απάντησε με ελαφρά υπόκλιση ο ευτυχισμένος, τώρα πια, Γουΐλιαμ.

-Μπάρυ… φώναζέ με Μπάρυ!  Μα είσαι Ιταλός,  δεν μπορείς παρά να είσαι γεμάτος κομπλιμέντα και υποκλίσεις… είπε ο Μπάρυ χαμογελώντας χαριτωμένα, αποφεύγοντας έτσι να παρεξηγηθεί για τα λόγια του.

Οι δύο άντρες προχώρησαν στην αίθουσα δίπλα στο Τσίρκο, ένα κτίριο με μία μεγάλη αίθουσα που τη χρησιμοποιούσαν τα μέλη της επιχείρησης του Μπάρυ, για εστιατόριο.   Στη μία του πλευρά υπήρχε μεγάλο μπαρ με πολλά είδη ποτών. Οι δύο άντρες εξακολούθησαν να προχωρούν μαζί.  Η Ρεβέκκα το πρόσεξε αλλά προσποιήθηκε ότι δεν ενδιαφερόταν. Αναμφίβολα θα ήθελε να συγκεντρωθεί στον εαυτό της και στην δημιουργία της καριέρας της.    Αισθάνεται όμως εκείνη τη στιγμή ότι παζάρευαν το ταλέντο της χωρίς καν να έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα. Η ίδια βασιζόταν στα χρήματα αυτής της εμφάνισής της στο Τσίρκο για να αγοράσει κάποια απαραίτητα πράγματα για τον εαυτό της και για τη μητέρα της.   Ναι η μητέρα της δε θα μπορούσε ποτέ να μείνει μονάχη σ’ ετούτη την πόλη.   Αν ποτέ έπρεπε να φύγει, η μητέρα της θα έπρεπε να την ακολουθήσει.    Θα ήταν σαν η γυναίκα που την ντύνει και την περιποιείται μία χρήσιμη δηλαδή παρουσία.   Έτσι σκεφτόταν.   Θα μπορούσε άραγε να το κάνει αυτό τελικά, αν η τύχη της χαμογελούσε και πραγματικά θα έμπαινε στην όπερα οπουδήποτε τελικά για να τραγουδήσει;   Τι έπρεπε να κάνει άραγε;   Να πιστέψει στα λόγια αυτού του ανθρώπου, έτσι χωρίς επιβεβαιώσεις, εγγυήσεις, νομικά συμβόλαια…  ‘Όχι βέβαια, δεν είμαι και τελείως ανίδεη!’ σκέφτηκε φωναχτά.  Ο Μπρούνο ο τενόρος του Τσίρκου, δίπλα της την κύτταξε.  ‘Είπες κάτι κοντέσα μου; ‘ρώτησε.  Εκείνη όμως δε μίλησε, παρά μόνο έσκυψε πάνω από τη ζεστή σουπίτσα της και πήρε μια κουταλίτσα… μία κουταλίτσα στην κυριολεξία.  Δεν είχε όρεξη για φαγητό.  Ύστερα σηκώθηκε ζητώντας συγγνώμη.   Ήθελε να μείνει μόνη. Αισθανόταν εξαντλημένη από το άγχος και από την πίεση που είχε ασκήσει η ίδια στον εαυτό της.  Βγήκε λοιπόν από την αίθουσα μόνη.  Προχώρησε στο καραβάνι της μόνη.   Το είχε κάνει χωρίς να σκεφτεί και πολύ,  και τώρα που το σκεφτόταν, είχε αρχίσει να ανησυχεί ξαφνικά.  Ήταν όμως αργά.  Είχε κιόλας χαράξει το πεπρωμένο της!

Ήταν αλήθεια πολύ σκοτεινά.   Ξαφνικά,  μια σκιά γλίστρησε πίσω της.   Το ένιωσε αργότερα όταν άκουγε τα βήματα πίσω της.  Άγνωστη, η παρουσία.  Κύτταξε πίσω της θαρραλέα.   Ήταν ένας άγνωστος άντρας.

‘Θε μου, μήπως αυτός ο άγνωστος με παρακολουθεί;’  αναρωτήθηκε  με πανικό.

Στάθηκε, προσποιούμενη ότι έφτιαχνε το παπούτσι της και κύτταξε γύρω της.   Κανείς απολύτως κανείς, δεν υπήρχε παρά μονάχα εκείνος ο άντρας, να την παρακολουθεί, ή μήπως έκανε λάθος;   Σταμάτησε και τον περίμενε.   Εκείνος όμως την προσπέρασε σαν να μην την είχε δει.  Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό που δεν είχε καταφέρει να δει το πρόσωπό του πίσω από γυαλιά.  Ήταν πολύ περίεργο αλλά η Ρεβέκκα το αγνόησε τελικά και σηκώνοντας τους ώμους της, αναστέναξε με ανακούφιση και κατευθύνθηκε στο τροχόσπιτό της.

            -Μαζί ήμασταν χτες βράδυ.  Δίπλα της καθόμουν είπε σοκαρισμένος ο Μπρούνο, ο συνάδερφος της Ρεβέκκας.

Ο Αστυνόμος Λούκας και οι συνεργάτες του είχαν ανακρίνει τους πάντες, από Μπάρυ μέχρι Μπρούνο, μέχρι Τραγγίγκλ, συναδέλφους και μη και γενικά όλους, μα όλους.

