Καζαντζάκης,Ίψεν στα θεατρικά,Φασγά – Σόμερσχολμ, αντιστοίχως…

Ο Καζαντζάκης,  ο Ίψεν και το τρίγωνο των σχέσεων των φύλων αντίστοιχα στα θεατρικά: Φασγά-Σόμερσχολμ

Το δράμα του Ίψεν[2] Hedda Gabler (1890) παρουσιάζει ομοιότητες με το δράμα του Καζαντζάκη[1], Φασγά, όπως έχει παρατηρηθεί και από τον Νικηφόρο Παπανδρέου  στο κείμενό του Ο Ίψεν στην Ελλάδα[3], Κέδρος. Από αυτές ξεχωρίζει το κάψιμο του έργου του ήρωα από την σύζυγό του, το οποίο είχε γράψει με την  ερωμένη του.  Ωστόσο  δεν είναι το μόνο Ιψενικό δημιούργημα που παρουσιάζει κοινότητες με το Φασγά του Καζαντζάκη. Κοινότητες παρατηρούνται και ανάμεσα: στα έργα Φασγά   και  Ρόσμερσχολμ του Ίψεν.

Το κείμενο που ακολουθεί πραγματεύεται ομοιότητες και αναλογίες τριών θεατρικών έργων δύο διαφορετικών συγγραφέων των θεατρικών Φασγά του Ν.Καζαντζάκη και το θεατρικού Ρόσμερσχολμ του Ίψεν.

Η υπόθεση στα δύο θεατρικά πραγματεύεται τη φιλοδοξία μιας γυναίκας, τις διαστάσεις αυτής της φιλοδοξίας, τη μεθοδικότητα και τη διαδικασία της πορείας της για την οργάνωση και την επιμέλεια  των  τρόπων  με τους οποίους η γυναίκα επιδιώκει να χειριστεί τις  ευκαιρίες  που της δίνονται, για να εξυφάνει σε ανύποπτο χρόνο το δίχτυ της στον ανύποπτο χώρο, όπου όμως επωάζεται η καταλληλότητα και το έδαφος είναι πρόσφορο, για μία τέτοιου είδους επικίνδυνη ακροβασία. Παρουσιάζεται να εισβάλλει σκοπίμως στο ήρεμο ως τότε οικογενειακό περιβάλλον. Αφού αποβλέπει σε προσωπικό όφελος, καταστρώνει το σχέδιο κατάληψης της θέσης της άλλης γυναίκας, της πρώτης, η οποία εκτοπίζεται με τον ένα ή άλλον τρόπο.  Η επιτυχία θεωρείται άρτια καθώς οι επιδράσεις αυτής της διαδικαστικής πορείας επιφέρει τα υπολογισμένα αποτελέσματα ή τις τελικές συνέπειες.

Στο Ρόσμερχολμ η Ρεβέκκα έρχεται από Βορρά, ως πρώην υιοθετημένη ενός γιατρού, και προσλαμβάνεται στο σπίτι του πάστορα Ρόσμερ και της γυναίκας του Μπεάτας, κατόπιν συστάσεων. Η πρώην ζωή της ως υιοθετημένης, αποτελεί πιθανόν αιτία της συμπεριφοράς της στην πορεία του δράματος. Η άλλη γυναίκα του δράματος, που εδώ αντιπροσωπεύεται από την νεκρή πλέον Μπεάτα, είναι η αντίπαλος, μία αδύνατη συνήθως παρουσία ανύποπτη και απασχολημένη με τα συνήθη -στην περίπτωση του Φασγά, η Μαρία είναι απασχολημένη με την αγωγή των παιδιών της και το σπιτικό της.

