©Πιπίνα Δ. Έλλη (Pipina D. Elles) Μελέτες και απόψεις… (Studies And views) τόμος Γ’ (Volume III)
Η συνέχεια…
Ο φόβος του θανάτου και η σημασία της ζωής: Διαπιστώνεται όλο και περισσότερο ότι η ζωή, η αξία του ανθρώπου και ο θάνατος, σημάδεψαν βαθειά την ύπαρξη του Γ. Ρίτσου. Ο θάνατος κατέχει ξεχωριστή θέση στην ποίησή του και από τον τρόπο και τη συχνότητα με την οποία επαναλαμβάνεται, αποκαλύπτεται ότι ο ποιητής ακόμη και όταν έχει εξοικειωθεί με την ιδέα του, βαθιά μέσα του, είναι ριζωμένη η πίστη ότι η ζωή είναι γλυκιά, δυνατή και χειροπιαστή, αντίθετα με το άγνωστο, το ασύλληπτο και σκοτεινό που εκπροσωπεί ο θάνατος. Δεν ενδιαφέρει η αλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης ως ύλης, δεν αφορά η συνέχειά της υπό άλλη χθαμαλή μορφή. Αγνοείται ο νόμος της ζωής όπως δόθηκε από τον Ανρί Μπερξόν[1]: η ανάδυση της ζωής από το σκοτάδι, η διάρκειά της στο φως και πάλι πίσω στο σκοτάδι. Στην διανόηση ωστόσο, ο θάνατος ερμηνεύεται ως αιωνιότητα, σχετίζεται με τη φήμη και είναι προνόμιο αντρών επιφανών.
Ο Νεοπτόλεμος στη συνομιλία του με τον Φιλοκτήτη στο συνώνυμο ποίημα, περιγράφει εμπειρία του[2] που υποδεικνύει προσποιητή μάλλον, αδιαφορία για τον θάνατο: «Θυμάμαι μια νύχτα που πλέαμε με πανσέληνο. Το φεγγαρόφωτο / Απέθετε μια εντάφια χρυσή προσωπίδα[3] σε όλα τα πρόσωπα / οι στρατιώτες, μια στιγμή, σταθήκαν και κοιτάχτηκα /… /… και με μιας, όλοι στράφηκαν / Και κοίταξαν ψηλά το φεγγάρι, / Ακίνητοι όλοι, πάνω στο αεικίνητο πέλαγος, / Σιωπηλοί, μαγεμένοι, σαν πεθαμένοι κιόλας κι αθάνατοι / (Νέα στροφή) Τότε, σα νάνιωσαν αόριστα ένοχοι, σα να μη άντεχαν /…. /…. / Ίσως για να ξεχάσουν κείνη τη στιγμή, κείνη τη νόηση, κείνη την απουσία»
Και στο ποίημα Χρυσόθεμις η συνώνυμη ηρωίδα μιλώντας για την κηδεία της μητέρας της, αναφέρεται[4] στη «βελούδινη μαύρη πεταλούδα» με «στίγματα πορτοκαλιά» που «πήρε στους ώμους της το φέρετρο κι εχάθη». Η πεταλούδα -ψυχή-, πήρε στους ώμους της το κουφάρι του σώματος που άλλοτε την φιλοξενούσε. Παρόμοια πεταλούδα παρουσιάζεται και στο ποίημα Ελένη[5] και αποτελούν αιθέριες στιγμές συνυφασμένες με δέος και θαυμασμό για την μετάθεση του ανθρώπου από τη μία πλευρά της ύπαρξης την φωτεινή, στην άλλη την νοητή, μόνο που θεωρείται σκοτεινή και προκαλεί δέος ακόμα και στους γενναιότερους των ανθρώπων.
Το θάψιμο ενός νεκρού δεν σημαίνει την παραχώρηση μίας θέση επίσκεψης και τελικής αναγνώρισης της απουσίας του. Οι ενοχές ή οι λύπες αφορούν ταυτόχρονα και τα δύο μέρη: τους ζωντανούς που κουβαλάν αυτά τα συναισθήματα και τους απολείποντας που τα προξενούν.
Η ματαιότητα των εν ζωή κινήσεων, ενώπιον του αναπότρεπτου του θανάτου: Στο ποίημα Η Επιστροφή της Ιφιγένειας, η Ιφιγένεια[6] του Ρίτσου εξομολογείται ότι εκμεταλλεύθηκε το περιστατικό της θυσίας της στη διάσταση του Ομήρου, μια και δεν υπήρχε τρόπος να την αποφύγει. Παραδέχεται αβίαστα ότι είχε προσποιηθεί πως την αποδεχόταν για το καλό της χώρας της. Είχε «κλέψει» τη χλαμύδα του ηρωισμού και την είχε ενδυθεί. «Δεν πειράζει για μένα», είχε πει υποκριτικά, παρακινώντας τον θαυμασμό των στρατιωτών και τη θλίψη τους για τη νέα γυναίκα, εξιλαστήριο θύμα για την πραγματοποίηση του πηγαιμού στο Ίλιον. Καθώς η Άρτεμις δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν, η Ιφιγένεια είχε αποφασίσει να κερδίσει κάτι από τον προκείμενο και άδικο θάνατό της. Ο ποιητής τη θέλει ειλικρινή, δήθεν, και τη διαφοροποιεί από την άλλη την φερόμενη ως ηρωίδα στον ομηρικό μύθο. Η σύγχρονη Ιφιγένεια μετανοεί, αισθάνεται πόσο ευτελές ήταν αυτό που είχε κάνει στην άλλη της διάσταση, εκείνη του αρχέτυπου μύθου: «Ευχήθηκα νάχα πεθάνει τότε στ’ αλήθεια, για να μην τα ξανακούσω», ομολογεί στον ακροατή της. Θεωρεί ωστόσο ότι μέσα στην εντροπή της «είταν και κάποια μυστική ευφροσύνη». Το «αναπότρεπτο» του θανάτου, η ανθρώπινη μοίρα, στην προκείμενη θυσία της, ήταν φαινομενικά, καθώς η όλη υπόθεση ήταν θέλημα της θεάς Άρτεμης. Η Ιφιγένεια του αρχέτυπου μύθου βρέθηκε από τον αδερφό της Ορέστη, όχι απλά να είναι ζωντανή αλλά και να υπηρετεί τη Θεά Άρτεμη στους Ταύρους.
