Δ’. To Μέγα Ζήτημα… Οι Έλληνες από το Αρβανο (Αρβανίτες)  στην Ελλάδα και στο εξωτερικό : Οι ψευδείς θεωρίες των Αλβανών για τον εαυτό τους

Δ’. To Μέγα Ζήτημα…

Οι Έλληνες από το Αρβανο (Αρβανίτες)  στην Ελλάδα και στο εξωτερικό : Οι ψευδείς θεωρίες των Αλβανών για τον εαυτό τους

Sydney 2017-2018

«Λίκνον της Ελλάδος», «κοιτίς του ελληνισμού», «εύανδρος» και άλλοι τιμητικοί χαρακτηρισμοί κοσμούν την Ήπειρο. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε επίσης «καρδιά της Ελλάδας», αφού αυτή μέσα στους τελευταίους τριάντα αιώνες, αιμοδοτεί συνεχώς την ελληνική χερσόνησο με αίμα πάντοτε ελληνικό, που άλλοτε ονομάζεται πελασγικό, άλλοτε αιολικό, άλλοτε δωρικό και την τελευταία φορά, κατά τους αιώνες  14ο  και 15ο  μ.Χ., Ηπειρωτικό!

Μία μικρή εισαγωγή στο τεράστιο ετούτο ζήτημα

Σε ετούτη την μελέτη εξετάζονται τρία διαφορετικά έθνη, οι αρχαίοι Ιλλυριοί και οι σχετικά πρόσφατοι (χρονολογικά) Αρβανίτες και Αλβανοί, που εμφανίζονται στο ιστορικό προσκήνιο τον 11ο περίπου μ.Χ. αι. Κατά διαστήματα υπήρξαν ισχυρές κραυγές πατριωτισμού εκ μέρους των Αλβανών, οι οποίοι ως γνωστόν, μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων 1912-1913, για πρώτη φορά και σύμφωνα με την απόφαση της Δύσης (δια της  Συνθήκης του Λονδίνου το 1913),  σχηματίζουν κράτος, εντός των ορίων του οποίου,  συμπεριλαμβάνεται τμήμα της τότε Βόρειας Ηπείρου, μία μεγάλη περιοχή, συνθήκη, η οποία  μετατρέπει το άλλοτε γεωγραφικό της όνομα, σε απλό  τίτλο.   Η Βόρειος Ήπειρος, το έδαφός της και ο ελληνικός πληθυσμός, εντός αυτής, σύμφωνα με το καταστατικό της συνθήκης, κηρύσσονται ωστόσο αυτόνομα,  εντός του -κατά τα άλλα-  Αλβανικού κράτους.  Όμως οι Αλβανοί -εκ του πονηρού- δεν υπέγραψαν ποτέ ετούτη την συνθήκη (γεγονός που δεν αποδοκιμάσθηκε από την δίκαιη κατά τα άλλα Δύση!), οπότε όλα τα σχετικά με την αυτονομία των Ελλήνων εν Αλβανία είναι «καμμένο χαρτί»[1].  Οι Αλβανοί όχι μόνο δεν τήρησαν ποτέ τους όρους ετούτης της Συνθήκης, αλλά και δεν σεβάστηκαν ποτέ τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, την οποία έκτοτε εκφοβίζουν ποικιλοτρόπως, καταστρατηγώντας επιπλέον και τις ελάχιστες ανθρώπινες συμπεριφορές  απέναντί τους, προβαίνοντας σε απαίσιες συμπεριφορές καταστρέφοντας τα παλαιά ελληνικά μνημεία και υφαρπάζοντας  επιπλέον τα ελληνικά οικόπεδα, φαινόμενο που έχει ξεκινήσει προ ετών,  ξεκινώντας από την  παραθαλάσσια ζώνη.  Η ποικιλότροπη αλβανική τρομοκρατία, εξακολουθεί να υφίσταται έντονη επί των ημερών μας, κυρίως λόγω της παρούσης ανίκανης (για τις περιστάσεις)  σοσιαλιστικής – κουμμουνιστικής κυβέρνησης της Ελλάδας, τον άθλιο χειρισμό της ελληνικής οικονομίας και το θέμα των οικονομικών μεταναστών που μαζί με τους πρόσφυγες από την Συρία έχουν πλημμυρίσει την ασθενούντα βαρέως Ελληνική επικράτεια!

Δίπλα στα άλλα σοβαρά ζητήματα που ταλανίζουν την ελληνική μειονότητα στην καλούμενη Β.Ήπειρο της Αλβανίας αλλά και όλους τους Έλληνες απανταχού, παραμένει άλυτο το ζήτημα των άταφων νεκρών του πολέμου 1940-41. Πολλοί από τους πεσόντες ήρωες ετούτου του πολέμου – αριθμούν στους 7.976-, δεν έχουν ανιχνευθεί, έτσι ώστε να ευρεθούν και να ενταφιαστούν επιτέλους. Η Αλβανία αδιαφορεί και η ελληνική Κυβέρνηση συμβιβάζεται με την στάση της, για  την κατάσταση στην οποία έχει επιπέσει το θέμα, απλά γιατί στη θέση στην οποία ευρίσκεται οικονομικά, προφανώς θεωρεί ετούτο, το άκρως επείγον εθνικό  ζήτημα, δευτερεύον.

Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το σχετικό με το επείγον ετούτο ζήτημα, κείμενο, κατατεθέν στην ηπειρωτική εφημερίδα ο Πρωϊνός Λόγος, στις 12 Μαρτίου 2016 και το οποίο έχει ως εξής:

«Η Ένωση Συγγενών Πεσόντων κατά το Έπος 1940-41, με ανακοίνωσή της συνδέει άμεσα την προοπτική ένταξης της Αλβανίας στην Ε.Ε.  με την ανεύρεση των 7.976, πεσόντων στα πεδία των μαχών της Βορείου Ηπείρου! Προτείνει μάλιστα να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαωμάτων του Ανθρώπου και εάν δεν ανταποκριθούν στις εκκλήσεις της οι θεσμικοί παράγοντες ζητά από τους Έλληνες πολίτες να συστρατευτούν με κάθε πρόσφορο μέσο στην προσπάθειά της για να τεθεί τέλος στην απάνθρωπη κατάσταση και να διαμηνύσουν προς κάθε κατεύθυνση, ότι με άταφους τους πεσόντες δεν πρόκειται να ενταχθεί η Αλβανία στην Ε.Ε».[2]

Εδώ παρεμβάλλεται  ακόμη ένα κείμενο, που σχετικό με τις χρονολογίες των Συνθηκών  των Βαλκανικών πολέμων, τους χώρους στους οποίους έλαβαν

χώραν αυτές και  το ιστορικό τους, συμπληρώνουν την παραπάνω εν γένει εισαγωγή.

«Α.  Το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου

Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα δημιουργήθηκε ιστορικά ως αποτέλεσμα της διχοτόμησης της Ηπείρου, που επέβαλαν το 1913 οι Μεγάλες Δυνάμεις, με πρωτοπόρους την Ιταλία και την Αυστροουγγαρία. Μέχρι το 1912, όποτε ξέσπασε ο Α ́ Βαλκανικός Πόλεμος η ιστορία του βορείου τμήματος του Ηπειρωτικού χώρου, είναι αυτή της Ενιαίας Ηπείρου, που εκτείνεται από τον Αμβρακικό Κόλπο έως και τον  Γενουσό ποταμό. Η  διχοτόμηση της Ηπείρου δημιουργήθηκε το ανύπαρκτο μέχρι τότε Αλβανικό Κράτος. Πρώτο βήμα για την δημιουργία του Αλβανικού κράτους, έγιναν δύο κινήσεις στα τέλη του 1912, με προτροπή της Ιταλίας. Ο Αλβανός Φύλαρχος Ισμαήλ Κεμάλ, ονομαζόμενος και Ισμαήλ μπέη Βλιώρα  κήρυξε στις 28 Νοεμβρίου 1912 στον Αυλώνα την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Δεύτερο βήμα ήταν η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων να αναγνωρίσουν αμέσως το κράτος αυτό (Δεκέμβριος 1912). Έτσι, όταν ο ελληνικός στρατός, μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21-2-1913) προχωρούσε νικηφόρα για απελευθερώσει τον Αυλώνα, βρέθηκε μπροστά στην κατηγορηματική άρνηση της Ιταλίας που εσπευσμένα είχε αναγνωρίσει το νεότοκο αλβανικό κράτος. Ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να σταματήσει την προέλασή του προς τον Αυλώνα, αφού η Ιταλία δήλωσε τότε διεθνώς ότι εάν ο ελληνικός στρατός θα προχωρήσει θα κήρυττε τον πόλεμο στην Ελλάδα, η οποία αντιμετώπιζε τότε και άλλα προβλήματα στο Αιγαίο. Τρίτο βήμα έγινε όταν στις 17 Μαΐου 1913, στην Συνθήκη του Λονδίνου (με την οποία τερματιζόταν ο Α ́ Βαλκανικός Πόλεμος), για πρώτη φορά αναφερόταν σε διεθνές έγγραφο η λέξη Αλβανία. Τέταρτο βήμα για τη δημιουργία του Αλβανικού κράτους είναι το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (29 Ιουλίου 1913), με το οποίο ιδρύθηκε το κράτος αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, οι Μεγάλες Δυνάμεις, τακτοποίησαν τα πράγματα στα Βαλκάνια στερώντας από την Ελλάδα την Βόρειο Ήπειρο»[3].

Διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα φτωχή και αδύνατη αλλά και με εδάφη που μόλις απολυτρώνονται από τους Τούρκους, δεν είναι σε θέση να προστατεύσει δυναμικά τα εδάφη της και τους Έλληνες πολίτες της.  Έκτοτε ετούτο το νεοσύστατο κράτος (Αλβανία), προκαλεί μεγάλα προβλήματα και αναρωτιέται κανείς για τους Ευρωπαίους, αλλά κυρίως για τους Ιταλούς και την στάση τους απέναντι στην Ελλάδα. Προσωπικά ακόμη και ως τουρίστρια τις δύο φορές που επισκέφθηκα την Ιταλία, αισθάνομαι τον ά-μετρο εγωϊσμό ετούτων των άσπονδων γειτόνων της Ελλάδας, ακόμη και στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους επισκέπτες τους!

Θα ερευνήσουμε λοιπόν το θέμα, σύμφωνα με την επιγραφή ετούτης της μελέτης, φροντίζοντας να γνωρίσουμε τα σχετικά με την συγκεκριμένη περιοχή και τους κατοίκους της όπως πρωτο-εξετάζονται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Οι Ιλλυριοί παρουσιάζονται να σχετίζονται άμεσα με την αρχαία ιστορία της Β.Ηπείρου και νυν Αλβανίας. Ας δούμε λοιπόν τι μπορούμε να μάθουμε….

Οι Ιλλυριοί

Ποιοι είναι : τι λέει η ιστορία για τους Ιλλυριούς : τι λένε οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς για τους αρχαιότερους κατοίκους της Αλβανίας

Έχοντας υπόψη την  παραπάνω εισαγωγή, ακολουθεί ανάλυση των ονομάτων των εθνών-λαών, που κατοίκησαν τον χώρο ετούτο, ξεκινώντας από  τους αρχαιότερους κατίκους της, τους Ιλλυριούς. Επιβάλλεται όπως ήδη αναφέρθηκε, να ανατρέξουμε στις μαρτυρίες των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων ή και άλλων, λιγότερο ή περισσότερο και σε σχέση με τους κατοίκους της σημερινής καλούμενης Αλβανίας.

Ιστορικά Στοιχεία για τους Ιλλυριούς:

Οι Ιλλυριοί δεν αναφέρονται στα ομηρικά έπη (πριν το 7ο  αι. π.Χ.). Φαίνεται ότι οι Έλληνες (ιδιαίτερα στα παράλια της Μ.Ασίας), δεν γνώριζαν αρκετά καλά το Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα. Το δε όνομα «Ιλλυριοί», θεωρείται ότι προσδιόριζε ένα Ιλλυρικό φύλο[4], το οποίο κατοικούσε γύρω από την λίμνη της Σκόδρας και την εκβολή του Δρίλωνα[5]/Δρίνου ποταμού και ήταν πιθανόν ένα από τα πρώτα φύλα των Ιλλυριών, που έγινε γνωστό στους Έλληνες.  Ο όρος Ιλλυριοί χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες, για το σύνολο αυτών των φύλων[6]. Οι Ιλλυριοί λοιπόν, παρουσιάζονται στην σημερινή Αλβανία το 1000 π.Χ. περίπου και συσχετίζονται (αρχαιολογικά) με την εξάπλωση στην περιοχή Glasinac[7].

Πριν από την ίδρυση της Κέρκυρας, (αποικία των Κορινθίων),  φαίνεται ότι η νήσος βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Λιβυρνών, ενωρίτερη ναυτική δύναμη στην Αδριατική Θάλασσα[8].  Όσον αφορά την ίδρυση της Επιδάμνου, θεωρείται ότι ετούτη, είχε  ήδη ιδρυθεί από  τους  Λιβυρνούς  πριν από την άφιξη των  Κερκυραίων αποίκων.  Με την πάροδο του χρόνου οι Έλληνες της Επιδάμνου έπλασαν το δικό τους γενεαλογικό μύθο, για τους Ιλλυριούς, σύμφωνα με τον οποίο, γεννάρχης των Ιλλυριών εμφανίζεται να είναι  ο υιός του Κύκλωπα[9], και παιδιά του είναι ο Ταΰλας (από ετούτον  προέρχεται το όνομα Ταυλλάντιοι), ο Εγχελεύς (από εδώ το όνομα των Εγχελέων) και η Παρθώ (επώνυμη των Παρθίνων που κατοικούσαν στα δυτικά / νοτιοδυτικά της λίμνης Οχρίδας).

Βρίγες, Βρύγοι Βρύγες: Στις διάφορες αρχαίες πηγές, μνημονεύεται μικρό σε πληθυσμό φύλο στην Ιλλυρία, οι Βρίγες και Βρύγοι (βλ. Στράβων Ζ΄ VΙΙ. 8) και ετούτοι  φέρονται ως οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, και σε σχέση με την ίδρυση της Επιδάμνου[10], την οποία κατέγραψε ο Αλεξανδρινός ιστοριογράφος του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός.  Αυτούς  τους διαδέχθηκαν (αργότερα) οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, οι Βρίγες δεν είχαν σχέση ή συγγένεια. Νεώτερη έρευνα καταθέτει ότι οι Ταυλάντιοι,  ταυτίζονται με τους Βρίγες του Ηροδότου[11], οι οποίοι εντοπίζονται στην Μακεδονία, πριν από την μαζική τους αναχώρηση και στην συνέχεια εγκατάστασή τους στην Μικρά Ασία, όπου θα γίνουν γνωστοί με την ονομασία Φρύγες. Ο Ηρόδοτος[12] όμως αναφέρει και κάποιους άλλους Βρύγες, Είναι οι «Βρύγοι Θρήικες», οι οποίοι επιτέθηκαν στον στρατό του Μαρδονίου,  στην εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος το 492 π.Χ.,  στην «Μακεδονία» μάλλον, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται με ακρίβεια η περιοχή[13].  Εξαιτίας ετούτου είναι πιθανόν ότι ο Στέφανος Βυζάντιος[14] θεωρεί τους Βρίγες «έθνος Θρακικόν», και τους ξεχωρίζει από τους Βρύγες, που θεωρεί «Μακεδονικόν έθνος, προσεχές Ιλλυριοίς». Είναι πιθανόν ότι οι Βρύγες (ή Βρίγες, ή Βρύγοι), ήταν υπόλειμμα των φρυγικών εγκαταστάσεων στον βορειοελλαδικό χώρο. Ο χαρακτηρισμός αυτών ως «Θράκες», οφείλεται ίσως στις -ως γνωστόν-, όχι απόλυτα ακριβείς απόψεις του Ηροδότου, ο οποίος καταγράφει τις ιστορίες της εποχής του, όπως φτάνουν στ΄αυτιά του. Είναι όμως επίσης γνωστόν ότι οι ιστορίες ετούτες του Ηροδότου επαναλαμβάνονται και από άλλους αρχαίους συγγραφείς[15], όπως στον Στράβωνα (Ζ΄ ΙΙΙ. 2)[16] τον περίφημο Έλληνα Γεωγράφο του οποίου η βιογραφία παρατίθεται εδώ, για την όσο το δυνατόν ασφαλέστερη εξακρίβωση της αλήθειας.

*Στράβων : Η ζωή και τα έργα του[17]

Ο Στράβων, Έλληνας,  γεωγράφος και ιστορικός, γεννήθηκε στην Αμάσεια του Πόντου. Έζησε περίπου την περίοδο μεταξύ του 65 π.Χ. – 23 μ.Χ. Από την πλευρά της μητέρας του, καταγόταν από γνωστή οικογένεια, η οποία είχε υπηρετήσει τους βασιλείς του Πόντου, Μιθριδάτη Ε’ (περίπου 150 – 120 π.Χ.) και Μιθριδάτη ΣΤ’ (132 – 63 π.Χ.).

Από τον πρώτο δάσκαλό του, τον Αριστόδημο[18], ο Στράβων διδάχθηκε την ρητορική[19].  Το 44 π.Χ., ήρθε στην Ρώμη για να παρακολουθήσει τα μαθήματα δύο φιλοσόφων της αριστοτελικής σχολής, Τυραννίωνος και Ξενάρχου. Αργότερα, επηρεασμένος από τον πρώην δάσκαλο του Οκτωβιανού Αθηνόδωρο[20], μυήθηκε στην στωική φιλοσοφία.

Το 29 π.Χ. ο Στράβων κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο επισκέφθηκε την Γυάρο (στο Αιγαίο Πέλαγος), όπου διέτριβε ο Αύγουστος.  Ακολουθώντας τον έπαρχο της Αιγύπτου Αίλιο Γάλλο, στην πολεμική εκστρατεία του στην Αραβία, το 25 ή το 24,  ανέπλευσε τον Νείλο, φθάνοντας μέχρι την νήσο Φίλαι. Έως  το 17 μ.Χ., που παρακολούθησε τον θρίαμβο του Ρωμαίου στρατηγού Γερμανικού (15 π.Χ. – 19 μ.Χ.) στην Ρώμη, δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για τον Στράβωνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα αφιέρωσε στο έργο του, Γεωγραφικά.  Από τις χρονολογίες των προσωπικών του σημειώσεων, φαίνεται ότι άρχισε την συγγραφή ετούτου του βιβλίου (Γεωγραφικά), μετά την παραμονή του στην Αίγυπτο.  Διέκοψε την συγγραφή του μετά το 2  π.Χ. και την συνέχισε το 14 μ.Χ., ολοκληρώνοντας έτσι την τελική έκδοση του βιβλίου του, το 23 μ.Χ.

Οι ταξιδιωτικές παρατηρήσεις του Στράβωνος αποτελούν μικρό τμήμα του υλικού που χρησιμοποίησε σε ετούτο το σημαντικό έργο του, παρά το γεγονός ότι εκαυχάτο πως είχε ταξιδεύσει από την Αρμενία έως τις περιοχές της Τοσκάνης, απέναντι από την Μαύρη Θάλασσα, μέχρι τα σύνορα της Αιθιοπίας. Στα δε κεφάλαια για την Ιταλία (είχε ζήσει εκεί μεγάλο χρονικό διάστημα), η κατάθεσή του περιορίζεται σε λίγες εντυπώσεις.