Στο Φασγά, ένα από τα κύρια πρόσωπα η Ελένη γραμματέας του Λώρη παρουσιάζει κοινά σημεία με τη Ρεβέκκα τη πρωταγωνίστρια του Ίψεν στο Ρόσμερσχολμ. Και αυτή παρόμοια με την Ελένη του Φασγά, εισχωρεί ανάμεσα στο αντρόγυνο Ρόσμερ και Μπεάτα, και εκτοπίζει την Μπεάτα οδηγώντάς την στην αυτοκτονία. Το φαινόμενο παρουσιάζεται και αλλού όπως στο θεατρικό του Καζαντζάκη Ιουλιανός ο Παραβάτης όπου η Μαρίνα, -συντρόφισσα του Ιουλιανού- και ο Ιουλιανός από κοινού –λόγω της σχέσης τους-, ωθούν την Ελένη τη νόμιμη σύζυγο του αυτοκράτορα, σε αυτοχειρία με απαγχονισμό.

Η Ρεβέκκα του Ίψεν, η δυνατότερη από τις δύο γυναίκες του τριγώνου, έχει επίγνωση της δύναμής της και το υπογραμμίζει: “Μου φαινόταν πως υπήρχαν δυο υπάρξεις εδώ, και έπρεπε να γίνει ανάμεσά τους εκλογή, Ρόσμερ. Ή η μια ή η άλλη” λέει, ενώ όταν κατηγορείται εκ των υστέρων από τον Κρόλλ για τη στάση της, παρακινείται να αντιδράσει με θυμό:  “Μα και υποθέτετε λοιπόν πως ενεργούσα με ψύχραιμη λογική!” Το ίδιο θα μπορούσε να πει και η Ελένη στο Φασγά, δικαιολογώντας τις πράξεις της έναντι της Μαρίας. Γεγονός παραμένει η ενσυνείδητα μυστική, από τους άλλους, προσπάθεια: “Ήθελα να φύγει από τη μέση η Μπεάτα. Με έναν οποιοδήποτε τρόπο” ομολογεί[4] η Ρεβέκκα, και επιδεικνύει με τα λόγια της την αποφασιστικότητα με την οποία ενήργησε, καθώς και το επιτυχές αποτέλεσμα των πράξεών της.

Παρόμοια με την Ελένη, που ως γραμματέας του Λώρη ασκεί ήσυχα και μεθοδικά, μία ακατανίκητη επίδραση επάνω του, και η Ρεβέκκα χρησιμοποιεί τον Ρόσμερ ως  υποχείριό της, όπως σημειώνει ο ίδιος μετά:

Ρόσμερ: Ποτέ δεν είχες πιστέψει σε μένα. Ποτέ δεν είχες πιστέψει πως θα ήμουν άξιος να φέρω σε νικηφόρο πέρας αυτή την υπόθεση. / Ρεβέκκα: Είχα πιστέψει ότι οι δυο μας εμείς μαζί, θα φτάναμε να το κατορθώσουμε./ Ρόσμερ: Δεν είναι αλήθεια. Είχες πιστέψει πως εσύ μονάχη θα κατόρθωνες κάτι μεγάλο στη ζωή. Πως εμένα μπορούσες να με μεταχειριστείς ως όργανο για το σκοπό σου.  Πως μπορούσα να σου είμαι χρήσιμος στα σχέδιά σου. Αυτό είχες πιστέψει.” (Ίψεν, ό. π., σ. 96).