Η αδυναμία και η ήττα των ανθρώπων, «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» – χωρίς ωστόσο να καταλογίζεται ως ταπείνωση: «Όχι, καμμιά ταπείνωση δεν είναι. Αν νικήθηκα, νικήθηκα / Όχι απ’ ανθρώπους, μόνο απ’ τους Θεούς. / Καμμιά νίκη ούτε ήττα / δεν είναι δική μας»[7] καταθέτει εκ νέου το ίδιο ο Αίας στο συνώνυμο έργο τονίζοντας τις a priori -καθορισμένες από τους θεούς- κατευθύνσεις προς τη νίκη ή την ήττα προς την επιτυχία ή την αποτυχία των ανθρώπων. Όμως ετούτα τα στοιχειά, δεν καταλογίζονται ως ταπείνωση. Οι ιδιοτροπίες και τα καμώματα των Θεών, οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες, έχουν αποκαλυφθεί επανειλημμένα. Όλα αποδεκτά από τον άνθρωπο, επομένως δεν μπορεί να αισθάνεται ταπείνωση για την έκβαση των πραγμάτων στη ζωή του για τις δικές τους αποφάσεις.
Η Ελένη στο ομώνυμο ποίημα[8], λέει κάτι ανάλογο: «Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, / ηρωϊσμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες, θυσίες και ήττες». Περιγράφει τη σκηνή μονομαχίας των αντεραστών της, όπως την παρακολούθησε από τα Τείχη της Τροίας και μιλά παρόμοια όπως η Χρυσόθεμις, για την απάντηση στην ερώτησή της στο ομώνυμο ποίημα[9]: «Δεν άξιζε διόλου να κοιτάξεις / την έκβαση την είχαν απ’ τα πριν ρυθμίσει οι θεϊκές βουλές».
«Εσένα σούχαν κολλήσει στις παλάμες δυο μαχαίρια» λέει η Ιφιγένεια στον Ορέστη και υποστηρίζει όπως οι προηγούμενοι ήρωες-καταθέτες-ο ποιητής, ότι όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί ήταν προ-κανονισμένα. Θεωρεί ότι τα μέλη της οικογένειάς της ήταν «άρρωστοι» υπό την «επίβλεψη τρίτων», οι οποίοι απλά περίμεναν τον θάνατό τους[10]. Ενισχύεται διαρκώςη ισχύς του Tabula Raza, η επιβολή του θελήματος ενός παντοδύναμου άρχοντος, ενός θεού ή θεών στον αδύνατο εκ φύσεως ή εκ των πραγμάτων, άνθρωπο. Στο σκηνικό της ζωής, το υπέρτατο όν -όποιο και αν θεωρείται ότι είναι αυτό- διευθετεί την πορεία των ανθρώπων κατά τη βούλησή του, επιβάλλεται η απολυταρχία του, είναι ο αήττητος σκακιστής που χειρίζεται τους ανθρώπους – πιόνια, σε νοητό καρέ, ίσως για να διασκεδάσει την ανία του, ή πιθανόν για να ταχτοποιήσει τα άτακτα ακολουθώντας τους νόμους που ο ίδιος έχει θεσμοθετήσει, ή ακόμη γιατί ετούτο τον ικανοποιεί ή τον διασκεδάζει. Θα μπορούσε ετούτο το δράμα να ερμηνευτεί και ως κουκλοθέατρο τύπου Ιάβας ή και το θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη, με κυρίαρχο πάνω από τη μικρή σκηνή, τον μη ορατό στους θεατές καλλιτέχνη, να χειρίζεται με απόλυτο τρόπο και επιδεξιότητα τα νήματα των μαριονεττών του.
Οι άνθρωποι υφίστανται παντός είδους δεινά, γιατί είναι εκ φύσεως αδύνατοι, έστω και αν στη νεότητά τους και σε στιγμές επιτυχίας, δύναμης ή ευδαιμονίας αισθάνονται ελεύθεροι, ανέγγιχτοι, όπως η Ελένη[11] στο συνώνυμο ποίημα, όταν πετούσε λουλούδια στο πλήθος των στρατιωτών. Κατά βάθος γνώριζε ότι η δύναμή της ήταν ένα εφήμερο, ένα επίγειο γεγονός και ότι πιο μακρύτερα από αυτήν εκείνες τις στιγμές της δόξας της –καθώς τότε ήταν νέα-, βρισκόταν το φυσικό τέλος της. Και οι νέοι άντρες στην ακμή της νιότης τους μπορεί να αισθάνονται αιωρούμενοι και αθάνατοι, παρόμοια όπως ένιωσαν ο Καζαντζάκης και ο αγαπημένος του Σικελιανός, σε στιγμές της νεότητάς τους, στην από κοινού ζωής τους, για κάποια περίοδο, στο Άγιον Όρος.
Αν ο χρόνος κυλά και η φτώχεια πάει και έρχεται, το ανθρώπινο σώμα εξίσου απατηλό, ως ύλη φθαρτή, δεν ανθίσταται στο χρόνο[12]. Και ενώ δεν είναι αθάνατο, δίνει την ψευδαίσθηση -κυρίως στη νεότητα- ότι είναι παντοδύναμο, ανέγγιχτο: «ότι κρατάμε το σώμα, μας κρατάει, ότι κρατιόμαστε στον κόσμο». Έτσι είναι. Η νεότητα είναι η περίοδος της θεοποίησης του ατόμου, αφεαυτού. Καθώς ο χρόνος γλιστρά χωρίς να σημαδεύει ευθέως το σώμα ή την υγεία, η σκληρή στιγμή της οριστικής και αμετάκλητης απομάκρυνσης από τη νεότητα, χτυπά τον άνθρωπο αργά, όταν έχει περάσει στο στάδιο όπου γίνονται οι μεγάλες ανατροπές στο σώμα του, στον οργανισμό του. Η ειρωνεία της Ελένης για τα επίγεια, για την προσωρινότητά τους, επικυρώνεται: «Και γελάω. Πως είταν δίχως νόημα όλα / δίχως σκοπό και διάρκεια και ουσία / πλούτη πόλεμοι δόξες και φθόνοι / κοσμήματα και η ίδια η ομορφιά μου / Τι ανόητοι θρύλοι κύκνοι και Τρώες και έρωτες κι ανδραγαθίες.»