Αξιόλογα στοιχεία των Γεωγραφικών του Στράβωνα, είναι οι αποστάσεις μεταξύ πόλεων, τα σύνορα χωρών ή  επαρχιών, οι κύριες αγροτικές και βιοτεχνικές  ασχολίες, οι πολιτικοί θεσμοί, οι εθνογραφικές  ιδιαιτερότητες και οι λατρείες, που συνδέονται με τις θρησκείες.  Ασχολήθηκε με  την ιστορία των πόλεων και των κρατών, τις συνθήκες ίδρυσής τους, σχετικούς μύθους ή θρύλους, πολέμους στους οποίους είχαν εμπλακεί, την διεύρυνση ή τον περιορισμό της έκτασής τους και τις προσωπικότητες που έζησαν σε ετούτες τις πόλεις ή τα κράτη.  Αναφέρονται  επίσης  τα ασυνήθιστα γεωλογικά φαινόμενα ή τα φαινόμενα που συμβάλλουν στην ερμηνεία άλλων φαινομένων, όπως οι παλίρροιες του Ατλαντικού ωκεανού στην Ιβηρία, τα ηφαιστειακά τοπία στην νότια Ιταλία και στην Σικελία, οι πηγές νάφθας κοντά στον Ευφράτη ή οι πλημμύρες του Νείλου.

Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες για την Ελλάδα καλύπτουν τρία βιβλία, δεν εμπεριέχουν αντίστοιχες  πληροφορίες  με εκείνες, άλλων χωρών. Ο Στράβων ενδιαφερόταν, περισσότερο για την ταύτιση των ομηρικών τόπων με εκείνους της εποχής του και λιγότερο για τα πραγματικά γεωγραφικά στοιχεία. Από τα βιβλία του προβάλλει η πίστη του, ότι ο Όμηρος κατείχε τη γεωγραφία της Μεσογείου και ότι η σωστή ερμηνεία του έργου του, θα αποκάλυπτε τις ευρείς γνώσεις του.

Στην εισαγωγή του (ο Στράβων) -έχοντας ήδη κατακρίνει τον Ερατοσθένη, για τον σκεπτικισμό του-,  αναπτύσσει την θέση του επ’ αυτής της αντίληψής του εσχετικά με την ευφυία του Ομήρου, ως την ιδιαίτερη συμβολή του στην γνώση της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης (οι εδώ πληροφορίες Mousa gr. Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία).

Τα Γεωγραφικά[21] του Στράβωνα

Ετούτο το μνημειώδες σύγγραμμα του Στράβωνα, αποτελείται από 17 βιβλία, που φέρουν αρχαίους ελληνικούς αριθμούς.  Αν και περιληπτικό, είναι σαφές, μεθοδικό και πολύτιμο για τις πληροφορίες που παρέχει, περιγράφοντας την ιστορία ανθρώπων και πόλεων, διαφορετικών περιοχών της εποχής του.  Το έργο του θεωρείται ο δεύτερος παγκόσμιος γεωγραφικός άτλαντας, της  παγκόσμιας ιστορίας μετά από το συνώνυμο σύγγραμμα του Ερατοσθένη[22], που αν και δεν έχει σωθεί, όπως ήδη ελέχθη, υπήρξε ο οδηγός  του Στράβωνα για την συγγραφή των Γεωγραφικών του.  Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες, για τον χρόνο της συγγραφής των Γεωγραφικών του Στράβωνα,  όμως από κάποια στοιχεία στις περιγραφές του, έχει υπολογιστεί ότι έχει συγγραφεί την εποχή του Τιβέριου, Αυτοκράτορα της Ρώμης.

Στο ζ΄ βιβλίο των Γεωγραφικών του Στράβωνα περιγράφονται η Γερμανία, η χώρα των Γετών, η Δακία, οι Βοροσθενίδες χώρες, η Μαιώτιδα, η Ταυρίδα, η Ιλλυρία, η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Θράκη.

Στα Γεωγραφικά, οι πληροφορίες και οι περιγραφές ακολουθούν την σειρά των ταξιδιών του  Στράβωνα και όχι την γεωγραφική σειρά των τόπων στους οποίους αναφέρεται. Εξαιτίας ετούτου,  σε κάποια από τα βιβλία του έργου του επαναλαμβάνονται γεωγραφικές περιοχές, με διαφορετικές ωστόσο, αναφορές.

Τι λέει ο Στράβων για τους Ιλλυριούς

Σχετικά με το θέμα των Ιλλυριών,  ο Στράβων, πληροφορεί τους αναγνώστες του, ότι στις ημέρες του, εκείνοι από τους  Ιλλυριούς προς τα νοτιότερα μέρη, οι οποίοι κατοικούσαν δίπλα στους Μακεδόνες και τους Ηπειρώτες, μιλούσαν ήδη  δύο γλώσσες[23]. Πληροφορεί επίσης ότι οι Ρωμαίοι με τις ληστρικές τους επιδρομές απώθησαν τους Ιλλυριούς, από τις παράκτιες περιοχές -όπου κατοικούσαν- προς το εσωτερικό μέρος της χώρας, ώστε να αναγκαστούν εκείνοι να ασχοληθοῦν με την γεωργία.  Συνεπεία ετούτου, το έθνος των Ιλλυριών κινδύνεψε να αφανισθεί («…ἀπέωσαν αὐτούς εἰς τήν μεσόγαιαν ἀπό τῆς θαλάττης Ρωμαῖοι, λυμαινομένους αὐτήν διά τῶν ληστηρίων, καί ἠνάγκασαν γεωργεῖν. Τραχεῖα δέ χώρα καί λυπρά καί οὐ γεωργῶν ἀνθρώπων, ὥστ’ ἐξέφθαρται (ἐν. τό ἔθνος), μικροῦ δέ καί ἐκλέλοιπε») γράφει Στράβων.

Μας είναι άγνωστα  τα χρονικά όρια της επιβίωσης  της  Ιλλυρικής γλώσσας. Και όπως τα νοτιότερα Ιλλυρικα φύλα στην εποχή του Στράβωνος, μιλούσαν δύο γλώσσες, παρόμοια και οι κάτοικοι στις παράκτιες περιοχές, πάνω από την γραμμή του Jireček, εκλατινίστηκαν. Στην ορεινή ενδοχώρα, όπου υπήρχαν προφανώς  μικρότερες γλωσσικές επιρροές, η Ιλλυρική γλώσσα αν και θα πρέπει να διατηρήθηκε επί μακρότερον, πληροφορούμεθα από τις  ποικίλες σχετικές πληροφορίες, ότι μάλλον είχε εξαφανισθεί, πριν από την εμφάνιση της Δακο-Θρακικής, η οποία τον 6ο αιώνα, ακόμα, αναφέρεται[24].

* Διόδωρος : Η ζωή και το έργο του

 Ο Διόδωρος γεννήθηκε στη μικρή πόλη Αγύριον της Σικελίας το 90 π.Χ., περίπου, σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου, ότι επισκέφτηκε την Αίγυπτο κατά την 180ή ολυμπιάδα, για σπουδές, τουτέστιν 60 – 56 π.Χ.[25]  Υποθέτουμε επίσης ότι έζησε μέχρι το 30  περίπου π.Χ., καθώς  το τελευταίο ιστορικό γεγονός που αναφέρει, εί­ναι ο αποικισμός του Ταυρομενίου από τον Οκταβιανό, γεγονός που τοποθετείται περί το 36 π.Χ., ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει στο έργο του η παραμικρή ένδειξη, για την ναυμαχία του Ακτίου (έλαβε χώραν το 31 π.Χ.), η οποία αποτέλεσε σταθμό, ως προς την εξέλιξη της πολιτικής ιστορίας της εποχής.

Ο Διόδωρος αναφερόμενος στην πολιορκία της Φάρου από τους Ιλλυριούς[26], γράφει ότι ο έπαρχος της Λισού (διορισμένος από τον Διονύσιο των Συρακουσών), επετέθηκε εναντίον των Ιλλυριών (είχαν μικρά πλοία από τα οποία άλλα αιχμαλώτισε και άλλα εβύθισε) και τους κατατρόπωσε.  Ότι εξόντωσε πάνω από πέντε χιλιάδες Ιλλυριούς και ότι αιχμαλώτισε περί τις δύο χιλιάδες.  Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι υποχρέωσαν τους Ιλλυριούς να καταφύγουν  στα άγονα ορεινά μέρη με αποτέλεσμα να απομείνουν ελάχιστοι, σε βαθμό ώστε το έθνος τους να κινδυνέψει να αφανισθεί[27].

*Πολύβιος : Ιλλυριοί : Άρβων-Άρβανον π.Χ. : Πού πρωτοαπαντά ο όρος

Ο Έλληνας Ιστορικός Πολύβιος, έζησε την περίοδο 203 – 120 π. Χ., και έγινε διάσημος, για το βιβλίο του Οι Ιστορίες[28] ή η Άνοδος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το οποίο καλύπτει ιστορικά την περίοδο 220–146 π.Χ. Επιπλέον είναι γνωστός για τις πολιτικές απόψεις του σε σχέση με την ισορροπία εξουσιών.  Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, χρησιμοποίησαν τις συγκεκριμένες απόψεις του Πολύβιου, στην Σύνταξη του δικού τους Συντάγματος.

Για πρώτη φορά απαντά στον Πολύβιο ο όρος  Άρβων-Άρβανον, με τον  οποίο προσδιορίζεται αρχαιότατη ελληνική τοπωνυμία και αφορά περιοχή της Ηπείρου και της σημερινής Αλβανίας.

Παρόμοια με  τον Διόδωρο, ο Πολύβιος επισημαίνει στα κείμενά του, την οδυνηρή θέση των Ιλλυριών, αναφερόμενος  στην πολιορκία των Ρωμαίων της ιλλυρικής πόλης Ίσσα, την οποία υπερασπιζόταν ο Δημήτριος ο Φάριος, εκ μέρους των Ιλλυρικών  στρατευμάτων.  Αναφέρει ότι στην συγκεκριμένη πολεμική σύγκρουση  Ρωμαίων – Ιλλυριών, η ήττα των Ιλλυριών από τα  Ρωμαϊκά στρατεύματα, υπήρξε ολοσχερής. Κάποιοι από αυτούς ( «…οι εν της Φαρωδιά…») διασώθηκαν, όμως όλοι οι άλλοι, κατέφυγαν «…εις τον Άρβων ασκεδασθέντες»[29] Ύστερα από ετούτο το ιστορικό γεγονός, οι Ιλλυριοί αφανίζονται από την ιστορική σκηνή ως λαός.

Ο Πολύβιος μας πληροφορεί επιπλέον, ότι οι Μακεδόνες χρησιμοποιούσαν διερμηνείς για να επικοινωνήσουν με τους Ιλλυριούς [Πολύβ. 28.8-9]: «ὁ δὲ Περσεὺς παραγενόμενος εἰς Στύβερραν τήν τελείαν ἐλαφυροπώλησεν καὶ τὴν δύναμιν ἀνέπαυσε, προσδεχόμενος τοὺς περὶ τὸν Πλευρᾶτον. παραγενομένων δ᾽αὐτῶν, ἀκούσας τὰ παρὰ τοῦ Γενθίου πάλιν ἐξ αὐτῆς ἔπεμπε τὸν Ἀδαῖον καὶ σὺν τούτῳ τὸνΓλαυκίαν, ἕνα τῶν σωματοφυλάκων, κα τρίτον τν λλυριν δι τ τν διάλεκτον εδέναι τν λλυρίδα[30]

Τι γράφουν για τους Ιλλυριούς και το  Άρβανο  οι  μ.Χ. συγγραφείς

α’. Στέφανος ο Βυζάντιος

Ο Στέφανος ο Βυζάντιος[31]  έζησε στα τέλη του 5ου μ.Χ. αι. και στο πρώτο μισό του 6ου μ.Χ. αι.  Σχετίζει με τους Ιλλυριούς την πόλη Αρβώνα (από το Άρβανο) ως Ιλλυρική, στο έργο του Εθνικά: «Αρβών, πόλις Ιλλυρίας, το εθνικόν Αρβώνιος και Αρβωνίτης».

β’. Μιχαήλ Ατταλειάτης (11ος  αι.)

Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (1022-1080), γεννήθηκε στην Αττάλεια της Παμφυλίας. Βυζαντινός αξιωματούχος, ιστορικός και νομικός, έζησε το δεύτερο ήμισυ του ενδέκατου αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη και τις γύρω επαρχίες της αυτοκρατορίας. Ηταν νεότερος σύγχρονος του Μιχαήλ Ψελλού (ίσως και μαθητής του) και ενδεχομένως μεγαλύτερος συνάδελφος  του Ιωάννη Σκυλίτζη. Οι δύο τελευταίοι  ήταν επίσης Βυζαντινοί ιστορικοί του 11ου αι, και τα έργα τους σώζωνται.

Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης είναι γνωστός κυρίως για την Ιστορία του η οποία καλύπτει την περίοδο 1034-1079, εντός της οποίας  καταγράφονται οι εσωτερικές ταραχές και οι εξωτερικές δοκιμασίες που προηγήθηκαν της δυναστείας των Κομνηνών, επομένως αξιόλογη πηγή για την περίοδο στην οποία αναφέρεται.

Στην διαμάχη μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής αριστοκρατίας, ο Ατταλειάτης που είχε ταχθεί με την δεύτερη μερίδα, είχε αποκτήσει ιδιαίτερη θέση στην Αυλή του Ρωμανού Δ’ του Διογένη (1068-71) κατά την διάρκεια της σύντομης και τραγικής βασιλείας του. Από την θέση του ετούτη ο Ατταλειάτης, παρουσίασε εκτενέστερα μεν το έργο του αυτοκράτορα, όχι όμως απόλυτα αντικειμενικά.

Αξιόλογη είναι και η φιλανθρωπική δράση του. Ίδρυσε μία μονή και ένα πτωχοκομείο, το καταστατικό της λειτουργίας των οποίων είχε συντάξει προσωπικά και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τον εν γένει πολιτισμό της εποχής του.  Ο Ατταλειάτης πέθανε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε εγκατασταθεί από αρκετά ενωρίς.

Καθώς ο Ατταλειάτης, ζει τον 11ο μ.Χ. αι., και γράφει γύρω στο 1080 μ.Χ., δεν αμφισβητείται η μνήμη του για τα  σπουδαία γεγονότα της εποχής του.  «[35.4-5] ὁ πρωτοπρόεδρος Βασιλάκης […] καταλαβν τ Δυρράχιον, στρατιν κ πασν τν πικειμένων κεσε χωρν συνελέγετο. Καὶ Φράγγους μεταπεμψάμενος ξ ταλίας […] εἶχε γὰρ κα ωμαίων πολλν στρατιωτικόν, Βουλγάρων τε κα ρβανιτν, κα οκείους πασπιστς οκ λίγους, ἄρας ἐκεῖθεν πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ἠπείγετο», γράφει. Αξιοσημείωτο στο εδώ σύντομο κείμενο, είναι το γεγονός, ότι δεν αναφέρει ούτε το όνομα Ιλλυριοί, μήτε το όνομα Αλβανοί,  ώστε να υπάρχει οιαδήποτε σύγχυση επ’ της συγκεκριμένης ιστορικής αναφοράς του[32].

Τα ακριβή λόγια του Ατταλειάτη και πάλι:

«[…] ὁ πρωτοπρόεδρος Βασιλάκης… καταλαβὼν τὸ Δυρράχιον, στρατιὰν κ πασν τν πικειμένων κεσε χωρν συνελέγετο, καὶ Φράγγους μεταπεμψάμενος ἐξ Ἰταλίας … εἶχε γὰρ καὶ ωμαίων πολλν στρατιωτικόν, Βουλγάρων τε καὶ ρβανιτν, καὶ οἰκείους ὑπασπιστὰς οὐκ ὀλίγους […]» 

γ’. Ο Ιωάννης Σκυλίτσης[33]

 Ο Σκυλίτσης που έγραψε την ιστορία του γύρω στο 1090 μ.Χ. δεν γνωρίζει «αδιαφοροποίητους  Σκλαβηνούς» στα Βαλκάνια, αλλά Βούλγαρους και Σέρβους / Τριβαλλούς. Στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας ειδικότερα, οι μόνοι Σλάβοι που γνωρίζει (ο Σκυλίτσης) είναι οι Βούλγαροι.

δ’.Έρα Βρανούση : Ατταλειάτης σε σχέση με τους Αρβανίτες και τους Αλβανούς

Πέρα από την πληροφορία που μας δίνει η Έρα Βρανούση, για τον τίτλο Κόμης της Κούρτης ή Κομισκόρτις, όπως τον αποκαλεί η Άννα Κομνηνή, στο μνημονειώδες έργο της, Αλεξιάς, μας πληροφορεί σχετικά και με τρία χωριστά χωρία της Ιστορίας του Ατταλειάττου ή -η, (ο οποίος γράφει την περίοδο 1079-1080[34]). Στα δύο χωρία υπάρχουν αναφορές για τους Αλβανούς[35] (Αλβανοί και Αλβανών, δίπλα στο Λατίνοι και Ρωμαίων αντίστοιχα). Δηλαδή δεν πρόκειται για ένα μόνο χωρίο στον Ατταλειάτη αλλά τρία!

Α. Στο πρώτο χωρίο, αναφέρεται σε γεγονότα της βασιλείας Μιχαήλ Δ’ του Παφλαγόνος (1034-1041) και εδώ υπάρχει χωρίο όπου αναφέρεται το όνομα Αλβανοί δίπλα στο Λατίνοι («… Αλβανοί και Λατίνοι…»).

Β. Στο  δεύτερο χωρίο, λίγο πιο κάτω από το πρώτο, ιστορεί πως όταν ανήλθε στο θρόνο, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042-1055), ο Γεώργιος Μανιάκης πρωτεργάτης του αγώνα εναντίον των Αγαρηνών, ο οποίος επί  του Μιχαήλ Δ’ του Παφλαγόνος, ανακαλείται, και δεσμεύεται, έχοντας ελευθερωθεί από το δεσμωτήριο και διοριστεί μάγιστρος και κατά της Ιταλίας,  στασιάζει ενόσω στην Ιταλία «…εκ της Ιταλικής αρχής επαναστάς, μετά των εκείσε συνόντων στρατιωτών ‘Ρωμαίων και Αλβανών…[36]»

Γ. Στο τρίτο χωρίο, ο Μ. Ατταλειάτης προς το τέλος της  ιστορίας του περίπου, ιστορεί εκτεταμένα γεγονότα που ο ίδιος ζει.  Αναφέρεται στην ενθρόνιση του Νικηφόρου Βοτανειάτη (1079)  και στην ανταρσία του  «…δουκός του Δυρραχίου και πρωτοπροέδρου Νικηφόρου του Βασιλάκη (στα τέλη του 1078 ή στις αρχές του 1079). Μεταξύ άλλων λέει ότι το στράτευμα του Βασιλάκη που βάδιζε εναντίον της Θεσσαλονίκης ήταν «….πολυάριθμον και αξιόμαχον: … είχε γαρ και Ρωμαίων πολλών στρατιωτικόν, Βουλγάρων  τε και Αρβανιτών και οικείους υπασπιστάς ουκ ολίγους…»[37]

Σημειώνεται ότι ο Ατταλειάτης υπογραμμίζει την εθνικότητα  των πολεμιστών στα τρία διαφορετικά χωρία του έργου του.  Επομένως γίνεται καθαρή διάκριση της εθνικότητας των Αλβανών και των Αρβανιτών.  Στην λατινική μετάφραση το «Αλβανοί» του Ατταλειάτη αποδίδεται με το Albani και όχι Albanenses. Τοιουτοτρόπως προκαλείται σύγχιση μεταξύ των εθνικών ονομάτων Αρβανίτες και Albanenses.