Η Ρεβέκκα κάνει τελικά ό,τι η Ελένη του Φασγά δεν τολμάει. Αποδέχεται ότι εισχώρησε ανάμεσα στο αντρόγυνο με έναν σκοπό: την ατομική της επιτυχία,  για τη δική της ευτυχία. Επιχείρησε ένα σχέδιο και πέτυχε όπως θαρραλέα ομολογεί: “Ρεβέκκα: Είναι πραγματικά η αλήθεια, πως κάποτε άπλωσα τα δίχτυα μου για να καταφέρω να εισχωρήσω μέσα εδώ στο Ρόσμερσχολμ. Γιατί ελογάριαζα πως εδώ μέσα χωρίς άλλο θα κατόρθωνα να κάμω την τύχη μου. Με τούτονε ή με κείνονε τον τρόπο, με έναν οποιοδήποτε τρόπο δηλαδή.” Η Ρεβέκκα τελικά είχε σταματήσει σε ένα σημείο: τότε, όταν δηλαδή ερωτεύτηκε τον Ρόσμερ[5]. Ομολογεί μία πάλη ανάμεσα στην Μπεάτα και το άτομό της, που αποτελεί στοιχείο παράλληλο της διαμάχης της Ελένης με τη Μαρία στο Φασγά[6].   Ο Ίψεν παρουσιάζει τη Ρεβέκκα δυνατότερη από το αντρόγυνο Ρόσμερ-Μπεάτα, σύμφωνα με  τον Ρόσμερ, και η Ρεβέκκα απαντάει: “Σε γνώριζα καλά ώστε να το ξέρω, -ήταν αδύνατο να φτάσω σε σένα, χωρίς πρώτα να γίνεις λεύτερος και στις σχέσεις και στο πνεύμα”[7]. Αργότερα η Ρεβέκκα υποστηρίζει ότι ο Ρόσμερ ήρθε πίσω στον πραγματικό εαυτό του, μόνο αφού έφυγε από τη μέση η σύζυγός του Μπεάτα, και με τη δική της παρουσία[8].

Διαφέρει τελικά η Ρεβέκκα, από την Ελένη του Φασγά, και στο γεγονός ότι ομολογεί, πως έχοντας αγαπήσει τελικά τον Ρόσμερ ήταν ευτυχισμένη στην απλή συνύπαρξη με εκείνον, χωρίς απαιτήσεις[9]. Ο Ρόσμερ επιδιώκει την απόδειξη της αγάπης της -σαν από εκδίκηση- όταν την ρωτάει αν είναι έτοιμη να ακολουθήσει το δρόμο της Μπεάτας, για χάρη του. Ο εγωϊσμός του ηττημένου, από τις συγκυρίες της ζωής, άντρα, έχει αγγίξει τα όρια του παροξυσμού[10]. Είναι εκείνος που την πιέζει τώρα ασφυκτικά κάνοντας σύγκριση των δύο γυναικών: “… Ένας ίλιγγος σε τραβάει κάτω, στο νεροσυρμό που βουίζει! Όχι. Κάνεις πίσω. Δεν το αποφασίζεις, όχι, -εκείνο που αποφάσισε αυτή.”[11]  Ο Ρόσμερ αντίθετα από τον Λώρη, παρασύρει τη δεύτερη γυναίκα της ζωής του στο χαμό. Ζητάει τρανταχτές αποδείξεις της αγάπης της. Είναι σα να ερωτεύεται τη Μπεάτα για το θάρρος της να αυτοκτονήσει. Η αυτοχειρία της αποβαίνει το μέτρο σύγκρισης των δύο γυναικών, γεγονός που προκαλεί και ταυτόχρονα απειλεί τη Ρεβέκκα.  Η σύγκριση με τη νεκρή ξεπερνάει τα ανθρώπινα όρια.  Πώς να αντιπαλέψει το φάντασμα της γυναίκας που φαίνεται να επιστρέφει για να διεκδικήσει εκείνο που της ανήκε: τον Ρόσμερ. Είναι η αντεκδίκηση για εκείνα που είχε υποστεί, η εκδίκηση του νεκρού προς τον άνθρωπο που ανελέητα τον είχε  σπρώξει στο θάνατο. Ο Ρόσμερ προχωράει τώρα στη σύγκριση των δύο γυναικών: της Ρεβέκκας με την Μπεάτα. Το συμπέρασμα από εκείνη τη σύγκριση είναι απόλυτα σκληρό και τραγικό, καθώς επιμένει για τη Ρεβέκκα ότι δε θα τολμούσε ό,τι είχε τολμήσει η νεκρή Μπεάτα:

Ρόσμερ: Θα υπάρξει (ήττα).  Δεν είσαι καμωμένη εσύ για να τραβήξεις το δρόμο της Μπεάτας./ Ρεβέκκα: Δεν το πιστεύεις;/ Ρόσμερ: Καθόλου. Δεν είσαι συ σαν τη Μπεάτα. Δεν  βρίσκεσαι κάτω από την επίδραση να σε κυβερνάει μια παραζαλισμένη αντίληψη για τη ζωή.”[12]

Η Ρεβέκκα αντίθετα από την Ελένη είναι έτοιμη να θυσιαστεί για την αγάπη του αλλά και για την εξιλέωσή της, και παράλληλα για να τον σώσει,  και παράλληλα “ό,τι καλύτερο έχει”.

Οι εγωισμοί των ηρώων του Ίψεν ισοπεδώνονται.  Η Μπεάτα έχει φύγει και η δική τους ζωή κρέμεται  στις τύψεις τους, για την απουσία της. Έχοντας παίξει ένα μακρό διαλογικό παιγνίδι όπου όλα αποκαλύπτονται με σοκαριστική διαύγεια και ταπεινότητα, οι δύο ήρωες του δράματος, έχουν βεβαιωθεί ότι η ζωή τους δεν είναι τελικά εκείνη που θα ήταν, αν όλα ετούτα δεν είχαν διαδραματιστεί. Βέβαιοι επιπλέον για τα συναισθήματά τους ακολουθούν το δρόμο της Μπεάτας: “Γιατί τώρα είμαστε ένα” καθώς λέει ο Ρόσμερ. “Τους πήρε η μακαρίτισσα η κυρά”, θα πει η Μαντάμ Έλσεθ[13] όταν ανακαλυφθεί η διπλή αυτοχειρία.

Στο Φασγά, αντίθετα από τη διαύγεια των σκέψεων και των κινήσεων των ηρώων του Ίψεν, η Ελένη συνεχίζει την πορεία της εγωϊστικά και με μία εννοούμενη περιφρόνηση προς τον άντρα, τον Λώρη, που δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων στην πορεία της ζωής. Ο Λώρης ταπεινώνεται, γνωρίζει την ήττα. Οι γυναίκες της ζωής του παρουσιάζονται δυνατότερες βιολογικά, ενώ εκείνος, ο άνθρωπος του πνεύματος, δεν έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της ζωής του που σημειώνεται από το κατεστραμμένο όνειρό του.

