Η Χρήση της σάτιρας στο έργο του Παύλου Μάτεση: Το Φάντασμα του κ. Ραμόν Νοβάρο  

 

Η χρήση της σάτιρας στο έργο του Παύλου Μάτεση: Το Φάντασμα του κ. Ραμόν Νοβάρο

Εις μνήμη του θεατρικού συγγραφέα, λογοτέχνη και μεταφραστή, Παύλου Μάτεση, ο οποίος απεβίωσε στις 20 Ιανουαρίου 2013, σε ηλικία ογδόντα ετών.

Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου – Elles

Σύδνεϋ 2013

Εισαγωγή

Το συγκεκριμένο θεατρικό έργο του Π. Μάτεση, παίχτηκε για πρώτη φορά στις 29 Μαρτίου του 1973, στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου[1]. Σε ετούτο ο συγγραφέας καταπιάνεται με τη ζωή της μεσαίας τάξης του 1970, στην μεγάλη πόλη. Ο Έλληνας πολίτης αυτής της περιόδου, ακόμη φέρει νωπές τις αναμνήσεις των πολέμων[2] στην ελληνική χερσόνησο.

Το θεατρικό έργο διακρίνεται για τις απλές εκφράσεις και τις εικόνες που στο διάλογο συνυφαίνονται με στοιχεία του κωμικού, του τραγικού λόγου και του παραλόγου. Στην αρχή του κειμένου δεν παρατηρούνται εκπλήξεις ή ίχνη δραματικού στοιχείου. Το έργο παίζεται σε μία απλή σκηνή, της οποίας το ημικυκλικό σχήμα επιτρέπει τη διαρρύθμιση του χώρου σε έξι διαφορετικά μέρη[3]. Από αυτά ‘το Μαύρο Χάος’ και ‘ο Ουρανός’ αποτελούν τα υπερρεαλιστικά στοιχεία του έργου και επιτρέπουν στον θεατή να παρακολουθεί τη συσχέτιση του ήρωα Αντωνάκη με το Υπερπέραν, που εκπροσωπείται από τους νεκρούς γονείς του ή τους συγγενείς του εξ αγχιστείας, ή ακόμη και με κάποιες γνωριμίες του, όπως ο ναύτης ή ο λοχίας ή ακόμη και ο κ. Ραμόν Νοβάρο, ο αγαπημένος του ηθοποιός του Θεάτρου.

Ο Μάτεσις χρησιμοποιεί επιτυχώς τις αναμνήσεις του Αντωνάκη, παρουσιάζοντας παράλληλα και τα πρόσωπα, στα οποία εκάστοτε αναφέρεται ο ήρωας, κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης της ζωής του, στον φίλο του. Υπογραμμίζει έντεχνα τις συνέπειες του ξεριζωμού στην εσωτερική μετανάστευση, από την επαρχία στις μεγαλουπόλεις, ωφέλιμες ή μη. Στο δράμα του Αντωνάκη και των ομοίων του, καυτηριάζει το κατεστημένο της μεγαλούπολης και τη συμπεριφορά των κατοίκων της προς τους ‘παρείσακτους’ επαρχιώτες. Το όνειρο του ανθρώπου που αποπειράται μία παρόμοια αλλαγή, τον ταξιδεύει ως εκεί μόνο, για να πεθάνει συχνά, με μίζερο τέλος. Οι ελπίδες του εσωτερικού μετανάστη, κυρίως του ανειδίκευτου, σπάνια καρποφορούν.

Ο Μάτεσις αναφέρεται επίσης και στο σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα της εποχής του, την ‘προίκα’[4], καθώς και στην εκμετάλλευση της όποιας φτωχής νέας, όταν οι άποροι γονείς της την παραδίνουν σε κάποια εύπορη οικογένεια για φτηνή εργασία, με την ελπίδα ότι από τη θέση της, της ‘ψυχοκόρης’, θα προικιστεί και θα μπορέσει να αποκατασταθεί με γάμο.

Ο Μάτεσις είναι αδιάλλακτος ως προς τους χαρακτηρισμούς του. Σατιρίζει ή κατηγορεί τις καταστάσεις που επικρατούν και που κάποτε αγγίζουν τα περιθώρια της τρέλας και του παραλόγου. Οι χαρακτήρες ακροβατούν στις αιχμές της ζωής, σαν να πρόκειται για κάποιο νούμερο υπερέντασης σε τσίρκο της. Ο κίνδυνος της παραφροσύνης εγκυμονεί, καθώς οι χαρακτήρες του δράματος ζούνε στο περιθώριο της ζωής, στερημένοι από τις πολύ βασικές ικανοποιήσεις της. Επικρατεί έντονο το φαινόμενο της αναδίπλωσης της σάτιρας με το τραγικό στοιχείο, σε σημείο να παρουσιάζονται άρρηκτα δεμένα. Η πολύτροπη τεχνική του Μάτεση προβάλλει με δυναμισμό το αθέμιτο στοιχείο της απελπισίας, που δημιουργούν οι αρνήσεις-αρνητικότητες της ζωής. Ο αναγνώστης ή ο θεατής, αποβαίνουν μάρτυρες εμπλοκής της πραγματικότητας με τη φαντασία, της συνδιάλεξης της ζωής με τον θανάτου και μέσα από ετούτο το χαρακτηριστικό σύνολο των αντιθέσεων, και της αποκάλυψης τελικά του χαρακτήρα, του κατά διαπίστωση αντιήρωα, Αντωνάκη.

Υπόθεση

Ο Αντωνάκης στα εξήντα του, παραδέρνει στο περιθώριο της ζωής, στερημένος, ταπεινωμένος, απογυμνωμένος από κάθε ίχνος αξιοπρέπειας ή και εγωισμού, είναι ουσιαστικά μία προσωπικότητα χαμένη στον κυκεώνα μίας χαοτικής στην κυριολεξία, πλεκτάνης. Παραδέχεται ότι από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τη στιγμή που συζητά με τον φίλο του, δεν έχει εκπληρωθεί καμία από τις επιθυμίες του. Πρόκειται για άτομο που έχει αλυσοδεθεί στην παράνοια, και που ουσιαστικά δεν είναι, παρά η φριχτή πραγματικότητα της ζωής του.

Ο Αντωνάκης χώρισε από τους γονείς του στα δεκαεφτά του χρόνια, όταν εκείνοι τον είχαν φέρει στην πρωτεύουσα για να σπουδάσει. Αντί αυτού, στο σπίτι όπου εγκαταστάθηκε ως οικότροφος, επέτρεψε στον εαυτό του να μπλεχτεί με τη θυγατέρα των σπιτονοικοκύρηδων και τελικά να την παντρευτεί. Ο γάμος του, που εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται εικονικός και το είδος εργασίας στο εμπορικό του πεθερού του, υποχρέωση, υπήρξαν τα παράδοξα κέρδη που αποκομίζει στην διάρκεια της άχαρης ζωής του.

Από τις τέσσερις γυναίκες στη σάτιρα του Μάτεση μόνο η νεκρή μητέρα του συμπαθεί μαζί του. Οι υπόλοιπες, η πεθερά του, η γυναίκα του και η υπηρέτριά τους, σκιαγραφούνται από τον Αντωνάκη με μελανά χρώματα. Οι άντρες ως χαρακτήρες, παρουσιάζονται ηπιότεροι από τις γυναίκες. Αυτοί είναι ο πατέρας του, ο πεθερός του, ο ναύτης, ο λοχίας του, ο κ. Ραμόν Νοβάρο, ο παπάς, ο γιατρός και ο Αρχάγγελος. Ο ναύτης που εξομολογείται στον Αντωνάκη: «‘Εγώ δεν εμεγάλωσα»[5], είναι νεκρός πλέον, ενόσω όμως ζούσε, υπήρξε προστατευτικός απέναντί του.