Ο νεαρός Ορέστης, παρά το γεγονός ότι βρίσκει τη δύναμη να αποφασίσει την εκτέλεση της μητέρας του, κυριεύεται από μία άλλου είδους, ανθρώπινης αδυναμίας. Αισθάνεται αδύνατος ενώπιον του ρόλου του, του δολοφόνου υιού: «με ετοίμαζαν και ετοιμαζόμουν γι’ αυτό», ομολογεί. Στην ουσία όμως δεν είναι έτοιμος, δε θα μπορούσε να είναι έτοιμος για κάτι τόσο αποκρουστικό σαν τη μητροκτονία. Ούτε ενθαρρύνεται από τις καταστάσεις για να παίξει τον ρόλο στον οποίο είχε ταχθεί από το πεπρωμένο του. Μολονότι έχει πλήρη συναίσθηση ετούτου του φαινομένου, όπως οι παραπάνω ήρωες, αγανακτεί που άλλοι είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη και κατευθύνουν τις πράξεις του και όχι αυτός ο ίδιος. Ο Θεός, η μοίρα ή το καθήκον του διαδόχου στην προκειμένη περίπτωση τροχοδρομούσαν τις πράξεις των ανθρώπων.
Και ο Αίας στο συνώνυμο ποίημα δεν ξεφεύγει από την παραπάνω αντίληψη, καθώς αισθάνεται τα παρόμοια με τους προηγούμενους μάρτυρες του φαινομένου και ομολογεί με πικρία: «Τη δύναμή μου την ξόδεψα». Εννοεί άδικα και παράνομα. Την είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει τα ζώα που ήταν μπροστά του, πάνω στην αλλοφροσύνη του, εξαιτίας της θεάς Αθηνάς. Το είχε κάνει πιστεύοντας ότι σκότωνε τους Αχαιούς που τον είχαν πληγώσει: «Νίκες ολότελα φανταστικές… Τίποτ’ άλλο» λέει. Το ξόδεμα σε μια μάταια πράξη, προκαλεί λύπη στον ήρωα, ιδιαίτερα όταν θυμάται το άσπρο κριάρι που είχε πιστέψει ότι ήταν ο Οδυσσέας. «Ένας μικρός Αη Γιάννης», λέει λυπημένος και τονίζει ότι «αυτά» τον «δίδαξαν την ήμερη μετριοφροσύνη»[13]. Στην περίπτωσή του ο θυμός και η οργή κατά των Αχαιών τον είχαν ωθήσει προς εκείνη την κατεύθυνση. Η Θεά Αθηνά είχε διενεργήσει με σοφία στην περίπτωσή του και έτσι δεν χάθηκαν οι Αχαιοί από το χέρι του. Ίσως αν σκότωνε τους καθαυτό Αχαιούς, να μην υπήρχε εξιλέωση.
Το μάταιο των αγαθών της ζωής: Η ματαιότητα των αγαθών της ζωής τονίζεται ποικιλοτρόπως στα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης του Γ. Ρίτσου. Στο ποίημα Ελένη[14] η ηρωίδα υποδεικνύει στον ακροατή της την ματαιότητα του των επιγείων αξιών και αξιωμάτων: «μη σκοτίζεσαι τόσο για ηρωισμούς για αξιώματα και δόξες». Ενισχύει τη δήλωσή της ακόμη περισσότερο λέγοντας: «Τα πράγματα χαλαρωμένα κούφια». Ο ποιητής θεωρεί μάταια την προσπάθεια του ανθρώπου για κάποια σταθεροποίηση, μία ακινησία στο σημείο όπου αυτός επιθυμεί να σταθεί τελικά, μέσα στο φάσμα του χρόνου. Η Ελένη δίνει ένα παράδειγμα της παρακμής του επιπέδου ζωής, χρησιμοποιώντας συμβολικά τη χρήση τσουβαλιού που περιέχει αλεύρι: «Το αλεύρι το μαζεύουν οι φτωχοί με τις χούφτες τους», καθώς είναι λιγοστό, δεν αρκεί για όλους και αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Ο τελευταίος που είναι και ο πιο άτυχος, γιατί το σκόρπιο αλεύρι έχει αφανιστεί, σηκώνει το άδειο τσουβάλι απλά για να αλευρωθεί, για να πάρει κάτι από την αξία της ακατέργαστης, πρώτης, πολύτιμης ωστόσο ύλης. Δεν έχει μείνει τίποτα γι’ αυτόν από το αλευρωμένο τσουβάλι. Γιατί όμως δεν υπήρχε αρκετό αλεύρι ώστε να πάρει και εκείνος το μερίδιό του; Αυτό είναι το βεληνεκές της απορίας, που αναμφίβολα επιτρέπει κραυγαλέες απαντήσεις σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα ανέκαθεν: «Καμιά λοιπόν σημασία στα γεγονότα ή στα πράγματα / το ίδιο και οι λέξεις»[15].