ε’. Άννα Κομνηνή

Η Άννα Κομνηνή  (1083-1148 ή 1153 (κατ’ άλλους)  ή από τον 11ο –τον 12ο αι), Θυγατέρα του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ τοῦ Κομνηνού, στο βιβλίο της Αλεξιάς, όπου ιστορεί τα κατορθώματα του πατέρα της, κάνει λόγο περί «τῶν καλουμένων Ἀρβανιτών». Η Α. Κομνηνή αναφέρεται και στις γύρω από το Άρβανον κλεισούρες, τις μικρές πόλεις στα σύνορα της περιοχής του Αρβάνου και τις ατραπούς και επιπλέον γράφει: «Καί ὡς ἐνόν τούς κατ’ αὐτήν ἠσφαλίσατο καί τήν τῆς ἀκροπόλεως φρουράν τοῖς ἐκκρίτοις Βενετίκοις τῶν ἐκεῖσε ἀποίκων ἀνέθετο, τήν δέ γε ἐπίλοιπον πᾶσαν πόλιν τῷ ἐξ Ἀρβάνων ὁρμωμένῳ Κομισκόρτῃ τά συνοίσοντα, διά γραμμάτων ὑποθέμενος». Διαπιστώνεται ότι αναφέρει μία φορά, την ὀνομασία του Αρβάνου στον πληθυντικό αριθμό, όταν λέει: «τῷ ἐξ Ἀρβάνων ὁρμωμένῳ Κομισκόρτῃ».

«Κομισκόρτης» : τι σημαίνει ο συγκεκριμένος τίτλος;

Ο τίτλος προέρχεται από την σύνθεση δύο λέξεων: από την λέξη Κόμης, που σύμφωνα με το Λεξικό Σουΐδας[38], σημαίνει Άρχων και από το ‘κόρτης’, που σημαίνει σκηνή. Σύμφωνα με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο (10ος αι.), στις αυτοκρατορικές εκστρατείες στις επαρχιακά θέματα (Θέμα = τμήμα του Βυζαντίου που διοικείτο από τους καλούμενους Ακρίτες, οι οποίοι αναλάμβαναν καθήκοντα αναχαίτησης των πειρατών και λιστών εξ Ανατολών, που μάστιζαν τις  απομεμακρυσμένες περιοχές της αυτοκρατορίας), ο Κόμης και οι υποτελείς του, οι αποκαλούμενοι ‘κορτηνάριοι’, ήταν υπεύθυνοι για το στήσιμο της αυτοκρατορικής σκηνής και επιπλέον καθήκον τους ήταν, να βοηθάνε τον Δρουγγάριο της Βίγλας[39], για την φύλαξη του στρατοπέδου στην διάρκεια της νύχτας.

Σύμφωνα με την Άννα την Κομνηνή, το αξίωμα του Κόμη της Κόρτης ή Κομικόρτης, μαρτυρείται σε σφραγίδες και έγγραφα, από τον 8ο αι. ως τις αρχές του 12ου αι. και ο κάτοχος αξιωματούχος ετούτου του τίτλου, ανήκε στο επιτελείο του Στρατηγού, τουτέστιν του στρατιωτικού διοικητή του θέματος. Συχνά σε σφραγίδες, αναφέρεται και το όνομα της επαρχίας όπου υπηρετούσε.

Ο αυτοκράτορας είχε επίσης (συνήθως), έναν Κόμη της Κόρτης, στην προσωπική του υπηρεσία, από τους οποίους γνωστότερος ήταν ο Μιχαήλ Β´, που υπηρέτησε υπό τον Νικηφόρο Α’ (802–811).  Δεν είναι βέβαιο ποια ακριβώς ήταν τα καθήκοντά του, σύμφωνα όμως με αφηγήσεις από διάφορες πηγές και σε σχέση με τον ρόλο του Κόμη της Κόρτης, συμπεραίνεται ότι ο Κόμης εμπλεκόταν κατά κόρον, σε θέματα δικαστικά και αστυνόμευσης.

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Οικονομίδη[40] (Βυζαντινών Σπουδών), ο Κόμης της Κόρτης μείναι είδος επιτελάρχη.  Υπάρχει και η άποψη ότι οι κάτοχοι ετούτου του αξιώματος, έφεραν ενδιάμεσα, αυλικούς τίτλους, όπως Σπαθάριος και Κανδιδάτος. Προφανώς υπήρχαν πολλοί και διαφορετικοί τίτλοι στην αυτοκρατορία, ανάλογα με τα καθήκοντα τα οποία επωμίζονταν οι έμπιστοι αυλικοί[41].

Ο τίτλος «Κομισκόρτης» στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής : σχετικές πληροφορίες από το κείμενο του Κ. Καραστάθη : η θεωρία της Έρα Βρανούση

Ο Κ. Καραστάθης[42] λέει ότι  ο Ducellier θεωρεί τον όρο «Κομισκόρτης» ως κύριο όνομα. Η Έρα Βρανούση[43] υποστηρίζει  ότι ο συγκεκριμένος όρος, δεν είναι κύριο  όνομα,  αλλά ο τίτλος  «κόμις τῆς κούρτης», αξίωμα, του άρχοντα ο οποίος διοικούσε το Δυρράχιο.  Πληροφορούμεθα λοιπόν, ότι στο κείμενο της Ε. Βρανούση, ο τίτλος «Κομισκόρτης», θεωρείται τίτλος  άρχοντος εν εξουσία.

Άρβανο : Αλβανία : Απόψεις

Υπάρχει μία αδυναμία στις παρακάτω καταθέσεις σχετικά με το Άρβανο.

  1. John Wilkes[44] : Κατ’ αρχήν ο John Wilkes αμφισβητώντας για την ταύτιση του Αρβάνου (όπως ετούτο αναφέρεται στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής) με την Αλβανόπολη των Αλβανών, γράφει τα ακόλουθα: «Δεν είναι βέβαιο ότι το Άρβανον της Άννας Κομνηνής είναι το ίδιο με τήν Αλβανόπολιν των Αλβανών, μια τοποθεσία που σημειώνεται στο χάρτη του Πτολεμαίου και αναφέρεται επίσης σε μια αρχαία οικογενειακή επιτύμβια πλάκα από τούς Σκούπους (Σκόπια), η οποία έχει ταυτισθεί μέ το ορεινό οχυρό Ζγκερντές κοντά στην Κρούγια της Βόρειας  Αλβανίας.  Εξάλλου έχει προταθεῖ ἡ ταύτιση τοῦ Αρβάνου με την πεδιάδα τοῦ ποταμού Ματ καί όχι με κάποια συγκεκριμένη πόλη».
  2. Αραβαντινός[45] : Ο Αραβαντινός, στις αναφορές του για την ίδια περιοχή, την αποκαλεί Άρβανον και Άρμπρι.
  3. Ψαλίδας[46] : Ο δάσκαλος Ψαλίδας την ονομάζει  το Άρβανον, Άρμπηρ(ι)
  4. Κουτσονίκας[47] : Ο Κουτσονίκας το αποκαλεί Άρβανον.
  5. Αχιλλέας Λαζάρου[48] : Ὁ ιστορικός Αχιλλέας Λαζάρου θεωρεί ως κοιτίδα των Αρβανιτῶν την Β ό ρ ε ι ο Ήπ ε ι ρ ο  και τις βορειότερες, αδριατικές περιοχές, όπου άνθιζαν ελληνικές πόλεις καί εμπορικοί σταθμοί, και που επιπλέον αποτελούσαν οικονομικά – εκπολιτιστικά κέντρα. Αναφέρει ακόμη ότι για την μακραίωνη  παρουσία των Ελλήνων σε ετούτες τις περιοχές μιλούν πολλοί ξένοι επιστήμονες, και κυρίως Ἰταλοί, και αναφέρει τους  Braccesi, Gittiκ και άλλους.
  6. Έρα Βρανούση : Η Έρα Βρανούση επί του θέματος Αρβανίτες – Αλβανοί, υποστηρίζει ότι ο όρος Αλβανοί, για τους ομώνυμους πληθυσμούς της Βαλκανικής, οφείλεται κυρίως σε λογίους («αρχαιομαθεῖς και αρχαΐζοντες»), καθώς ετούτος εμφανίζεται γύρω στον 14ο αἰώνα, τρεις αιώνες κατόπιν του Ατταλειάτη,  ο οποίος για πρώτη φορά μνημονεύει ετούτους τους πληθυσμούς ως Αρβανίτες.  Υπογραμμίζει την σημασία του γεγονότος ότι οι:  Μιχαήλ Ἀτταλειάτης, Σκυλίτζης – Κεδρηνός[49] και η Άννα Κομνηνή, γνωρίζουν και χρησιμοποιούν μόνο το όνομα Αρβανίτες. «Κατασκευάσματα λογίων» θεωρεί και τους   όρους «Άλβανον» και «Αλβανίτες».

Σύμφωνα με  την Ε. Βρανούση  ο χρονικογράφος Γεώργιος Ακροπολίτης[50] πρωτοστατεί στην χρήση ετούτων των όρων. Και δεν είναι αποδεκτό ότι  από τον όρο Αλβανία, παράγεται ο όρος Αλβανίτης, παρόμοια όπως συμβαίνει με το όνομα Άρβανο – Αρβανίτης. Το Αλβανίτης μπορεί να σχετίζεται με την λέξη Αλβανόν, όρος τῆς Ρώμης, οπότε ως τέτοια η λέξη έχει άλλη έννοια και επομένως διαφορετική της σημερινής.

Κατά την Ε. Βρανούση πάντα, ο πανάρχαιος ελληνικός όρος Άρβανον, δεν μπορεί να γίνει Άλβανον, μήτε ο Αρβανίτης, Αλβανίτης . Οι  όροι Άρβανον – Αρβανίτης,  ανήκουν στους Ἕλληνες, που  κατοικούσαν την περιοχή Άρβανον για πολλούς αιώνες, ενωρίτερα από την άφιξη των Αλβανών. Επομένως  στηρίζει το ΟΧΙ στους Αλβανούς, όπως προτείνουν ή ισχυρίζονται κάποιοι. Ο δε Ρουμάνος καθηγητής Petar Skok, μας λέει ότι με το που εισέδυσαν στην συγκεκριμένη περιοχή (του Άρβανου) οι καλούμενοι Σκιπιτάροι (Γκέκηδες και Τόσκηδες), ονομάστηκαν και αυτοί Αρβανίτες, όμοια με τους  ντόπιους.

Οι Αλβανοί παρουσιάζονται στο  προσκήνιο της Ιστορίας τον 11ο αι. μ. Χ. έχοντας δανειστεί το ελληνικό όνομα Αρβανίτες, το οποίο όμως δεν υιοθέτησαν ποτέ[51].

Εκτός  από τον  Ακροπολίτη,  ο Παχυμέρης,  ο Γ.  Φραντζής  και άλλοι (νεότεροι), κάνουν λόγο  για «Αλβανίτας» κατά το Αρβανίτας –ες. Ο δε όρος Αλβανοί εμφανίζεται στην ιστορία τον 14ο αι. μ. Χ., από τον Ἰωάννη Καντακουζηνό, στο έργο του «Ιστορίαι»[52].

Ο όρος Αρβανίτες έλαβε κάποτε διαφορετικές, αντιφατικές έννοιες στην πορεία του χρόνου.  Αρχικά βέβαια αφορούσε τους Έλληνες που κατάγονταν από το Ἀρβανο. Στην συνέχεια το Άρβανο θεωρήθηκε ότι αντιπροσώπευε και την καταγωγή των Αλβανών. Αργότερα αντιπροσώπευε την καταγωγή των Αλβανών  και κατόπιν τους εποίκους της Ελλάδας από την Ήπειρο και την Αλβανία.  ̇Στην συνέχεια εκπροσώπησε πάλι τους Έλληνες που γνώριζαν την αρβανίτικη γλώσσα, ύστερα πάλι εκπροσώπησε τους κατοίκους της Αλβανίας (στην περίοδο της Τουρκοκρατίας), αργότερα  τους εξισλαμισμένους Αλβανούς, που λεηλατούσαν και λήστευαν στην σκλαβωμένη από τους Τούρκους, Ἑλλάδα.

Ο Κολοκοτρώνης αποκαλούσε Αρβανίτες τους εξομώτες Αλβανούς (μόνο). Και άλλοι ιστορικοί εννοούν τους Αρβανίτες με τον όρο Αλβανοί και τανάπαλιν. Στην Ήπειρο, Ηπειρώτης συγγραφέας, ο Σπ. Στούπης, πληροφορεί ότι, με την χρήση του  όρου Αρβανίτες εννοούσαν, κατά κανόνα τους Τουρκαλβανούς[53]. Σε ετούτη την τελευταία παράγραφο διαπιστώνεται το μπέρδεμα των όρων και τι αντιπροσωπεύουν ετούτοι, είτε από άγνοια είτε εσκεμμένα από μερικούς… Οι χρόνοι υπήρξαν χαλεποί και οι άνθρωποι δεν είχαν εκπαίδευση!

Και προχωρούμε…

Κατά τον  Κ. Άμαντο, οι Ἠπειρῶτες που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη αποκαλούνταν Αρβανίτες. Οι Κερκυραίοι αποκαλούσαν Αρβανίτες, τους ορθόδοξους χριστιανούς της Ηπείρου, ενώ τους μουσουλμάνους, τους αποκαλούσαν Τούρκους.  Ο Βακαλόπουλος καταθέτει: «…οἱ Ἠπειρῶται ἐλέγοντο ἄλλοτε ἐν Τουρκίᾳ καί Ἀρβανῖται ὡς γνῶσται τῆς ἀλβανικῆς γλώσσης». Ο Ψαλίδας χρησιμοποίησε την λέξη Αλβανία ακόμη και για την Ήπειρο, ως την «λογίαν μορφήν τοῦ παλαιότερον ὑπό τῶν ἄλλων Ἑλλήνων διά τήν Ἤπειρον χρησιμοποιουμένου ὅρου ρβανιτιά». Ωστόσο στο πρώτο υπόμνημά του από την Κέρκυρα προς τον Καποδίστρια (15/27 Αὐγ. 1828) γράφει: «…ἡ Ἤπειρος κακά λέγεται Ἀρβανιτιά, ἐνῶ κανείς ἀρβανίτικα δέν ἠξεύρει».

Όλα ετούτα τα παρελθοντικά ακούσματα – παρατράγουδα – θεωρίες,  ανήκουν σε λογίους που γράφουν σε άλλες εποχές, ως  έχουν ακούσει ή θεωρούν ότι γνωρίζουν προσωπικά, ή ακόμη επειδή αρέσκονται να πρωτοτυπούν (υποστηρίζοντας μία δική τους έποψη ώστε να διαφέρουν από την όποια πραγματικότητα), είτε και λόγω ελλείψεως γνώσεων, υποστηρίζοντας μία θεωρία ολωσδιόλου μπερδεμένη και άσχετη τελικά, με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα.

Μέχρι τα μέσα, περίπου, του 14ου αι., οι γειτονικοί λαοί ονόμαζαν την  χώρα των Αλβανῶν, Αρβανιτία, και αργότερα  Αλβανία και εως τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε απέκτησαν κράτος. Οι Αλβανοί ωστόσο, απέρριψαν αμφότερες τις προηγούμενες ὀνομασίες, υιοθέτησαν  το όνομα Σκιπετάρ  και την χώρα τους την βάπτισαν Shqiperia (Σκιπέρια).  Διαφόροι ἐρευνητές, δίνουν διαφορετικές επεξηγήσεις σε ετούτες τις ονομασίες. Shqiperia σημαίνει χώρα των αετῶν (shqip = αετός), κατ’ άλλους τόπος βραχώδης, ενώ άλλοι λένε ότι η λέξη παράγεται από την δαρδανική πόλη Σκούποι (Σκόπια).  Άλλοι πάλι θεωρούν ότι σημαίνει οπλοφόροι (shqipeto=όπλο).

Με τις παραπάνω πληροφορίες που προέρχονται από το κείμενο της Έρα Βρανούση, προχωράμε σε μία άλλη προσωπικότητα, την  Μαρία Μιχαήλ-Δέδε.

  1. Μαρία Μιχαήλ-Δέδε

Η Μαρία Μιχαήλ-Δέδε[54] αναφέρεται στους Έλληνες Αρβανίτες στο ομώνυμο βιβλίο της. Θεωρεί ότι ετούτοι δεν είχαν καμμία υποχρέωση να έρθουν στην Ελλάδα και ότι η κάθοδός τους σε αυτήν, ήταν ολοκληρωτικά δική τους εκλογή. Είναι  περίοδος δεινών για την Ελλάδα και ενώ πολλοί από αυτούς επιλέγουν  να μείνουν Έλληνες – Χριστιανοί και να υποστούν τα πάντα κατερχόμενοι  στην χαντακωμένη Ελλάδα, κάποιοι άλλοι (από αυτούς), έρχονται στην Βενετία, γίνονται υπήκοοι Βενετοί και  υπηρετούν ξένους ηγεμόνες, Χριστιανούς μεν, αλλά με άλλη ίσως κατεύθυνση από την ορθοδοξία[55].

  1. Καραστάθης Κωνσταντίνος

Μετά από την σχετική με το θέμα έρευνα για το Άρβανο, διαφωνώ με τον Καραστάθη Κωνσταντίνο (Αρβανίτης-Έλληνας ακαδημαϊκός), όταν στο κείμενό του: Έλληνες από το Άρβανον.  Η Αλήθεια για την Ταυτότητα των Αρβανιτών Εποίκων μας, σε δύο παραγράφους του βιβλίου του, καταθέτει:

Παράγραφος Ι: ότι οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Ο Καραστάθης Κωνσταντίνος στην πρώτη παράγραφο λέει ότι οι Ιλλυριοί μετακινούμενοι σε υψηλά ορεινά μέρη[56] διατήρησαν μεν το έθνος τους, αλλά στην απόλυτη απομόνωσή τους ότι ξέχασαν τους άλλους και εκείνοι αυτούς.  Κύρια ασχολία τους υπήρξε η καλλιέργεια της άγονης γης τους και η κτηνοτροφία. Προχωρά ωστόσο σε ένα σοβαρό ατόπημα όταν σύμφωνα με αυτά που καταθέτει,  θεωρεί ότι οι Ιλλυριοί είναι οι πρόγονοι των Αλβανών[57]. Λέει επιπλέον ότι οι Αλβανοί, επανεμφανίζονται στην «…γειτονική τους ‘Ηπειρο και στην Ιστορία κατά το 1079 μ. Χ. …»

Παράγραφος ΙΙ:  Το άλλο λάθος του Καραστάθη Κωνσταντίνου  σχετίζεται με τις αναφορές του Μιχαήλ Ατταλειάτη.  Λέει ότι ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, αναφέρει  τους  Αλβανούς στο 1079, ως  Αρβανίτες, ενώ  αντίθετα ο Ατταλειάτης, δεν σχετίζει ετούτα τα δύο διαφορετικά ονόματα με έναν λαό.  Προσθέτει ωστόσο (ο Καραστάθης Κωνσταντίνος), ότι Αρβανίτες είναι το παλαιό όνομα των πρώτων Ελλήνων οικιστών του Αρβάνου.  Λέει επίσης ότι ερχόμενοι οι Αλβανοί στη βόρεια όχθη του Αρβάνου  επιδόθηκαν σε αρπαγές κλοπές λεηλασίες και άλλες βιαιοπραγίες εναντίον των Ηπειρωτών που κατοικούσαν στην περιοχή[58].