Ο θάνατος της κακότροπης πεθεράς του Αντωνάκη, δεν απαλλάσσει τον σώγαμπρο ήρωα από το ημερήσιο δράμα του εντός της οικογενειακής του εστίας. Σύμφωνα με τις καταθέσεις του, η σύζυγός του αδιαφορεί για την παρουσία του και ενδιαφέρεται μόνο για το φαγητό[6]. Η σύζυγός του και η υπηρεσία τους Θεώνη, δημιουργούν ένα διπλό μέτωπο εναντίον του. Τον περιφρονούν, τον δέρνουν, τον απομονώνουν, τον ωθούν στο έσχατο στάδιο της ψυχικής ανισορροπίας και εκείνη στην αυτοχειρία του. Η πράξη του Αντωνάκη στοχεύει στην διέξοδο από τον απαράδεκτο εγκλωβισμό του, εντός του αποκαλούμενου οικογενειακού του περιβάλλοντος, και αποτελεί την επικύρωση της αθλιότητας, μιας ανέλπιδης ζωής. Η βίαια απαλλαγή από την βάναυση ζωή του, η ακαριαία προώθηση προς εκείνο που αποκαλείται πρόσβαση προς την ελευθερία, αποτελούν στοιχεία που συνθέτουν τον αυτοσεβασμό. Η τελική λύση αποτελεί την μοναδική πράξη γενναιότητας εκ μέρους του Αντωνάκη. Ποιος όμως φταίει για την κατάσταση που δημιουργήθηκε και επικρατεί στο περιβάλλον του Αντωνάκη, καθώς και τις συνέπειες που τον οδηγούν στην απελπιστική λύση από τα δεινά του;

Στον διάλογο που στήνεται ανάμεσα στον Αντωνάκη και τον συνομήλικο φίλο του ύστερα από την κηδεία της πεθεράς του, ο ήρωας του δράματος αποκαλύπτει με κωμικοτραγικό τρόπο, την άθλια πραγματικότητα της ζωής του. Χωρίς να υποβαθμίζεται το έντονο δράμα και η τραγικότητα των μηνυμάτων, το στοιχείο της σάτιρας, μετριάζει την όξυνση και προσθέτει μία ήπια υφή δυστυχίας και ήττας. Ο διάλογος ανάμεσα στον γιατρό και στον παπά πραγματεύεται τη φυσιογνωμία της πεθεράς του Αντωνάκη[7]. Με φραστικές υπερβολές που προκαλούν αβίαστα το γέλιο, τονίζονται οι απόψεις του ήρωα για την πεθερά του, που αντιπαθούσε.

Ανάλυση

Η ζωή του Αντωνάκη είχε σταματήσει στα δεκαεφτά του χρόνια, τότε που είχε βρεθεί στο σπιτικό του πεθερού του, ως παρείσακτος μάλλον, για να αποβεί τελικά το εξιλαστήριο θύμα μιας οικογένειας, που δεν λειτουργούσε ομαλά. Αποβαίνει «ο αποδιοπομπαίος τράγος» της οικογένειας που τον ‘φιλοξενεί ως οικότροφο’. Όλοι ξεσπούνε απάνω του, βγάζοντας το άχτι που τρέφουν μεταξύ τους, πολύ πριν ο Αντωνάκης ‘σπρωχτεί’ από όλους -την οικογένειά του και τα πεθερικά του-, στον φαύλο κύκλο της αποκαλούμενης νέας οικογένειάς του. Ο εξηντάχρονος πλέον Αντωνάκης, εγκλωβισμένος μόνιμα στο σώμα του αλλοτινού δεκαεφτάχρονου εαυτού του, είχε υποστεί όλων των ειδών τις συμπεριφορές μομφής και καταδυνάστευσης κυρίως από το γυναικείο σώμα του σπιτικού του, αρχίζοντας από την πεθερά του, προχωρώντας στη γυναίκα του και τελειώνοντας με την υπηρεσία τους, Θεώνη. Η ανικανότητά του να διασπάσει αυτόν τον κλοιό της εκμηδένισης της αξιοπρέπειας και του αντρικού του εγωισμού, που οι γυναίκες έχουν πλέξει γύρω του, είναι το λιγότερο, αξιολύπητη. Ο Αντωνάκης, μέσα από το πάθος του, ζωγραφίζει την εικόνα του απομονωμένου, του απελπισμένου, του περιφρονημένου συζύγου, του άντρα που έρχεται σε αντίθεση, με τον συνήθη κοινωνικό, περήφανο, αλύγιστο στην όποια πίεση, τον τύπο γλεντζέ, του Έλληνα. Το έργο αποτελεί επέμβαση που ξεπερνά τα σύνορα της πραγματικότητας, στα είδη του ελληνικού θεάτρου, καθώς παρουσιάζει τον Έλληνα άντρα, ως υποχείριο μέγαιρας πεθεράς ή ως θύμα κυνικής και αδιάφορης συζύγου, και επιπλέον ως αποδιοπομπαίο τράγο, εξαιτίας της άγνοιάς του για τον έρωτα που τρέφει υπηρέτρια προς τον ίδιο. Αφορά με δυο λόγια, τον Έλληνα άντρα, ‘εξαίρεση’.

Η σύζυγος του Αντωνάκη και η υπηρεσία τους Θεώνη, έχουν τους δικούς τους λόγους να τον περιφρονούν. Η Θεώνη είναι ερωτευμένη μαζί του από τον καιρό που τον είχε γνωρίσει, όμως ο βουτηγμένος στα προβλήματά του Αντωνάκης, δεν το αντιλαμβάνεται[8]. Ωστόσο, όπως ομολογεί ο ίδιος, η Θεώνη του είχε κάνει κάποια εντύπωση. Όταν πληροφορείται από την ίδια για το αίσθημά της απέναντί του, είναι πλέον αργά[9]. Η Θεώνη του εξηγεί για την απαίσια συμπεριφορά της, απέναντί του[10], με παράπονο: «Γιατί η χοντρή; Χαθήκαμε οι τίμιες; Όχι να μου πεις…» Η σύζυγός του από το άλλο μέρος θεωρούσε τον ουσιαστικά διακοσμητικό σύζυγό της Αντωνάκη, ανίκανο, αφού δεν είχε αξιωθεί να της χαρίσει ένα παιδί, έστω και αν είχε επίγνωση της μη ολοκλήρωσης της σχέσης τους[11]. Τελικά τον υποπτεύεται ότι έχει σχέση με την υπηρέτριά τους, τη Θεώνη, τον θεωρεί άπιστο και εκείνη ‘μουρντάρα’[12]. Κάποια στιγμή κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Αντωνάκης, επαναστατεί κατά της γυναικοκρατίας μέσα στο σπίτι του και αντεπιτίθεται στις κατηγορίες της ‘γυναίκας’ του, τονίζοντας ξανά την πραγματικότητα των σχέσεών τους: «Και τι σε νοιάζει; Εσύ μια φορά κράτησες αυτό που ήθελες: την ωραιότητα της παρθενίας σου!»[13]

Ο νεκρός πεθερός του Αντωνάκη, αν και δεν μνημονεύεται εκτεταμένα, παρουσιάζεται πιο ήπιος ως χαρακτήρας, συγκριτικά με τις γυναίκες της σάτιρας. Ανασύρονται οι μνήμες διαξιφισμών του με τα μέλη της οικογενείας του, στο ασθενικό παρόν του Αντωνάκη. Αποκαλύπτονται οι αρρωστημένες σχέσεις του με τη γυναίκα του[14] και την κόρη τους[15] σε φιλονικία τους. «Η κόρη σου», φωνάζει η πεθερά του στον άντρα της και εκείνος διαφωνεί μαζί της, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα μία ακόμη πτυχή των λόγων της οικογενειακής τους δυστυχίας, στη βάση της: «όχι και κόρη μου!» Η ποιότητα των σχέσεών τους πλανάται επίμονα στο σπιτικό που άφησαν πίσω τους, έχοντας περάσει στη διάσταση της άλλης ζωής.

Οι σχέσεις του Αντωνάκη-σώγαμπρου, με τον πεθερό του, αποκαλύπτουν μία ακόμη πτυχή της χαμένης ανεξαρτησίας του, όταν δηλώνει ότι ακόμη και οι πολιτικές πεποιθήσεις του, δεν ήταν δικές του, απλά γιατί του είχαν επιβληθεί από τον πεθερό του: «Θα δηλώσεις βασιλόφρων νεαρέ!»[16] τον είχε διατάξει ρητά. Ο Αντωνάκης παραδέχεται ότι εξ αρχής υπήρξε ανίκανος να αντιδράσει σε οτιδήποτε του επιβαλλόταν από τα μέλη της οικογένειας, εντός της οποίας είχε εγκλωβιστεί.