Στο ποίημα Η Επιστροφή της Ιφιγένειας, η Ιφιγένεια, ως ιέρεια της Θεάς Άρτεμης μιλά με συγκρατημένη απογοήτευση: «Επιμένουμε» λέει, μιλώντας για την αέναη προσπάθεια του ατόμου. «Γιατί όλ’ αυτά τι είταν; Τι είναι;»ρωτάει αναφερόμενη στην ματαιότητα των πολέμων και τις φριχτές τους συνέπειες[16]. Μνημονεύει τον Όμηρο και τα έπη του που περιγράφουν ανώφελες καταστροφές, φόνους, εκστρατείες, αντεκδικήσεις, βουλιαγμένα καράβια, ερειπωμένες πολιτείες[17]: «Υπογραμμίζοντας θαρρείς με την τυφλή του ορθοστασία την απουσία κάθε νοήματος»[18]. Κάνει καταμέτρηση των ανωφελών λόγων για τον αφανισμό τόσων, τον σκοπό τον άσχετο με αυτήν ή με τους στρατιώτες και ομολογεί με λύπη το αποτέλεσμα: «να μας εδώ νικητές τάχα έχοντας φέρει σε πέρας ένα μεγάλο σκοπό που δεν τον θέσαμε εμείς στον εαυτό μας». Όσο για την αμοιβή τους ως νικητές, φαινόταν ετούτη τόσο ταπεινή και άσχετη με τον εαυτό τους, όσο και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η εκστρατεία: για «το ξόανο της Θεάς» το οποίο κουβαλήσανε[19], λέει με απαξίωση. Ως φυματικός στο Νοσοκομείο της Σωτηρίας ο Γ. Ρίτσος αλλά κυρίως ως αριστερός, ήταν πάντα υπό την επίβλεψη ή την παρακολούθηση τινών ανθρώπων. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τις εκτελέσεις, των τριακοσίων και πλέον ατόμων, οπαδών της αριστεράς, την περίοδο από το 1937 – 1952, δίπλα στον Νοσοκομείο Σωτηρία (Κρατική τηλεόραση της ΕΡΤ, Προσκήνιο, 20/6/07), μπορεί να κατανοήσει το άγχος εκείνων των ανθρώπων που άσχετα με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, υπέφεραν διπλά, καθώς βρίσκονταν υπό διαρκή και εχθρική, επίβλεψη-παρακολούθηση.
Η σημασία του αντιστασιακού αγώνα για τον Γ. Ρίτσο: Ως ποιητής με δυνατό προφίλ, έχει επίγνωση και ετούτου: διαθέτει τη δύναμη της επιρροής. Με τα εκφραστικά εργαλεία που διαθέτει ή και εφευρίσκει στην πορεία της δημιουργικής διαδικασίας, τονίζει τελεσίδικα και αμετανόητα τη σημασία της αντίστασης στην εξουσία της πολιτείας, η οποία (αντίσταση) στην πορεία της δημιουργεί την ανθρώπινη ιστορία: «ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται, χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία» τονίζει. Αναφέρεται στην γενναιότητα εκείνου που τολμά και αντιδρά εναντίον της εκτροχιασμένης συχνά πολιτείας και επιπλέον στην ομορφιά του ανθρώπου ανάμεσα στις μνήμες των μεγάλων αγώνων και στις προφητείες της Πυθίας: «Ο καπνός…… σα χρυσόμαλλο δέρας»[20], γράφει παρομοιάζοντας.
2. Η ουσία των ποιημάτων: Νεότης – γήρας, αναμνήσεις – μετάβαση από τη νεότητα στο γήρας: το ποίημα, Σονάτα υπό το Σεληνόφως: Ηνεότητα, το γήρας, οι αναμνήσεις (μετάβαση από τη νεότητα στο γήρας και οι εξ αιτίας του συνέπειες), ο έρωτας, η άνοιξη, το φεγγάρι, το αίσθημα της αιωνιότητας αποτελούν επίμονα σημεία αναφοράς, σε ορισμένα από τα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης. Ιδιαίτερα στο ποίημα, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ετούτες οι καταστάσεις συγκρούονται με την απόλυτη σχεδόν μοναξιά, που αν και σκιαγραφείται με λιτά αλλά έντονα περιγραφικά στοιχεία, μηνύει το άλυτο πρόβλημα της μοναχής γερασμένης κυρίας, της Γυναίκας με τα Μαύρα που κινείται σε ένα παλαιό μεγάλο χώρο, έρημο από την ζεστή συγγενική ή φιλική παρουσία, ενός άλλου, δίπλα της. Με φράσεις όπως: «το μεγάλο δωμάτιο του παλιού σπιτιού», με την ηλικιωμένη οικοδέσποινα ντυμένη στα μαύρα, η οποία «έχει εκδώσει δυο τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής», οξύνεται η εικόνα της περιγραφής. Η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει ευαισθησίες, είναι ποιήτρια, υπήρξε γνωστή λόγω των ποιητικών της εκδόσεων, κατά συνέπεια είχε κάποιες γνωριμίες άλλοτε, είχε κάποιους θαυμαστές πιθανόν. Πίσω από το προσωπείο ετούτης της ιδιόρρυθμης παρουσίας στα μαύρα, απογυμνώνεται η ανοχή και η αποδοχή του ποιητή των ανεπιθύμητων αλλαγών που επιβάλλει το γήρας, στη ζωή και στο σώμα του, στην καριέρα και στη φήμη του με την έρπουσα εισβολή του. Είναι κατανοητό ότι το άτομο του γήρατος, από-κοινωνικοποιείται πέφτει στην ερημιά της απομόνωσης και ας μη βρίσκεται σε κάποιο κελί τιμωρίας.
Η εμφάνιση νέου ανθρώπου σε ένα τέτοιο ασκητικό περιβάλλον, σημειώνεται ως πνοή νιότης -ζωτική αναπνοή σπιτιού μούχλας-, σύμφωνης με την φωτεινή φύση που περιβάλλει το παλιό σπίτι, εκείνες τις πολύ συγκεκριμένες στιγμές. Η παρουσία του νέου άνδρα, θαυμαστή και από την άποψη του θαυμασμού του για την άλλοτε γνωστή κυρία, υπογραμμίζει τη μοναξιά της τωρινής κυρίας, της Γυναίκας με τα Μαύρα: «Άφησέ με νάρθω μαζί σου», εκλιπαρεί τον νέο στη φράση του πρώτου στίχου. Είναι τρομοκρατημένη από τη μοναξιά της, και ακόμη περισσότερο από την απουσία του νοητού φωτός. Επιχειρεί να του εξηγήσει πώς αισθάνεται, να επικοινωνήσει μαζί του σε ένα επίπεδο άσχετο με εκείνο της ανισότητας της ηλικίας τους, να περάσει το μήνυμα, ότι μολονότι βρίσκεται στο λυκόφως της ζωής της, επιθυμεί να αφήσει τον ασκητικό της βίο, που ίσως να επιβαλλόταν και από αυτή την θεοκρατική προσήλωση που την διακρίνει.