-Εξαφανίστηκε σας λέω, χωρίς καμία δικαιολογία. Δεν ξέρουμε τι απέγινε.  Βρήκαμε το τροχόσπιτό της άδειο και τα πάντα στη θέση τους, είπε ο Μπάρυ, αληθινά συγχυσμένος.

–Τρώγαμε εκείνη την ώρα και αφήνοντας τη σούπα της στη μέση, σηκώθηκε και βγήκε από την αίθουσα.  Νόμισα πως είχε πάει στο Γυναικών για να φρεσκαριστεί.   Δεν το χρειαζόταν βέβαια αν ήταν γι αυτό το λόγο, αλλά ξέρετε πως είναι οι γυναίκες, είπε ο Μπρούνο αδέξια.

-Ξέρουμε, ξέρουμε δε χρειάζεται να μας τα πεις εσύ… τον διέκοψε ο επικεφαλής αστυνομικός.

-Μπάρυ από τότε που πατήσαμε πόδι σ’ ετούτη την Πολιτεία μας χτύπησε γουρσουζιά. Χάσαμε τη Λουσίντα και τώρα το κοριτσάκι, τη Ρεβέκκα.  Να εξαφανίζεται έτσι στα καλά καθούμενα.  Και μη χειρότερα!   Είπε ξανά ο Μπρούνο στεναχωρημένα.

Ο Μπάρυ δεν μιλούσε.  Το ένιωθε.  Όλο και περισσότερο γινόταν δύσκολη η ζωή του Τσίρκου σ’ ετούτη την πολιτεία. Η μια μετά την άλλη οι ζημίες χαστούκιζαν τον ίδιο και την επιχείρησή του. ‘Δάχτυλος…  είναι δάχτυλος… Γκαντεμιά το λέω εγώ αυτό, γκαντεμιά!’ σκέφτηκε ξαφνικά και έσφιξε τα χείλια του οργισμένος.

Στο Τσίρκο του  οι άνθρωποι είχαν αλλάξει, είχαν ‘χαλάσει’.  Δεν μπορούσε να το εξηγήσει διαφορετικά. Άραγε μπορούσε να εμπιστευτεί όπως πριν τους ανθρώπους του;

Ο Αστυνόμος Λούκας τον κύτταξε τρίβοντας το λοβό του αριστερού αυτιού του.

-Εσείς, κάντε τη δουλειά σας και εμείς θα ψάξουμε να δούμε τι έγινε το κορίτσι.  Δεν μπορείτε  να μας βοηθήσετε πέρα από τις καταθέσεις που μας δώσατε επί του παρόντος.  Αν θα σας χρειαστούμε θα σας ειδοποιήσουμε.   Συνεχείστε λοιπόν τη δουλειά σας και θα δούμε…

-Μην ανησυχείς πριμαντόνα μου.   Δεν πρόκειται να πειραχτεί ούτε μία τρίχα από τα μαλλιά σου.   Ύστερα από το τραγούδι σου Άιντα…  είμαι δικός σου για πάντα…  Είμαι εκείνος σου, ο Ρανταμές, ο αγαπημένος σου…  που…

-Α!  Έκανε η Ρεβέκκα αγχωμένη στο έπακρο ύστερα από τα λόγια του άντρα με τα μεγάλα γυαλιά.

Κρατούσε τις παλάμες της πάνω στο στόμα της για να μην φωνάξει.   Έτρεμε και σκεφτόταν την καημένη τη μητέρα της και την καριέρα της που θα πήγαινε κατά διαβόλου, και ίσως και η ίδια της η ζωή τελικά, αν αυτός εκεί μπροστά της ήταν ένας τρελός.   Σκέφτηκε πως έπρεπε να  προσπαθήσει να φανεί πολύ έξυπνη να τον εξαπατήσει.  Έτσι πιθανόν να τα κατάφερνε.  Να τον καλόπιανε…  κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.

Ξαφνικά όμως η Ρεβέκκα ξανασκέφτηκε την άρρωστη μητέρα της και σπάραξε η καρδιά της από την αγωνία της, για την αγωνία της μάνας.

-Καλέ μου άνθρωπε έχω άρρωστη τη μάνα μου.  Αν δε με δει απόψε στο σπίτι θα τρελαθεί…

Η Ρεβέκκα άρχισε να κλαίει.  Δεν ήθελε να κοροϊδέψει κανέναν, αλλά τι να έκανε για να ξεφύγει από τα χέρια αυτού του τρελού;   Αν νόμιζε ότι αυτή ήταν η Αιντα και εκείνος ο Ρανταμές αλοίμονό της! Οι τρελοί ζουν στο δικό τους κόσμο και άντε να τους πείσεις ότι ο κόσμος τους είναι πλαστός και όχι…  Αναστέναξε.

-Εδώ είμαι πριγκίπισσά  μου και μην αναστενάζεις.  Εμείς δε θα χαθούμε, θα νικήσουμε και θα ενωθούμε για πάντα. Το αιώνιο ζευγάρι: Άιντα-Ρανταμές, υπάρχει και θα υπάρχει!

Η Ρεβέκκα είχε αρχίσει να τρέμει τώρα.  Τώρα πια ήταν περισσότερο από  βέβαια ότι ο άνθρωπος δεν ήταν καλά στο μυαλό του.