Τον Αντωνάκη που επέτρεψε στον εαυτό του να αποβεί έρμαιο μιας παράξενης και ολωσδιόλου άδοξης τύχης, οικτίρουν ο νεκρός πατέρας του και ο νεκρός λοχίας του. Σε απόσπασμα του έργου[17] οι δηλώσεις του πατέρα του και του λοχία του για τον χαρακτήρα του ακούγονται από ήπιες ως μετριοπαθείς. Ο λοχίας του σκιαγραφεί την προσωπικότητα του Αντωνάκη καταθέτοντας τα ακόλουθα: «πειθαρχικός και υπάκουος. Εργατικός. Παρότι ασθενικής κράσεως. Δεν έχω παράπονο»[18]. Και ο πατέρας του, του αποδίδει ιδιότητες που χαρακτηρίζουν συνήθως αγόρια νεαρής ηλικίας, όπως ‘Σκανταλιάρικο’ ή αλλού, «σεβαστικό παιδί….. Μας θυμάται»[19]. Στην πορεία ωστόσο, αυτοί οι ίδιοι, τον κατηγορούν και τον αποστομώνουν για τα πεπραγμένα του. Η ανεκτικότητά τους εξανεμίζεται εξαιτίας των αδυναμιών που παρουσιάζει ο χαρακτήρας του Αντωνάκη. Και δεν είναι μόνοι καθώς και ο ίδιος ο Αντωνάκης, κυνηγημένος από τις τύψεις του, κατηγορεί τον εαυτό του, για πολλά γεγονότα στο παρελθόν, κυρίως όμως για την απουσία του στο θάνατο της μητέρας του. Καθώς έχει ζήσει επί μακρόν κάτω από τις ίδιες πιεστικές δυνάμεις, αδυνατεί να διακρίνει πως υπήρξε θύμα των κοινωνικών και πολιτικών, συνθηκών της εποχής του, στη μεγαλούπολη[20]. Η μητέρα του, βυθισμένη στο πένθος της, εξαιτίας ενός γιου της που σκοτώθηκε στην Αλβανία, είχε αγνοήσει τον ηθικό θάνατο του νεώτερου γιου της, Αντωνάκη. Ξεκομμένος από την οικογένειά του, ο νεαρός Αντωνάκης, βλέποντας τα όνειρά του να βυθίζονται σε πελάγη δυστυχίας, μέσα σε ένα εχθρικό σπιτικό, σε μία ξένη, αδιάφορη για τον παρείσακτο επαρχιώτη, πολιτεία, εξελίσσεται βαθμηδόν, σε νοσταλγό μιας αλλοτινής πραγματικότητας. Στην πορεία, παραδέχεται ότι δεν κατόρθωσε να δαμάσει τις καταστάσεις που παίρνοντας μορφή παλιρροϊκού κύματος, τον καταποντίζουν ηθικά, ψυχικά και σωματικά.

Διαπιστώνει ότι η θέση του, του σώγαμπρου, εντός του νέου οικογενειακού του περιβάλλοντος, ακόμη και ύστερα από το θάνατο της πεθεράς του, δεν αλλάζει στο ελάχιστο. Μέσα από τον σατιρικό διάλογο βγαίνει το συμπέρασμα, ότι η ζωή είναι κωμικοτραγικό φαινόμενο. Έντονη ειρωνεία υπογραμμίζει την διαπίστωση της δραματικότητας της θέσης του ήρωα. Πρόκειται για μία υποτυπώδη ύπαρξη, έναν αντιήρωα, ανάμεσα σε δύο γυναίκες πλέον: τη γυναίκα του και την υπηρεσία ‘της’. Αποδεικνύεται, ότι ο ίδιος δεν έχει τίποτα υπό την κυριότητά του, ούτε και αυτή την υπηρεσία του σπιτιού. Η λύτρωση στην οποία είχε ελπίσει, ως επακόλουθο του θανάτου της πεθεράς του, υπήρξε μία ουτοπία. Εκ των πραγμάτων ωθείται σε επώδυνες λύσεις, όπως ο αλκοολισμός. Το αλκοόλ, ως μέτρο καταφυγής, εξυπηρετεί προσωρινά το άγχος του, χωρίς όμως να το λύνει[21].

Ο φίλος του Αντωνάκη, παρά το γεγονός ότι ακούει όλα τα γεγονότα που συνυφαίνουν τη ζωή του, αρνείται να ‘μπει στα παπούτσια του Αντωνάκη’, και τον αποπαίρνει: «Βρε χαμένε απομέθυσες… Σταμάτα!..» Ο Αντωνάκης απαντά με τρόπο που θα έλεγε κανείς, ότι χρησιμοποιεί το ποτό, όχι απλά για να σκοτιστεί το μυαλό του και να ξεχάσει, αλλά και για να λάβει θάρρος, να ξεσπαθώσει, και να συνεχίσει να μιλήσει και για τα υπόλοιπα, όλα όσα δεν είχε αποτολμήσει να καταθέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. «Και καλά έκανα… και μέθυσα… Θα τα πω όλα… ευκαιρία. Πότε θα τα πω κι εγώ» αναρωτιέται. Το ποτό τον απαλλάσσει από τα ταμπού, τον ωθεί να ανοίξει το στόμα του, να αδειάσει την καρδιά του από το βάρος της συσσωρευμένης οργής, από τον όγκο του ανθρώπινου θυμού του, ενάντια στην μακροχρόνια πίεση που δεχόταν και εξακολουθεί να δέχεται από το οικογενειακό του περιβάλλον, στην στέρηση της ατομικής του ελευθερίας και ενάντια στον απόλυτο φόβο να εκφράσει μία γνώμη, μία άποψη ή να προχωρήσει σε μία πράξη.

Ο Αντωνάκης είναι εξαιρετικά συγχυσμένος εξαιτίας της παραβίασης όλων των δικαιωμάτων του, εντός του τρομοκρατικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Βαθμηδόν η ψυχολογική του κατάσταση επιδεινώνεται. Στο στάδιο που βρίσκεται στη δοθείσα στιγμή, επικρατεί κάποια σύγχυση στο μυαλό του, καθότι παρουσιάζεται να μπερδεύει διαρκώς την πεθερά του, με τη γυναίκα του, αφενός γιατί δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις βασικές σχέσεις του με τις δύο γυναίκες, αφετέρου διότι και οι δύο είναι πραγματικές ‘μέγαιρες’. Κατακυριεύεται από την επιθυμία της απαλλαγής του από τη γυναίκα του, παρόμοια όπως συνέβη με την πεθερά του, δηλαδή με τον θάνατό της[22]. Στην προκειμένη περίπτωση το ουίσκι που καταναλώνει δρα ως ορός αλήθειας. Εκφράζει άφοβα την τρανή επιθυμία του που είναι ο αφανισμός της γυναίκας του.

Η καταπίεση που ασκούσαν στον Αντωνάκη η πεθερά του και η γυναίκα του, τριπλασιαζόταν τελικά με την πίεση που ασκούσε επάνω του και η υπηρεσία της γυναίκας του. Στην πραγματικότητα επρόκειτο περί τριπλής κατοχής, τριπλής καταπίεσης, τριπλού άγχους και δυστυχίας, αφού δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη σκιά της νεκρής πεθεράς του. Η υπηρέτρια της γυναίκας του, Θεώνη, εξ ιδίας, έχει πάρει δικαιώματα εντός του αρρωστημένου περιβάλλοντος του σπιτικού που υπηρετεί, ώστε ο κύριός της ο Αντωνάκης, να μην τολμά να ζητήσει από την κλειδοκράτορα επιπλέον Θεώνη το κλειδί του ψυγείου, και να στερείται τα παγάκια για το ποτό του[23]. Μόνο ετούτη και η λαίμαργη σύζυγός του –που κατά τον Αντωνάκη δεν έχει άλλη απόλαυση από το φαγητό[24]-, έχουν πλήρη δικαιώματα απανταχού στο σπιτικό τους, φυσικά και στην κουζίνα.

Ο Αντωνάκης που δικαιολογείται στον φίλο του για όλα όσα του συμβαίνουν, ομολογεί ότι δεν του αρέσει η γυναίκα του. Αποδέχεται ωστόσο ότι είναι συνυπεύθυνος για τη μορφή των σχέσεών τους, που όλως περιέργως την αποδίδει στην συμπεριφορά της πεθεράς του απέναντί του. Λέει: «οφείλω να ομολογήσω, με σιχάθηκε κι εκείνη… επειδή μ’ έδερνε η μάνα της». Στη συνέχεια ωστόσο επιχειρώντας να διορθώσει την εντύπωση που δημιουργεί η προηγούμενη κατάθεσή του, προσπαθεί να αίρει τον ξεπεσμένο ανδρισμό του στα μάτια του φίλου του, λέγοντας: «… οφείλω να ομολογήσω… μούρχεται να σηκώσω μπαϊράκι. Άντρας είμαι γω!..»