Η τσιμεντένια, η ‘αέρινη’ ετούτη πολιτεία, όπου κρατείται ‘φυλακισμένη’, η Γυναίκα με τα Μαύρα, προστατεύει τον ιδιωτικό της βίο και την ανωνυμία της. Ίσως άλλοτε ετούτα τα στοιχεία να ήταν επιθυμητά. Ο συνωστισμός γύρω από ένα δημόσιο πρόσωπο είναι ευχής έργο, παράλληλα όμως κλέβει μεγάλο μέρος από την προσωπική του ελευθερία. Τότε επιδιώκεται η απομόνωση, ή η απομάκρυνση από τη δημοτικότητα. Εκείνες τις στιγμές όπως και πολλές άλλες πριν, τα συγκεκριμένα στοιχεία την προσγειώνουν στην πραγματικότητα της τωρινής ύπαρξής της, αντίθετα με το φεγγαρόφωτο που της προσφέρει την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας, με την μαγεία που ασκεί στις μοναχικές ψυχές, σαν τη δική της.
Ο νέος άνδρας την ακούει με προσοχή, υπάρχει σεβασμός και επιθυμία πνευματικής επαφής με τη γηραιά κυρία, τη Γυναίκα με τα Μαύρα και εκείνη κολακεύεται και ανανεώνεται από το σφρίγος που εκπέμπει η παρουσία του. Εισπνέει, την πνοή της νεότητας που εκπνέει ο νέος, και η ζωή φουσκώνει μέσα της όμοια με ιστία καραβιού στο βόρειο άνεμο, στο μελτέμι. Η νεότητα του άρρενος κατακυριεύει το χώρο της, διοχετεύει θετική δύναμη και ενέργεια, την ωθεί στην αιώρηση και εκτός του παλιού σπιτιού, πέρα από τα φαντάσματά του. Ως δια μαγείας η παρουσία του με τη ζωντάνια της, γεμίζει και μεταμορφώνει τον παλιό χώρο σε ζωντανό οργανισμό, στοιχείο επιθυμητό που η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει στερηθεί στην απόλυτη ερημία της. Εμβολιάζεται από τη φυσική αισιοδοξία της νεότητας του επισκέπτη της, και υπό την επίδρασή της, νιώθει, ότι ακόμα μπορεί σαν άνθρωπος-γυναίκα, να προσφέρει και να αποδεχτεί θεμιτά ή μη, δώρα. Εκφράζει την ανανεωμένη πεποίθησή της, χαμένη σε εκείνες τις μαγικές στιγμές: «κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου, / (δεν είναι τούτο η λύπη μου-η λύπη μου / είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου)» τολμά να πει σαν ανέραστη νέα. Το ύστατο μήνυμά της είναι καταθλιπτικό: κι αν το σώμα μαραγκιάζει όπως το λουλούδι, η καρδιά αρνείται να το ακολουθήσει, δεν συμβαδίζει με το γήρας του σώματος-φθαρτής ύλης, που την βαστά. Παραμένει νέα και ωραία, συνώνυμη με την ψυχή και το πνεύμα, εγκλωβισμένη έστω, σε ένα σώμα, που θα ενδώσει και μάλλον σύντομα, στο μοιραίο κάλεσμα από τη φύση που το έπλασε.
Με την ανίατη «ασθένεια» του γήρατος σχετίζεται απόλυτα το στοιχείο της μοναξιάς: «Το ξέρω πως καθένας πορεύεται στον έρωτα / μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.» Η διαπίστωση είναι αληθινή, αποδεδειγμένη. Όμως η μοναξιά είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου που δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, για να συνεχίσει εκείνο που άφησε πίσω στη νεότητά του, τότε που το σώμα μπορούσε, δημιουργούσε. Η Γυναίκα με τα Μαύρα, είχε ένα όπλο την ποίησή της. Αφού κρατούσε νέα την καρδιά της και την ψυχή, λογικά είχε την ανάγκη της απομόνωσης, ως ένα βαθμό. Η μοναξιά που την μαραζώνει και για την οποία προσφωνεί το δικό της αθέμιτο SOS, εκείνες τις πολύτιμες στιγμές, είναι αποτέλεσμα της ανάγκης της για έναν σύντροφο.
Ο νέος που πληροφορείται άμεσα για τα προβλήματα της γηραιάς κυρίας, και τα κατανοεί, στον επίλογο της ποιητικής ιστορίας, παρουσιάζεται να ξεσπά σε ένα γέλιο, δυνατό, ασυγκράτητο, έτσι απρόοπτα, λες και από αντίδραση στην τρέλα που του προκαλεί ένας ξεχωριστός φόβος που τον κατακυριεύει. Όλα συμβαίνουν μέσα σε εκείνο το καταθλιπτικό περιβάλλον, όπου η ανάγκη της κυρίας για ένα σύντροφο, δημιουργεί πιθανόν την απόλυτη ανάγκη να απομακρυνθεί απότομα, έτσι όπως εμφανίστηκε, τελικά. Είναι ακόμα νέος και ωραίος, έχει ‘αιώνιο’ χρόνο μπροστά του, πριν φτάσει στο θανατερό σημείο που αγγίζει τη γυναίκα με τα μαύρα. Ακολουθούν στιγμές σοβαρότητας και ο νέος θα παραδεχτεί για τη Γυναίκα με τα Μαύρα, ότι πρόκειται για εκπρόσωπο μια παρεχόμενης εποχής τελικά: «Η παρακμή μιας εποχής»[21], λέει και είναι βέβαιο, και εν γνώσει του, ότι η μοίρα επιφυλάσσει τα παρόμοια και για εκείνον. Ετούτη η φράση αποτελεί αφενός την κεντρική ιδέα του ποιήματος και αφετέρου την τραγική πραγματικότητα για τον γερασμένο ποιητή του έργου. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Και η πίστη στην αιωνιότητα θα ισχύει για κάποιους, χωρίς ωστόσο αυτή να αποδίδει την πραγματική υπόσταση του ζωντανού σώματος, που το στεριώνει η ψυχή του. Η αιωνιότητα είναι βραβείο που απονέμεται στον όποιο ‘αγαπημένο’ δημιουργό.