            Δεν είχαν περισσότερες από δύο ώρες εκεί μέσα. Βρίσκονταν σ’ ένα παλιό γκαράζ. Ένα παραθυράκι αποκάλυπτε τη φεγγαρόλουστη βραδιά.  Και όμως ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά αυτού του αγνώστου, εκεί μέσα.  ‘Είναι ο άντρας που με είχε προσπεράσει, τότε που έχοντας αφήσει το εστιατόριο του Τσίρκου, περπατούσα ολομόναχη προς το τροχόσπιτό μου.  Τότε είχα δίκιο που τον είχα υποψιαστεί…’ σκέφτηκε η Ρεβέκκα προσπαθώντας να επιβληθεί στα συναισθήματά της.   Εκείνος βέβαια  είχε προσποιηθεί ότι δεν τον ενδιέφερε, και αφού την είχε αφήσει να μπει στο καραβάνι της, τη στιγμή που εκείνη έκλεινε  την πόρτα της, την είχε σπρώξει με δύναμη και είχε μπει μέσα απρόσκλητος.  Με γρήγορες κινήσεις και επωφελούμενος από τη σαστιμάρα της, της είχε κλείσει το στόμα χρησιμοποιώντας ένα μεγάλο αντρικό μαντήλι.  Με την απειλή μαχαιριού της είχε δέσει τα χέρια, την είχε βγάλει προσεκτικά από το καραβάνι στην ασυνήθιστα ήσυχη εκείνη τη στιγμή περιοχή των τροχόσπιτων του Τσίρκου,  και την είχε οδηγήσει σε ένα αυτοκίνητο πίσω από ένα χαμηλό δέντρο, εκεί λίγο πιο πέρα από το δικό της τροχόσπιτο.  Είχε ανοίξει την πίσω πόρτα και την είχε σπρώξει μέσα.   Εκεί της είχε κλείσει τα μάτια δένοντάς τα με ένα μεγάλο μαλακό αντρικό κασκόλ.  Όταν είχαν φτάσει στον προορισμό τους και είχαν μπει μέσα στο παλιό γκαράζ,  της το είχε λύσει και είχε ελευθερώσει τα μάτια της,  όχι όμως και τα χέρια της.

-Πεινάω!   Παραπονέθηκε  ξαφνικά η Ρεβέκκα.

-Μα οι αθάνατοι δεν πεινούν καλή μου!   απάντησε  ο άντρας μ’ ένα σαρκαστικό γέλιο.

Η Ρεβέκκα όμως επέμενε.

-Πεινάω, διψάω  και θέλω να δω τη μάνα μου.   Σε παρακαλώ Ρανταμές, μη μου το κάνεις αυτό.  Αν μ’ αγαπάς πρέπει να με βοηθήσεις.

-Πριγκίπισσά μου μπορεί για μία φορά μόνο να σου κάνω αυτή τη χάρη, να φας δηλαδή και να πιεις μόνο, να εξηγούμεθα. Μαμάδες και μπαμπάδες, κομμένα!   Είπε με υπεροψία στη φωνή του.

-Καλά, θα σ’ ευγνωμονώ, αν το κάνεις αυτό, είπε πάλι η Ρεβέκκα.

Ο άντρας άναψε ένα σπιρτόξυλο που έσβησε σχεδόν αμέσως.    Μπόρεσε όμως έτσι και βεβαιώθηκε για το ελεύθερο της κατεύθυνσής του προς το παλιό ψυγείο που ξεχώρισε μες το σκοτάδι κάπως, λόγω του λευκού του χρώματος.  Έβγαλε τα γυαλιά του για μια στιγμή όταν άνοιξε το ψυγείο και η Ρεβέκκα σκύβοντας στο πλάι  είχε προλάβει να δει το πρόσωπό του ακάλυπτο.  ‘Μα βέβαια είναι ο… πώς τον λένε; αυτός, ο… Ρίτσι,   από τους φύλακες του Τσίρκου!  Δεν μπορεί… να είναι ένας τέτοιος παλιάνθρωπος, μα γιατί;  Δεν τον ξέρω καλά βέβαια γιατί είμαι προσωρινή, αλλά δεν μου φάνηκε ανισόρροπος όταν τον είχα χαιρετήσει κάποια στιγμή… Άραγε οι άλλοι ξέρουν το ποιόν του; Μάλλον όχι!’ σκέφτηκε η Ρεβέκκα και ένιωσε για πρώτη φορά πόνους στους καρπούς των χεριών της από το σχοινί που της είχε δέσει γύρω τους ο ‘φύλακας’.    Φυσικά δεν τόλμησε να πει τίποτα.  Το μυαλό της όμως δούλευε ανελλιπώς. Εκείνος ξαναφορώντας τα γυαλιά του γύρισε κοντά της, κρατώντας το πιάτο που είχε τραβήξει από το ψυγείο και που είχε μερικά σάντουϊτς μέσα, της το πρότεινε.

-Φάε λοιπόν μια και πεινάς,  είπε αδιάφορα.

-Δε θα μου λύσεις τα χέρια;   παραπονέθηκε με την πιο γλυκειά φωνή της η Ρεβέκκα.

-Καλά λες, έχεις δίκιο, αλλά μην διανοηθείς να κάνεις κάτι κουτό, έτσι; ξαναείπε σαν παραπονεμένο παιδί αυτή τη φορά.

Η Ρεβέκκα πρόσεξε την συχνή αλλαγή της συμπεριφοράς του.