Στην περίπτωση της Θεώνης το ζωτικό αυτό θέμα της προίκας παραγκωνίζεται[25], καθώς ο κόσμος όπου περιστρέφονται τα τρία άτομα της οικογένειας του πεθερού του Αντωνάκη, δεν αφήνει περιθώρια χρόνου, προσοχής, γενναιοδωρίας ή ύλης, εκ μέρους των, προς άλλα, τρίτα πρόσωπα. Έρμαιο λοιπόν παρόμοιας μοίρας και η Θεώνη, ή μάλλον ένα επιπλέον θύμα των πεθερικών του Αντωνάκη, εκφράζεται δυσαρεστημένη και οργισμένη για το γεγονός αυτό: «Όχι… είχε πει ο γαμπρός σου πως δεν έχουτε κανονίσει προίκα… έχεις κανονίσει προίκα… Θα του δείξω εγώ… Θα σου δείξω εγώ!.. θα διαβάσω επιτίμιο στην εκκλησία! Θα σας πάω στα δικαστήρια! Πεθαμένους και ζωντανούς!» Η Θεώνη που πιστεύει ακράδαντα ότι διαπράχτηκε ένα κοινωνικό έγκλημα εναντίον της, στρέφεται με τη σειρά της εναντίον του κατ’ όνομα μόνο, αφεντικού της, Αντωνάκη και του αποδίδει ευθύνες.

Ο ακροατής και φίλος του Αντωνάκη, όλο και περισσότερο αγανακτεί με την αδυναμία του δεύτερου. Ένας νέος φόβος ταλανίζει τον πολύπαθο Αντωνάκη. Ανησυχεί για το περιεχόμενο της διαθήκης της πεθεράς του, μήπως αυτή εξάψει τη Θεώνη και τα βάλει μαζί του. Είναι ολοφάνερο ότι η Θεώνη περιμένει από τη διαθήκη της πεθεράς του κάτι, αν και το πιθανότερο ήταν ότι τα μεγάλα αφεντικά της αδιαφορούσαν για τα θέματα που δεν τους αφορούσαν προσωπικά. Ο Αντωνάκης αντιπαραβάλει τώρα τον ορθολογισμό, υποψίας, αντρισμού[26], έναντι του φυσικού φόβου που οφείλεται στις γυναίκες του σπιτικού του: «Αυτηνής… να της δείξω πυγμή… θα της κόψω την καλημέρα», λέει για τη Θεώνη. Όμως αυτή η φράση του Αντωνάκη εξωθεί την αγανάκτηση του φίλου του πέρα από τα όρια της υπομονής: «Το ΙΚΑ να της κόψεις…» και συνεχίζει αγανακτισμένος: «Τι άντρας είσαι συ μωρέ;»[27], τον παροτρύνει αγανακτισμένος.

Η απάντηση του Αντωνάκη καθορίζει τελικά και ανεπιστρεπτί την πεποίθηση του συνομιλητή του, ότι ως άντρας είναι ανίκανος να σταθεί ενάντια σε όποια ενέργεια ή απόφαση της γυναίκας του ή της Θεώνης. Μοιάζει με παρατηρητή γεγονότων που εκτυλίσσονται ενώπιόν του, παράλληλα συμμετέχει σε αυτά και τέλος προτρέπει το άτομό του να αποβεί ο πρωταγωνιστής: «Οφείλω να αντιμετωπίσω την ιδέα πως… τώρα πια… είμαι». Είναι φανερό ότι θεωρεί το άτομό του άσχετο με τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Είναι είδος παράσιτου, μία ανεπιθύμητη παρουσία πάνω στην οποία ξεσπούνε οι δύο γυναίκες, καθώς ετούτος όχι μόνο δεν κατορθώνει να εκπληρώσει καμία από τις επιθυμίες τους, αλλά ούτε και προσπαθεί, λόγω της υπέρμετρης δειλίας του. Η απόρριψη που αισθανόταν ανέκαθεν, ενισχύθηκε από τη μακροχρόνιας καταπίεση, και από φοβία εξελίχθηκε σε παράνοια. Στο σπιτικό όπου ζει, είναι ανίκανος να βελτιώσει τις σχέσεις του με τις δύο γυναίκες και φυσικά δεν τολμά να αναλάβει και τις όποιες ευθύνες: «Δηλαδή, όχι και ο άντρας του σπιτιού. Εγώ ένας απλός σώγαμπρος είμαι. Με έχουν κατατάξει στα γυναικόπαιδα»[28] εξομολογείται πεπεισμένος για την ανικανότητά του. Τοποθετεί το άτομό του χαμηλότερα και από το επίπεδο της υπηρεσίας τους καθώς αναγνωρίζει τα δικαιώματά της, τους μισθούς, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Καταλήγοντας λέει: «Εγώ τους χρωστάω τα πάντα –λένε» [29].

Ο Αντωνάκης έχει κοινά με τη Θεώνη. Γιατί και αυτόν τον ‘ξεφορτώθηκαν’κατά κάποιον τρόπο οι γονείς του, όταν τον έφεραν στην πρωτεύουσα και τον έβαλαν ως οικότροφο στο σπιτικό των μετέπειτα πεθερικών του. Η κίνηση που συνδεόταν με τις σπουδές του, άλλαξε ρώτα και κατέληξε στον γάμο του με την θυγατέρα των ιδιοκτητών. Οι γονείς του[30] είχαν δεχτεί ετούτο το γεγονός ως λύση, προβάλλοντας δικαιολογίες όπως εκείνη της μητέρας του: «πήρε πρωτευουσιάνα. Από σπίτι». Ο πατέρας του περισσότερο ειλικρινής όταν δήλωνε: «…γλυτώνουμε και το νοίκι». Καθησύχαζαν τη συνείδησή τους για την θυσία του ανήλικου γιού τους, με μία γαλοπούλα, προς την οικογένεια των συμπεθέρων τους, κάθε Λαμπρή αντί για τα Χριστούγεννα. Το γεγονός ετούτο δεν ήταν πανάκια στα προβλήματά του νεαρού Αντωνάκη. Σαν παιδί περίμενε τις λύσεις σε όλα, από τους άλλους. Τελικά η λύση για τις δύο οικογένειες[31], η απαλλαγή ευθυνών για τους γονείς του και η αποδοχή του γεγονότος από τους άλλους, μετέτρεψε τον άπειρο νεαρό επαρχιώτη σε διακοσμητικό σύζυγο και το στεφάνι του γάμου του σε είδος κολάρου, παρόμοιου με σκύλου: «…κατεβαίνει στο λαιμό τους σα λαιμαριά σκύλου», δηλώνει ο συγγραφέας. Το συμβολικό φράξιμο της σκηνής όμοια με ρινγκ πυγμαχίας, από την μητέρα του και από την πεθερά του, συμβολίζει την παγίδα στην οποία έπεσε, προφανώς άσχετα με τη θέλησή του, ο ανώριμος έφηβος. Παρέμεινε λοιπόν ανώριμος, συνεπεία των φόβων που δημιούργησε η διαρκής περιφρόνηση και ταπείνωση, από την ομήγυρη των ‘συγκατοίκων’ του, μέσα στο δήθεν σπιτικό του. Μύρια δεινά προκάλεσε και η αντιμετώπιση της ανοχής της συζύγου του απέναντί του, εντός του κάδρου του εικονικού γάμου τους.

Είναι πλέον κατανοητό ότι το σύμπλεγμα κατωτερότητας του Αντωνάκη και οι συνέπειές του, έχουν τις ρίζες του στην πρώιμη αναχώρησή του από το ασφαλές οικογενειακό του περιβάλλον και την κατάληξή του σε μία νέα οικογένεια, σκληρών ανθρώπων. Στο πέρασμα του χρόνου, ετούτοι επέμεναν να τον βλέπουν ως τον άλλοτε νεαρό επαρχιώτη, που περίμενε από αυτούς, τους πρωτευουσιάνους, να του πετάξουν ελάχιστα ψίχουλα για να επιζήσει, με αντάλλαγμα την πλήρη αφοσίωσή του, στο πρόσωπό τους. Έτσι είχαν εγκλωβίσει τον Αντωνάκη σε μία ‘σκυλίσια ζωή’! Όταν λοιπόν εξηγεί στον φίλο του τις συνθήκες υπό τις οποίες παντρεύτηκε[32] εκείνος εκπλήσσεται: «Μπλόκο στημένο δηλαδή», λέει με έκπληξη και στη συνέχεια αναρωτιέται: «Και τους έκατσες έτσι; σαν την κότα;» Με την απάντησή του ο Αντωνάκης επικοινωνεί τη δική του ψυχολογική αντίδραση στο ατόπημα: «… να σου πω την αλήθεια… από μια μεριά ανακουφίστηκα»[33], και προφανώς εννοεί την αβεβαιότητά του, ως οικότροφου, σε μία άγνωστη πολιτεία, σε ένα άγνωστο κοινωνικό περιβάλλον και τους ποικίλους φόβους του. Ο φίλος του που δεν τον καταλαβαίνει, αντιδρά αγανακτισμένος από την παθητική στάση του Αντωνάκη, που δεν καταπιάνεται με κάποιο άλλο θέμα για συζήτηση, πέρα από εκείνα που τον καίνε. Είναι φανερό ότι πρόκειται για εξομολόγηση ταλαιπωρημένου ανθρώπου, με ευχή την ανακούφιση. Μέσω αυτής της επικοινωνίας γνωστοποιεί αφενός τα αδικήματα των άλλων απέναντί του, και αφετέρου την αδυναμία του, που την συγκαλύπτει παράλληλα με κάποια δικαιολογία. Προφανώς πρόκειται για ρουτίνα, για μία συγκεκριμένη πορεία και σε σχέση πάντα με το ίδιο θέμα, που μόνιμα βασανίζει τον Αντωνάκη. Όπως ήταν φυσικό, στην αρχή δεν είχε απαντήσεις στα προβλήματά του ο νεαρός Αντωνάκης. Στην πορεία ωστόσο, δεν κατόρθωσε να δαμάσει τις ανησυχίες του και να αντιπαλέψει τις σκληρές συγκυρίες, μιας τεταμένης συμβίωσης, ως σώγαμπρος. Άφησε τα όποια προβλήματα άλυτα και εκείνα συσσωρεύτηκαν.