Ανάλυση του Ρόσμερσχολμ: Στο Ρόσμερσχολμ η Ρεβέκκα πετυχαίνει να επιβληθεί στο σπιτικό του Ρόσμερ και της Μπεάτας προσφέροντας τις υπηρεσίες της και στους δύο, κυρίως για να φροντίζει, να βοηθάει και να συντροφεύει την εύθραυστη Μπεάτα. Γνωρίζει όμως τι θέλει, και έτσι ξαφνικά βρίσκεται στη θέση που επεδίωκε χωρίς κανένας να το έχει συνειδητοποιήσει: έχει πετύχει τη στενότερη επαφή της με τον Ρόσμερ. Τους συνδέουν κοινές απόψεις και ενδιαφέροντα. Η σχέση τους δεν κρύβεται διότι είναι δήθεν φυσική συνέπεια των κοινών τους απόψεων και ενδιαφερόντων.  Η Μπεάτα που την έχει απορροφήσει η αγωνία της τεκνοποίησης, αφού μάταια επιχείρησε να κυοφορήσει τα παιδιά του Ρόσμερ, βρίσκεται τώρα στη θέση να αισθάνεται περιττή αν όχι εμπόδιο στην ευτυχία του Ρόσμερ.  Υπό τη δυνατή επίδραση της Ρεβέκκας είναι έτοιμη να προδώσει τον εαυτό της και το κάνει, πιστεύοντας κάποια στιγμή, ότι εκτελεί θυσία αγάπης για τον Ρόσμερ για τον οποίο πιστεύει ότι είναι ερωτευμένος με την Ρεβέκκα. Μέσα σε αυτό το μπέρδεμα των σχέσεων και των συναισθημάτων ωστόσο, η  ευαίσθητη Μπεάτα, δεν μπορεί να αγνοήσει την συμπεριφορά της Ρεβέκκας, όπως αποδεικνύεται μετά από τον θάνατό της.  Υποψιάζεται τη συμπεριφορά της με τον Ρόσμερ, χωρίς ωστόσο να θεωρεί τον άντρα της συνένοχό της Ρεβέκκας.  Είναι φανερό ότι ο Ρόσμερ στο στάδιο εκείνο δεν αισθάνεται για τη Ρεβέκκα τίποτε περισσότερο από το συντροφικό συναίσθημα, ανθρώπου που μοιράζεται την αγάπη για ένα κοινό ενδιαφέρον, εδώ για τα βιβλία.  Οι πνευματικές του ανησυχίες συναντούν στο πρόσωπο της Ρεβέκκας τον επικοινωνιακό άνθρωπο, τον ομόπνοο, εκείνον που στερήθηκε δίπλα στην Μπεάτα. Όμως μέσα σε αυτό το κλίμα η Μπεάτα επικοινωνεί τη γνώμη της στον αδερφό της.  Είναι φανερό ότι υποψιάζεται προχωρημένη σχέση ανάμεσα στον άντρα της και στην Ρεβέκκα, μία υπερβολή τότε που οφείλεται στην αδύνατη και παρανοϊκή ως ένα σημείο φύση της. Αποφασίζει τελικά να φύγει από τη ζωή τους.  Αυτοκτονεί πέφτοντας στο ρέμα κοντά στο αρχοντικό των Ρόσμερχολμ. Στην πορεία της υπόθεσης διαπιστώνεται η άγνοια του Ρόσμερ για τον σκοπό της Ρεβέκκας, και το σχέδιό της, όταν είχε εισχωρήσει κατόπιν συστάσεων στο σπιτικό τους, σαν από φυσικού να ξεφορτωθεί από το σπίτι εκείνο την οικοδέσποινα.  Ο Ρόσμερ που την αγαπάει στο μεταξύ, μετά από το θάνατο της κουραστικής από τα  προβλήματά της,  Μπεάτας, δυσκολεύεται να πιστέψει τα σχόλια του κουνιάδου του, που του αποκαλύπτει το γράμμα της Μπεάτας και το περιεχόμενό του.

Μετά από την αυτοκτονία της Μπεάτας ο Ρόσμερ βρίσκει το σθένος να απομονωθεί, χάνοντας την επαφή του με τους παλιούς ακολούθους του, όταν ήταν πάστορας. Σημειώνεται η προσπάθεια της Ρεβέκκας να τον πείσει ότι προσχωρώντας στους προοδευτικούς θα μπορέσει να πετύχει να κάνει καλό στον ανταγωνισμό μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών.  Τελικά τάσσεται εναντίον του Κρολλ και υπέρ της εφημερίδας της οποίας ο ιδιοκτήτης Μώρτενσγκωρντ τον εκβιάζει να φερθεί σαν πάστορας και όχι όπως θα ήθελε σαν προοδευτικός αθεϊστής σαν την Ρεβέκκα, γιατί χρειάζεται αυτό ακριβώς το χριστιανικό του ήθος στην όλη υπόθεση.  Ο εκδότης τον εκβιάζει χρησιμοποιώντας τη γνώση της επιστολής της Μπεάτας.  Η Ρεβέκκα που επιχειρεί κάποια πράγματα αντιμετωπίζει την εχθρότητα του καθηγητή Κρολλ και του ιδιοκτήτη της εφημερίδας Μώρτενσγκωρντ.  Οι ενέργειές της θεωρούνται ανεπιθύμητες, και η προσωπικότητά της χωρίς την παρουσία του Ρόσμερ ασήμαντη. Αυτό από μόνο του εκμηδενίζει την όποια δική της πεποίθηση στο πλευρό του Ρόσμερ.