-Μα Ρανταμές, αγάπη μου, πώς θα μπορούσα;  Δεν είμαι η Άιντά σου;  Πεινάω… αυτό είναι όλο… μουρμούρισε χαδιάρικα η Ρεβέκκα.

Ήταν μία καλή ηθοποιός.   Άλλωστε το επάγγελμά της το απαιτούσε δίπλα στη φωνή.

Ο άντρας της έλυσε το σχοινί από τα χέρια και εκείνη έτριψε τους καρπούς της χαμογελώντας αντί να παραπονιέται για τον πόνο.

-Τρώγε λοιπόν, επέμενε εκείνος με τραχιά φωνή αυτή τη φορά.

-Μαζί, θα φάμε μαζί,  έτσι δεν είναι;  τον ρώτησε λες και ήταν όλα ρόδινα.

Εκείνος έκανε τον δύσκολο στην αρχή, αλλά ύστερα άρχισε να μασουλάει μαζί της και μάλλον ευχαριστημένος.

-Πολύ καλά τα σάντουιτς Ρανταμές μου!  Εσύ τα έφτιαξες;   Τον ρώτησε ναζιάρικα.

-Πολλά λες, Άιντα!  Είπε εκείνος με την ίδια τραχιά φωνή, όπως και πριν.

-Ρανταμές!.. Δε θα πιούμε και κάτι;  Δεν έφερες λίγο νερό… λίγο ποτό… κάτι τέλος πάντων, είπε η Ρεβέκκα στον ίδιο πάντα τόνο λες κι αυτός ήταν ‘ο δικός της’.    Η δική της συμπεριφορά δεν άλλαζε.

-Θα σου φέρω.   Αλλά όπως είπα, μην διανοηθείς να κάνεις καμία κουταμάρα…

-Σαν τι καλέ      μου; Τώρα που ξαναβρεθήκαμε; Επέμενε με το ίδιο ναζιάρικο ύφος η Ρεβέκκα.

Είχε βεβαιωθεί περισσότερο από ποτέ, ότι αυτός δεν θα την άφηνε με κανέναν τρόπο να φύγει από εκεί, παρά μόνο με κάποιο τρικ τελικά όπως το είχε σκεφτεί και στην αρχή.

Ο άντρας κινήθηκε προς το ψυγείο, κυττώντας διαρκώς προς το μέρος της.   Το άνοιξε και τράβηξε ένα μπουκάλι.  Το έφερε στα γρήγορα στη Ρεβέκκα, ξεχνώντας την πόρτα του ψυγείου ανοιχτή.  Το λιγοστό φως του  βοηθούσε να ξεχωρίζουν ο ένας τον άλλον, μέσα σ’ εκείνο τον χώρο.   Η Ρεβέκκα προσποιήθηκε ότι δεν είχε αντιληφθεί τίποτα κι εκείνος ούτε που το είχε προσέξει. Πήρε το μπουκάλι που της πρότεινε και προσποιήθηκε ότι έπινε κρατώντας πάντα το στόμα της κλειστό.

-Α!..  Τι καλό που είναι!   Νά ‘σαι καλά αγάπη μου.   Δεν ξέρεις τι καλό μου έκανε!   Θα πιεις κι εσύ καλέ μου;   ρώτησε δήθεν.

Ο άντρας το πήρε και το έβαλε στο στόμα του.  Ξεχάστηκε και ήπιε αρκετό.  Ύστερα το έδωσε στη Ρεβέκκα που προσποιήθηκε ότι ήπιε και πάλι.

-Μα… αγά… πη… μου… τι… (έκανε πως την έπιασε λόξιγκας) μούστος είναι ετούτος;

Ο άντρας την λοξοκύτταξε και ήπιε πάλι. Η Ρεβέκκα προσποιήθηκε ότι χασμουρήθηκε μια-δυο φορές και ύστερα  φάνηκε να την πιάνει ο ύπνος.    Δεν άργησε ν’ αφήσει τα χέρια της σαν παράλυτα στα πλάγια και το κεφάλι της να γύρει επικίνδυνα μπροστά.    Ο άντρας ήπιε ξανά και χαμογέλασε ευχαριστημένος. ‘Πάει για ύπνο… καλό είναι αυτό… θα κάνω το ίδιο’ μουρμούρισε. Αποτέλειωσε το κρασί  και έπεσε δίπλα στο κάθισμα της Ρεβέκκας, σαν πραγματικό ψοφίμι.  Είχε δουλέψει από τα χαράματα και τώρα η κούραση μαζί με αυτό το ποτό, τον είχαν στείλει για τα καλά στον ύπνο.