Η ηθικολογία αποβαίνει αντικείμενο για ειρωνικά σχόλια[34]. Η ιστορία της γνωριμίας του Αντωνάκη με τη γυναίκα του, υποκινεί υποψίες. Τρεις ολόκληρους μήνες δεν είχε αντικρύσει την θυγατέρα των νοικοκυραίων του. Ξαφνικά μία ημέρα εμφανίζεται ετούτη, ζητώντας βοήθεια από τον Αντωνάκη στα μαθηματικά της. Με τον γάμο τους εκείνη γλυτώνει από τον τίτλο της γεροντοκόρης, στίγμα για τη γυναίκα της εποχής, και ταυτόχρονα παίρνει στο λαιμό της τον ανίδεο νεαρό οικότροφο των γονιών της. Ο Αντωνάκης, που από κακή πλέον συνήθεια, παριστάνει διαρκώς το θύμα εκφράζεται παθητικά επί του γεγονότος: «Σου είπα, στα μαθηματικά ήμουνα σκράπας. Παρά να ντροπιαστώ, καλύτερα ο γάμος», ομολογεί με εμφανή την έλλειψη της ελάχιστης αξιοπρέπειας.

Είναι βέβαιο ότι ο Αντωνάκης δεν προσπάθησε ποτέ να σταθεί στα πόδια του χωρίς το παράπονο, τη συμπάθεια των άλλων και την συμβουλή τους τελικά. Ο φίλος του στην πορεία της κουβέντας τους, μπερδεύεται και δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Το κλωθογύρισμα των περιστατικών στη διάρκεια του έγγαμου βίου του Αντωνάκη, η διαρκής κάλυψη της ανικανότητάς του πίσω από ένα μεγάλο κατηγορητήριο προς άπαντες, αρχίζουν να τον μπερδεύουν κυριολεκτικά. Περισσότερο ερεθισμένος και κουρασμένος, παρά παραξενεμένος, αντιδρά στις καταθέσεις του Αντωνάκη: «…τη γυναίκα μου την έχω και με τρέμει»[35], και συνεχίζει πιο έντονα: «Άμα δεν μπορείς να κουμαντάρεις την κυρά σου τι ήθελες και παντρευόσουνα;» Ο φίλος του Αντωνάκη θέτει τα πράγματα στη σειρά τους, και όπως θα έπρεπε να είναι με τις αντιλήψεις της εποχής τους. Δε νοείται η γυναίκα να διευθύνει την οικογένεια, παρά μόνο σε ότι αφορά τις συγκεκριμένες ασχολίες της σα σύζυγος και μητέρα. Ο άντρας κρατά το τιμόνι των οικονομικών της οικογενείας του, φροντίζει να κρατά στο ακέραιο την τιμή όλων των μελών της, με μια λέξη είναι ο κύρης της οικογενείας ο νοικοκύρης του σπιτιού. «Άντε αποδώ. Μορφωμένος άνθρωπος και μου θες να μπεις και ταμίας στο Σύλλογο! Να συνδικαλιστής! Άκου ‘εκείνη με παντρεύτηκε!» λέει απογοητευμένος από την αδυναμία του Αντωνάκη, να φερθεί κανονικά, σαν άντρας στο σπίτι του.

Ο Αντωνάκης θυμάται που οι γονείς του, τον αποκαλούσαν ‘μικρό παιδί’. Ο Μάτεσις παρουσιάζει τον ήρωά του σαν ένα μεγάλο παιδί. Ένα παιδί που πάντα άλλοι όριζαν την τύχη του: Αρχικά οι γονείς του, ύστερα η πεθερά του, λιγότερο ίσως ο πεθερός του, η γυναίκα του και η Θεώνη η υπηρεσία του σπιτιού ‘του’. Άβουλος σαν μικρό φοβισμένο παιδί, εγκαταλελειμμένο στα χέρια αυτών των γυναικών τελικά, θα πει στον φίλο του, σαν να είχε βγάλει για πρώτη φορά ένα συμπέρασμα κοιτάζοντας πίσω τη ζωή του: «Κι έτσι ξέμεινα εδώ…»[36], και συμπληρώνει: «Και θα μείνω εδώ. Μέχρι νεωτέρας κηδείας». Δεν υπάρχει ηττοπάθεια στο τόνο της φωνής του, αφού είναι γεγονός ότι δεν αγωνίστηκε ποτέ του για τα δικαιώματά του, του άντρα ή του συζύγου, μέσα στο ίδιο το σπίτι του. Το μοναδικό του όνειρο, ο πόθος του να επισκεφτεί τη Βενετία[37], έμεινε και αυτό ανεκπλήρωτο.

Ο φίλος του Αντωνάκη, προφανώς διαφορετική προσωπικότητα από εκείνον, δεν συμβιβάζεται με τις γελοίες λύσεις του και οργισμένος, τον ψέγει: «Να τρομάρα σου» και στη συνέχεια δηλώνει περιφρονητικά: «Πάντα ήσουνα κορόϊδο». Ο Αντωνάκης δεν αντιδρά, απλά παραδέχεται τις αδυναμίες του, που τις ερμηνεύει με τρόπο απαράδεκτο και κάποτε όπως τον συμφέρει: «Ευγενής… ήμουνα πάντα! Όχι κορόϊδο…» και συμπληρώνει: «…δεν είμαστε και ο Ραμόν Νοβάρο» [38]. Ο Αντωνάκης δεν διακρίνεται για την παιδεία του, για την εξυπνάδα του ή για τον δυναμισμό του, παρά για ένα σκεπτικό που εξελίσσεται σε παράνοια κάτω από τις συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει. Αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες του, ομολογεί ότι δεν είχε, ούτε και έχει, ιδιαίτερα τώρα πια, την ικανότητα να επανορθώσει οτιδήποτε έγινε ως εκείνη τη στιγμή στραβά.

Ο φίλος του που αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα του Αντωνάκη, εστιάζεται πιθανόν στο παρελθόν του, πίσω εκεί στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του, εκείνο των γονιών του, τον ρωτάει σκεπτικός: «οι δικοί σου;» [39] Ο Αντωνάκης που δεν είναι ο ήρωας του πολέμου στην Αλβανία, εξηγεί ότι όταν είχε κάνει παράπονα στους γονείς του: «…Σεβαστοί μου γονείς. Εδώ με βαράνε», εκείνοι τον είχαν αποστομώσει. Η προσωπική τους γαλήνη είχε μετρήσει περισσότερο από τη σοβαρότητα του επαγγελματικού του μέλλοντος ή ότι άλλο συνεπαγόταν η ζωή του ξενιτεμένου παιδιού τους. Έτσι η μητέρα του, του είχε συστήσει υπομονή, δίνοντάς του το απαισιόδοξο μήνυμα: «Μπόρα είναι η ζωή θα περάσει»[40].

Στη σάτιρα παρεμβάλλεται τώρα και η χαρακτηριστική διαδικασία της κατάταξης των νεκρών γονέων του Αντωνάκη[41]. Τονίζεται η αντίληψη ότι δεν υπάρχει δόξα ή γαλήνη στον θάνατο. Ο αρχάγγελος διώχνει τον πατέρα του στην κόλαση λέγοντας: «…διαταγές εκτελώ. Υπάλληλος είμαι κι εγώ». Η περίπτωση φέρνει στην επιφάνεια τις δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων και την ανθρώπινη συμπεριφορά που χαρακτήριζε τους αθανάτους, στην περίφημη Θεογονία τους. Όπως ο αρχάγγελος εδώ, οι Θεοί εκτελούσαν χρέη μεταξύ τους και προς τους ανθρώπους και χαρακτηρίζονταν για πάθη αντίστοιχα με εκείνα των θνητών.