Ο Μπρεντελ τύπος διανοούμενου που αυτοκαταστρέφεται με το αλκοόλ και τις κακές συναναστροφές, διατηρεί την ικανότητα της κρίσης και επίκρισης όπως όταν μιλάει για τον Μώρτενσγκωρντ:  “Ο Πέτερ Μώρτενσγκωρντ έχει την ικανότητα να ζει χωρίς ιδανικά.  Κι αυτό ξέρεις, -αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας και της νίκης.  Είναι το άθροισμα και το γινόμενο όλης της σοφίας του κόσμου”. Ο Ρόσμερ είχε τώρα την ευκαιρία να γνωρίσει αυτή την πλευρά του Μώρτενσγκωρντ.

Η αυτοτιμωρία της ευαίσθητης Μπεάτας, δεν είχε υποκινήσει την παραμικρή υπόνοια στον Ρόσμερ, μέχρι τη στιγμή που ο κουνιάδος του, ο καθηγητής σπέρνει μέσα του τις πρώτες υποψίες, οπότε αρχίζει να θέτει ερωτήματα, στα οποία κάποια στιγμή απαντάει η Μπεάτα, άφοβα πλέον, πιστεύοντας ότι έχει δικαιώματα δίπλα στον Ρόσμερ, κυρίως καθώς δεν προβάλλει το αίτημα της αναγνώρισής τους. Η Ρεβέκκα που είχε εισχωρήσει ανάμεσα στο ζεύγος είχε ακριβώς αυτό το σχέδιο στο μυαλό της: την εκτόπιση με τον ένα ή άλλον τρόπο της αδύνατης Μπεάτας. Αποκαλύπτει τη σταδιακή κατάληψη του χώρου στο Ρόσμερχόλμ, χωρίς να υποκινεί τις υποψίες κανενός εκτός βέβαια της Μπεάτας που περνούσε για ψυχασθενής.  Η Ρεβέκκα έτοιμη τώρα να αποχωρήσει από τον χώρο εκείνο, δε διστάζει καθόλου να ομολογήσει τα πάντα ενώπιον του Ρόσμερ και του Κρολλ.