Η Ρεβέκκα έσκυψε πάνω του.  Μύριζε ολόκληρος από τον μούστο του μπουκαλιού.  Σηκώθηκε γεμάτη προσοχή αν και έτρεμε από την αγωνία της.   Κινήθηκε προσεχτικά παρά το γεγονός ότι ο απαγωγέας της, ροχάλιζε για τα καλά, τώρα.  Το φεγγάρι φώτιζε κάπως καλύτερα τώρα που είχε σκαρφαλώσει μεσούρανα.  Η Ρεβέκκα καλοτύχισε τον εαυτό της που ο άντρας είχε γυρισμένες τις πλάτες του προς το παραθυράκι του γκαράζ και τα μάτια του πάντα καλυμμένα με τα σκούρα και μεγάλα γυαλιά του.   Δεν τον εμπιστευόταν γιατί ήταν άρρωστος ψυχολογικά και ήξερε ότι άνθρωποι σαν κι αυτόν, ήταν δύσκολο κάποτε να καταβληθούν ακόμη και από ένα δυνατό ποτό. Σηκώθηκε πάντα πολύ προσεκτικά και προχώρησε προς την γκαραζόπορτα και τότε πρόσεξε πως υπήρχε και μία μικρή ξύλινη πόρτα στο πλάι.   Τη δοκίμασε.  Τι τύχη!  Άνοιξε με το πρώτο.   Βγήκε χωρίς να την κλείσει για να αποφύγει τον θόρυβο.  Αντίκρισε ένα αυτοκίνητο μπροστά στο γκαράζ, προφανώς του φύλακα.  Προχώρησε λιγάκι  με τη βοήθεια του φιλικού φεγγαριού και ύστερα άρχισε να τρέχει προς το μέρος του δρόμου που ανοιγόταν παράδιπλα.   Τότε πρόσεξε πως στην απέναντι μεριά του απλωνόταν η περιοχή όπου ήταν το Τσίρκο.  Ένιωσε αγαλλίαση.   Αναστέναξε και αλάφρωσε το πονεμένο από το άγχος στήθος της.  ‘Μα ήμουν τόσο κοντά και δεν το είχα καταλάβει;  Αυτός ο τρελός οδηγούσε τόση ώρα;’ Αναρωτήθηκε ευτυχισμένη.  Κατάλαβε ότι ο άντρας θα την είχε πάει γύρω-γύρω, για να την πείσει ότι είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή του Τσίρκου.  Τελικά είχαν έρθει στο γκαράζ, που στεκόταν δίπλα στο έρημο προφανώς, παλιόσπιτο.  Το φως του φεγγαριού είχε αποδειχτεί σωτήριο μέσ’ τη νύχτα.

Η Ρεβέκκα πέρασε το δρόμο τρέχοντας διαρκώς, πάντα προς το Τσίρκο, με όση δύναμη διέθετε.  Μόλις έφτασε στα πρώτα τροχόσπιτα ανάσανε και πάλι με ανακούφιση. Τότε μόνο τόλμησε και κύτταξε μια στιγμούλα πίσω της.  Δεν είδε κανέναν.  Η καρδιά της εξακολουθούσε να χτυπάει γρήγορα και δυνατά. Σκέφτηκε ότι ο τρελός δεν είχε μπορέσει να την ακολουθήσει.  Το ποτό είχε κάνει καλά τη δουλειά του.  Θα κοιμόταν για αρκετές ίσως ώρες.   ‘Δεν μπορεί να βρεθεί και δεύτερος τρελός σαν  ‘τον Ρανταμές’ στο δρόμο μου!’ σκέφτηκε και ανατρίχιασε.   Συγκεντρώθηκε όμως και προχώρησε γρήγορα, αλλά αρκετά καλμαρισμένη.  Βρισκόταν ανάμεσα στα γνωστά τροχόσπιτα τώρα πια και έτσι κατευθύνθηκε κατευθείαν στο κυριότερο από αυτά, εκείνο του Μπάρυ  Γουώλτερς.  Όταν πια έφτασε εκεί, είχε γίνει ράκος.   Χτύπησε δυνατά την πόρτα του.  ‘Ναι, ποιος είναι;’ φώναξε εκείνος και έτρεξε ν’ ανοίξει.  Όταν άνοιξε είδε μπροστά του την  εξαφανισθείσα νέα’, έτοιμη να καταρρεύσει.   Έτσι και έγινε τελικά: όταν η Ρεβέκκα τον είδε μπροστά της, λιποθύμησε. Ο κακομοίρης ο Μπάρυ αν και αναστατωμένος από το ξαφνικό, ένιωθε παράλληλα ευχαριστημένος.  Η Ρεβέκκα ήταν εκεί, έστω και λιπόθυμη.   Την σήκωσε αμέσως χωρίς καν να σκεφτεί και την έβαλε στον καναπέ του σαλονιού του.   Της έδωσε μερικά μπατσάκια αγωνιώντας για σημεία ζωής και ύστερα έτρεξε και έφερε νερό και ράντισε το πρόσωπό της.  Η Ρεβέκκα αναστενάζοντας άνοιξε τα μάτια της, τώρα όμως βρισκόταν σε σοκ.   Έτρεμε.  Αφού την κάλυψε με ένα ελαφρύ πάπλωμα ο Μπάρυ τηλεφώνησε πρώτα στον γιατρό τους και αμέσως ύστερα στον υπεύθυνο για την υπόθεση, αστυνόμο.  ‘Ήρθε πριν δέκα  λεπτά περίπου, εδώ είναι.  Ναι, ναι, μόνη της.   Μόλις της άνοιξα, λιποθύμησε. Την σήκωσα και την έβαλα στο ντιβάνι, της έδωσα μερικά μπατσάκια, της έριξα λίγο νερό και συνήλθε.  Τρέμει όμως, λες και έχει πάθει σοκ.  Ναι, ναι, την έχω καλύψει καλά.  Ναι στον καναπέ του σαλονιού μου…’

-Λοιπόν;  Τι έχεις να πεις για όλα αυτά;  ρώτησε ο ντετέκτιβ τον Ρίτσι…  όταν τον είχαν φέρει πλέον στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής.