Για ένα νέο άνθρωπο, που φανερά δεν είχε τη δύναμη και το θάρρος να αντιμετωπίσει τη χυδαιότητα των εγωκεντρικών πρωτευουσιάνων πεθερικών του, των οδηγούμενων από συμφέροντα εκμετάλλευσης, και στη συνέχεια τα παρόμοια από την κόρη τους και γυναίκα του, η παραίτηση των γονιών του ήταν καταπέλτης. Το ξύλο δεν βγήκε από τον παράδεισο και όλοι το γνωρίζουν. Είναι ένα βάρβαρο μέσον όταν χρησιμοποιείται για να λυγίσει το ηθικό ενός παιδιού, ακόμη και όταν είναι ένα μεγάλο παιδί δεκαεφτά χρονών, όπως στην περίπτωση του Αντωνάκη.

Ο φίλος οικτίρει τον Αντωνάκη, παράλληλα όμως τον ενθαρρύνει να αλλάξει, να γίνει αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να είναι, δηλαδή άντρας με όλες τις διαστάσεις της έννοιας: «…να δείξεις πυγμή», τον συμβουλεύει[42]. Συνεχίζει επιμένοντας στην άποψή του: «Τουλάχιστον στην υπηρέτρια». Ο Αντωνάκης χρειάζεται την υποστήριξη του φίλου του, που αποτελεί ίσως ακόμα και το υποκατάστατο των γονέων του, που του είχαν φερθεί σκληρά, θαρρείς χωρίς αγάπη, ίσως για καλύτερα, γιατί η δική τους στέρηση ήταν μεγαλύτερη και τραγικότερη, από εκείνη του Αντωνάκη, και όπως εκείνος τους την παρουσίαζε. «Θα βοηθήσεις;» ρωτά τον φίλο του που τον συμβουλεύει[43], καθώς πρόκειται για την κυριότερη ανάγκη του. Η απάντηση του φίλου του που είναι θετική «Στο πλευρό σου», δεν κατορθώνει την ανάδυση λιονταριού από την προσωπικότητα του κολλημένου, σε ετούτη την καθιερωμένη πλέον θέση του Αντωνάκη, έναντι της ζωής. Είναι αργά πλέον για τον υπερώριμο Αντωνάκη να αλλάξει τον ρόλο του, του περιθωριοποιημένου ανθρώπου στο ψευτο-οικογενειακό του περιβάλλον. Ως άτομο, κατέχεται από έναν διαρκή τρόμο και πανικό. Ούτε έχει την ικανότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, του αφεντικού, έναντι της υπηρέτριά τους της Θεώνης. Ανέχεται τα πάντα το ξύλο, τον εξευτελισμό, την περιφρόνηση, με μια απαράδεκτη στωικότητα που κάνει τον αναγνώστη – θεατή να επαναστατεί. Κουρασμένος ο Αντωνάκης από την κουβέντα που τελικά δεν φέρνει την αναμενόμενη ανακούφιση, λέει στον φίλο του με πικρία: «Ε, … εσύ είσαι καλοζωισμένος…» [44] Άλλη μία φορά, τον συγκρίνει με το άτομό του και θεωρεί ότι ο φίλος του δεν είχε το δικό του κακό παρελθόν, τη δική του κακιά μοίρα, που είχαν σμιλέψει την προσωπικότητα που ήταν, τελικά. Ο φίλος του, ωστόσο επιμένει στη συζήτηση. Ο Αντωνάκης τονίζει ότι η Θεώνη μοιάζει της πεθεράς του[45] και έτσι δίνεται το έναυσμα αναφοράς στην ηθική της μακαρίτισσας, για την οποία λέει ότι ήταν «…ικανή να κάνει νόθο παιδί». Ο Αντωνάκης αναφέρεται σε αυτήν σα να ήταν ακόμα ζωντανή, και ο φίλος του τον διορθώνει με ειρωνεία: «Να κάνει τώρα… δύσκολο. Κάποτε… προ Αχέροντος»[46]. Δικαιολογείται[47] όταν ο φίλος του, του προτείνει τη φυγή ως διέξοδο στην καταπίεση που αισθάνεται εντός της εικονικής οικογένειάς του: «Ε, να… δεν ξέρω πώς βγάνουν διαβατήριο…» [48] Μοιρολατρικά παραδέχεται: «Θα πεθάνω και δε θάχω δει τη Βενετία» [49].

Η Βενετία είναι το όνειρο της φυγής από τη φυλακή του, η απελευθέρωσή του από τον ζυγό της γυναίκας του, για την οποία αποκαλύπτει ότι κάποτε εύχεται να πεθάνει: «Παναγία μου να πεθάνει»[50], αλλά και από την πληθωρική Θεώνη για την οποία αισθάνεται αληθινό φόβο[51]: «Εγώ μονάχα έγινα ρεζίλι των σκυλιών. Να φοβάσαι την ατομική ενέργεια, τον πληθωρισμό, τον πρόεδρο της Αμερικής… να φοβάσαι τη μέλλουσα ζωή είναι … έχει και αξιοπρέπεια. Είσαι και μοντέρνος. Αλλά (κλαίει) να φοβάσαι τη Θεώνη!» λέει ο Αντωνάκης εκφοβισμένος από τη μέγαιρα υπηρέτριά τους, Θεώνη.

Κάποτε ο φίλος του παρασύρεται από τον ίδιο και τον αποπαίρνει για τις αδυναμίες του, τον μαζοχισμό του, την ανανδρία του. Η σάτιρα συνεχίζεται και προκύπτουν και άλλα θέματα που εξέχουν σε σοβαρότητα. Όπως για παράδειγμα, όταν ο φίλος του, λέει με κάποια περιφρόνηση προς εκείνον, τελικά: «Ούτε γλώσσα ξέρεις»[52]. Όταν ο φίλος του πάνω στη συζήτηση για την μακαρίτισσα πλέον πεθερά του, τον ρωτά αν πιστεύει στα φαντάσματα[53], ο Αντωνάκης για να κάνει τον σπουδαίο και κυρίως για να αποδείξει τη γενναιότητά του, λέει ότι επικοινώνησε με το είδωλό του, τον Ραμόν Νοβάρο, μέσω medium[54], αδόξως όμως, καθώς εκείνος μιλούσε στην αγγλική γλώσσα την οποία ο ίδιος δεν μιλούσε και δεν καταλάβαινε. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και παρακάτω[55]. Το γεγονός ετούτο το αναφέρει τελικά ο Αντωνάκης και ως συμβουλή της μητέρας του, και τη θυμάται[56]. Γεμάτος τύψεις γιατί δεν έχει ακολουθήσει τη συμβουλή της: οδύρεται: «Μανουλίτσα… ‘Μανουλίτσα’…» και συνεχίζει: «Όχι. Έχω ξεχάσει πώς ήτανε η μάνα μου… Πέντε μούντζες θα μου δώσει… να μάθεις μια ξένη γλώσσα… Μητέρα!» Ο θρήνος του, η απελπισία του για τη μοναξιά του στη ζωή, στο σπιτικό του, στον κόσμο και οι τύψεις του, συνεχίζονται: «Ούτε το πρόσωπο της μάνας μου θυμάμαι… ούτε παράσημο έχω… παιδί δεν έχω… Τι να κάνω; Ας είχα μια συντροφιά… μακάρι και την πεθερά μου… Φουκαριάρα κι αυτή»[57].