Ο «Αϊ Νικόλας» ο προστάτης των ναυτικών, κατά την ελληνική λαϊκή αντίληψη, οριοθετεί το χωρισμό, το σημείο από όπου οι δύο ετούτοι, εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι, η ηλικιωμένη κυρία και ο νέος άντρας, θα ‘σαλπάρουν’ για τα προδιαγεγραμμένα γι’ αυτούς λιμάνια. Η γερασμένη κυρία, η Γυναίκα με τα Μαύρα θα θησαυρίσει το πέρασμα του νέου από τη ζωή της: «Ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω / έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακκιού σου». Ένα σακάκι άδειο, lifeless, τόσο όσο και εκείνη στην ανημποριά της μοναξιάς της.
Η νιότη είναι ζηλευτή από τους ηλικιωμένους ανθρώπους παρά το γεγονός ότι την έζησαν ως στάδιο της ζωής τους, και δεν την προσπέρασαν απλά. Ο Νεοπτόλεμος αναφερόμενος στους παλιούς πολεμιστές της Τροίας που μάταια την πολιορκούσαν για χρόνια, απευθύνεται στον Φιλοκτήτη λέγοντας ότι μπορεί να φθονούν τους «νέους πολεμιστές», για πολλά που οι ίδιοι έχασαν στη φθορά του χρόνου, αλλά περισσότερο απ’ όλα «για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα»[22]. Ο έρωτας είναι αυτό που λείπει περισσότερο ως σύμβολο νεανικής δύναμης και ορμής.
Και η Ελένη στο συνώνυμο ποίημα, καταβάλλει προσπάθεια να κρατηθεί στη νεότητα τοποθετώντας τον εαυτό της σε ‘προστατευτικά καλούπια’ «σ’ έναν δικό μου Δούρειο Ίππο»[23], όπως λέει, μεταφορικά. Ομολογεί ότι αφότου έχασε τον σύζυγό της Μενέλαο, δεν ενδιαφέρεται για την πτώση της στο χρόνο. Ο βασιλιάς άντρας της την τιμούσε, ακόμη και όταν εκείνη είχε φύγει με τον Πάρη, απατώντας τον μπροστά στα μάτια όλων των Ελλήνων και προσβάλλοντας την υψηλή, τη βασιλική τιμή του. Ο αγώνας του να την πάρει πίσω την ενδυνάμωνε. Τώρα ολομόναχη χωρίς αυτόν, δεν ανησυχεί για το γήρας που έρχεται καλπάζοντας. Αποδέχεται την κραυγαλέα μεταμόρφωση που επιβάλλει στο κορμί της, που το ασχημίζει με αναρίθμητα, απροσδόκητα και αφάνταστα ψεγάδια, καθώς επίσης και τις θλιβερές αλλαγές στην μοναχική καθημερινότητά της. Τι μπορεί να κάνει αφού δεν έχει εκλογές, αφού αδυνατεί να σταματήσει την σωματική και την εξαιτίας της ηθική κατιούσα, στην πορεία της ζωής της; Ο ποιητής περιγράφει παραστατικά ετούτη την κατάσταση εντροπής και θυμού, στους στίχους που ακολουθούν: «Μεγάλες κρεατοελιές φυτρώσανε στο πρόσωπό μου, χοντρές τρίχες / Μου ζώσανε το στόμα –τις πιάνω’ δεν κοιτιέμαι στον καθρέφτη- / Άγριες τρίχες μακριές- σαν κάποιος άλλος να θρονιάστηκε εντός μου, / Ένας αδιάντροπος, κακόβουλος άντρας, και τα δικά του γένεια / Βγαίνουν απ’ το δικό μου δέρμα. Τον αφήνω -τι να κάνω;- / Φοβάμαι μήπως αν τον έδιωχνα, θάσερνε πίσω του και μένα».
Παρόμοια με τη Γυναίκα με τα Μαύρα, του Σονάτα υπό το Σεληνόφως, η Ελένη, εκλιπαρεί τον επισκέπτη της: «Μη φύγεις. Μείνε λίγο ακόμα». Η ηλικία της την καθιστά επικίνδυνα αδύναμη. Συνέβη ήδη, καθώς τώρα πια είναι θύμα κι αυτών των δούλων της. Την κλέβουν, δίπλα στα άλλα αδικήματα που διαπράττουν, εναντίον της. Παραδέχεται ωστόσο ότι η παρουσία τους στο σπιτικό της είναι ζωτική, και ότι αυτό είναι καλύτερο από την ολάκερη ερημιά ή από την εγκατάλειψη. Είναι «σαν μια ελάχιστη νίκη»[24], ομολογεί, απλά γιατί κολακεύεται που οι αχόρταγες δούλες της επιπλέον διαβάζουν κρυφά ποιήματα ή παλιές επιστολές θαυμαστών της, αφιερωμένων άλλοτε, στην αφεντιά της. Κάποτε λοιπόν φτάνει στο σημείο στο σημείο να παραβλέπει τα φοβερά πράγματα που κάνουν πίσω από την πλάτη της. Και όπως οι άλλοι γηραιοί άνθρωποι παραβλέπουν, συγχωρούν και δικαιολογούν τα άμυαλα, τα πνευματικά ακατέργαστα νιάτα, παρόμοια και η Ελένη: «Ω, βέβαια, θα πρέπει / πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη / την ήρεμη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις / όταν το δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την ησυχία»[25].