Το μεγαλύτερο όμως ατόπημά του Καραστάθη Κ. εξακολουθεί να είναι η κατάθεσή του ότι οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν ερεύνησε την γλωσσολογική σχέση των Αλβανών με εκείνη των Ιλλυριών.  Γιατί τότε θα διαπίστωνε ότι η γλώσσα των Ιλλυριών ανήκει στην δέσμη των Ευρωπαϊκών γλωσσών που ονομάζεται centum, αντίθετα η γλώσσα των Αλβανών ανήκει στη δέσμη γλωσσών των Περσών  που ονομάζεται…. satem.[59]

Επεξηγούμε λοιπόν ότι η  σημερινή Αλβανική γλώσσα (η οποία είναι γνωστή από γραπτές πηγές όχι ενωρίτερα από τον 15ο  αι.  μ.Χ.) και  ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από την Ιλλυρική γλώσσα, για την οποία όμως η (σύγχρονη) έρευνα,  τείνει να αποδείξει ότι ανήκει στην Δυτική ομάδα γλωσσών, centum μάλλον, οπότε αποκλείεται να είναι η γλώσσα των προγόνων των  Αλβανών, και οι Ιλλυριοί οι πρόγονοι αυτών.

Νεώτερες απόψεις τοποθετούν την καταγωγή των Αλβανών, σε κάποιο από τα θρακικά  φύλα της ενδοχώρας και την εγκατάστασή τους  στην σημερινή Αλβανία, τους πρώτους αιώνες του Βυζαντινού κράτους.  Πιθανότερη φαίνεται η καταγωγή του αρχικού φυλετικού πυρήνα[60] από το αρχαίο Δακικό φύλο των Κάρπων, για το οποίο πιστεύεται ότι μετακινήθηκε από τα βόρεια των Καρπαθίων, όπου εντοπίζεται τον 2ο-3ο  αιώνα μ.Χ. και τέλος, κάποια περίοδο μεταξύ του 5ου -10ου αι. εγκαθίσταται στην γύρω από την Σκόδρα, περιοχή.

Αναφέρονται επίσης και ως Καρποδάκες, φύλο το οποίο απέφυγε την υποταγή στους Ρωμαίους, όπως και ορισμένα άλλα μικρά φύλα της περιοχής που είχαν αποσυρθεί σε απρόσιτο έδαφος για στρατιωτικές επιχειρήσεις  στα  Καρπάθια όρη. Καθώς μέσω των ερευνών  προσκομίζονται ολοένα και περισσότερα στοιχεία, τα οποία συγκλίνουν στην ταυτοποίηση αυτού του Δακικού φύλου με τους σημερινούς  Αλβανούς, θεωρείται όλο και περισσότερο  ως το προγονικό τους φύλο, γεγονός που απορρίπτει οριστικά «την αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη ούτως ή άλλως καταγωγή των σημερινών Αλβανών από τους Ιλλυριούς»[61].

Οι Κάρποι ή μεγάλο τμήμα τους,  φαίνεται ότι μετανάστευσαν τον 5ο  περίπου αι. μ.Χ. με  άλλα δακικά φύλα και αρχικά εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή των Σκοπίων, απ’ όπου άρχισαν να μετακινούνται τον 10ο  αι. μ. Χ. στο βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας (Σκόδρα). Εκεί απορρόφησαν πιθανόν τους ολιγάριθμους πληθυσμούς εκρωμαϊσμένων Ιλλυριών και από ετούτη την συγχώνευση, προέκυψαν οι σημερινοί Γκέγκηδες (βόρειοι Αλβανοί), ενώ η εθνογένεση των Τόσκηδων (νότιοι Αλβανοί) ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη, λόγω των Ελλήνων της περιοχής[62].

Επαναλαμβάνουμε και πάλι ότι κρίσιμο σημείο παραμένει η θέση της Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών:

1.Την Ανατολική ή ομάδα satem, που περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και

2.Την Δυτική ή ομάδα centum στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες Ρωμανικές – Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές γλώσσες (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές).

9.Γιάννης Β. Πέππας

Ο φιλόλογος Γιάννης Β. Πέππας αναφερόμενος στον ακαδημαϊκό Κ. Καραστάθη, σχολιάζει το γεγονός ότι ετούτος συγκεντρώνεται στην σημερινή απώλεια των αρβανίτικων[63] από τους Έλληνες Ηπειρώτες, θέση η  οποία κατά την γνώμη του είναι εσφαλμένη.  Επεξηγεί ότι οι Αρβανίτες δέχτηκαν γλωσσικά δάνεια από τους «σκιπτάρ» και παρόμοια από τα τούρκικα, τα σλαβικά επίσης και από ξένα γλωσσικά ιδιώματα, όπως τα λατινικά,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκατέλειψαν το ιδίωμα της γλώσσας των. Ότι  αργότερα επιβλήθηκε ως ιδίωμα, από τους αναφερόμενους  παραπάνω αλλόγλωσσους, που το είχαν ήδη υιοθετήσει από αυτούς, δηλαδή τους Έλληνες Αρβανίτες.  Αυτό αποδεικνύεται από τα Βυζαντινά και  μεσαιωνικά δάνεια της Ελληνικής στην γλώσσα των Αρβανιτών, για παράδειγμα οι λέξεις: κοροβές, κουσάρ. Αυτό αποδεικνύει ότι η Αρβανίτικη εξελισσόταν παρόμοια εκτός Ελλάδας παρόμοια όπως και η ελληνική των Ελλήνων των ελληνικών περιοχών[64].

  1. Η Έρευνα του Μιλτιάδη Ηλία Μπόλαρη, Σικάγο[65]

Τι μας λέει ετούτος ο ερευνητής…  «Η πρώτη αναφορά για «Αρβανίτες» (όχι γιά «Αλβανούς»), γίνεται γύρω στά 1043 καί αργότερα στα 1080, καί αφορά την περιοχή Άλβανον ή Άρβανον. Στα μέσα περίπου του επόμενου αι., και αργότερα κυκλοφορεί η φήμη γιά την περιοχή Άρβανον (τώρα ως πριγκιπάτο).» Ο ερευνητής συγκρίνοντας δύο γλώσσες την Ρουμανική και την Αλβανική, λέει για την πρώτη,  ότι έχει ήδη αποδειχθεί πως  οι λέξεις με υπόβαθρο την Ρουμανική είναι Δακο-μυσικές, και ότι αυτή (η Ρουμανική) είναι τελικά εκλατινισμένη Δακική. Για την Αλβανική καταθέτει ότι είναι δακική γλώσσα μερικώς εκλατινισμένη.[66] Επίσης ότι η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα αποδέχεται ότι οι Αλβανοί, δεν μπορεί να είναι γηγενείς της περιοχής στην οποία ζούνε σήμερα.  Δεν είναι Πελασγοί, παρόμοια όπως οι Σκοπιανοί, δεν είναι Μακεδόνες.

Θεωρεί ακόμη ότι  δεν είναι Ιλλυριοί, όπως ήδη αναφέρθηκε σε ετούτη την μελέτη και ως απόδειξη φέρει το λεξιλόγιό τους,  το οποίο δεν αποδεικνύει παρόμοια εξελικτική συσχέτιση με εκείνο των Ιλλυριών. Στο λεξιλόγιό τους παρουσιάζονται μόνο δάνεια από την Λατινική, την «Πρωτοσλαβική» και την Ελληνική γλώσσα.  Τα δάνεια από την Λατινική αποδεικνύεται ότι προέρχονται από την Λατινική Δαλματίας, όπως και διάφορα τοπωνύμια της  Αλβανικής, που κάποτε προέρχονταν και από την ελληνική: π.χ. «τα Σκόδρα – Σκούταρι- Shköder από  το Λατινικό Scodra (Τίτος Λίβιος), που μάλλον προέρχεται από Ιλλυρική λέξη, η οποία αποδιδόταν στην Αρχαία Ελληνική, ως «Σκάρδον», από το εθνικό όνομα Σκορδίσκοι-Skordisci, που μάλλον προέρχεται από το όνομα του όρους Σκάρδος ή Σκόρδος. Η Αλβανική ονομασία Shköder δεν προέρχεται από το Σκάρδον (ως γλωσσολογική συνέχεια) αλλά αποτελεί ένα μετα-μεσαιωνικό δάνειο από το Σκόδρα, καθώς ακολουθεί το -δρ- αντί του –ρδ-»[67].

Όσον αφορά το Elbasan ή Elbasani- Ελμπασάν, οι Αλβανοί προσπάθησαν μεν να αποδείξουν την συγγένεια ετούτου με το Ινδοευρωπαϊκό alb-, ώστε να δεθεί ετούτο με το όνομα «Αλβανία», όμως, είναι ήδη γνωστό ότι το Elbasan ή Elbasani, επανιδρύθηκε στο ήδη υπάρχον Ελληνικό «Νιόκαστρο», από τον Μωάμεθ τον Β΄ και ονομάστηκε τελικά il-basan, που στην Τουρκική σημαίνει, «το κάστρο»!

Η δε ονομασία Tirana – Τίρανα, αποδεικνύεται ότι δεν προέρχεται  από τον ελληνικό τίτλο Τύραννος, αλλά ιδρύθηκε από τους Τούρκους το 1614, και είναι από τις ελάχιστες Αλβανικές πόλεις που το όνομά της προέρχεται από την Αλβανική.  Ετυμολογικά  προέρχεται από το Αλβανικό të rrëna, που σημαίνει «τα πεσμένα», εξαιτίας της γεωλογικής μορφολογίας του εδάφους της (χαρακτηρίζεται για φαινόμενα κατολισθήσεων).

Περισσότερα στοιχεία σχετικά με την Αλβανική γλώσσα και σε σχέση με τους ισχυρισμούς αυτών, ότι κατάγονται από τους Ιλλυριούς

*Η Αλβανική γλώσσα δεν διαθέτει δική της θαλασινή ορολογία, αντίθετα προς τους Ιλλυριούς, οι οποίοι αναγνωρίζονται ιστορικώς, ως δεινοί πειρατές.  Με τις πειρατείες τους εξόργιζαν τους Ρωμαίους,  οι οποίοι  για να προστατεύσουν την ναυτιλία τους,  ήλθαν εναντίον των παραλίων της γης των. Αποδεικνύεται  λοιπόν ότι η Αλβανική γλώσσα έχει δανειστεί εξ ολοκλήρου την Θαλασσινή ορολογία της (και για τα ψάρια) από την Νέα Ελληνική και την Ιταλική γλώσσα. Αυτό αποδεικνύει ότι οι Αλβανοί δεν προήλθαν από παραθαλάσσια περιοχή, όπως οι Ιλλυριοί, επομένως δεν σχετίζονται με τους Ιλλυριούς.

**Οι  αγροτικές λέξεις της Αλβανικής γλώσσας (αυτές που σχετίζονται με το άροτρο και με την καλιέργεια) είναι δάνεια από την Σλαβική, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι η Αλβανική γλώσσα δεν εξελισσόταν σε πεδινά εδάφη αλλά σε υψόμετρα, τουτέστι ορεινές περιοχές. Διαθέτει λοιπόν πλήρες λεξιλόγιο που αφορά τις ποιμενικές ενασχολήσεις και τα σχετικά με αυτές αντικείμενα, με δικές του Αλβανικές λέξεις, παρά το γεγονός ότι εδώ απαντούν και Τουρκικές λέξεις, όπως: coban (βοσκός), (αυτό απαντά και στην Ελληνική, τσομπάνης), ή Λατινικές λόγιες λέξεις όπως το grigje (κοπάδι), που προέρχεται από την βιβλική (Χριστιανική), ορολογία.

***Για εκείνους που υποστηρίζουν ότι οι Αλβανοί κατάγονται από τους Ιλλυριούς, αποτελεί πρόβλημα η ολοκληρωτική έλλειψη των αρχαίων Ελληνικών λέξεων στην Αλβανική, εκτός  ονομάτων κάποιων φυτών, τα οποία πιθανόν να είναι δάνεια της Ελληνικής γλώσσας από την αρχαία Θρακική. Όλες δε οι Ελληνικές λέξεις που απαντούν στην Αλβανική, προέρχονται από την Μεσαιωνική Ελληνική και την Νέα Ελληνική, επομένως η Αλβανική γλώσσα δεν είναι δυνατόν να προέρχεται από την Ιλλυρική, η οποία (για αιώνες) βρισκόταν σε άμεση επαφή με την ελληνική.  Στα νότια της γραμμής Γιαριτσέκ, της τωρινής Αλβανίας, η γλώσσα των Ιλλυριών απορροφήθηκε από την Ελληνική.

****Όσον αφορά τα Λατινικά δάνεια της Αλβανικής, που αποτελούν και τον κύριο κορμό της Αλβανικής γλώσσας, προέρχονται από  την Ανατολικο-βαλκανική λαϊκή (vulgar) της Λατινικής, και σχετίζονται  δομικά με την Ρουμανική («…και όχι με τα Λατινικά της δυτικής Βαλκανικής τα λεγόμενα Δαλματικά, όπως τα Ραγκουσιανά του Ντουμπρόβνικ, πχ, που έχουν δομική γλωσσική συγγένεια με την Ιταλική»). O Βούλγαρος Ινδοευρωπαϊστής γλωσσολόγος Βλαδιμίρ Γκεόργκιεφ ισχυρίζεται πως η Αλβανική διαμορφώθηκε μεταξύ 4ου  καί 6ου  αιώνα μ.Χ.,  στην περιοχή όπου είχε αρχίσει να δημιουργείται η Πρωτορουμανική. Ο Γκεόργκιεφ δίνει ισχυρά παραδείγματα της κοινής Ανατολικο-Βαλκανικής γλωσσικής εξέλιξης των δύο γλωσσών: της Αλβανικής καί της Ρουμανικής.

*****Σχετικά με την  Εκκλησιαστική ορολογία της Αλβανικής, θεωρείται ότι προέρχεται από την Λατινική, αν και δεν πείθει, σύμφωνα πάντα με τον ερευνητή Μπόλαρη.  Θεωρείται ότι οι Αλβανοί «περικυκλωμένοι» από Ελληνορθοδόξους, ήταν αρχικά Ελληνορθόδοξοι. Όταν κατέφτασαν οι Τούρκοι, φαίνεται ότι   εκχριστιανίστηκαν γιατί έφεραν την Λατινική (Χριστιανική) ορολογία, από περιοχή όπου ο καθολικισμός ασκούσε μεγαλύτερη επιρροή από εκείνη της Ορθοδοξίας. Αυτό μπορεί να έχει συμβεί στις απώτερες περιοχές της Βαλκανικής, όπως για παράδειγμα στην Τρανσυλβανία, όπου η Ρουμανική Ορθοδοξία και ο Ουγγρικός Καθολικισμός, συναντώνται.

Αυτά καί πολλά άλλα στοιχεία συντελούν, ώστε μελετητές όπως ο Βούλγαρος Βλαντιμίρ Γκεόργκιεφ και Ρουμάνοι γλωσσολόγοι, να δηλώνουν, ότι αρχική κοιτίδα των Αλβανών ήταν οι δυτικές παρειφές των Καρπαθίων ορέων, όπου πριν τον ερχομό των Ρωμαίων, ομιλείτο η Δακο-Μυσική. Ετούτη η περιοχή ως ορεινή, ήταν κατάλληλη για τον ποιμενικό βίο των Αλβανών. Ωστόσο σε κάποια ιστορική περίοδο, Δάκες ποιμένες της Τρανσυλβανίας, μερικώς εκλατινισμένοι, αναγκάστηκαν για κάποιους λόγους  να μετακομίσουν  σε ενδότερα εδάφη της αυτοκρατορίας, πέρασαν στο Κοσσυφοπέδιο που ήταν και κοντά τους και επίσης κατάλληλο για χειμαδιά. Ετούτη η σημαντική ειρηνική μετακίνηση Χριστιανικού ποιμενικού λαού και εντός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δεν αναφέρεται από  Βυζαντινό ιστορικό, καθότι οι Βυζαντινοί αναφέρονται σε εξωτερικούς εχθρικούς λαούς της επικράτειας του Βυζαντίου μόνο καί όχι σε μετακινήσεις ολιγάριθμου ποιμενικού πληθυσμού, όπως ετούτος.  Δεν επρόκειτο για βίαια εισβολή Βασβάρων ή τις επιδρομές των Βουλγάρων, των Σλάβων ή των Κουμάνων[68].

Η περιοχή λοιπόν του Κοσσυφοπεδίου, ως ενδιάμεσος σταθμός των Αλβανών ποιμένων, πριν ακόμη εμφανιστούν στην περιοχή του Αρβανού, συνετέλεσε στο να ξεκοπούν οι αρχικοί Σλαβικοί πληθυσμοί και να διαφοροποιηθούν μιλώντας δύο διαφορετικές πλέον γλώσσες, την Σερβική και την Βουλγαρική.

Τα σύνορα της Γκέκικης διαλέκτου της Β’ Αλβανίας καί της Τοσκικής της Ν’, υποθάλπουν την εικασία ότι οι Αλβανοί με την άφιξή τους σε ετούτες τις περιοχές, βρέθηκαν εντός των ορίων της  γλωσσικής γραμμής Γίρετσεκ (Jireček), η οποία ξεχωρίζει τις Ελληνόφωνες (Νότια Βαλκανική), από τις Λατινόφωνες (Βόρεια Βαλκανική) περιοχές, της Μεσαιωνικής χερσονήσου του Αίμου, πριν από την εισβολή των Σλάβων καί την κάθοδο των Αλβανών.