Τον είχαν βρει στο παλιό γκαράζ, ακολουθώντας τις οδηγίες της Ρεβέκκας, όταν είχε συνέλθει αρκετά ώστε να μπορεί να τους βοηθήσει.   Ροχάλιζε του καλού καιρού και ‘βρώμαγε’ από το κρασί που είχε πιει.

-Ήταν μία ατυχία σάρτζεντ!  είπε ο Ρίτσι μίζερος.

Ο αστυνόμος που είχε παρατηρήσει τη συμπεριφορά του άντρα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.   Κάλεσε λοιπόν τον γιατρό που χρησιμοποιούσε η υπηρεσία.  Εκείνος έχοντας παρακολουθήσει για λίγο μέσα από το αόρατο παράθυρο τη συμπεριφορά του Ρίτσι, είχε έρθει κατόπιν σε επαφή με ένα από τα κεντρικά ψυχιατρεία και είχε δώσει το όνομα του Ρίτσι, λέγοντας ότι βρισκόταν στην αστυνομία και ότι η συμπεριφορά του είχε εντυπωσιάσει.   Ο άντρας χανόταν, πάθαινε διαλείψεις μνήμης και μάλωνε με κάποιους αόρατους.  Υποψιαζόταν σοβαρή μορφή σχιζοφρένειας και ζητούσε να διαπιστωθεί αν υπήρχε φάκελλο στο όνομά του.  Η απάντηση υπήρξε θετική και η αγανάκτηση για την πρόσληψη  ενός τέτοιου επικίνδυνου ανθρώπου σε  μία  επιχείρηση σαν ετούτη, είχε κάνει εξω φρενών τον Μπάρυ.  ‘Ποιον διάβολο να μυνήσω;   Το Υπουργείο Υγείας για τα φοβερά λάθη της.    Υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτόν που κυκλοφορούν σα να μην τρέχει τίποτα;’

Ταυτόχρονα η αστυνομία  που δεν είχε κατορθώσει να βρει σε ποιον ανήκαν τα δακτυλικά στη φιάλη νερού στο ψυγείο του Νίμο, για τη δηλητηρίασή του, και βρισκόταν σε αναμονή, τώρα  για πρώτη φορά σύστησε την  εξέταση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του Ρίτσι.   Από εδώ διαπιστώθηκε πως ανήκαν στον ίδιο, στον Ρίτσι.

-Και ο Νίμο;   Τι σου έκανε ο Νίμο;   είχε ρωτήσει ο Σάρτζεντ με υπομονή.

-Α… δεν ξέρω κάτι θα πρέπει να μου είχε κάνει. Έκανε τον έξυπνο, επειδή τον χάιδευαν οι γυναίκες και τον φιλούσαν.  Νόμιζε ότι είναι άντρας.  Νομίζω ότι το είδος του μαγαρίζει τους ανθρώπους.   Αποφάσισα να του ρίξω λίγο Deter… το φάρμακο που είχα για τις κατσαρίδες. Νομίζω ότι ήταν φάρμακο για τις κατσαρίδες μπορεί και για τα ποντίκια… κάτι τέτοιο τέλος πάντων.   Εκείνη τη μέρα έκανε τον σπουδαίο είχε κάτσει κάτω από το τσίρκο και έκανε τον ήρωα.   Είπε ότι είχε φανταστεί κάτι και όλοι έτρεξαν να διαπιστώσουν τι είχε δει αυτός ο μισός άνθρωπος.   Τέτοια συμπεριφορά, και μάλιστα για έναν μισόν άντρα… δεν την καταλαβαίνω.  ’Ενιωσα την ανάγκη να τον συντρίψω. Μου ήρθε η φωνή δυνατή στο μυαλό μου.   Αυτή πάντα υπαγορεύει… να είμαστε λέει μία καθαρή κοινωνία χωρίς παράσιτα όπως ο νάνος… όπως η…  σταμάτησε ξαφνικά…

-Για πες μας… σαν την Άιντα… ε;   ρώτησε ο γιατρός δίπλα στον αστυνομικό που τον ανέκρινε.

-Α… Άιντα, είπες;  Ποια είναι αυτή;  Την ξέρω;  ρώτησε με απορία ο Ρίτσι.

-Πώς, δεν την πήρες μαζί σου στο γκαράζ… εκεί που σε βρήκαν  κοιμισμένο οι αστυνομικοί; Είπε ο ψυχίατρος παρακολουθώντας τα πάντα στην συμπεριφορά του.

-Α… αυτό δεν είναι σωστό… εμένα με απήγαγαν και με πήγαν εκεί… και με κλείσανε μέχρι που είδαν ότι είμαι ένας καλός άνθρωπος… τίποτα περισσότερο… ύστερα με άφησαν να γυρίσω στη δουλειά μου…   Μαζεύω κουτιά από κόκα-κόλα… και  τα άλλα…

Κάποιες φορές ο Ρίτσι διέκοπτε την κουβέντα του και ρωτούσε:  ‘Πού πήγε η Άιντα; Ωραίο κορίτσι ε;   Με κορόιδεψε ξέρετε… Μου είπε πως μ’ αγαπάει’.  Κάποια στιγμή ρώτησε:  ‘Πότε θα έρθει να με δει;  Πώς μπορεί να ζει χωρίς τον Ρανταμές της;’

Ύστερα από κάθε κουβέντα σιωπούσε λες και έπεφτε σε ξύπνιο λήθαργο από τον οποίο ξυπνούσε για να πει την επόμενη ασυνάρτητη κουβέντα του.   Κάποια στιγμή έκρυψε το κεφάλι του στα μπράτσα του.