Όσον αφορά τον θάνατο που βρίσκεται κοντά της, λόγω του γήρατος, η Ελένη ομολογεί[26] πως άλλοτε, ούτε αυτή φοβόταν τον θάνατο: «γιατί τον ένιωθα πολύ μακριά μου», καταθέτει. Η ομορφιά της και η αθανασία της έκαναν Τρώες και Αχαιούς να τρέμουν, ενώ αυτή έκρυβε μ’ ένα λουλούδι στα χείλη της «το χαμόγελο της ελευθερίας» που της ενέπνεε η πεποίθηση της γνώσης, για την ομορφιά και για τη νιότη[27] της. Στις αναμνήσεις στηρίζεται ο μονόλογος ή μη, των ηρώων. Ο ποιητής έχει ενστερνιστεί μία υπερβατική ομορφιά στο παρελθόν που ζωντανεύει με τις αναμνήσεις ή ίσως ακόμη διατηρείται ζωντανό, για να επιτρέπει τον αναλογισμό αναρίθμητων σημαντικών στοιχείων, τα οποία δρουν καταλυτικά σαν γνώμονας εμπειρίας, γνώσης, σοφίας. Υπάρχει επίσης μία ειρηνοποιός δύναμη, ένα σπουδαίο κατάλοιπο ετούτης της δοκιμασίας που αποκαλείται ζωή, αυτή που έρχεται στην κάποια ηλικία και βοηθά τον ποιητή να γίνει συμβουλάτορας, δάσκαλος, ακόμη κι αν κάποτε αισθάνεται ολομόναχος στον κόσμο. Οι λεπτομέρειες τις οποίες αποκαλεί «άσημες»[28], συντελούν στο να οικειοποιείται ο αναγνώστης με το περιβάλλον στο οποίο κινείται ο ήρωας, ή το σκηνικό εντός του οποίου δρα.
Στο Σονάτα υπό το Σεληνόφως, η γηραιά κυρία η Γυναίκα με τα Μαύρα φέρνει ως στοιχείο-παράδειγμα, της μετάβασης από τη νεότητα στο γήρας και τη νέα κατάσταση στο τελευταίο αυτό στάδιο, κάτι πολύ συνηθισμένο και άψυχο, μία παλιά πολυθρόνα που άλλοτε, όταν εκείνη ήταν νέα, της προσέφερε μία άλλου είδους ξεκούραση[29]. Άλλο ήταν τότε το σώμα της, και το τωρινό της, δύσκολο και ξένο προς εκείνο. «Εδώ κάθησαν / άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα όπως κι εσύ όπως κι εγώ άλλωστε, / και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.» Είναι γεγονός ότι μία αγαπημένη πολυθρόνα μπορεί και επιτρέπει την ονειροπόληση, τη δημιουργία πολλών ευχών ή και τον αναθεματισμό, επιθυμίες πραγματοποιήσιμες ή μεγαλεπήβολες και αναφέρει μεταξύ άλλων: «-μια αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, / ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο / απ’ την ίδια του ανάσα»[30]. Ίσως ο ποιητής γνωρίζει καλύτερα από άλλους τη σημασία των κινήσεων του πανιού της βάρκας, που ταξιδεύει υπό τον ούριο άνεμο ή του μαντηλιού που ανεμίζει σε χαιρετισμό, καθώς επίσης και την πολυκύμαντη πολυσημία της δικής του ύπαρξης. Οι διαβαθμίσεις της τραγικότητας που αναδύονται μέσα από τους στίχους πονάνε και αυτόν τον αναγνώστη που κατανοεί με τη σειρά του την αδυναμία του, του ανθρώπου να αντισταθεί σε εκείνα που του επιβάλλονται έξωθεν και κυρίως σε μία συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του.
Στο ίδιο ποίημα –Σονάτα υπό το Σεληνόφως-, μεταξύ των αναμνήσεων, η μουσική και το πιάνο, θυμίζουν στον ποιητή τα παιδικά του χρόνια, τότε, όταν στην Μονεμβασιά μάθαινε πιάνο με την υποστήριξη των γονιών του, καθώς από ενωρίς είχε δείξει κλίση προς τις Καλές Τέχνες: «Και τώρα θυμήθηκα / Πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο /… / Και οι δικοί μου στήριζαν / Μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου ταλέντο»[31]. Το πιάνο, που θα μπορούσε να είναι πηγή ευχαρίστησης και ανακούφισης μέσα στους τέσσερις τοίχους του παλιού και έρημου σχεδόν σπιτιού, παρομοιάζεται τώρα πια με «μαύρο Φέρετρο κλεισμένο». Στο ποίημα Σονάτα στο Σεληνόφως, οι νότες του πιάνου ίσως μπορούσαν και να ταράζουν εκείνο το σπίτι, όπου είχε ταφεί η νεότητα της Γυναίκας με τα Μαύρα (ή του ποιητή). Είχε αποβεί μακρινή ανάμνηση πλέον και τη θέση της, την είχε καταλάβει μια ζωή πολύ κοντά στο συμπλήρωμα του κύκλου της. Οι όποιες αναμνήσεις δεν βοηθούν την Γυναίκα με τα Μαύρα, αντίθετα τη γεμίζουν με τύψεις που αποζητούν τη μεταμέλεια, που ατυχώς είναι «παρουσία που φαίνεται». «Η μεταμέλεια λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα», λέει χαρακτηριστικά, τονίζοντας την αόρατη, εκκωφαντική, ωστόσο, παρουσία της, στη συνείδησή της. Είναι πανίσχυρα ηχηρή ως προς το αίσθημα που προκαλεί, καθώς έχει καταφτάσει, βρίσκεται εκεί, είναι η τελευταία παρουσία στο χώρο εκείνο και επομένως η εντονότερη και η πλέον βασανιστική. Ετούτη σχετίζεται με το παρελθόν της και με τις πράξεις της και της είναι απαραίτητη. Η λύτρωση καταφθάνει εντελώς φυσικά, αν και απρόοπτα, με το θάνατο, τον καταλύτη όλων, των τύψεων και της μεταμέλειας συμπεριλαμβανομένων.
Η δίψα της γυναίκας με τα μαύρα, να ξεφύγει από το μαυσωλείο της, παραμένει ανικανοποίητη. Δεν μπορεί πλέον παρά να φιλοσοφεί, ούσα στο λυκόφως του βίου της. Είναι ενδεικτικό της πείρας της, που με τη σειρά της, είναι καρπός της ηλικίας της: «τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο / σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου; / όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω;»[32] Ξεπεράστηκε εκείνη η περίοδος, η παρούσα στιγμή ζωή ανήκει σε άλλη φάση και είναι ξένη, όσο ξένη είναι και η κάθε στιγμή που περνά από πάνω από τον άνθρωπο, μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου. Η φράση ο άνθρωπος δεν αλλάζει, είναι ψευδής. Η βραδεία έστω μετακίνησή του στο χρόνο είναι αέναη και ανανεωτική άσχετα αν ετούτη η πορεία συντελεί στο κλείσιμο του κύκλου της ζωής.