Ο Ρόσμερ που καταλαβαίνει επιτέλους τι είχε διαδραματιστεί, αντιλαμβάνεται επίσης τη δική του αγάπη, για την άλλοτε παρείσακτη ανάμεσα σε αυτόν και στην Μπεάτα, μέσα από ένα λογοπαίγνιο όπου αποκαλύπτονται οι αδυναμίες και τα πάθη των δύο, ως ξεχωριστών χαρακτήρων πλέον. Η Ρεβέκκα που επιχειρεί να πάρει στα χέρια της ακόμη και εκείνα που υποτίθεται ότι είναι ευθύνες του Ρόσμερ, από πεποίθηση στην επίδρασή της επάνω του και  την ανάγκη του για την παρουσία της, προκαλεί τις αντιδράσεις του.  Ο Ρόσμερ που ηδονίζεται στην ιδέα ότι η Μπεάτα θυσιάστηκε από αγάπη γι αυτόν, αναρωτιέται αν η Ρεβέκκα θα ήταν ποτέ ικανή να κάνει κάτι ανάλογα μεγαλόπρεπο, από αγάπη.  Η Ρεβέκκα είναι ψυχολογικά έτοιμη να ικανοποιήσει το αίτημά του, καθώς έχει εμβαπτισθεί στο αλτρουιστικό συναίσθημα που γεννάει και ενδυναμώνει η αγάπη. Αποκαλύπτει ότι άλλαξε υπό την επήρεια του Ρόσμερ, και επομένως είναι έτοιμη για όλα εκτός βέβαια από του να παραβεί το ροσμερικό ήθος το οποίο είχε διδαχτεί από τον ίδιο τον Ρόσμερ, ζώντας κοντά του, και να τον παντρευτεί όταν εκείνος της το ζητάει.   Και όμως γίνεται κι αυτό τελικά και ο Ρόσμερ, θεωρεί τελικά ότι οφείλει να την ακολουθήσει  στην απόφασή της, εφόσον έχουν συνδεθεί πλέον με τα δεσμά του μυστικού ανάμεσά τους γάμου, που όμως στην  ουσία δεν πραγματώνεται.  Το ζεύγος ακολουθεί τα βήματα της Μπεάτας από μία ειρωνική πραγματικά διάθεση μεγαλομανίας ή απόδειξης ικανότητας για υψηλές θυσίες στο βωμό της αγάπης τους, που όμως δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη θυσία δύο ανθρώπων ανικανοποίητων ούτως ή άλλως, ενώπιον μιας ανύπαρκτης μελλοντικά ποιοτικής ζωής, μία λύση ή ένα διέξοδο που τη δίνει ένα φαινομενικά τραγικό τέλος.

Ανάλυση του Φασγά: Στο Φασγά η Ελένη προσλαμβάνεται σα παιδαγωγός των δύο παιδιών του Λώρη και της Μαρίας. Αφήνεται να εννοηθεί ότι ο Λώρης και η Μαρία  είχαν μία ειρηνική αν όχι ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή ως τη στιγμή που παρουσιάστηκε η Ελένη. Ίσως να μην υπήρχαν τα μεταγενέστερα προβλήματά τους σε σχέση με το θρησκευτικό ήθος ή με την επαγγελματική κατεύθυνση του Λώρη.  Η Μαρία που ήταν το αιτούμενο μοντέλο της αφοσιωμένης στους ρόλους της, της συζύγου και μητέρας, σύμφωνα με το ελληνοχριστιανικό κοινωνικό περιβάλλον, δεν φαίνεται να αποτελούσε παραφωνία στο σπιτικό τους. Το οικονομικό δε φαίνεται να απασχολεί τη μικρή οικογένεια, αφού μπορούν να πάρουν παιδαγωγό και μάλιστα να την φιλοξενούν στο δικό τους οικογενειακό χώρο. Όλα αυτά ανατρέπονται με την άφιξη της Ελένης που αρχικά στον ρόλο της, της παιδαγωγού αρχικά των παιδιών τους, εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο του Λώρη μόνον με μία άλλη  ιδιότητα, της γραμματέας του.  Ο Λώρης που συγγράφει, βρίσκει όπως ο Ρόσμερ και η Ρεβέκκα, ότι αυτός και η Ελένη έχουν κοινά ενδιαφέροντα: πνευματικά.  Η Μαρία προσκολλημένη στα καθήκοντά της, δεν αντιλαμβάνεται την αλλοίωση των σχέσεων του Λώρη και της Ελένης, ως τη στιγμή που αντιμετωπίζει την συμπεριφορά και των δύο, ως εχθρών πλέον της οικογενειακής της εστίας.   Η παρείσακτη Ελένη σα μία άλλη Ρεβέκκα,  έχει κατορθώσει να κατακτήσει ολοκληρωτικά τον Λώρη, σε σημείο μάλιστα να τον απειλεί ότι αν δεν φύγουν μαζί, θα τον εγκαταλείψει.  Η κρίση που προκαλείται επιδέξια από την Ελένη την ημέρα της παραμονής της Ανάστασης, σχετίζεται με την ανάσταση του Λώρη -όπως τίθεται από την Ελένη- αφού είναι έτοιμος να απαρνηθεί τα αγαπημένα του πρόσωπα και να ξεκινήσει τη ζωή που του ταιριάζει ελύθερος από την οικογενειακή ρουτίνα με την Μαρία στην οποία το ταλέντο του είχε λιμνάσει. Η Ελένη, ως μία “λάμια” έχει μαγέψει τον Λώρη και τον τραβολογάει σε ένα δρόμο “αφαίμαξης”, που κορυφώνεται με την φθίση από την οποία τελικά καταβάλλεται. Μία πορεία απομονωτική, απαιτητική και φορτισμένη με αγωνία και υπερβολικές προσδοκίες που δεν συντείνουν τελικά παρά στην εξουδετέρωση της πίστης του, ότι είναι ικανός να συνεχίσει. Η Μαρία αδέξια και επιπόλαια, με έλλειψη διορατικότητας έχει συντείνει στη απομάκρυνση του Λώρη, καθώς ζηλότυπα έχει κάψει ένα θεατρικό έργο του με το συμβολικό τίτλο Ιουλιανός, σχετικό με την άρνηση της Χριστιανικής πίστης του Λώρη και την απαλλοτρίωσή του από το ελληνοχριστιανικό περιβάλλον στο οποίο παραμένει προσκολλημένη η Μαρία.