Έχοντας υποστεί πλύση εγκεφάλου με την επίμονη μομφή όλων, θεωρεί πλέον τον εαυτό του ένοχο και υπαίτιο για την συμπεριφορά των άλλων εναντίον του. Παίρνοντας αυτή τη στάση, αισθάνεται περισσότερο άντρας, και μάλλον προστατευτικός. Κάποια στιγμή ο Αντωνάκης αποκαλύπτει ότι βρίσκει κουράγιο στην μοναξιά του και ότι τότε αισθάνεται σαν ήρωας: «Σαν Ταμερλάνος… σα Μεγαλέξαντρος» όπως λέει[58]. Στην πορεία του στη ζωή χρειάζεται δικαιολογίες για τις πράξεις του, δεκανίκια και βοήθεια για να βεβαιωθεί για τη θέση του στο δικό του περιβάλλον παρά το χαμηλό επίπεδο υπόληψης στο οποίο βρίσκεται μέσα στο σπιτικό του.  Επωμίζεται λοιπόν όλων τα πταίσματα και τις κατηγορίες. Λυπάται μάλιστα τις τρεις ξένες γυναίκες της ζωής του: την πεθερά του, την γυναίκα του[59] και την υπηρεσία τους. Ξένες, γιατί έχει πλέον αποδειχθεί ότι ποτέ δεν έσκυψαν πάνω στις ευαισθησίες του ή τις πιθανές αδυναμίες του και να τον βοηθήσουν με κάποια ευαισθησία και κατανόηση να μεγαλώσει και να γίνει πραγματικός άντρας, ώστε όλοι μαζί να διάγουν ομαλό βίο, εφόσον μάλιστα ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη. Αισθάνεται ότι είναι ιππότης με βέβαια συμπεριφορά, απέναντι στη μέγαιρα σύζυγό του: «Και τι θες να κάνω-να τη δείρω κι εγώ! Εγώ είμαι ιππότης…» Παρασυρμένος από μία γελοία μεγαλοψυχία, συμπληρώνει: «Τη λυπάμαι κιόλας… τη φουκαριάρα… ένα ξύλο της απόμεινε…» και η σάτιρα κορυφώνεται: «Είπε και ο γιατρός να μη της αντιμιλάμε…» [60]

Ο φίλος του Αντωνάκη που είχε την υπομονή να ακούσει όλα εκείνα τα τραγελαφικά των σκέψεών του, της πραγματικότητας που βίωνε, αλλά και τα βίτσια των γυναικών του, κάποια στιγμή ενδίδει στην αγανάκτησή του και στη βαριεστιμάρα του [61]: «Έφυγα! Α, να μου χαθείς τρεμουλιάρη, μ’ έσκιαξες», λέει με περιφρόνηση. Αλλά ο Αντωνάκης που φοβάται να μείνει μοναχός επιμένει: «Δεν έχεις να πας πουθενά! Θα με ξενυχτίσεις!»[62]. Στην απελπισία του φωνάζει τη Θεώνη αλλά κι αυτή τον αποπαίρνει. Όταν αυτός δικαιολογείται και από κοντά και ο φίλος του, υποστηρίζουν από κοινού, ότι δεν την κάλεσαν ονοματικώς και πείθουν τη Θεώνη, ότι ήταν ίσως η πεθαμένη κυρά της: ‘Άγιε Τρύφωνα. Το λιβανιστήρι!’ λέει πανικόβλητη η Θεώνη[63]. Ό Φίλος του Αντωνάκη φεύγει αφήνοντάς τον τελικά στο έλεος της τρομακτικής μοναξιάς του, και στην απελπισία του αθεράπευτου φόβου του.

Ήδη από τη σελίδα 66 της σάτιρας, ο αναγνώστης διαπιστώνει την συγχυσμένη προσωπικότητα του Αντωνάκη και την ψυχική του κατάπτωση. Η αγανάκτηση για τον εαυτό του, τον έχει κουράσει: «Πόσα χρόνια θα φοβάμαι ακόμη; Κοντεύω. Μπόρα είναι η ζωή. Θα περάσει. Όπου νάναι. Ε μητέρα;» Τα λόγια του αποκαλύπτουν την ανάγκη του να ηρεμήσει, να γαληνέψει έστω και με την καταφυγή του στον Άδη. Είναι μάλλον επιτακτική η επιθυμία του να αποχωρήσει από εκείνο το περιβάλλον, μόνιμα. Η τραγικότητα της πραγματικότητας είναι οδυνηρή. Είχε ζήσει μια ζωή κενή άκαρπη, χωρίς να έχει δημιουργήσει προϋποθέσεις κάποιας συνέχειας στο μέλλον. Το σπουδαιότερο ίσως αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας του απολογισμού μέσα από τον διάλογο, από τις αναδρομές στο παρελθόν, από τις συγκρίσεις, κρίσεις, επικρίσεις και από τις δηλώσεις, είναι το γεγονός της αποδοχής του Αντωνάκη, της αδυναμίας και της μικροψυχίας του.

Η μοναξιά έχει την ιδιότητα να μεγαλοποιεί πολλά, όπως τους χτύπους της καρδιάς, την αγωνία, το άγχος, έτσι και ο πολύ μοναχός Αντωνάκης επισημαίνει πόσο θορυβώδες είναι το ρολόι[64]. Δίνει λοιπόν κουράγιο στον εαυτό του μονολογώντας: «είμαι ο άντρας του σπιτιού». Αν και δε θέλει να πιει, δέχεται το ποτήρι με το κρασί που ο ναύτης φύλακάς του, του προσφέρει. Αυτό κατευνάζει την αγωνία του και μειώνει τον φόβο του. Είναι όμως ανίκανος να κοντρολάρει τον εαυτό του και να αποβάλει το φυσικό του φόβο, έτσι ακόμη και ο πένθιμος χτύπος της καμπάνας τον φοβίζει[65]. Πανικοβάλλεται εκ νέου και προσπαθεί να βρει μια οποιαδήποτε συντροφιά. Καταλήγει λοιπόν στη Θεώνη και με μια δικαιολογία επιχειρεί να επικοινωνήσει μαζί της. Μάταια όμως, γιατί η Θεώνη τον υποψιάζεται. Ο Αντωνάκης υπερασπίζοντας τον εαυτό του, τολμά και λέει: «Να τηνε κάνεις κατάπλασμα την τιμή σου!…. Παρέα θέλω εγώ»[66]. Σε ένα μάλιστα παροξυσμό ανδρισμού, κατηγορά τα πεθερικά του και τους αποκαλεί ηθικολόγους[67], ενώ παράλληλα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι οι φόβοι του είναι ανόητοι [68]. Αλλά δεν μπορεί παρά να επιμένει στο κατηγορητήριό του εναντίον της γυναίκας του[69] και την επόμενη στιγμή βουλιάζει εκ νέου στους φόβους του, που είναι γεγονός πλέον ότι αποτελεί μέρος της προσωπικότητάς του, και από παλιά. Αναζητά το παράσημό του σε ένδειξη τους ανδρισμού του – ηρωισμού του, αντάλλαγμα, για την εξαγορά του σεβασμού των γυναικών που τον έχουν τιμωρήσει[70] και ακόμη το σπαθί του πεθερού του,   με την ελπίδα πως θα θεωρηθεί άντρας, όπως εκείνος. Τελικά τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο και όλες οι φωνές, οι μορφές, οι συγγενείς ή οι γνωστοί του πλαισιώνουν αυτή την συμπεριφορά του.

Μία φωνή κηρύσσει: «Κοιμάται ο κόσμος!» και ο ναύτης παίρνει το ξυπνητήρι που σταματά[71]. Η κόπωση από τη συνεχή υπερδιέγερση που κατακυριεύει τον Αντωνάκη και που με τη σειρά της οφείλεται στις φοβίες του, τον καθιστούν παρανοϊκό. Έτσι κάποια στιγμή νομίζει ότι τη βελόνα που παίρνει ο ναύτης, την είχε τοποθετήσει η πεθερά του, για να τρυπήσει μέλος του. Ο ναύτης του προσφέρει ποτό για να τον κατευνάσει[72] και επιχειρεί να τον εμποδίσει να πάει στο δωμάτιο της Θεώνης [73]. Στον ευεργετικό του ρόλο ο ναύτης, βοηθά στο να μη φαίνεται το πρόσωπο της πεθεράς του στο κάδρο[74] και τον προστατεύει από τα χειρότερα. Του δίνει μάλιστα την εγκυκλοπαίδεια ώστε να διαβάσει σχετικά για τα φαντάσματα. Ο Αντωνάκης ταυτίζεται με τον ναύτη[75] όπως ήδη αναφέρθηκε.

Οι ποιότητες της πεθεράς του Αντωνάκη που είναι χαρακτηριστικές και αιώνιες, δεν συντελούν ώστε να αλλάξει την προσωπική της γνώμη για τον γαμπρό της, από τους ουρανούς, όπου βρίσκεται. Από το Μαύρο Χάος[76] τον αποκαλεί ‘Όρνιο Αντωνάκη’, και κατηγορεί τον άντρα της άχρηστο[77]. Ο πεθερός του τολμά και αντεπιτίθεται στην αιώνια κακότροπη γυναίκα του, όταν εκείνη λέει: «Η κόρη σου», με μία αποκαλυπτική δήλωση: «Όχι και κόρη μου!»[78] αφήνοντας να εννοηθεί ότι τον είχε απατήσει και ότι η ‘κόρη τους’ δεν ήταν τελικά δικό του παιδί.