Ο Ρίτσι ήταν πολύ άρρωστος. ‘Σχιζοφρενής, μανιακός, και χωρίς να έχει πάρει τα φάρμακά του.   Τι άλλο θα μπορούσε να είναι χωρίς τα φάρμακά του, παρά επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους;   Τι τον είχε παρακινήσει όμως να μην τα πάρει;   Όλες εκείνες οι διανυκτερεύσεις του, του φύλακα, που του είχαν αλλάξει τον τρόπο ζωής.   Κάπου είχε μπερδευτεί και δεν είχε πάρει τα χάπια του με συνέπειες δραματικές τελικά!’  συμπέρανε ο ψυχίατρος και πρότεινε να κλειστεί αμέσως στο Ψυχιατρείο.

Έτσι και έγινε τελικά.  Οδηγήθηκε στο Νοσοκομείο για θεραπεία. Άλλη δουλειά έπρεπε να βρεθεί για τον Ρίτσι όταν θα ξανάβγαινε, και μόνο τα πρωϊνά και για λίγες ώρες και με πρόσωπα τα οποία θα γνώριζαν το πρόβλημά του και θα επέβλεπαν τη λήψη των φαρμάκων του. Ήταν πολύ επικίνδυνος και με τάσεις ανθρωποκτονίας.

Η Ρεβέκκα είχε αναρρώσει καλά.   Άφησε όμως το Τσίρκο αμέσως.  Της ήταν αδύνατο να καθίσει εκεί έστω και μία ημέρα παραπάνω, ύστερα από την εμπειρία της με τον Ρίτσι.  Άλλωστε το καλύτερο φάρμακο γι’ αυτού του είδους τα σοκ είναι η απομάκρυνση από τον χώρο στον οποίο είχε συμβεί.  Η μητέρα της είχε στεναχωρηθεί αφάνταστα και μόνο ο Τραγγίγκλ είχε ευχαριστηθεί που η Ρεβέκκα είχε πάρει την απόφαση να απομακρυνθεί αμέσως από εκείνη την έστω και προσωρινή εργασία της, ύστερα από μία  τέτοια σοκαριστική εμπειρία.  Δεν είχε τίποτα εναντίον του αξιόλογου Τσίρκου αλλά ‘μια νεαρή, εκκολαπτόμενη πριμαντόνα δεν μπορεί να είχε σχέσεις με μία εργασία αυτού του είδους’, πάντα κατά τη γνώμη του βέβαια.  Ήταν απόλυτα βέβαιος ότι η Ρεβέκκα θα απέβαινε από τις λιγοστές σοπράνο στην Υφήλιο.  Την είχε παρακολουθήσει από την πρώτη στιγμή του ετήσιου διαγωνισμού για την πρόσληψη νέων ταλέντων για την Όπερα.  Δίπλα στη βελούδινη φωνή της, είχε και ένα πολύ ελκυστικό παρουσιαστικό. Φωνή και παρουσία λοιπόν ακατανίκητα.  Αναμφίβολα θα τα έπιανε τα λεφτά του με τη Ρεβέκκα.

Το πρώτο επαγγελματικό τους ραντεβού είχε κανονιστεί γρήγορα και ο Τραγγίγκλ είχε τελικά αναλάβει όχι έτσι απλά, αλλά είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να την κάνει ντίβα της Όπερας,  πάντα με τις ευλογίες της μητέρας της και τη χαρά των φίλων και γνωστών της όπως ήταν ο Μπάρυ και άλλοι.

Η Ρόζυ βρέθηκε ξανά με την  αδερφή της πάνω στα σχοινιά στο γνωστό νούμερο και ο Άλντο μαζί με τα δύο κορίτσια σε ένα άλλο.  Στις ελάχιστες συναντήσεις που είχαν είχε σημειώσει τον υπέρμετρο εγωισμό του Άλντο, την μεγαλομανία του και την ανάγκη του να αναδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο.  Κατάλαβε λοιπόν τι επεδίωκε.  Να προσπαθεί όμως να το κάνει απατώντας την αδερφή της και την ίδια… Ήταν ένα βρώμικο παιχνίδι και δεν θα μπορούσε να το πετύχει. Ήταν βέβαια για τη διαίσθηση και τη νοημοσύνη της Βερόνικας.   Ποιος νόμιζε ότι ήταν  επιτέλους;   Την πίστη της αυτή την είχε ενισχύσει η ίδια η Βερόνικα όταν της είχε πει κάποια πράγματα σχετικά με αυτό το φλέγον ζήτημα.

Ήταν πανέξυπνη η Βερόνικα πέρα από την αισθηματικότητά της.  Στις λιγοστές εξόδους τους είχε αντιληφθεί ότι δε θα γινόταν το ταιριαστό ζευγάρι που η ίδια είχε φανταστεί.   Είχε διαπιστώσει ότι ο Άλντο ‘της έκανε τα γλυκά μάτια’, περισσότερο για να μπορέσει να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του. Αισθάνθηκε πολύ καλύτερα όταν αποφάσισε να κρατήσει τη θέση της ως επαγγελματίας ακροβάτιδα στην συνεργασία:  ‘Ρόζυ, Άλντο, Βερόνικα’.  Δε θα επέτρεπε να υπάρχουν πλέον τα κάποια ‘ιδιαίτερα’ ανάμεσα σ’ αυτήν και στον Άλντο.