Σχετικά με την ταύτιση των Αλβανών της Αλβανίας, με τους Αλβανούς του Καυκάσου, ετούτη δεν έχει τεκμηριωθεί ιστορικά και γλωσσολογικά, εφόσον οι Αλβανοί του Καυκάσου που αναφέρει ο Στράβων στα Γεωγραφικά (ΙΑ΄ ΙV. 1-8), αλλά καί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς (Πλούταρχος, Αρριανός, κλπ), ήταν ένας εντελώς διαφορετικός λαός, που δεν παρουσιάζεται να αφίχθηκε στην Βαλκανική. Αλβανίες καί Αλβανοί δεν υπήρξαν μόνον στον Καύκασο, υπήρξαν και αλλού. Λόγου χάρη, οι Σκωτσέζοι «Αλβανοί» και η Σκωτία Αλβανία (ονομάζεται Albany).  Επιπλέον οι ίδιοι οι Σκωτσέζοι το Γκαιλικό Αλβιών, το εκλατίνισαν σε Αλβανία – Albania, όνομα που χρησιμοποιούσαν (οι Σκωτσέζοι) μέχρι καί τον 19ο αιώνα. Η γνωστή Άλβανία – Albany της Νέας Υόρκης, κτίστηκε από Σκωτσέζους μετανάστες και όχι από Αλβανούς – Σκιπτάρους της Βαλκανικής. Yπάρχουν καί στην Σκωτία τοπωνύμια όπως Bràghad Albainn καί Fàilte gu Alba. Καί επίσης αναφέρεται και ο Δούκας της Αλβανίας – the Duke of Albany, ο νεαρότερος πρίγκιπας της Βρετανίας, σύμφωνα με την παράδοση και όπως μας διαβεβαιώνει καί ο Σαίξπηρ στο ξεκίνημα του Βασιλιά Λήρ:

«ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (1)

Αίθουσα εν τω ανακτόρω του Ληρ.

(Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΕΝΤ. Ενόμιζα ότι ο βασιλεύς ευνοούσε τον δούκα της Αλβανίας περισσότερον από τον δούκα της Κορνουάλλης.»   

Διαβάζουμε πως παίρνει το όνομά του, από την Κελτική Αλβανία της Σκωτίας, ότι  είναι Δούκας στην Σκωτία και όχι στα Τίραννα.  Το εθνικό όνομα  των Αλβανών είναι Σκιπτάροι καί η Αλβανία στην αλβανική ονομάζεται Σκιπερία. Σύμφωνα με την «Αλβανική εθνική ψευδομυθολογία», το όνομα Αλβανία, σημαίνει «χώρα των αετών» και υποστηρίζεται ότι προέρχεται από «ξόανο» με δικέφαλο αετό, που έφεραν οι στρατιώτες του καθόλα γνήσιου Έλληνα, Γεωργίου Καστριώτη. Ψευδής προπαγάνδα και εδώ, καθότι ο στρατός του Γεωργίου Καστριώτη, έφερε ως έμβλημά του την Χριστιανική σημαία της Ρωμανίας,  με τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου.  Ετούτη υπήρξε το σύμβολο της Ευρω – Ασιατικής Πόλης, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και της  Αυτοκρατορίας που ηγείτο.  Το σύμβολό της, ο Ρωμαϊκός δικέφαλος αετός, είχε το διττό βλέμμα του, στραμμένο στις δύο πλευρές του Βοσπόρου, την Ανατολή και την Δύση. Ήταν αρχικά η σημαία των Βορειοηπειρωτών και ύστερα υιοθετήθηκε -με το έτσι θέλω, υποθέτω- και από τους Αλβανούς εθνικιστές και την βλέπουμε τώρα και στην πατρίδα μας, στα μαύρα μπλουζάκια των δικών τους ακτιβιστών («ουτσεκα»), να την φορούν, προκλητικά και αδιάντροπα, καθώς διδάσκονται τα κατάλληλα για την ενίσχυση του εθνικισμού των και του μίσους εναντίον των Ελλήνων… Οποία ειρωνεία!

Σκιπ (shqip) στην αλβανική σημαίνει αλληλοκατανόηση[69].  Το όνομα Shqiperi-Σκιπέροι (= οι Aλβανοί) το υιοθετούν οι Αλβανοί μόλις στα μέσα χρόνια της Τουρκοκρατίας. H εθνικά αποδεκτή καί «πολιτικά σωστή» ψευδοτυμολογία εκ του shqiponjë = αετός,  και «χώρα των αετών»,  είναι λοιπόν πρόσφατη προσπάθεια επιβολής και μετά από την καθιέρωση του Βυζαντινού δικέφαλου του Έλληνα ήρωα Γεωργίου Καστριώτη,  ως  σύγχρονο πλέον «εθνόσημο» των απανταχού Αλβανών! Και οι άλλοι  Μουσουλμάνοι, όσοι από αυτούς ταυτίζονται με τον Τουρκισμό καί τον Οθωμανικό ζυγό, έχουν υιοθετήσει το σύμβολο του αυτοκράτορα  Μ. Κωνσταντίνου. Οι γείτονές τους συνεχίζουν να τους ονομάζουν με το Βυζαντινό – Ρωμαϊκό τους όνομα, Αλβανοί, Αρβανοί (κακώς βέβαια καθώς ανήκει στους Έλληνες από το Άρβανο!) Αρναβούτ, Αρναούτ, κλπ (όλα ετούτα πλην του Αρβανοί) προέρχονται από το Λατινικό Alban.

*Εδώ τονίζεται η  ΛΑΘΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ του Wilkes, για το Άρβανο.

Ο Wilkes λέει, ότι το όνομα Αλβανία καί Αλβανοί ως εθνικά ονόματα  δόθηκαν στους Αλβανούς από τους Βυζαντινούς  και ότι πρωτοαναφέρονται από την Άννα Κομνηνή, στην Αλεξιάδα (1043) της, όπου αναφέρει το Άρβανον, περιοχή κοντά στο Δυρράχιο με «κλεισούρες», «πολίχνια» καί «ατραπούς» και αποκαλεί τους κατοίκους της Αλβανούς ή Αρβανούς! Αυτή όμως η κατάθεση είναι ΛΑΘΟΣ! Γιατί Η Α. Κομνηνή τους αποκαλεί μονάχα Αρβανίτες στην Αλεξιάδα της, όπως ήδη εξακριβώθηκε σε άλλο σημείο ετούτου του κειμένου!  Αυτή είναι η θεωρία την οποία υποστηρίζουν οι Αλβανοί!  Επιμένουν στην θεωρία ετούτη ότι το -ρ ή το -λ δεν κάνει διαφορά και ότι είναι όπως συμβαίνει με τις ελληνικές λέξεις: αδε-λ-φός ή αδε-ρ-φός. Στην «Ιστορία» του, το 1081, ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλιάτης θεωρείται πως είναι ο πρώτος λόγιος που πρωτοαναφέρει τους «Αλβανούς», που είναι επίσης ΛΑΘΟΣ, καθώς ο Μ. Ατταλιάτης αναφέρει ένα και μόνο όνομα: το Αρβανίτες, υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου, που βοήθησαν Έλληνες της περιοχής στην στάση τους εναντίον της κεντρικής εξουσίας της Κωνσταντινούπολης στα 1043 μ.Χ.!

*Αλβανών Αλβανόπολις και Αλμώπων Εύρωπος

Επιστρέφοντας στην άποψη του Wilkes, το Αρβανόν ή Αλβανόν θεωρείται γενικά,  χωρίς να είναι βέβαιο, ότι αποτελεί παραφθορά του ονόματος της Ρωμαϊκής κολωνίας (στρατιωτικής αποικίας) αποστράτων λεγεωναρίων, που ονομαζόταν Αλβανόπολις.  Ωστόσο η Αλβανική «εθνο-μυθολογία», ταυτίζει τους Αλβανούς του Πτολεμαίου με τους Ιλλυριούς, και προτείνουν σε σχέση με την Αλβανόπολη, ότι πρόκειται για μία πόλη κατοικημένης από άγνωστη ιστορικά, φυλής, των Ιλλυριών. Όμως φυλή Ιλλυριών που να ονομάζεται Αλβανοί, δεν αναφέρεται πουθενά και η ταύτισή τους από εκείνους, που την προτείνουν, αποκαλύπτει  σκοπιμότητες και ύποπτα κίνητρα.

*Τι σημαίνει λοιπόν Αλβανία; Η ετυμολογία του ονόματος είναι γνωστή, και άσχετη με την Αλβανική ή με την Ιλλυρική γλώσσα. Στο μεγάλο Ινδοευρωπαϊκό λεξικό του Ποκόρνυ, απαντά το λήμμα : albho- (*hele-bho-)=λευκό[70].

Στην Αλβανόπολη και στην Αλβανία όπως την γνωρίζουμε, στην περιοχή των ηφαιστιακών λόφων, υπάρχουν λόφοι οι οποίοι λόγω του λευκού τους χρώματος ονομάζονται Αλβανοί λόφοι, οι Colli Albani. Η  Αλβανόπολις αναφέρεται στα 150 μ.Χ., και καμία μνεία αυτής δεν γίνεται πρίν αυτή την χρονολογία. Επομένως η σχέση ετούτων με τους  Ιλλυριούς δεν ευσταθεί! Στην καλούμενη λοιπόν Αλβανόπολη όπως παραπάνω παραθέριζαν και απέβαιναν ιδιοκτήτες των κατοικιών  οι Ρωμαίοι Λεγεωνάριοι που υπηρετούσαν έξω από την Ρώμη.

Αλβανοί καί Αλβανίες Σκωτίας, Ισπανίας, Καυκάσου, Ιταλίας, Ιλλυρίας…

Οι Ρωμαίοι ίδρυσαν πολλές αποικίες (coloniae) στην Ιλλυρία και η Albanopolis είναι σχεδόν βέβαιο, πως υπάγεται σ’  αυτές. Οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι -αρχικά η φρουρά του Λατίου-, στην περιοχή των Αλβανών λόφων  (οι Ιταλοί εξακολουθούν και σήμερα να τους αποκαλούν colli Albani) όταν αποστρατεύθηκαν εστάλησαν στην γνωστή μας πλέον Ιλλυρία. Δεν ήταν όμως Ιλλυριοί.  Ο Δίων ο Κάσιος (75.2. 6) διαβεβαιώνει, πως (επί Σεπτήμιου Σεβήρου)  η λεγεώνα στο Άλμπανουμ (το 193 μ.Χ. πενήντα χρόνια μετά την αναφορά του Πτολεμαίου), απέκτησε Ιλλυριούς Λεγεωνάριους, ενώ πριν ετούτης της χρονολογίας  οι λεγεωνάριοι, επιστρατευόνταν  από την Ιταλία, την Ισπανία, το Νόρικουμ (σημερινή Αυστρία) καί την Μακεδονία, και ήταν οι μόνοι που υπηρετούσαν στους στρατώνες του Albanum.

Στους απόστρατους λοιπόν λεγεωνάριους του Albanum, δόθηκε η συγκεκριμένη περιοχή της Ιλλυρίας, για την ίδρυση στρατιωτικής αποικίας, ώστε ετούτοι οι νέοι έποικοι, να ζούν καλιεργώντας τα κτήματα που τους παραχωρήθηκαν από  το κράτος, ως είδος συνταξιοδότησης (παρόμοια όπως γινόταν με όλους τους Ρωμαίους αποστράτους λεγεωνάριους). Εννοείται ότι οι Ρωμαίοι δεν θα έστελναν τους Ιλλυριούς ως αποίκους στην Ιλλυρία!

Ετούτο μπορεί να αποδειχθεί από την γνωστή  επιγραφή που βρέθηκε στον τάφο του Πόσιδος Μεστύλου (Posís Mestylu) καί της (εν ζωή ακόμη όταν στήθηκε ο τάφος) αδελφής του, της Φλαυϊας Ντέλους Μουκάτης (Flavia Delus Mucati), Θρακικής καταγωγής όπως θα δούμε. Βρέθηκε στα Σκόπια (υποτίθεται ότι σε ετούτη αναφέρονται Ιλλυριοί Αλβανοί, καθώς αναφέρεται η Αλβανόπολη. Αναφέρονται μεν σε αυτήν, αλλά δεν την παρουσιάζουν, γιατί δεν δηλώνει τελικά κάτι τέτοιο.

Από την ανάλυση των ονομάτων διαπιστώνεται: το Flavia είναι Λατινικό, επομένως πρόκειται περί Ρωμαίας. To Posis – Πόσις Θρακικό ή Ελληνικό, συνάδει με το Ινδοευρωπαϊκό Πότις, που στην Ελληνική απαντά στα ονόματα:  Ποσειδών, δεσπότης, Δέσποινα, Πότνια, οικοδεσπότης κλπ. Απαντά επίσης ως  Πόσσης ή Πόσσεις, και σε τάφο Θρακιώτη / Δάκα Ιππέα από το χωριό Saraiuτης Κωνστάντζας (Ρουμανία). Το όνομα Delus, που μπορεί να είναι Θρακικό, ή και Ιλλυρικό, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη Αλβανών.  Είναι βέβαιο ότι προέρχεται από τάφο Θρακικής καταγωγής, Ρωμαίων Αλβανοπολιτών.

Με το πέρασμα των χρόνων η μικρή κώμη Αλβανόπολις έσβησε.  Ο Στέφανος Βυζάντιος, που αναφέρει  χιλιάδες μικρές ή μεγάλες πόλεις και χωριά σε όλη την γνωστή Οικουμένη της εποχής του, στα μέσα του 6ου  αι.  μ.Χ., την αγνοεί. Το όνομά της παρέμεινε ως Αλβανόν ή Αρβανόν μας λέει ο Μπόλαρης, καταθέτης  ετούτου του κειμένου (σύμφωνα με την γλωσσική μεταλλαγή του «λ» και «ρ» κατά το αδεΛφός-αδεΡφός, όπως προαναφέραμε). Η θεωρία ετούτη διαφέρει με την θεωρία της αμοιγούς ύπαρξης Άρβανου και ουδεμιάς σχέσης με το  Αλβανόν και το καταθέτει αμέσως παρακάτω και λίαν καλώς[71]!

Λέει λοιπόν ότι οι Ρωμιοί Αρβανίτες ταυτίζουν το γλωσσικό τους ιδίωμα με την εθνότητα.  Θεωρεί ότι οι Χριστιανοί Αρβανίτες ταυτίστηκαν με την Ρωμιοσύνη, θεωρούν τον εαυτόν τους περισσότερο Έλληνες πχ. από τους εξισλαμισμένους Τούρκους, Ελληνικής καταγωγής. Το ίδιο θεωρεί ότι ισχύει και για τους Σλαβικής, Ιταλικής, Εβραϊκής, Αρμενικής ή άλλης καταγωγής Έλληνες. Με λίγα λόγια, θα έλεγε κανείς, ο εδώ μελετητής αποκλείει μεταναστεύσεις γνησίων Ελλήνων στις χώρες αυτές. Αναφέρεται επίσης «στους Πελασγικής, Ετεοκρητικής, Συριακής, Περσικής, Φρυγικής, Περσο – Καπαδοκικής, Αιγυπτιακής, Θρακικής, Λατινικής και άλλους Έλληνες» όπως λέει, αποκλείοντας έτσι την όποια πιθανή μετανάστευση και εγκαθίδρυση Ελλήνων και κυρίως σε περιόδους όπου παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα, επίμονη ταξιδιωτική  και εμπορική κ.τ.λ. δραστηριότητα. Είναι γνωστόν ότι οι περιπέτειες του Ομηρικού έπους, τοποθετούνται σε πολύ ενωρίτερες εποχές και πολύ  πριν να γίνει η συλλογή ή η συγγραφή των Επών του Ομμήρου. Οι Έλληνες ήταν ανήσυχος λαός, ταξίδευαν εκτενώς και ως γνωστόν δημιουργούσαν αποικίες παντού όπου κι αν ταξίδεψαν, καθότι οι πλθυσμοί ήταν αραιοί και τα σχετικά με την εγκαθίδρυση νέων αποικιών διεξάγονταν ειρηνικά!

Οι νότιες παρυφές της Ιλλυρίας (η σημερινή Αλβανία) ή ήταν από παλαιά Ελληνική («Παλαιά Ήπειρος») ή Εξελληνισμένη («Νέα Ήπειρος» και «Ελληνική Ιλλυρία») κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, περιοχή, πρίν από τον ερχομό των Σλάβων καί των Σκιπερίων Αλβανών, όπως τουλάχιστον αποκαλύπτουν τα ονόματα των Ρωμαϊκών επαρχιών, λέει ο Μπόλαρης, συνεχίζοντας ότι «οι Αρβανίτες της Ελλάδας πρέπει να θεωρηθούν μείγμα ντόπιων Ελληνόφωνων στοιχείων, με εισερχόμενους κατά τον ύστερο Μεσαίωνα Αρβανιτόφωνους Ρωμιούς Δακο – Θρακικής καταβολής, έτσι και οι περισσότεροι θεωρούμενοι σήμερα Αλβανοί της Βορείου Ηπείρου είναι μείγμα ντόπιων Ηπειρωτών Ρωμιών Ελληνικής καταγωγής, με Δακοθρακικής καταγωγής ποιμενικούς νεοφερμένους κατά τον 11ο  αιώνα, πληθυσμούς.»

Τελειώνοντας, ο Μπόλαρης[72] αναφέρεται στην ταύτιση της αρχαίας Αλβανόπολης με το σημερινό Zgërdhesh και καταθέτει ότι πρόκειται περί αυθαιρεσίας και ίσως  να έχει επιβληθεί για τουριστικούς λόγους. Λέει επίσης σχετικά με ετούτο ότι,  το πιθανότερο  είναι, ότι πρόκειται για Αρχαία Ελληνική αποικία, καθώς στις ανασκαφές του Zgërdhesh βρέθηκε μαρμάρινο άγαλμα της Αρτέμιδος. Δεν θα μπορούσε να είναι η Αλβανόπολη εφόσον κατά αυτούς τους ίδιους αρχαιολόγους αυτή η πόλη εγκαταλείφθηκε επί τριακόσια πενήντα χρόνια πριν ιδρυθεί η Ρωμαϊκή κολωνία, Αλβανόπολις[73]. Θεωρεί  πως το λήμμα «Αλβανοί» της Αλβανουπόλεως του Πτολεμαίου αποκαλύπτει την ονομασία  πολιτών πόλεως,  και όχι το εθνικό όνομα των «Ιλλυριών». «Επαναλαμβάνω» λέει ο Μπόλαρης,  δίνοντας έμφαση στον λόγο του, ότι από κανένα στοιχείο και πουθενά, ότι οι κάτοικοι της Αλβανουπόλεως ήταν έθνος και κυρίως ότι ήταν Ιλλυρικό. «Στην περιοχή αυτή της Μακεδονίας ζούσαν Έλληνες άποικοι, ‘Ελληνες Μακεδόνες, Φρύγες, Ιλλύριοι, Θράκες και Ρωμαίοι άποικοι. Εξυπακούεται πως κανένα κανένα σταθερό σκηνικό Αλβανικής αυτοχθονίας δεν μπορεί να στηθεί πάνω στο όνομα πόλης με άπειρα Αλπικά, Αλφικά, Αλμπικά καί άλλα συναφή «Αλβανικά» συνώνυμα σκορπισμένα σε όλα τα μήκη καί πλάτη της Ινδοευρωπαϊκής παρουσίας ανά την Ευρασία.» τονίζει ο ερευνητής.

Διαπιστώσεις

Οι Αλβανοί δεν είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Το όνομά τους κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από την ονομασία Albany, θερέτρα των απόστρατων της Σκωτίας και ήταν μάλλον διάφοροι άλλοι, διαφορετικής εθνικότητας και όχι Σκωτσέζοι ή Ιλλυριοί.  Ονομασίες με συνθετικό το -αlban βρίσκονται κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες, αλλά και αλλού, καθώς και στην ιατρική ως όρος σε σχέση με την ερμηνεία του ‘Λευκό’…

Η γλώσσα τους (με όρους που αποδεικνύουν την ορεινή φύση τους) είναι απόδειξη ετούτων, αλλά και τα φυσικά χαρακτηριστικά του προσώπου τους.