Αλλά τον Αντωνάκη δεν τον επιπλήττουν μόνο τα μέλη της οικογένειας όπου έχει εισχωρήσει ως σώγαμπρος αλλά και ο πατέρας του, που καταφτάνει στο προσκήνιο από την άλλη ζωή: «Τίποτα. Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις εσύ. Να μη σε ξαναδώ!»   Δεν υπάρχει κανείς πλέον πέρα από τον εαυτό του που να τον υπερασπίζεται και να μην τον κατηγορά. Η γυναίκα του μάλιστα έχει επιπλέον κάτι νέο να του κατηγορήσει: τον βρίσκει δίπλα στο κρεβάτι της Θεώνης[79]. Επιτίθεται αποκαλώντας την υπηρεσία της «Παλιογύναικο! Μουρντάρα» [80]. Ο Αντωνάκης δεν καταλαβαίνει για την όλη σκηνή και ρωτάει: «Και τι σε νοιάζει; Εσύ μια φορά κράτησες αυτό που ήθελες: την ωραιότητα της παρθενίας σου!» Για πρώτη φορά περνά στην αντεπίθεση εναντίον της γυναίκας του. Τώρα αντιμετωπίζει και τις δύο γυναίκες μαζί, όπως ενωρίτερα είχε αντιμετωπίσει το φόβο του[81], ποδοπατώντας δηλαδή τη μαύρη κορδέλα πένθους αφού πρώτα την είχε ξηλώσει από το μανίκι του. Είναι μία ειλικρινής στάση, μία απόδειξη του από χρόνια καταπιεσμένου αντρισμού του.

Οι γυναίκες εκπλήσσονται από το πρωτοφανές ξέσπασμα του Αντωνάκη αλλά δεν αργούν να περάσουν στην αντεπίθεση σχηματίζοντας κοινό μέτωπο εναντίον του[82]. Ο Αντωνάκης έκπληκτος και ο ίδιος από την ασυνήθιστη συμπεριφορά του εναντίον των δύο γυναικών, ταπεινωμένος επιστρέφει στη γνωστή στάση του,[83] για να δεχτεί την ακόμη μεγαλύτερη ταπείνωση εκ μέρους των δύο γυναικών. Αυτό το τελευταίο γεγονός υπήρξε το καταλυτικό στοιχείο που ώθησε τον Αντωνάκη στην μοιραία απόφασή του να τερματίσει αυτό, που οι άλλοι ονομάζουν ζωή [84]. Για τον Αντωνάκη η πορεία στη ζήση του υπήρξε ένα διαρκές μαρτύριο άσχετα με τους υπεύθυνους ή τους λόγους. Η αυτοχειρία ως η εκλεγείσα λύση στο αδιέξοδό του σηματοδοτεί το σχόλιο της μητέρας του άλλοτε: «Μπόρα ήταν η ζωή»[85]. Αυτό επαναλαμβάνει καθώς ξεκινά για τον Ουρανό. Τα συμβολικά λόγια που ανταλλάσσουν ο Αντωνάκης με τον ναύτη[86], υπήρξαν η πραγματικότητα της ζωής των ηρώων. Ο Αντωνάκης είχε παραμείνει ένα παιδί κλεισμένο στο σώμα ενός εξηντάρη. Στον Ουρανό συναντά τη νεκρή μητέρα του που δεν τον αναγνωρίζει στην αρχή και προς το σκοπό αυτό της δείχνει την ταυτότητά του. Στην αγκαλιά της που την είχε στερηθεί νέος, ξαναβρίσκει σιγουριά και γαλήνη[87].

Επίλογος

Ο Παύλος Μάτεσις χρησιμοποιώντας ενδιαφέρουσες τεχνικές, παρουσιάζει μέσα από συμβολισμούς και παραλογισμούς, μία κατάσταση που μπορεί να δημιουργηθεί κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές – οικονομικές συνθήκες. Το θρησκευτικό συναίσθημα δεν μετριάζει καμία από τις δραματικές καταστάσεις του θεατρικού, ούτε η κατανόηση μπορεί να παίξει κάποιον ρόλο εδώ. Ο ήρωας είναι κατατρεγμένος και ψυχολογικά καταπιεσμένος. Πρόκειται για έναν νέο άνθρωπο που αρχικά, ως θύμα των οικονομικών της επαρχιώτικης οικογενείας του,   εμπλέκεται παρά τη θέλησή του και χωρίς την παραμικρή υποψία, σε ένα κύκλο, ανθρώπων που δεν υπολογίζουν τίποτε, περισσότερο από το συμφέρον τους και οπωσδήποτε δεν τρέφουν συναισθήματα για τον συνάνθρωπο. Η στέρηση της οικογενειακής θαλπωρής και η απροσδόκητη αλλαγή από το ένα ήπιο μάλλον περιβάλλον στο άλλο, το απάνθρωπο και σκληρό, προκαλούν ανεπανόρθωτες ζημίες και κακό στο νεαρό επαρχιώτη που κομμένος από τις ρίζες του, απομονώνεται ψυχικά. Αν και όλη η ύπαρξή του επαναστατεί, παρουσιάζεται να συμβιβάζεται τελικά με τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον του. Η αυτοχειρία του αποτελεί ένα άλλου είδους επανάσταση που μακάβρια και αθέμιτα και με το κόστος της μοναδικής ζωής του τελικά, του εξασφαλίζει την αιώνια ελευθερία του.

Τέλος

Βιβλιογραφία

Μάτεσις Παύλος, Το Φάντασμα του κ.Ραμόν Νοβάρο, 2η έκδοση, ΚΕΔΡΟΣ

Υποσημειώσεις

[1] Παύλος Μάτεσις, Το Φάντασμα του Κ. Ραμόν Νοβάρο, Δεύτερη έκδοση, ΚΕΔΡΟΣ σελ. 8.

[2] Post war drama , Modern Greek Department, Unit Booklet, UNE, 1964, p.46.

[3] Παύλος Μάτεσις, ο.π., σελ. 9.

[4] σελ. 26.

[5] σελ. 96.

[6] σελ. 40.

[7] σελ. 20.

[8] σελ. 34.

[9] σελ. 64-65.

[10] σελ. 54.

[11] σελ. 51-54 και σελ. 58.

[12] σελ. 84-87.

[13] σελ. 87.

[14] σελ. 75.

[15] σελ. 77.

[16] σελ. 57.

[17] σελ. 67 και 69.

[18] σελ. 68.

[19] σελ. 69.

[20] σελ. 28-33.

[21] σελ. 50.

[22] σελ. 19.

[23] σελ. 24.

[24] σελ. 41.

[25] σελ. 26.

[26] σελ. 25.

[27] σελ. 27.

[28] σελ. 27.

[29] σελ. 28.

[30] σελ. 38.

[31] σελ. 37.

[32] σελ. 35.

[33] σελ. 36.

[34] σελ. 35.

[35] σελ. 28.

[36] σελ. 33.

[37] σελ. 33.

[38] Ο Αντωνάκης αισθάνεται καλλιεργημένος τρόπον τινά, κάθε φορά που αναφέρεται στο ξένο πρόσωπο, που αποκαλεί Ραμόν Νοβάρο, σελ. 37.

[39] σελ. 42.

[40] σελ. 42-43.

[41] σελ. 43-44.

[42] σελ. 46.

[43] σελ. 47.

[44] σελ. 22.

[45] σελ. 48-49.

[46]Ο Μάτεσις δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει εδώ την έκφραση που σχετίζεται με τη μνεία της πολύ γνωστής δοξασίας των αρχαίων Ελλήνων για το ταξίδι τους στον Άδη μέσω του Αχέροντα ποταμού, στην Ήπειρο.

σελ. 48-49.

[47] σελ. 56.

[48] σελ. 55.

[49] σελ. 56.

[50] σελ. 55.

[51] σελ. 54-55.

[52] σελ. 58.

[53] σελ. 58.

[54] σελ. 58-59.

[55] σελ. 82.

[56] σελ. 79.

[57] σελ. 80.

[58] σελ. 55.

[59] σελ. 60.

[60] σελ. 60.

[61] σελ. 59.

[62] σελ. 61.

[63] σελ. 62.

[64] σελ. 68.

[65] σελ.71.

[66] σελ. 72.

[67] σελ.74-76

[68] σελ. 76-77.

[69] σελ. 78.

[70] σελ. 79.

[71] σελ. 69

[72] σελ. 70

[73] σελ.71

[74] σελ.74

[75] σελ.96

[76] σελ. 77

[77] σελ. 77

[78] σελ. 77

[79] σελ. 83-96

[80] σελ.84

[81] σελ. 78

[82] σελ. 90-91

[83] σελ 91

[84] σελ. 92-94

[85] σελ.95

[86] σελ.96

[87] σελ.96ω

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...