Η Γυναίκα με τα Μαύρα διαπιστώνει -στο τέλος του ποιήματος- ότι έχει καθυστερήσει ως προς την απόφασή της να κάνει κάτι δραστικό για την απομόνωσή της για να ξεφύγει από εκείνο το ταπεινωτικό καθεστώς. Όπως ο πνιγμένος[33], ζητά τη βοήθεια ενός νέου ανθρώπου, ξένου προς την ηλικία της, μέσα σ’ ένα χώρο εντελώς ακατάλληλο για οιαδήποτε γεύση ρομαντισμού, στον πεζό χώρο της κουζίνας της, γεγονός που τονίζει ακόμη περισσότερο το καρφίτσωμά της σε ένα άχαρο περιβάλλον, που το κατατρώει η επίσης ‘γερασμένη’ ρουτίνα της. Θα μπορούσε ωστόσο να μην είναι θύμα συγκυριών, αλλά η απόλυτα υπεύθυνη για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί γύρω της.
Αποπειράται ένα απεγνωσμένο και καθυστερημένο, προφανώς ύστατο διάβημα, να εναγκαλιστεί τη ζωή με ζέση, να προσφερθεί σε κάποιον, αλλά σε ποιον; τον νέο περαστικό άντρα που ήταν αδύνατον να αντιληφθεί και ακόμη περισσότερο να ανταποκριθεί στην ανάγκη της; Η Γυναίκα με τα Μαύρα παραλογίζεται, ομολογεί ότι φοβάται τα ανοίγματα του φλιτζανιού και του φεγγαριού, τα οποία παρομοιάζει με σκοτεινά ανοίγματα «στο κρανίο του κόσμου». Τι άλλο θα μπορούσαν να σημαίνουν αν όχι την αφάνεια, τη μοναξιά, τον αφανισμό, ή τον θάνατο; Δεν μπορεί να πετάξει από εκείνη τη φυλακή της. Το σώμα της ξοδεύτηκε και τα φτερά της φαγώθηκαν στο χρόνο. Οι σκέψεις που παρελαύνουν ενόσω πίνει τον καφέ της και της φύσης το πράσινο, της ελπίδας το χρώμα, δημιουργούν την ψευδαίσθηση τραίνου που θα την πάρει για να την ταξιδέψει «χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις;» αναρωτιέται μόνη[34]. Προφανώς πολλά περισσεύουν στο στάδιο που βρίσκεται. Έχει αποδεχτεί την ήττα της από τον χρόνο.
Προσπάθεια απομάκρυνσης από παλιά κατεστημένα: Η προσπάθεια της Γυναίκας με τα Μαύρα στο Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ν’ απαλλαγεί από τις τύψεις που οφείλονται στην προσκόλλησή της στην θρησκεία, έστω και αργά, και ν’ αρχίσει μια νέα ζωή μέσα στην πραγματικότητα, της στιγμής εκείνης που είναι η πολιτεία και όχι το φεγγάρι, θίγει το θέμα της προγονολατρείας. Πρόκειται για ένα ακόμη είδος υπερβολικής προσκόλλησης, εκείνης στους νεκρούς, έστω κι αν είναι επιφανείς. Η τέτοια προσκόλληση εξελίσσεται σε στείρα, και ωθεί τους απογόνους[35] σε μία ναρκισσιστική αδράνεια ή και απάθεια, με καταστρεπτικές επιπτώσεις στην εξελικτική πρόοδο και ανάδειξή τους.
Συνεχίζεται….
[1] “elan vital”,Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, N. York, 1935
[2] Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης, ο. π., σ. 260.
[3] Η χρυσή μάσκα θανάτου των Μυκηνών για την οποία ο Schlieman, πιστεύει ότι ανήκει στον ηγεμόνα της πολιτείας Αγαμέμνονα, και είναι του 16ου π. Χ. αι., Ekdotike Athenon S.A., The Greek Museums, Edition 1975, p. 55.
[4] Γ. Ρίτσος, Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 19.
[5] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο.π., σ.18.
[6] Γ. Ρίτσος, Η Επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 21.
[7] Γ. Ρίτσος, Αίας, ο. π., σ. 240.
[8] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σσ. 22-23.
[9] Γ. Ρίτσος, Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 12.
[10]Αυτόθι, σσ. 13, 14.
[11] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 23.
[12] Γ. Ρίτσος, Χρυσόθεμις, ο. π., σ. 12.
[13] Γιάννης Ρίτσος, Αίας, ο. π., σ. 239.
[14] Γ. Ρίτσος, , Ελένη, ο. π., σ. 10.
[15] Αυτόθι, σ. 11.
[16] Γ. Ρίτσος, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 12.
[17] Γ. Ρίτσος, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 12.
[18] Αυτόθι, σ. 13.
[19] Αυτόθι, σ. 13.
[20] Γ. Ρίτσος, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, ο. π., σ. 21.
[21] Γ. Ρίτσος, Η Τέταρτη Διάσταση, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 17.
[22] Γ. Ρίτσος, Φιλοκτήτης, ο. π., σσ. 258-259.
[23] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 16.
[24] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 17.
[25] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 20.
[26] Αυτόθι, σ. 23.
[27] Αυτόθι, σ. 16 και σ. 25. Κάτι ανάλογο με αυτό απαντά και στο ποίημα: ‘Χρυσόθεμις’.
[28] Ποίημα από τη συλλογή του Ρίτσου Μαρτυρίες Β.΄
[29] Γ. Ρίτσος, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 11.
[30] Γ. Ρίτσος, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 10.
[31] Αυτόθι, σ. 11.
[32] Γ. Ρίτσος, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 13.
[33] Αυτόθι, σ. 14.
[34] Γ. Ρίτσος, Σονάτα υπό το Σεληνόφως, ο. π., σ. 16.
[35] Τους Έλληνες συμπατριώτες του Γ. Ρίτσου.