Δεν σχετίζονται με τους Έλληνες του Άρβανου  και η ονομασία Αρβανίτες δεν έχει σχέση με το Αλβανοί.

Οι Αλβανοί «δανείσθηκαν!» οικειοθελώς και χωρίς υπόληψη, την σημαία των Βορειοπειρωτών, των οποίων ο ήρωας Έλλην Γεώργιος Σκεντέρμπεης, είχε υιοθετήσει, τοποθετώντας το σύμβολο του Βυζαντίου επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου επ’ αυτής…

Δεν θεωρείται ότι σχετίζονται με τους Αλβανούς του Αρριανού οι οποίοι ζούσαν κοντά στην Περσία και οι οποίοι ίσως και να ακολούθησαν τους Τούρκους στην εκστρατεία τους εναντίον του Βυζαντίου.

Πιστεύεται ότι οι Αλβανοί ήταν Χριστιανοί μέχρι την κατάκτησή τους από τους Τούρκους.

Επίσης στους νεότερους χρόνους δεν σεβάσθηκαν την συνθήκη σύμφωνα με την οποία η Βόρεια Ήπειρος, αν και πέρασε στα χέρια τους, οφείλουν να σεβαστούν τους,  περί αυτονομίας των όρους… ,γεγονός που δεν εφαρμόστηκε μέχρι και των ημερών μας… Όμοια με τους Ισραηλίτες, υφαρπάζουν την γη των Βορειηπειρωτών και ψεύδονται μέχρι δακρύων!

****

Βοηθήματα

Άννα Κομνηνή, ΑΛΕΞΙΑΣ Απόσπασμα από το κείμενο: «100 χρόνια από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, ΙΚ ΙΙΙ ΔΗΜΑΡΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΙΚ ΙΙΙ ΠΟΥΛΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΙΚ ΙΙΙ ΤΣΙΓΚΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ».

Αραβαντινός Πάνος, Title:  Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα ευ αυταίς συμβάντα από του σωτηρίου έτους μέχρι του 1854 περιέχουσα και τοπογραφικόν πίνακα πάσης της Ηπείρου / συνταγμένη, υπό Π.Α.Π. Creator: Αραβαντινός, Παναγιώτης Σταμ., Publication Date: 1969.

Αρμενόπουλος Κωνσταντίνος, Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος, εκδόσεις  Δωδώνη, Αθήνα 1971, (σ. 40, υποσημείωση του επιμελητή εκδόσεως Κ. Πιτσάκη στο Βιβλίον Πρώτον, Τίτλος Δ’§15 (σχόλιον) [Βυζαντινός Δικαστικός, Αξιωματούχος και Νομικός  συγγραφέας  που κατείχε τον τον τίτλο του Καθολικού Κριτή Θεσσαλονίκης («ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού) ένα από τα υψηλότερα δικαστικά αξιώματα στην μεταγενέστερη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το σημαντικότερο έργο του είναι ο παραπάνω τίτλος…]

Βρανούση Έρα «Οι Όροι Αλλβανοί και Αρβανίται και η πρώτη μνεία του ομώνυμου λαού της Βαλκανικής εις τα πηγάς του ΙΑ’ αιώνος».

Γεωργαλά Γ., ΕΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ ΟΔΗΓΟΣ, εκδ. “Ερωδιός”

Δημόπουλος Δ., Η Καταγωγή των Ελλήνων, εκδ. Ελεύθερη Σκέψις.

echedorosa.gr

Εncyclopaedia of the Hellenic World, Black Sea

ethnologic.blogspot.gr/2009

Ευαγγελίδης Δημήτρης Ε., ethnologic.blogspot.com.au/2009

Η Ηπειρωτική Εφημερίδα Πρωινός Λόγος, 12 Μαρτίου 2016.

Ηροδότου Ιστορία, Εισαγωγή, Μετάφραση, Σχόλια Αδ. Θεοφίλου, Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων, ΠΑΠΥΡΟΣ, 1953

Ηροδότου Ιστορία, Ζ’ 73

Καραστάθης Κωνσταντίνος Έλληνες από το Άρβανον.  Η Αλήθεια για την Ταυτότητα των Αρβανιτών Εποίκων μας

Κουτσονίκας Λάμπρος, Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδόσεις ΒΕΡΓΙΝΑ, επιμέλεια: Ασημακόπουλος Νίκος, Μάρτιος 2002.

Λαζάρου Αχιλλέας, (Ρωμανιστής, και  Βαλκανολόγος), το τετράτομο έργο του με τίτλο “ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΙ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ”, “Βλάχοι και κρατικές παραλείψεις”, “Εθνικά θέματα και κρατική ακηδία”

Λεξικό Σουΐδα, 10ος αι. μ. Χ, Εισαγωγή: Βασίλης Κατσαρός, Καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας Α.Π.Θ., Θύραθεν Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη σ. 659.

Μιχαήλ Ατταλειάτης, έκδοση Βόνης

Μιχαήλ – Δέδε Μαρία: ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – “ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ” ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ’21.  Οι Έλληνες Αρβανίτες, εκδ. Δωδώνης, 1997, σελ. 139‐140.

Πίτσος Θ. Κ., ANΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ, εκδ. Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος / Αριστοτέλης Παλαιολόγος

Στέφανος Βυζάντιος , Εθνικά εκδόσεις «Κάκτος»

Στράβων, Mousa gr. Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία.

Στράβων, Ζ΄ VΙΙ. 8.

Χάμμοντ Νicholas,  Ιστορία της Μακεδονίας , τομ. Α΄. (ο Νίκολας Τζέφρι Λεμπιέρ Χάμμοντ, «Ο Άγγλος καθηγητής με τη μεγάλη ελληνική ψυχή», PH FORUM GR).

Βοηθήματα στην Αγγλική και γαλλική

  1. Bagnell Bury, John (1911). The Imperial Administrative System of the Ninth Century – With a Revised Text of the Kletorologion of Philotheos. London: Oxford University Press. / 2. Kazhdan, Alexander Petrovich, επιμ. (1991). Oxford Dictionary of Byzantium. New York and Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-504652-6. / 3. Oikonomides, Nicolas (1972) (French), Les Listes de Préséance Byzantines des IXe et Xe Siècles. Paris: Editions du Centre National de la Recherche Scientifique.) Βικιπαίδεια.

Freeman Philip, Αlexander the Great, Simon & Schuster 1230 Avenue of the Americas, New York, NY 10020 (p. 170)

Oikonomides, Nicolas, (1972) (στα French). Les Listes de Préséance Byzantines des IXe et Xe Siècles. Paris: Editions du Centre National de la Recherche Scientifique.)

Polybius. “2.11.15”. Histories.

Strabo (1903). “2.5 Note 97”. Geography. Literally Translated, with Notes by H. C. Hamilton and W. Falconer. London.

Wilkes, J. J. The Illyrians. Oxford: Blackwell Publishing, 1992. ISBN 0-631-19807-5, p. 81.

****

Υποσημειώσεις

[1] Σύμφωνα με την εισηγήσεις του κ. Πρίφτη εκπροσώπου του Εθνικού Συλλόγου «Βόρειος Ήπειρος 1914», σε επετειακή εκδήλωση στην Αθήνα για τους άταφους Έλληνες πεσόντες  στην Αλβανία του 1940-41, είναι αδύνατη η είσοδος της Αλβανίας στην Ε.Ε., αν δε λυθούν πρώτα τα ζητήματα με την Ελλάδα. Περαιτέρω δήλωσε, ότι η Αλβανία βρίσκεται ακόμη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα, εφ’ όσον μέχρι σήμερα δεν έχει υπογραφεί Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των δύο λαών. Δεν έχει επομένως γίνει άρση του πολέμου, οπότε η όποια συμφωνία με την Ελλάδα είναι παράνομη και επομένως άκυρη, άρθρο: «Με άταφους τους ήρωες του ‘40 η Αλβανία δεν έχει θέση στην Ε.Ε.», Πρωινός Λόγος , 12 Μαρτίου 2016.

[2] Απόσπασμα από την Ηπειρωτική-Γιαννιώτικη εφημερίδα, Πρωϊνός Λόγος, 12 Μαρτίου 2016.

[3] Απόσπασμα από το κείμενο: «100 χρόνια από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, ΙΚ ΙΙΙ ΔΗΜΑΡΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΙΚ ΙΙΙ ΠΟΥΛΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΙΚ ΙΙΙ ΤΣΙΓΚΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ».

[4] «…το οποίο οι λατίνοι συγγραφείς αποκαλούν Illyrii proprie dicti («ορθώς αποκαλούμενοι Ιλλυριοί» boreioipirotis@yahoo.gr

[5] «…ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του φύλου (Ιλλυριών) προέρχεται από το έργο του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Φυσική Ιστορία», που γράφτηκε στα μέσα του 1ου  αιώνα μ.Χ. και στο οποίο αναφέρεται (ΙΙΙ. 144) η ύπαρξη ενός λαού στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Δρίλωνος (σημερινό  Drin) στην Αδριατική, που τον αποκαλεί «οι λεγόμενοι κυρίως Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti)». ‘Αλμωπες, Βισάλτες, Βρίγες-Βρύγοι ή Βρύγες (Φρύγες). Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη http://ethnologic.blogspot.com.au/2009.

Ο Ηρόδοτος που αναφέρεται  στους «Ιλλυριούς Ενετούς», έχει πιθανόν υπόψη του, τους Λιβυρνούς, που  ζούσαν στην ανατολική ακτή της Αδριατικής και στα νησιά της σημερινής  Κροατίας (Λιβυρνίδαι νήσοι) και  ήταν άμεσοι γείτονες τον Ιλλυριών,  λέει ο  Smerdaleos, (September 12, 2015). Θεωρεί λοιπόν ότι έτσι καλούνται «οι Ενετοί που κατοικούν στην Ιλλυρία», όπως παρόμοια συμβαίνει με την αναφορά σε «Βρύγες Θρήικες» (Βρύγες της Θράκης) του ίδιου συγγραφέα,  και οι «Ἕλληνες Θρῇκες» (Έλληνες άποικοι της Θράκης) του Εκαταίου.

[6] Τα παρόμοια συνέβησαν και με άλλους λαούς… («… οι Ασιατικοί λαοί χρησιμοποίησαν τον όρο «Ίωνες…» για να ονομάσουν όλους τους Έλληνες, όπως λόγου χάρη οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν τους όρους Yauna = «Έλληνες στα παράκτια της Μικράς Ασίας», Yauna Paradraya = «Έλληνες μετά τη θάλασσα» για τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδος και Yauna Takabara = «ασπιδοφόροι Έλληνες» (= «που φορούν το καπέλο που μοιάζει με ασπίδα = καυσία») για τους Μακεδόνες, τους οποίους ξεχωρίζουν από τους Skudra = «Θράκες». ) boreioipirotis@yahoo.gr

[7] Κοιτίδα του θεωρείται η περιοχή Glasinac στα Δαλματικά όρη. «….ο οποίος (ορίζοντας Glasinac) πιστεύεται ότι δημιούργησε την πίεση που προκάλεσε την μετανάστευση Θρακών και Φρυγών στην Ασία, αλλά και την λεγόμενη «κάθοδο των Δωριέων». Στην μέγιστή του έκταση ο ορίζοντας Glasinac, κάλυπτε όλη την βόρειο Ήπειρο και την Μακεδονία (με την εξαίρεση της Πιερίας της κοιτίδας των Μακεδόνων) ως τον Στρυμώνα μέχρι το 700 π.Χ. περίπου, όταν αρχίζει να οπισθοχωρεί προς τα μετέπειτα «παραδοσιακά» Ιλλυρικά εδάφη. Ο Μακεδονικός μύθος του Διονύσου Ψευδάνορος που περιγράφει αντίσταση έναντι των Ιλλυριών ίσως είναι μυθικό κατάλοιπο της εξάπλωσης των Μακεδόνων στην Μακεδονία και την απώθηση των Ιλλυριών. Μια άλλη εναλλακτική αιτία της παρακμής της Ιλλυρικής ισχύος που έχει προταθεί είναι οι λεγόμενες «Θρακο-Κιμμερικές» επιδρομές που έκαναν αισθητή την παρουσία τους μέχρι την Δωδώνη και οι οποίες έφεραν τους Ηδωνούς Θράκες στον κάτω Αξιό και ενδεχομένως τους Τριβαλλούς και τους Δαρδάνους δυτικά του Μοράβα. Σύμφωνα με την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων του Hammond, αυτά δείχνουν Ηπειρωτική εξάπλωση στην περιοχή της Κορυτσάς και της Πελαγονίας περί το 650 π.Χ., ενώ την ίδια περίοδο οι Μακεδόνες αρχίζουν να εξαπλώνονται από τα όρη της Πιερίας στην κεντρική Μακεδονία.» boreioipirotis@yahoo.gr

[8] «….επιβεβαιώνεται από τον ρωμαϊκό τύπο σκάφους με το όνομα Liburna.» Κατά τον μεσαίωνα παίρνουν τη θέση των Λιβυρνών οι Ενετοί. Αυτόθι

[9] Την αναφέρει  ο Αλεξανδρινός ιστοριογράφος του 2ου μ.Χ. αιώνα, Αππιανός. «Το γεγονός ότι ο Κύκλωψ εμφανίζεται σαν πρόγονος των Ιλλυριών δείχνει ότι οι Έλληνες τους θεωρούσαν….»  απολίτιστο λαό  (*pk’u-klop- = «ζωοκλέπτης»)  αυτόθι.

[10] Το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας, ήταν  αποικία των Κερκυραίων.

[11] Ηρόδοτος Ζ’ 73

[12] Αυτόθι, ΣΤ΄ 45 και Ζ΄ 185.

[13] Σύμφωνα με τον Ν. Χάμμοντ  συγγραφέα του έργου Ιστορία της Μακεδονίας , τομ. Α΄ σελ. 329 – μάλλον στην βόρεια Χαλκιδική. (ο Νίκολας Τζέφρι Λεμπιέρ Χάμμοντ, «Ο Άγγλος καθηγητής με τη μεγάλη ελληνική ψυχή», PH FORUM GR).

[14] Ο Στέφανος ο Βυζάντιος ήταν σπουδαίος γραμματικός και λόγιος που έζησε τον  6ο μ.Χ. αιώνα. Δεν γνωρίζουμε για τη ζωή του, και είναι πιθανόν ότι έζησε την περίοδο 538-573 μ.Χ. Είναι ο συγγραφέας  του έργου Εθνικά, που αποτελείται από 60 βιβλία. Πιθανόν να δίδαξε στο αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Στο έργο του συγκέντρωσε τα τοπωνύμια του τότε γνωστού κόσμου, και τα ταξινόμησε κατ’ αλφαβητική σειρά. Το έργο σε μορφή επιτομής συνέθεσε ο Ερμόλαος, πιθανώς τον 6ο αι. και υπό την μορφή ετούτη έφτασε ως και εμάς. Το έργο ετούτο συγκεντρώνει  («…αποτελεί πολύτιμη γεωγραφική, ιστορική, λογοτεχνική και γλωσσική πηγή…»), πέρα από τα ής τα τοπωνύμια, τα παράγωγά τους εθνικά ονόματα, πληροφορίες ιστορικής υφής καθώς και ανέκδοτα για διάφορες τοποθεσίες,  επιπλέον δε και παραθέματα από έργα ιστορικών και γεωγράφων της αρχαιότητας, τα οποία εχάθησαν. Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ.

[15] Επομένως οι πληροφορίες του Ηροδότου είναι πιθανόν σωστές και μάλλον κατά κόρον!

[16] Στράβων, Ζ΄ ΙΙΙ. 2.

[17] Στράβων, Mousa gr. Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία.

[18] Ιστοριογράφος και ρήτορας του 1ου π.Χ. αιώνα Πρώην δάσκαλος του Κικέρωνος.

[19] Στην Νύσα , σημερινό Σουλτανχισάρ, στην Τουρκία.

[20] Είναι πιθανόν ότι ο Αθηνόδωρος  Ταρσεύς , φιλόσοφος τον βοήθησε να μπει στον κύκλο του μετέπειτα αυτοκράτορα.

«Ο Αθηνόδωρος, ο  επονομαζόμενος και Κορδυλίων, γεννήθηκε στην Ταρσό και έδρασε τον 1o αιώνα π.Χ. Υπήρξε στωικός φιλόσοφος και διετέλεσε διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Περγάμου, μία εποχή που η Πέργαμος είχε περάσει στην ρωμαϊκή κυριαρχία. Ο Διογένης Λαέρτιος (VII, 34) αναφέρει ότι συνδέεται με την παραχάραξη βιβλίων της Βιβλιοθήκης της Περγάμου και μεταξύ άλλων διέγραψε χωρία αντίθετα προς τη στωική φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να τον απομακρύνουν από τη θέση του.  Προφανώς μετά το γεγονός αυτό ο Αθηνόδωρος  εγκατέλειψε την Πέργαμο και μετοίκησε στη Ρώμη (70 π.Χ.), όπου και συνδέθηκε με τον Κάτωνα τον νεότερο.» © Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος, Αθήνα 2015.».

[21]  Strabo (1903). “2.5 Note 97”. Geography. Literally Translated, with Notes by H. C. Hamilton and W. Falconer. London. The Libyrnides are the islands of Arbo, Pago, Isola Longa, Coronata, &c., which border the coasts of ancient Liburnia, now Murlaka. / Ptolemy. III.13(12).23″. Geography (in Greek).

[22] Ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (Κυρήνη 276 π.Χ.Αλεξάνδρεια 194 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, γεωδαίτης, ιστορικός και φιλόλογος. Γύρω στο 200 π.Χ. ο Ερατοσθένης, επικεφαλής της Βιβλιοθήκης της Aλεξάνδρειας, Θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος ο οποίος είχε υπολογίσει το μέγεθος της Γης.  Κατασκεύασε ένα σύστημα συντεταγμένων με παράλληλους και μεσημβρινούς και έναν χάρτη του κόσμου όπως ο ίδιος θεωρούσε ότι είναι.

[23] (Στράβων 7.7.8) «…καὶ δὴ καὶ τὰ περὶ Λύγκον καὶ Πελαγονίαν καὶ Ὀρεστιάδα καὶ Ἐλίμειαν τὴν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ᾽ ὕστερον καὶ ἐλευθέραν: νιοι δ κα σύμπασαν τν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, ατιολογοντες μα τι κα κουρ κα διαλέκτ κα χλαμύδι κα λλοις τοιούτοις χρνται παραπλησίως: νιοι δ κα δίγλωττοί εσι. καταλυθείσης δὲ τῆς Μακεδόνων ἀρχῆς ὑπὸ (p. 450) Ῥωμαίους ἔπεσε. δι δ τούτων στ τν θνν γνατία δς ξ πιδάμνου κα πολλωνίας: περ δ τν π Κανδαουίας δν α τε λίμναι εσν α περ Λυχνιδν ταριχείας ἰχθύων αὐτάρκεις ἔχουσαι.» [23] boreioipirotis@yahoo.gr

[24] boreioipirotis@yahoo.gr

[25] Κατ’ άλλους έζησε το 80-20 π.Χ.