Δε λείπει και το υπερφυσικό στοιχείο όπως άλλωστε συμβαίνει και στο Φασγά.  Εδώ η δοξασία  για τα αερικά άσπρα άλογα  ότι δηλαδή εμφανίζονται όταν κάποιος από το Χόμερσχολμ πεθαίνει αντιπαραβάλλεται με τις τύψεις του Λώρη που όπως τις είχε δει και στον ύπνο της η Μαρία, εμφανίζονται για να ειρωνευτούν τον Λώρη.  Το λευκό των αλόγων στο Ρόσμερσχλμ ταυτίζεται με τη λευκότητα του χιονισμένου -νεκρού τοπίου που υμνολογεί η Ελπίδα η θετή του κόρη.  Τα λουλούδια στοιχείο της εποχής του Καζαντζάκη, όπως και στον Πρόουστ παίζει το ρόλο του εδώ, καθώς η Ελπίδα υπογραμμίζει τη σημασία για την υγεία του Λώρη να επιστρέψει αυτός στην φύση.

[1] Νίκος Καζαντζάκης 1883-1957.  Γράφει το Φασγά το 1907.

[2] Ηένρικ Ίψεν (Henrik Johan Ibsen, 1828-1906, born in Skien, 20th of March 1828) Νορβηγός δραματουργός.  Γράφει το Ρόσμερσχολμ το 1886.

[3] Νικηφόρος Παπανδρέου, Ο Ίψεν στην Ελλάδα, Κέδρος.

[4] Ε. Ίψεν, Τα άσπρα άλογα, Ρόσμερσχολμ, ο. π., σ. 90.

[5] Ε.Ίψεν, Τα άσπρα άλογα, Ρόσμερσχολμ, ο. π., σ. 97.

[6] Αυτόθι, σ. 98.

[7] Αυτόθι, σ. 98.

[8] Αυτόθι, σ. 99.

[9] Αυτόθι, σ. 99.

[10] Αυτόθι, σ. 107.

[11] Αυτόθι, σ. 108.

[12] Ε.Ίψεν, Τα άσπρα άλογα, Ρόσμερσχολμ, ο. π., σ. 109.

[13] Αυτόθι, σσ. 111-112.

Βοηθήματα

Ερρίκος Ίψεν , Τα άσπρα άλογα, Ρόσμερσχολμ, Σειρά Παγκόσμιο θέατρο: Αριθ.114, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1993.

Καζαντζάκης Νίκος, Φασγά (1907), Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1977.

Παπανδρέου Νικηφόρος, Ο Ίψεν στην Ελλάδα, Κέδρος.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...