Με τη Ρόζυ είχαν όπως πάντα την πιο ωραία συνεργασία και τίποτα δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό. Η Βερόνικα κατάφερε και γλύστρησε από την πολιορκία του με έναν έξυπνο τρόπο και χωρίς να τον προσβάλλει.  Όσο για τη Ρόζυ… εκείνη δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο για τη δουλειά της.   Το είχε σκεφτεί πολλές φορές και το είχε συζητήσει με τη Βερόνικα:  αργότερα όταν θα είχε περάσει η ηλικία τους και δεν θα  μπορούσαν να ανεβαίνουν εκεί ψηλά και να ενθουσιάζουν τα πλήθη… τότε ίσως και να αποφάσιζαν να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια.   Είχαν χρόνια μπροστά τους.

Eπιτέλους όλα φαίνονταν ότι είχαν πάρει ξανά το δρόμο τους.  Ο Νίμο είχε καλυτερέψει πολύ και είχε αρχίσει να πηγαινοέρχεται στο τσίρκο με φροντίδα και πάντα προσεκτικά για να μην κουράζεται.   Η καλή του υγεία πριν από τη σοβαρή δηλητηρίασή του, τον είχε βοηθήσει να επανέλθει σ’ αυτήν σιγά-σιγά.

Η ακριβοπληρωμένη Σοπράνο του Τσίρκου η υπέροχη φωνή: Liaine, είχε αναλάβει ξανά το ρόλο της και όλοι βρίσκονταν στη θέση τους για να συνεχίσουν ως το τέλος της σαιζόν.                  Το καλοκαίρι έφευγε με γοργό ρυθμό και το Τσίρκο παρά τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει, είχε κατορθώσει να ξεφύγει από εκείνο τον κύκλο των ανωμαλιών και να κάνει ένα συνεχές μήνα -χωρίς καμμία διακοπή- τις  καλές παραστάσεις για τις οποίες φημιζόταν και να αναπληρώσει έτσι τα κέρδη που είχαν χαθεί.

Ο εφιάλτης που είχαν ζήσει τα μέλη της οικογένειας του Τσίρκου,  η ζήλεια της  Λουσίντας από το ένα μέρος  και η αρρώστια  του Ρίτσι από το άλλο,  φαινόταν ότι είχε ξεθυμάνει τελικά.  Ο Μπάρυ παρά την αγωνία του μήπως συμβεί κάτι  ακόμη, κατόρθωσε να συγκεντρωθεί τελικά και να τ’ αφήσει όλα πίσω του με τη βοήθεια της αγαπημένης του, Φιλίππα…

Η ζωή ήταν ακόμα γενναιόδωρη και παρά το γεγονός ότι ο θάνατος της Λουσίντα ήταν το πλέον τρομερό γεγονός, που είχαν ζήσει από κοινού τα μέλη του τσίρκου  -παραμερίζοντας  σχεδόν την πράξη της που θα  μπορούσε να είχε ολέθριες διαστάσεις για όλους-   είχε αποδείξει με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο την  καταστροφική δύναμη της ζήλειας στην όποια μορφή της. Αδιαφιλονίκητα η ζήλεια είχε τη δύναμη να οδηγήσει σε παράλογες ενέργειες, παρόμοιες και με εκείνες  του σχιζοφρενή Ρίτσι… Είδος  σχιζοφρένειας κι αυτή,  παροδική ή μη, είναι μία κατάσταση που μολύνει και τρώει σαν το σαράκι ή χτυπάει τον άνθρωπο σαν ηλεκτροσόκ, καθώς γεννάται υπό την επήρεια δυνατών συναισθημάτων και παραλλάζει τη νομοτέλεια του εγκεφάλου, τον μεταμορφώνει σε όργανο που αποφασίζει και διατάσσει το σώμα που το παρακινεί με μια υπερβολική δύναμη, να προβεί στην εκτέλεση της διαταγής του.

‘Μακριά από εμάς!’ είχε ευχηθεί ο Μπάρυ σηκώνοντας το ποτήρι του της σαμπάνιας κάποια στιγμή στη συνεστίαση που είχε οργανώσει για να ευχαριστήσει όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό του Τσίρκου: τους καλλιτέχνες, τους τεχνίτες τους φύλακες, τους εργάτες… όλους μα όλους… καθώς το Τσίρκο και η κοινωνία τους, ήταν εκατό τοις  εκατό δικό τους κατόρθωμα. ‘Εντάξει έχω κι εγώ τη μερίδα μου  στην επιτυχία του… Έτσι;’ είχε καταλήξει ο Μπάρυ ευτυχισμένος από το γεγονός ότι επιτέλους είχε εξανεμιστεί η γκίνια, ‘η γκαντεμιά’ που είχε χτυπήσει την επιχείρησή του.  Τα χειροκροτήματα είχαν επικροτήσει τις δηλώσεις του.

Η αυλαία είχε πέσει ήρεμα, χωρίς άλλες περιπέτειες.  Το Τσίρκο είχε απαλλαγεί από τους δαίμονές του, και θα συνέχιζε με μια νέα πεποίθηση την ‘δρομολογημένη καριέρα του’!

Τέλος

 

 

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...