[26] «Ὁ δ’ ἐν τῇ Λισῷ καθιστάμενος ἔπαρχος ὑπό Διονυσίου τριήρεις πλείους ἔχων ἐπέπλευσε τοῖς τῶν Ἰλλυρίων πλοιαρίοις, καί τά μέν βυθίσας, τά δέ χειρωσάμενος, ἀπέκτεινε τῶν βαρβάρων πλείους τῶν πεντακισχιλίων, ἐζώγρησε δέ περί δισχιλίους».

[27] Σχετικά με  ετούτο το γεγονός στο οποίο αναφέρεται  ο Διόδωρος, ο Καραθανάσης επιμένει ότι οι Ιλλυριοί ήσαν οι πρόγονοι των Αλβανών: «Ὁ Διόδωρος (80-20 π.Χ.), ἀναφερόμενος στήν πολιορκία τῆς Φάρου ἀπό τούς Ἰλλυριούς (Ἀλβανούς), γράφει ὅτι ὁ διορισμένος ἀπό τόν Διονύσιο τῶν Συρακουσῶν ἔπαρχος τῆς Λισοῦ, ἔχοντας περισσότερες τριήρεις, ἐπιτέθηκε ἐναντίον τῶν μικρῶν πλοίων τῶν Ἰλλυριῶν καί, ἀφοῦ ἄλλα ἀπό αὐτά καταβύθισε καί ἄλλα αἰχμαλώτισε, ἐξόντωσε ἀπό τούς βαρβάρους περισσότερους τῶν πέντε χιλιάδων καί αἰχμαλώτισε περί τούς δύο χιλιάδες.»

[28] Polybius. “2.11.15”. Histories. Of the Illyrian troops engaged in blockading Issa, those that belonged to Pharos were left unharmed, as a favour to Demetrius; while all the rest scattered and fled to Arbo.

[29] «Τῶν δέ πολιορκούντων τήν Ἴσσαν οἱ μέν ἐν τῇ Φάρῳδιά τόν Δημήτριον ἀβλαβεῖς ἔμειναν, οἱ δ’ ἄλλοι πάντες ἔφυγον εἰς τόν Ἄ ρ β ω ν α σκεδασθέντες». Polybius. “2.11.5”. Histories (in Greek) (εἰς τὸν Ἄρβωνα σκεδασθέντες).

[30] boreioipirotis@yahoo.gr

[31] Stephanus of Byzantium. “Ἀρβών”. Ethnika kat’ epitomen (in Greek). πόλις Ἰλλυρίας. Πολύβιος δευτέρᾳ. τὸ ἐθνικὸν Ἀρβώνιος καὶ Ἀρβωνίτης, ὡς Ἀντρώνιος καὶ Ἀσκαλωνίτης.

[32] 1.Η παραχάραξη του Ατταλειάτη στην  wikipedia: Διαβάζοντας  το άρθρο της wikipedia για τον στασιαστή  Νικηφόρο Βασιλάκη, παρατήρησα μια διπλή παραχάραξη. Ως στρατηγός του Δυρραχίου, συγκέντρωσε στρατεύματα με σκοπό να εκθρονίσει τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Βοτανειάτη, μέχρις ότου  ηττήθηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό. Η ιστορία του Μιχαήλ Ατταλειάτη  αποτελεί πρωτογενή βυζαντινή πηγή αυτών των γεγονότων (η στάση έγινε το 1078-9 και ο Ατταλειάτης πέθανε λίγο μετά το 1080, άρα λοιπόν περιέγραψε τα συμβάντα ενόσω ήταν φρέσκα και παρέχει την εθνολογική σύσταση του στρατού του στασιαστή). Το λήμμα της wikipedia γράφει: «His forces consisted of veteran Frankish, Sclavenian, Albanian and Greek soldiers, and his confidence in his own abilities and courage convinced him that victory would easily be his». Λέει δηλαδή, ότι τα στρατεύματά του αποτελούνταν από Φράγγους μισθοφόρους οι οποίοι ήλθαν από την Ιταλία και από Αλβανούς, «Γραικούς» και «Σκλαβηνούς» εγχώριους στρατιώτες από το θέμα του Δυρραχίου. Περιέργως, μόνο το λήμμα «Σκλαβηνοί» έχει σύνδεσμο ο οποίος παραπέμπει στο εξής άρθρο:

«The term Sclaveni (Greek: Σκλάβήνοι – Sklábēnoi, Σκλαύηνοι – Sklaúenoi, or Σκλάβίνοι – Sklabinoi, Latin: Sclaueni, Sclavi, Sclauini, or Sthlaueni – Sklaveni) was used to describe all Slavic peoples that the Byzantine Empire came into contact with, and especially the South Slavs in the Balkans».

Δηλαδή «Σκλαβηνοί» θεωρούνται  όλοι οι (νότιοι) Σλάβοι με τους οποίους  ήρθε σε επαφή η Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Το ίδιο ιστορικό γεγονός (στο λήμμα της Wikipedia) με τίτλο “Bulgarians in Albania” περιγράφεται ως εξής: «In 1078, it was noted that the usurper Nikephoros Vassilaki, recruited an army from the localities around Drach, which consisted of “Franks (that came from Italy), Bulgarians, Romans (i.e. Byzantine Greeks) and Arvanites (i.e. Albanians)”; this is the first ever reference to the Albanians in a medieval source».

Γράφει –δηλαδή- ότι τα στρατεύματα από τις  πέριξ του Δυρραχίου περιοχές,  αποτελούνταν από Βούλγαρους, Ρωμαίους και Αρβανίτες με επεξηγηματικές παρενθέσεις στα δύο τελευταία εθνικά, ώστε να καταλάβει το αγγλόφωνο κοινό,  ποιους εννοεί ο Ατταλειάτης.  Βαφτίζει έτσι τους Αλβανούς Αρβανίτες… Με άλλα λόγια, ο Βούλγαρος που έκανε το άρθρο της βικιπαίδειας «οι Βούλγαροι της Αλβανίας» είχε περισσότερη, ιστοριογνωσία, ντομπροσύνη (να το πω βουλγαριστί), μπέσα (να το πω αλβανιστί) και φιλότιμο (να το πω και στα ρωμέικα),  από τον αισχρό  βουλγαροφοβικό / γραικοκεντρικό παραχαράκτη που έκανε την διπλή παραχάραξη (ωμαίοι > «Γραικοί», Βούλγαροι > «Σκλαβηνοί) στο άρθρο για τον Βασιλάκη». Μας λέει ο συγγραφέας ερευνητής εδώ….

2.Ο Κ. Καραθανάσης Αρβανίτης στην καταγωγή και ακαδημαϊκός λέει κάτι διαφορετικό όταν καταθέτει τα ακόλουθα για τις αναφορές του Μ. Ατταλειάτη: «ο Μιχαήλ Ἀτταλειάτης τούς ἀναφέρει στά 1079 μ.Χ.» (δηλαδή τον 11ο αι), «ὡς Ἀρβανίτες» (εννοεί προφανώς τους Ιλλυριούς, που είναι εντελώς λάθος), «μέ τό παλαιό δηλαδή όνομα των πρώτων Ελλήνων οικιστῶν τοῦ Ἀρβάνου. Λέει ακόμα ότι η  ἐπανεμφάνισή τους στή βόρεια όχθη τοῦ Γενούσου όπου κατοικοῦσαν Ηπειρῶτες, συνοδεύτηκε με επιθέσεις και παραβιάσεις εναντίον τους (αρπαγές, κλοπές, λεηλασίες)».

[33] Σκυλίτζη, Σύνοψις στοριν, Τσολάκη, Βασίλειος Α’, 31, σ. 457. Ιωάννης Σκυλίτζης, 153.88-89: «πρὸς τὴν ἐκεῖθεν θάλασσαν κατὰ τὸ ξηρὸν διαβιβάζει τὰς ναῦς. ἐμβιβάσας τε τὸν λαὸν ἐν αὐταῖς ἔργου εἴχετο».

[34] Έρα Βρανούση, σ. 208, υπος, 1.

[35] Αυτόθι, σ. 208, υπος, 2., (Μιχαήλ Ατταλειάτης, έκδοση Βόνης σ. 9. Από 8-15).

[36] Αυτόθι,  σ. 209  (Ατταλειάτης, σ. 18, 17-23).

[37] Αυτόθι, σ. 209 (Ατταλειάτης, σ. 297. 20-22)

[38] Αυτόθι Λεξικό Σουΐδας, (σ. 659) ελλειπές.

[39] Wikiwant: Ο Δρουγγάριος της Βίγλας ή της Βίγλης, ήταν αξίωμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.  Ο κάτοχός του ήταν αρχηγός του τάγματος της Βίγλας, ενός τακτικού και επαγγελματικού στρατιωτικού σχηματισμού που έπαιζε και τον ρόλο ανακτορικής φρουράς κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο.

Από τον 11ο  αιώνα τη θέση του «επάρχου της πόλεως» (praefectus urbi) ως αντικαταστάτη του αυτοκράτορα στο βασιλικό δικαστήριο, την παίρνει ο Δρουγγάριος της Βίγλης  που μετονομάζεται έτσι σε «Μέγα Δρουγγάριο». Με τη δικαστηριακή μεταρρύθμιση του Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1166) το δικαστήριο του μεγάλου δρουγγαρίου γίνεται ένα από τα τέσσερα κύρια δικαστήρια της Κωνσταντινουπόλεως. Αρμενοπούλου, Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος, εκδόσεις  Δωδώνη, Αθήνα 1971, σ. 40, υποσημείωση του επιμελητή εκδόσεως Κ. Πιτσάκη στο Βιβλίον Πρώτον, Τίτλος Δ’§15 (σχόλιον).

[40] Oikonomides, Nicolas (1972) (στα French). Les Listes de Préséance Byzantines des IXe et Xe Siècles. Paris: Editions du Centre National de la Recherche Scientifique.)

[41] Τίτλοι αξιωματούχων στην αυλή των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου

Ακόλουθος, Ανθύπατος, Ασηκρήτις, Βασιλεοπάτωρ, Βεστάρχης, Βέστης, Βικάριος, Βόθρος, Δεσπότης, Δικαιοφύλαξ, Δομέστικος των σχολών, (Μέγας Δομέστικος), Δούκας, (Μέγας) Δρουγάριος της Βίγλας, (Μέγας) Δρουγγάριος του Στόλου, Δρουγγάριος, Έξαρχος, Εξισωτής, Εκ προσώπου, Έπαρχος της Πόλεως, Έπαρχος των πραιτωρίων, Επί της τραπέζης, Επί του ειδικού, Επί του κανικλείου, Επί του στρατού, (Μέγας), Εταιρειάρχης, Καίσαρας, Κανδιδάτος, Κατεπάνω, Κεφαλή, Κοιαισίτωρ, Κλεισουράρχης, Κόμης της ιδικής περιουσίας, Κόμης της Κόρτης, Κόμης των θείων θησαυρών, Κόμης των σταύλων, Κομμερκιάριος, Κοντόσταυλος, Κουβικουλάριος, Κουροπαλάτης, Κυαίστωρ, Λαμπρότατος, Λογοθέτης (Μέγας ΛογοθέτηςΛογοθέτης του γενικού, Λογοθέτης του δρόμου), Μάγιστρος, Μανδάτωρ, Μέγας   Δουξ, Μεσάζων, Νιψιστιάριος, Νυκτέπαρχος, Νωβελίσσιμος, Νομοφύλαξ Ορφανοτρόφος, Παππίας, Παρακοιμώμενος, Πατρίκιος, Πιγκέρνης, Πραιπόσιτος του κοιτώνος, Πραίτωρ, Πριμικήριος, Πρόεδρος, Πρωτασηκρήτις,Πρωτοβεστιάριος, Πρωτονοτάριος, Πρωτοσπαθάριος, Πρωτοστράτωρ, Πρωτοσύγκελος, Σακελλάριος, Σεβαστοκράτωρ, Σεβαστός, Σιλεντιάριος, Σπαθάριος, Στρατηγός, Στρατηλάτης, Στρατοπεδάρχης, Σύμπονος, Τζαούσιος, Τοποτηρητής, Τουρμάρχης, Χαμαιδικαστής, Χαρτουλάριος,Ύπατος των φιλοσόφων.

[42] Αρβανίτης ακαδημαϊκός που έγραψε την μελέτη.

[43] Έρα Βρανούση Ποια είναι; Πρόκειται για την συγγραφέα της μελέτης, «Οι Όροι Αλλβανοί και Αρβανίται και η πρώτη μνεία του ομώνυμου λαού της Βαλκανικής εις τα πηγάς του ΙΑ’ αιώνος».

[44] John Wilkes; 1.  Wilkes, J. J. The Illyrians. Oxford: Blackwell Publishing, 1992, ISBN 0-631-19807-5, p. 183. “We may begin with the Venetic peoples, Veneti, Carni, Histri and Liburni, whose language set them apart from the rest of the Illyrians.”

  1. Wilkes, J. J. The Illyrians. Oxford: Blackwell Publishing, 1992. ISBN 0-631-19807-5, p. 81.

“In Roman Pannonia the Latobici and Varciani who dwelt east of the Venetic Catari in the upper Sava valley were Celtic but the Colapiani of the Colapis (Kulpa) valley were Illyrians…” Wilkes, John J. (1995), The Illyrians, Oxford, United Kingdom: Blackwell Publishers Limited, ISBN 0-631-19807-5

[45] Αραβαντινός Πάνος: Title:  Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από του σωτηρίου έτους μέχρι του 1854 περιέχουσα και τοπογραφικόν πίνακα πάσης της Ηπείρου / συνταγμένη, υπό Π.Α.Π. Creator: Αραβαντινός, Παναγιώτης Σταμ., Publication Date: 1969.

[46] «Ο Αθανάσιος Ψαλίδας (1767-1829), ήταν ο μεγαλύτερος λόγιος και φιλόσοφος του Ελληνικού Διαφωτισμού. “Αρχιδιδάσκαλο” τον αποκαλούσε ο μαθητής του Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823).  Γεννήθηκε στα Γιάννενα.  Στα δεκαοχτώ του, αφού είχε τελειώσει ήδη τη Μπαλάνειο Σχολή, φεύγει για να σπουδάσει σε σχολές της Πολτάβας και της Ουκρανίας. Συνεχίζει στη Βιέννη, σπουδάζοντας ιατρική, ξένες γλώσσες (γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, λατινικά), Ελληνική φιλοσοφία, φυσικομαθηματικά και πειραματική φυσική (νέα επιστήμη τότε). Ήταν κοντά στον θρυλικό Ρήγα Φεραίο στη Βιέννη.  Αργότερα έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ως Φιλικός που ήταν, πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες, μ’ αυτή του την ιδιότητα.
Δίδασκε με γλώσσα την άκρα δημοτική.  Έβγαλε συντακτικό και λεξιλόγιο της λαϊκής γλώσσας και ήταν υπέρ της κατάργησης της ορθογραφίας. Πρότεινε να μεταφερθούν (στη δημοτική) αρχαία κείμενα. Εισήγαγε τα Λατινικά και τις Φυσικές Επιστήμες, με νέες μεθόδους διδασκαλίας. Ήταν ειλικρινής, ότι πίστευε το έλεγε και το εφάρμοζε.» Παύλος Βρέλλης, Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας, Κέρινα Ομοιώματα, Ιωάννινα.

[47] «Ο σουλιώτης οπλαρχηγός του 1821 Λάμπρος Κουτσονίκας κατάγεται από ένδοξη οικογένεια που πρόσφερε το αίμα της για την ελευθερία του Σουλίου και της Ελλάδας. Ο παππούς του Νικόλαος, ο πατέρας του Γιάννος και ο θείος του Θανάσης έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά στη Μονή του Σέλτζου στο Σούλι, όταν περικυκλώθηκαν από τα στρατεύματα του Αλή Πασά, το 1804. Κατά τη μάχη αυτή αιχμαλωτίστηκε η σύζυγος του φονευθέντος Γιάννου, μαζί με τα μικρά παιδιά της, ένα από τα οποία ήταν και ο Λάμπρος Κουτσονίκας. Ο Λάμπρος κατά την επανάσταση του 1821 πήρε μέρος σαν μπουλουκτσής και διακρίθηκε σε πολλές μάχες στην Ήπειρο και στην Στερεά Ελλάδα. Επί Αυγουστίνου Καποδίστρια, το 1831, ονομάσθηκε πεντακοσίαρχος και επί Όθωνος εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Πέθανε στις 2 Ιουνίου του 1879 σε βαθειά γεράματα, έχοντας πάρει το βαθμό του Συνταγματάρχη Φάλαγγας. Θέλοντας να εξυψώσει τον ηρωικό αγώνα των Σουλιωτών κατά την επανάσταση του 1821 και προ αυτής, αλλά και να ξεπλύνει τις κατηγορίες του Περραιβού για τον παππού του Νικόλαο και να αποκαταστήσει τη μνήμη του, συνέγραψε και δημοσίευσε το 1863-64 τη Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. (. . .) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ) /  Κουτσονίκας Λάμπρος, Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδόσεις ΒΕΡΓΙΝΑ, επιμέλεια, Ασημακόπουλος Νίκος, Μάρτιος 2002.

[48] Αχιλλέας Λαζάρου, Ρωμανιστής, και  Βαλκανολόγος, έχει πλούσιο συγγραφικό έργο και έλαβε μέρος με αναρίθμητες ομιλίες, σε συνέδρια και ημερίδες. Ενδεικτικά του μεγάλου συγγραφικού του έργου αποτελεί, το τετράτομο με τίτλο “ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΙ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ”, “Βλάχοι και κρατικές παραλείψεις”, “Εθνικά θέματα και κρατική ακηδία”, “Εθνικά και μειονοτικά θέματα” και άλλα.

[49] 11ος αι.-αρχές 12ου αι.

[50] Γεώργιος Ακροπολίτης, γεννήθηκε το 1217 (13ος αι.) στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, που συνδεόταν συγγενικά με τον Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, αυτοκράτορα της Νίκαιας. Συνδέθηκε μέσω επιγαμίας με τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και απέκτησε δύο γιους. Βιβλίο του το Χρονική Συγγραφή.

[51] Σύμφωνα πάντα με την Έρα Βρανούση.

[52] Ο Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός (1292 – 15 Ιουνίου 1383) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας και ιστορικός.  Υπήρξε τέτοιος  από το 1341 μέχρι την εκούσια παραίτησή του το 1354.  Τυπικά όμως, στέφθηκε αυτοκράτορας μόλις το 1347, ως συναυτοκράτορας του Ιωάννη Ε’. Στο έργο του ΙΣΤΟΡΙΑΙ, ως  εστεμμένος συγγραφέας καλύπτει χρονικά την περίοδο 1320-1356 κατά την συμμετείχε προσωπικά και συνέβαλε στην διαμόρφωση των περιγραφομένων γεγονότων. Το βιβλίο ετούτο δεν αποτελεί μια κοινωνική ή και πολιτική ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας  στον 14ο  αι.  Ο Ιωάννης Κατακουζηνός, το 1348, ίδρυσε το Δεσποτάτο του Μυστρά. Οι πληροφορίες προέρχονται από διάφορεςπηγές… grhistoria.blogspot.com/2015/07**biblionet.gr/book** protoporia.gr/istorion-vivlia-d-3-tomoi**ejournals.epublishing.ekt.gr

[53] «Ὁ ὅρος «Τουρκαλβανός» σήμαινε τόν ἐξισλαμισμένο Ἀλβανό καί ὄχι ὁποιαδήποτε ἀνάμιξη Τούρκων καί Ἀλβανῶν. Ἄλλωστε οἱ Τοῦρκοι, ἀρκούμενοι στό ἐξισλαμισμό τῶν Ἀλβανῶν, ἐπέτρεψαν σ’ αὐτούς τήν αὐτοδιοίκηση».

[54] Μαρία Μιχαήλ- Δέδε, Οι ‘Ελληνες Αρβανίτες, εκδ. Δωδώνης 1997, σελ. 139‐140.

[55] [“Οι Έλληνες Αρβανίτες, είχαν από την πρώτη στιγμή της καθόδου τους, απόλυτη ελευθερία εκλογής. Κανένας και τίποτα δεν τους επέβαλε την ταύτισή τους με τους Έλληνες και τη συμμετοχή τους στα δεινά της φυλής.

Η εποχή ήταν τέτοια που και περιορισμούς αν είχαν, πάλι μπορούσαν να τους αγνοήσουν, να τους κατανικήσουν και να κάνουν αυτό που ήθελαν.

Διάλεξαν μόνοι τους. Και μερικοί διάλεξαν να γίνουν Βενετοί, να υπηρετήσουν ξένους χριστιανούς άρχοντες για να έχουν καλύτερη τύχη.

Οι περισσότεροι όμως διάλεξαν να μείνουν Έλληνες και Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Δεν δελεάστηκαν από τίποτε και κυρίως δεν δείλιασαν, δεν φοβήθηκαν τον σκληρό τρόπο ζωής, την σκληρή μοίρα του Ραγιά που  κρατούσε μέσα του ακέραια την ψυχή την ελληνορθόδοξη.» (εκδ. Δωδώνης, 1997, σελ. 139‐140)].

[56] Αυτό το θέμα ήδη το εξετάσαμε προηγουμένως σε ετούτη την μελέτη.

[57] «Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου οἱ Ἀλβανοί ἐξαφανίστηκαν ἀπό τήν Ἱστορία πολλούς αἰῶνες!» Παράγραφος Ι:  «Οἱ Ἰλλυριοί καθώς, λοιπόν, ἀποσύρθηκαν ψηλότερα στά βουνά τους, ἐκεῖ, μέ τήν ἀπόλυτη ἀπομόνωσή τους, διαφύλαξαν καί τήν ἐθνότητά τους. Ξέχασαν τόν ὑπόλοιπο κόσμο, πού κι αὐτός τούς λησμόνησε. Ζοῦσαν ὥς τότε στ’ ἀπόσκια τῆς Ἱστoρίας, στήν ἀφάνεια καί τή μοναξιά καί εἶχαν ὡς κύρια ἀσχολία τους τήν καλλιέργεια τῆς ἄγονης γῆς τους καί τήν κτηνοτροφία.  /  Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου οἱ Ἀλβανοί ἐξαφανίστηκαν ἀπό τήν Ἱστορία πολλούς αἰῶνες! Ἐπανακτώντας τίς δυνάμεις τους μέ τόν καιρό, ἐπανεμφανίζονται στή γειτονική τους Ἤπειρο καί στήν Ἱστορία κατά τό 1079 μ.Χ., συμμετέχοντας σέ ἄτυχο στασιαστικό πραξικόπημα τοῦ Δούκα τοῦ Δυρραχίου και Πρωτοπροέδρου Νικηφόρου Βασιλάκιου μαζί μέ Ρωμιούς, ἀλλά καί Φράγκους, Βαράγγους καί Βουλγάρους εναντίον τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’. Γιά τό πραξικόπημα ὁ ἀναγνώστης θά διαβάσει περισσότερα στό Ἐπίμετρο.»

[58] Παράγραφος ΙΙ.

[59] “Πέρα από τα ιστορικά υπάρχουν και τα αδιάψευστα γλωσσολογικά δεδομένα. Από γλωσσολογικές αναλύσεις φαίνεται πως η μόνη άλλη γλώσσα με την οποία η Αλβανική έχει κοινές λέξεις αρχαίου γλωσσολογικού «υποβάθρου» (καί να μην αποτελούν Ελληνικά, Λατινικά, Ιταλικά, Σλαβωνικά ή τέλος Τουρκικά δάνεια) είναι η Ρουμανική.  Γνωρίζουμε πως οι λέξεις υποβάθρου της Ρουμανικής είναι σίγουρα καί αποδεδειγμένα Δακο-Μυσικές.”

[60]βλ.σχετικό λήμμα από τον Βαλκανιολόγο Αχ. Λαζάρου στο Π-Λ-Μπ.

[61] Πηγή, ethnologic.blogspot.gr/2009

[62] Πηγή, ethnologic.blogspot.gr/2009

[63] Από το «Αρβανίτικα» = η γλώσσα των Αρβανιτών.

[64] Σχόλιο του φιλόλογου Γιάννη Β. Πέππα στον ακαδημαϊκό Κ. Καραστάθη: «Ο αρβανίτης Κ. Καραστάθης, με την πατριωτική γραφίδα του, διεκδικεί θέση δίπλα στην Μαρία Δέδε. Η μόνη ένστασή μου εστιάζεται στην πρόσκαιρη απώλεια των αρβανίτικων από τους Έλληνες Ηπειρώτες. Εκτιμώ ότι πρόκειται για ερμηνευτικό σφάλμα του συγγραφέα. Οι Αρβανίτες δέχτηκαν γλωσσικά δάνεια απ΄ τους σκιπτάρ, όπως και τούρκικα, σλαβικά και πρώτα λατινικά, αλλά δεν συνάγεται από πουθενά ότι εγκατέλειψαν το ιδίωμα και τους επεβλήθη κατόπιν απ΄αυτούς που το είχαν εν τω μεταξύ υιοθετήσει…

Εξάλλου, βυζαντιακά και της μεσαιωνικής Ελληνικής δάνεια (όπως κοροβές, κουσάρ) δείχνουν ότι το ιδίωμα αδιατάρακτα υπήρχε και μπολιαζόταν / εξελίσσετο.»

[65] Μιλτιάδης Ηλία Μπόλαρης, Σικάγο/ Σημείωση – Το παρών κείμενο δεν είναι τελικό. Η συγγραφή του συνεχίζεται μέσα από ανανεώσεις, αναθεωρήσεις καί διορθώσεις. /Αναρτήθηκε από τον,  στο   «ΜΕΤΩΠΟ  ΟΧΙ»  Περί της καταγωγής των Αλβανών από Πελασγούς καί Ιλλυριούς  05/09/2013 /  Βούλγαρης Χρήστος  / ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ  ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ  ΜΕ  ΑΦΟΡΜΗ  ΜΕ  ΜΙΑ ΕΙΔΗΣΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΗΛΘΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ – Δεκέμβριος 23, 2012.

[66] «Rumanian and Albanian took shape in the Daco-Mysian region; Rumanian represents a completely Romanised Daco-Mysian and Albanian a semi-Romanised Daco-Mysian.» -V. Georgiev, ‘Albanisch, Dakisch-Mysisch und Rumanisch. Die Herkunftder Albaner‘ [Linguistique Balkanique, II, 1960, pp. 1 ff. andpp. 15 ff.]

[67] «Η μελέτη των τοπονυμίων πείθει ότι τα Ιλλυρικά είχαν αφανιστεί πριν από αιώνες και οι Αλβανοί τα αντικατέστησαν καθώς αναμίχθησαν με Λατινικούς πληθυσμούς στην Βόρειο Αλβανία, με Ελληνικούς στην Νότια καί στην παραλιακή, αλλά καί με τους Σλάβους. Γιά τα Ελληνικά τοπωνύμια της παραλιακής καί Νοτίου Αλβανίας οι αποδείξεις σε σχέση με τα τοπωνύμια, έχουν βάσεις. Παραδείγματα, η πόλη Fier or Fieri από το Ιταλικό fiera (=χώρος εμπορικής έκθεσης, παζαριού, εμποροπανήγυρης, στην περιοχή της αρχαίας Ελληνικής Απολλωνίας), Δυρράχιον (χτισμένο σε δύο ράχες – η αρχαία Ελληνική πόλη Επίδαμνος), Στην Λατινική: Dyrrachium, Ιταλικά Durazzo καί με δάνειο από την Ιταλική (εξαιτίας της παρουσίας Βενετών ετούτη την εποχή) προέρχεται το Αλβανικό Durrës. Επίσης, Gjirokastër – Αργυρόκαστρο, Vlora ή Vlorë – Αυλώνα, αλλά στην Γκεκική διάλεκτο Vlonë, καί φυσικά Himarë – Χειμάρα η Αρχαιοελληνική Χίμαιρα, Επισκοπή /Δρόπολη, η κατεστραμένη Voskopoja – Μοσχόπολη, κλπ.

Από την Σλαβική γλώσσα θα αναφέρουμε το Βεράτι – Berati κτισμένο από τον Κάσσανδρο ως Μακεδονική αποικία. Αντιπάτρεια, μετονομάστηκε από τους Βυζαντινούς ώς Πουλχεριόπολις καί με την κατάληψή της από τους Βούλγαρους ονομάστηκε στην Σλαβική Бѣлградъ – Βελιγράδι – Beligrad (= Λευκούπολη), που οι Έλληνες το απέδωσαν ως Βελλέγραδα. Η Αλβανική αλλοίωση είναι τελικά το Berati. Σλαβικά τοπωνύμια είναι καί η Korçë – Горица – Κορυτσά, το Pogradec ή Pogradeci – Подградец – Πόγραδετς (κάτω πόλη).»

[68] «Οι Κουμάνοι ένα από τα τελευταία κύματα της τουρκικής επέκτασης προς τη Δύση. Στις βυζαντινές πηγές από τον 11ο  έως το 13ο  αιώνα πολύ συχνά αναφέρονται ως Σκύθες, η τουρκική ονομασία τους είναι Κιπτσάκ (Qipčak) και η σλαβική Πολόβτσυ (Polovci). Πρόκειται για μια ιδιόμορφη κοινοπολιτεία ευρωασιατικών νομαδικών και ημινομαδικών φύλων τα οποία εκδίωξαν και αντικατέστησαν τους Πετσενέγους στις ανατολικο- ευρωπαϊκές στέπες γύρω στα 1050-1060.  Η ιστορία τους ξεκίνησε στην Ασία και έκλεισε τον κύκλο της στην Ευρώπη και την Αφρική. Οι Κουμάνοι διαδραμάτισαν στις στέπες της Μαύρης θάλασσας σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο μεταξύ του 11ου και του 13ου αιώνα και οι σχέσεις τους με τους Γκρουζίνους, τους Ρώσους, τους Ούγγρους, τους Βυζαντινούς και τους Βουλγάρους άφησαν βαθιά ίχνη στην ιστορία των λαών αυτών. (Εμφάνιση και μετακινήσεις των Κουμάνων, Radic Radivoj (2/19. 2008/)- encyclopaedia of the Hellenic World, Black Sea)».

69] Σύμφωνα «με τον Gustav Meyer το Shqiptar, προέρχεται από το «shqipoj» (=το ομιλείν ευκρινώς) και το «shqiptoj» (=εκφέρω, προφέρω), που επίσης  προέρχονται από το Λατινικό ρήμα «excipere», (=εξάγω, βγάζω, ακολουθώ). Το ρήμα «προφέρω»=«shqiptoj», το «δυνητικά προφερόμενο»=«shqiptue-shem» καί η λέξη «προφορά»= «shqiptim».

[70] «(Το albho- μας δίνει το Χιττιτικό al-pa-áš (alpas)= σύννεφο. Στα Λατινικά olor = κύκνος. Στην Ελληνική το alburnus = ασπρόψαρο (Ελληνικά αλβούρνος ή λευκίσκος, κοινώς «ασπρόψαρο»), το λατινικό albarus=η λεύκη, το λατινικό albūcus=ασφόδελος, το Αρμενικό Arm. aɫauni=περιστέρι (= λευκό πουλί), το Λιθουανικό al̃vas καί Ρωσσικό ólovo, η δερματική πάθηση αλφός «λευκή τις παραλλαγή εν τω σώματι» κατά τον Ησύχιο, αλφιτόχρους=λευκή, το δένδρο αλφινία=λεύκη, αλλά και η Ομηρική αλφίτου ακτή, καί έλφιτα «κριθάλευρα ή σιτάλευρα» (=λευκή σκόνη), πάντα κατά τον Ησύχιο, όπως καί το λήμμα αλφούς=λευκούς, ή «λευκάς» πάντα κατά τον Ησύχιο».

Άλλα παρόμοια παραδείγματα: «Η Ινδοευρωπαϊκή ρίζα albho- σχετίζεται με ονόματα ποταμών, όπως «ασπροπόταμος – λευκά νερά», το Γερμανικό όνομα του ποταμού «Elbe» (Λατινικά Albis, Albia, από το Γερμανικό *Alƀī, γενική Alƀiōz =). Τα Γαλλατικά «Albis’ καί «Albā», το Λατινικό «Albula», και στην Ελληνική, «Αλφειός» στην Πελοπόννησο, ενώ στην Σικελία «Αλαβών» κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, που συνεχίζει «έστι καί ποταμός Άλβας, ο νύν Τίβερις». Άλβα «λευκή» είναι καί «πόλις της Ιταλίας, ήν έκτισαν οι από του Λαυυινίου Λατίνοι, Τρώες όντες. έστι δ΄η Άλβα καθ΄ Ελλάδα λευκή…», καί συνεχίζει ο Στέφανος Βυζάντιος: «…λέγεται καί Άλβη. ο πολίτης Αλβανός, ώς καί οίνος Αλβανός ηδύς τε καί καλός. λέγεται καί Αλβανός εν Ιταλία τόπος εν ώ ιεροποιείαι εγένοντο, καί λίμνη Αλβανίς». Πληροφορεί επίσης ότι υπάρχει: «έστι καί Άλβη πόλις Κρήτης, το εθνικόν Αλβαίος, ώς Θηβαίος», όπως επίσης καί η γνωστή «Αλβανία, χώρα προς ανατολικοίς Ίβηρσιν», δηλαδή την Καυκάσια Αλβανία, δυτικά της Καυκασίας Ιβηρίας (Γεωργίας). Υπάρχει επίσης κατά τον Στέφανο Βυζάντιο καί «Αλβίων, νήσος Πρεττανική…το εθνικόν Αλβιώνιος». Η τελευταία αυτή είναι η Γηραιά Αλβιώνα, των Κελτών της Βρεττανίας, και που πήρε το όνομά της από το κατάλευκο των ασβεστολιθικών βράχων της, όπως φαίνεται από την ευρωπαϊκή πλευρά.

Η Ινδοευρωπαίκή ρίζα albho- συναντάται καί στην πάθηση των albino, albinism, στην Ελληνική αλφισμός ή αλμπινισμός ή λευκοπάθεια, στο άλμπουμ φωτογραφιών, από την Λατινική λέξη albus, που αρχικά σήμαινε λευκή επιφάνεια γιά γραφή, και αργότερα σήμαινε τον κατάλογο. Απαντά και στο όνομα Άλπεις, πάντοτε χιονισμένα Λευκά όρη, και επίσης στους λόφους έξω από την Ρώμη με το λευκό, χώμα (ηφαιστιακής τέφρας), που παράγει «οίνον ηδύ», όπως λέει ο Στέφανος Βυζάντιος. Εκεί βρίσκεται επίσης η πόλη Αλμπάνο του Λατίου – Albano Laziale (το όρος Aλμπάν) – Mons Albanus καί η λίμνη Αλμπάνο – Lago Albano. Διατηρούν τα ονόματά τους (λευκοχώματα), από την προ-Ρωμαϊκή εποχή, τότε που στην Αλβα  Λόνγκα-Alba Longa ζούσαν οι Ιταλιώτες Ιλλυριοί (the original), και όχι Αλβανοί – Albani. «Άλβα δε Λόγγαν, ετέραν πόλιν έκτισαν, από της χοίρου», λέει ο Δίων ο Κάσσιος, στην αρχή της Ιστορίας του, «τουτέστι Λευκήν Μακράν. Καί το εκείσε όρος Αλβανόν εκάλεσαν ομοίως… Μέχρι τούτου τα περί Άλβης καί Αλβανών».

[71] Λέει λοιπόν ο Μπόλαρης: «Πάντως κατά τον σοβαρότερο αναλυτή της Ιλλυρικής Ιστορίας τον Γουϊλκες, ούτε κάν αυτή η ταύτιση δεν είναι σίγουρη («We cannot be certain that the Arbanon of Anna Comnena is the same as Albanopolis of the Albani, a place located on the map of Ptolemy» – Wilkes, J. J. The Illyrians, 1992, page 279). Καί εν πάσει περιπτώσει το Αρβανόν της Άννας Κομνηνής καί του Ατταλιάτη δεν αναφέρεται σε πόλη, αλλά σε περιοχή. Παρεπιπτώντος καί ο δικός μας ο γνωστός γλωσσολόγος Γεώργιος Μπαμπινιώτης αμφιβάλει γιά την γλωσσολογική συνάφεια και προέλευση του Αρβανόν με την εξαφανισμένη παλαιόθεν άλλωστε Αλβανόπολη, άν καί δέχεται σαν σίγουρη την προέλευση του Αρβανίτης καί Αλβανός από το Αρβανόν.»

[72] Μιλτιάδης Ηλία Μπόλαρης, Σικάγο… (σημειώσεις του ερευνητή κ, Μ.Η. Μπόλαρη)

«Σημείωση – Το παρών κείμενο δεν είναι τελικό.  Η συγγραφή του συνεχίζεται μέσα από ανανεώσεις, αναθεωρήσεις καί διορθώσεις. Οι παρατηρήσεις, οι διορθώσεις καί τα σχόλια όλα ευπρόσδεκτα. Οι ύβρεις όχι. / ΜΗΜ / Υ.Γ. Γιά περισσότερο διάβασμα, το καλύτερο άρθρο είναι τό «The Position of Albanian» του καλύτερου αναμφισβήτητα μελετητή-ερευνητή της Αλβανικής γλώσσας διεθνώς, του Ινδοευρωπαϊστή γλωσσολόγου καί κοσμήτορα επί σειράν ετών της Σχολής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Έρικ Χάμπ, γνώστη 32 γλωσσών, τον οποίο είχα την ευτυχία να γνωρίσω. http://groznijat.tripod.com/balkan/ehamp.html / Eπίσης Το άρθρο του Βλαδιμίρ Γκεόργκιεφ «The genesis of the Balkan Peoples», /

Vladimir Georgiev  (The Slavonic and East European Review 44, no. 103, 1960, pp. 285-297),http://groznijat.tripod.com/vg/vg.html
Τέλος καί εδώ βρίσκονται αρκετές πληροφορίες, σε Ελληνική μετάφραση (έστω καί κακής ποιότητας, πάντως κατανοητή):

Η Καταγωγή των Αλβανών /http://shelf3d.com/i/Origins%20of%20the%20Albanians http://hellenikathemata.blogspot.gr/2012/12/blog-post_25.html»

[73] «The  city  seems  to  have  flourished   for  300  or  400  years  before   being   largely abandoned  in  the  2C  BC» http://albania.shqiperia.com/kat/m/shfaqart/aid/2285.html

 

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...